- 03/28/16--11:28: Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
- 03/28/16--11:28: _Αδιέξοδα του νεώτερ...
- 03/30/16--07:35: _I) Περί ντεκαφεϊνέ ...
- 03/31/16--08:59: _I) Secularism, Myth...
- 03/25/16--10:26: _Χαρακτηριστικά βίντ...
- 04/01/16--10:52: _Ανθρωποποίηση.
- 04/02/16--02:19: _Secularization Fals...
- 04/03/16--10:09: _Demographics as Des...
- 04/05/16--06:34: _Ευρώπη και «Ευρώπες».
- 04/07/16--12:03: _Ανθρωποποίηση.
- 04/08/16--07:46: _Ευρωκεντρισμός, κοσ...
- 04/09/16--12:55: _Οδεύοντας από το 18...
- 04/11/16--10:50: _Περί μυθοπλασιών κα...
- 04/14/16--04:17: _I) Ευρωκεντρικές τά...
- 04/17/16--05:04: _Δύο κείμενα για τις...
- 04/18/16--10:24: _Τρία μετα-κοσμικά (...
- 04/19/16--11:35: _Ανθρωποποίηση.
- 04/21/16--08:57: _Έξι σχολιασμοί (21 ...
- 04/23/16--06:34: _Πέντε επίκαιροι σχο...
- 04/24/16--06:20: _Εποχές.
- 04/25/16--09:43: _Σύντομος σχολιασμός...
I
Πίσω από την όλη συζήτηση περί ισλαμιστικής τρομοκρατίας και ριζοσπαστικόποίησης που κυριαρχεί στην «κοινή γνώμη», θάβονται ή/και εξαφανίζονται πολύ σημαντικές εξελίξεις και μεγάλες παγκόσμιες θεματικές. Μία από αυτές είναι η εποχής της «μετα-εκκοσμίκευσης» (post-secularism)ή της «απο-εκκοσμίκευσης» (de-secularisation) του κόσμου. Όσο και εάν φαίνεται «περίεργη», αποτελεί μια εξέλιξη καθόλα υπαρκτή, με την οποία δεν έχουμε ασχοληθεί στην Ελλάδα.
Αυτή η εξέλιξη συμβαίνει για δύο λόγους. Ο ένας είναι υλικός και ο άλλος ηθικός.
1.Δημογραφικά, οι κοσμικιστές δεν αναπαράγονται τόσο με φυσικό παρά κυρίως με εικονικό τρόπο (μέσα από τη μαζική κουλτούρα, την εικόνα κ.λπ). Δεν αφήνουν βιολογικούς απογόνους - δηλαδή παιδιά - πίσω τους ή αφήνουν ελάχιστους και οι αριθμοί τους συνεχώς μειώνονται. Όπως έχω γράψει παλαιότερα:
Ένας Άγγλος ακαδημαϊκός επισήμανε σε ομιλία του (αποσπάσματα της οποίας θα παραθέσω μεταφρασμένα μελλοντικά): ''Ξέρετε, η ιδέα πως ευρωπαϊκοί-λευκοί πληθυσμοί σιγά-σιγά αντικαθίστανται από μη ευρωπαϊκούς-λευκούς εθνοτικά (λόγω μετανάστευσης), δεν αποτελεί πρόβλημα. Αλλά ας σκεφτούμε το σενάριο ότι κοσμικοί πληθυσμοί σιγά-σιγά αντικαθίστανται από θρησκευόμενους πληθυσμούς. Μήπως είναι αυτό πιθανόν;''. Ένας άλλος Αμερικανός ακαδημαϊκός είχε παρατηρήσει - και αυτό αποτελεί πράγματι ειρωνεία - πως τελικά, οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί, εάν τους δούμε από καθαρά εξελικτική σκοπιά, έχουν βιολογικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους μη θρησκευόμενους ή κοσμικούς.
2.Ο επόμενος λόγος είναι ηθικός. Ο δυτικός κοσμικισμός - με βασικό του άξονα έναν συγκρητιστικό λιμπεραλισμό - έχει καταλήξει να δομεί έναν ντεκαφεϊνέ ιδεολογικό πολτό, μια πνευματική σούπα που εμπεριέχει από την κοσμική θρησκευτικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (τα οποία διέρχονται κρίση σε παγκόσμια κλίμακα) μέχρι new-age και παν/πολυθρησκευτικά στοιχεία και πελαγοδρομήσεις περί «πολυ-πολιτισμικότητας», τοποθετώντας όλες τις πνευματικές παραδόσεις σε μια συγκρητιστική χοάνη (διατηρώντας φυσικά ηγεμονικά στοιχεία του νεώτερου δυτικού πολιτισμού της Προόδου), η οποία αποτελεί την ηθικο-πολιτισμική πλευρά μιας οικονομικής υπερ-εθνικής ομογενοποιητικής διαδικασίας. Από μόνη της αυτή η εξέλιξη έχει επανενεργοποίησει όλα τα πολιτισμικά υπόβαθρα και όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του πλανήτη (πόσο μάλλον εάν συνυπολογίσουμε και τα δημογραφικά δεδομένα). Οι μεγάλες θρησκείες ανέκαθεν είχαν να κάνουν με αντιλήψεις περί ανθρώπου, κοινωνικής ηθικής, «μετα-φυσικά» ερωτήματα κ.λπ (οντολογίες και υπόβαθρα, ιερότητα, ελευθερία, αλήθεια, σχέση ανθρώπου-κόσμου, αρμονία κ.λπ). Στις περισσότερες θρησκείες ο άνθρωπος δεν μπορεί να ιδωθεί ως απλό εργαλείο ή γρανάζι, εξάρτημα μιας τεχνοκρατικής μηχανής στα πλαίσια της οποίας δημιουργούνται διαχειριστικοί αλγόριθμοι.
Οι κοσμικιστές διανοούμενοι έχουν ήδη δομήσει το νέο δίπολο: Secular moderates vs Religious fundamentalists. Θα μπορέσουν να πείσουν πως αυτή είναι μια πραγματική διαίρεση; (είναι άραγε το 87% - το οποίο σε μια εικοσαετία, αν όχι νωρίτερα, θα γίνει 90% - Religious fundamentalists; Και είναι άραγε όλο το υπόλοιπο 13 ή 10% Secular moderates;). Βασικά, ήδη, σε παγκόσμια κλίμακα (όχι όμως ακόμα σε παν-ευρωπαϊκή) οι δυτικο-ευρωγενεις κοσμικιστικές έχουν ηττηθεί. Τα απόνερα αυτής της εξέλιξης θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια ή δεκαετίες, όπου, όσο και εάν φαίνεται περίεργο, θα χαρακτηριστούν από μια διαδικασία απο-εκκοσμίκευσης και επανα-θρησκειοποίησης του κόσμου. Όπως τελικά θα φανεί, αυτό που διακυβεύεται είναι ο νεώτερος κοσμικός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός της Προόδου.
Στον νεώτερο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό έχουμε την ανατίμηση της φύσης (ή την αποκατάσταση των αισθητών ή την ανατίμηση του ''υλικού κόσμου'') έναντι του Θεού και έπειτα, κάποια υποτιθέμενη «επικράτηση και κυριαρχία» του ανθρώπου επί της φύσης (η οποία υπάρχει μονάχα στα κεφάλια ορισμένων αερόμυαλων) που τοποθετεί τον άνθρωπο στη θέση του Θεού και της φύσης ή επικυρίαρχο έναντι των δύο προηγούμενων (διαμέσου της επιστήμης και της τεχνικής, βεβαίως, βεβαίως). Έτσι έχουμε μια επιστημολογικά ορισμένη οντολογία (σε αντίθεση με το Ισλάμ όπου έχουμε οντολογικά καθορισμένη επιστημολογία).
Στον νεώτερο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό έχουμε ορισμένες ακόμα «ιδιαιτερότητες», όπως την περί Προόδου αντίληψη, αντίληψη η οποία δεν υπήρχε στον κλασσικό ελληνορωμαϊκό κόσμο, του οποίο ο νεώτερος δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός - ισχυρίζεται πως - αποτελεί «συνέχεια». Έχουμε επίσης την «προτεραιότητα ή κυριαρχία» της οικονομίας επί της πολιτικής, κάτι που δεν ίσχυε όχι μονάχα στον ελληνορωμαϊκό ή τον μεσαιωνικό ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά ποτέ σε οποιονδήποτε άλλο ανθρώπινο πολιτισμό (ακόμα και σήμερα οι Κινέζοι θεωρούν το οικονομείν μέσο για την πραγματοποίηση σκοπών και όχι σκοπό).
Στην νεώτερη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση όταν έχουμε άνοδο της αταξίας και της αναρχίας και επαναφορά με έντονο τρόπο της επιθυμίας για τάξη και ενότητα, αναδύεται ο θεσμικός μονισμός ο οποίος δικαιολογείται επαγωγικά και έχει κοσμικό χαρακτήρα. Ο νεώτερος δυτικοευρωπαϊκός μονισμός είναι κοσμικός μονισμός και σχετίζεται με αυτό που ονομάζεται πολιτική της ισχύος. Κινούμαστε μεταξύ των κυρίαρχων κρατών της Βεστφαλίας, που βαζουν τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους, του Πάππου Hobbes (ο οποίος δεν είναι Θουκυδίδης) και της... Le Pen (δεν ταυτίζονται τα τρία προηγούμενα, μην δαιμονοποίησουμε τον Παππού, παραδείγματα αναφέρω. Η laïcité, ο «πολυ-πολιτισμός» και το Ισλάμ δεν μπορούν να συνυπάρξουν όπως γνωρίζουν πολύ καλά στο Quebec, όπου δεν υπάρχει η ίδια ιστορική εξέλιξη και σεκιουλαριστική-κοσμικιστική παράδοση με τη Γαλλία).
Οι διαφορές δεν είναι απλά ιστορικού τύπου ή θεσμικές (άλλωστε από την Ανδαλουσία μέχρι την Ινδία το θεσμικό περιβάλλον ήταν ποικιλόμορφο). Η νομιμοποίηση και ο τρόπος δικαιολόγησης της εξουσίας είναι διαφορετικές, ο σκοπός της εξουσίας είναι διαφορετικός, η νομοθετική λειτουργία είναι διαφορετική, η οντολογία και η αξιολογία είναι διαφορετικές, η αντίληψη περί ευθύνης του ανθρώπου, δικαιοσύνης και νόμου είναι διαφορετική, η νομιμοποίηση και δικαιολόγηση των πράξεων είναι διαφορετική, τα «πάντα» είναι διαφορετικά. Take it or leave it.
Και φυσικά, κλείνοντας πρέπει να γράψουμε: Εν.
Αυτή η εξέλιξη συμβαίνει για δύο λόγους. Ο ένας είναι υλικός και ο άλλος ηθικός.
1.Δημογραφικά, οι κοσμικιστές δεν αναπαράγονται τόσο με φυσικό παρά κυρίως με εικονικό τρόπο (μέσα από τη μαζική κουλτούρα, την εικόνα κ.λπ). Δεν αφήνουν βιολογικούς απογόνους - δηλαδή παιδιά - πίσω τους ή αφήνουν ελάχιστους και οι αριθμοί τους συνεχώς μειώνονται. Όπως έχω γράψει παλαιότερα:
Το 97% της συνολικής παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης λαμβάνει χώρα στον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπου το 95% του πληθυσμού είναι θρησκευόμενο. Ο πλανήτης, ως όλον, γίνεται περισσότερο - και όχι λιγότερο - θρησκευόμενος. Σύμφωνα με τη World Religion Database (WRD), το ποσοστό των θρησκευόμενων ανθρώπων αυξήθηκε από 81% που ήταν το 1970, σε 85% πριν λίγα χρόνια (κυρίως λόγω της κατάρρευσης του ''Ανατολικού Μπλόκ'') και μέσα στα επόμενα χρόνια, υπολογίζεται πως θα φτάσει το 87%. Όμως η δημογραφική διαφορά ανάμεσα σε κοσμικούς και θρησκευόμενους δεν παρατηρείται μονάχα στο εξωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής (με τους Υπολοίπους) ή μεταξύ Παγκόσμιου Βορρά και Νότου, αλλά και στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής και του Παγκόσμιου Βορρά. Ακόμα και στο ιστορικό τρίγωνο της φιλελεύθερης ευρωπαϊκής γεωγραφίας, δηλαδή μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Κάτω Χωρών - όπως επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες -, παρατηρείται πως οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί έχουν πλεονέκτημα στα ποσοστά των ρυθμών γονιμότητας έναντι των μη θρησκευόμενων.
Ένας Άγγλος ακαδημαϊκός επισήμανε σε ομιλία του (αποσπάσματα της οποίας θα παραθέσω μεταφρασμένα μελλοντικά): ''Ξέρετε, η ιδέα πως ευρωπαϊκοί-λευκοί πληθυσμοί σιγά-σιγά αντικαθίστανται από μη ευρωπαϊκούς-λευκούς εθνοτικά (λόγω μετανάστευσης), δεν αποτελεί πρόβλημα. Αλλά ας σκεφτούμε το σενάριο ότι κοσμικοί πληθυσμοί σιγά-σιγά αντικαθίστανται από θρησκευόμενους πληθυσμούς. Μήπως είναι αυτό πιθανόν;''. Ένας άλλος Αμερικανός ακαδημαϊκός είχε παρατηρήσει - και αυτό αποτελεί πράγματι ειρωνεία - πως τελικά, οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί, εάν τους δούμε από καθαρά εξελικτική σκοπιά, έχουν βιολογικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους μη θρησκευόμενους ή κοσμικούς.
2.Ο επόμενος λόγος είναι ηθικός. Ο δυτικός κοσμικισμός - με βασικό του άξονα έναν συγκρητιστικό λιμπεραλισμό - έχει καταλήξει να δομεί έναν ντεκαφεϊνέ ιδεολογικό πολτό, μια πνευματική σούπα που εμπεριέχει από την κοσμική θρησκευτικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (τα οποία διέρχονται κρίση σε παγκόσμια κλίμακα) μέχρι new-age και παν/πολυθρησκευτικά στοιχεία και πελαγοδρομήσεις περί «πολυ-πολιτισμικότητας», τοποθετώντας όλες τις πνευματικές παραδόσεις σε μια συγκρητιστική χοάνη (διατηρώντας φυσικά ηγεμονικά στοιχεία του νεώτερου δυτικού πολιτισμού της Προόδου), η οποία αποτελεί την ηθικο-πολιτισμική πλευρά μιας οικονομικής υπερ-εθνικής ομογενοποιητικής διαδικασίας. Από μόνη της αυτή η εξέλιξη έχει επανενεργοποίησει όλα τα πολιτισμικά υπόβαθρα και όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του πλανήτη (πόσο μάλλον εάν συνυπολογίσουμε και τα δημογραφικά δεδομένα). Οι μεγάλες θρησκείες ανέκαθεν είχαν να κάνουν με αντιλήψεις περί ανθρώπου, κοινωνικής ηθικής, «μετα-φυσικά» ερωτήματα κ.λπ (οντολογίες και υπόβαθρα, ιερότητα, ελευθερία, αλήθεια, σχέση ανθρώπου-κόσμου, αρμονία κ.λπ). Στις περισσότερες θρησκείες ο άνθρωπος δεν μπορεί να ιδωθεί ως απλό εργαλείο ή γρανάζι, εξάρτημα μιας τεχνοκρατικής μηχανής στα πλαίσια της οποίας δημιουργούνται διαχειριστικοί αλγόριθμοι.
Οι κοσμικιστές διανοούμενοι έχουν ήδη δομήσει το νέο δίπολο: Secular moderates vs Religious fundamentalists. Θα μπορέσουν να πείσουν πως αυτή είναι μια πραγματική διαίρεση; (είναι άραγε το 87% - το οποίο σε μια εικοσαετία, αν όχι νωρίτερα, θα γίνει 90% - Religious fundamentalists; Και είναι άραγε όλο το υπόλοιπο 13 ή 10% Secular moderates;). Βασικά, ήδη, σε παγκόσμια κλίμακα (όχι όμως ακόμα σε παν-ευρωπαϊκή) οι δυτικο-ευρωγενεις κοσμικιστικές έχουν ηττηθεί. Τα απόνερα αυτής της εξέλιξης θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια ή δεκαετίες, όπου, όσο και εάν φαίνεται περίεργο, θα χαρακτηριστούν από μια διαδικασία απο-εκκοσμίκευσης και επανα-θρησκειοποίησης του κόσμου. Όπως τελικά θα φανεί, αυτό που διακυβεύεται είναι ο νεώτερος κοσμικός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός της Προόδου.
II
Ας δούμε ορισμένα πιο θεωρητικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Από την οντολογία πάμε στην επιστημολογία. Από την επιστημολογία στην αξιολογία. Από την αξιολογία στην πολιτική, και από την πολιτική στην οικονομία. Έτσι έχουν τα πράγματα στο Ισλάμ και δεν «μεταρρυθμίζονται» ούτε γίνονται ντεκαφεϊνέ (στον νεώτερο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό είναι ανάποδα). Take it or leave it. Επίσης έχουμε την ιεραρχία: Αλλάχ (Θεός) - άνθρωπος - φύση.Στον νεώτερο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό έχουμε την ανατίμηση της φύσης (ή την αποκατάσταση των αισθητών ή την ανατίμηση του ''υλικού κόσμου'') έναντι του Θεού και έπειτα, κάποια υποτιθέμενη «επικράτηση και κυριαρχία» του ανθρώπου επί της φύσης (η οποία υπάρχει μονάχα στα κεφάλια ορισμένων αερόμυαλων) που τοποθετεί τον άνθρωπο στη θέση του Θεού και της φύσης ή επικυρίαρχο έναντι των δύο προηγούμενων (διαμέσου της επιστήμης και της τεχνικής, βεβαίως, βεβαίως). Έτσι έχουμε μια επιστημολογικά ορισμένη οντολογία (σε αντίθεση με το Ισλάμ όπου έχουμε οντολογικά καθορισμένη επιστημολογία).
Στον νεώτερο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό έχουμε ορισμένες ακόμα «ιδιαιτερότητες», όπως την περί Προόδου αντίληψη, αντίληψη η οποία δεν υπήρχε στον κλασσικό ελληνορωμαϊκό κόσμο, του οποίο ο νεώτερος δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός - ισχυρίζεται πως - αποτελεί «συνέχεια». Έχουμε επίσης την «προτεραιότητα ή κυριαρχία» της οικονομίας επί της πολιτικής, κάτι που δεν ίσχυε όχι μονάχα στον ελληνορωμαϊκό ή τον μεσαιωνικό ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά ποτέ σε οποιονδήποτε άλλο ανθρώπινο πολιτισμό (ακόμα και σήμερα οι Κινέζοι θεωρούν το οικονομείν μέσο για την πραγματοποίηση σκοπών και όχι σκοπό).
Στην νεώτερη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση όταν έχουμε άνοδο της αταξίας και της αναρχίας και επαναφορά με έντονο τρόπο της επιθυμίας για τάξη και ενότητα, αναδύεται ο θεσμικός μονισμός ο οποίος δικαιολογείται επαγωγικά και έχει κοσμικό χαρακτήρα. Ο νεώτερος δυτικοευρωπαϊκός μονισμός είναι κοσμικός μονισμός και σχετίζεται με αυτό που ονομάζεται πολιτική της ισχύος. Κινούμαστε μεταξύ των κυρίαρχων κρατών της Βεστφαλίας, που βαζουν τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους, του Πάππου Hobbes (ο οποίος δεν είναι Θουκυδίδης) και της... Le Pen (δεν ταυτίζονται τα τρία προηγούμενα, μην δαιμονοποίησουμε τον Παππού, παραδείγματα αναφέρω. Η laïcité, ο «πολυ-πολιτισμός» και το Ισλάμ δεν μπορούν να συνυπάρξουν όπως γνωρίζουν πολύ καλά στο Quebec, όπου δεν υπάρχει η ίδια ιστορική εξέλιξη και σεκιουλαριστική-κοσμικιστική παράδοση με τη Γαλλία).
Οι διαφορές δεν είναι απλά ιστορικού τύπου ή θεσμικές (άλλωστε από την Ανδαλουσία μέχρι την Ινδία το θεσμικό περιβάλλον ήταν ποικιλόμορφο). Η νομιμοποίηση και ο τρόπος δικαιολόγησης της εξουσίας είναι διαφορετικές, ο σκοπός της εξουσίας είναι διαφορετικός, η νομοθετική λειτουργία είναι διαφορετική, η οντολογία και η αξιολογία είναι διαφορετικές, η αντίληψη περί ευθύνης του ανθρώπου, δικαιοσύνης και νόμου είναι διαφορετική, η νομιμοποίηση και δικαιολόγηση των πράξεων είναι διαφορετική, τα «πάντα» είναι διαφορετικά. Take it or leave it.
Και φυσικά, κλείνοντας πρέπει να γράψουμε: Εν.
| 0 | 0 |
I
Οι αυτόπροβαλλόμενοι ως «υπερασπιστές» του Ισλάμ στη δυτική Ευρώπη, και γενικότερα στην κεντρική γεωγραφία του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, στην πραγματικότητα δεν αποτελούν υπερασπιστές του, παρά μονάχα φαινομενικά. Επιδιώκουν να απονευρώσουν και να ευνουχίσουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, κατασκευάζοντας μια ντεκαφεϊνέ εκδοχή του Ισλάμ, κατάλληλα προσαρμοσμένη στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα τους. Οι υποτιθέμενοι «υπερασπιστές» του Ισλάμ επιδιώκουν να το «μεταρρυθμίσουν», δηλαδή να το καταστρέψουν εκ των έσω, χρησιμοποιώντας μεθόδους μαλακής ή έξυπνης ισχύος. Επιδιώκουν να κατασκευάσουν μεταεθνικούς χυλοποιηθέντες υβριδικούς «μουσουλμάνους» προσήλυτους που θα τους χαρακτηρίζει η μαλθακότητα, η στειρότητα ηθών και νοήματος και η κενότητα, μεταβάλλοντας τους σε πειθήνια όργανα, άνευ ουσιωδών πολιτισμικών χαρακτηριστικών, και σε εξαρτήματα μιας τεχνοκρατικής μηχανής (όπως ακριβώς έπραξαν και με αρκετούς ευρωπαϊκούς - χριστιανικούς ή μη - πληθυσμούς). Δεν είναι όμως όλα τα «παιχνίδια» ίδια και ορισμένα είναι πιο επικίνδυνα από άλλα. Οι περισσότεροι από αυτούς του «υπερασπιστές», ήταν υπέρ του ''spreading democracy to the broader Μiddle Εast''που κατέστησε τις χώρες όσων «υπερασπίζονται» εδαφικούς πολτοποιημένους «ανοιξιάτικους» χώρους. Τόσο πολύ «αγαπάνε» όλοι αυτοί το Ισλάμ.
II
Το αστείο με τον λεγόμενο «πολυ-πολιτισμό» είναι πως συνήθως τον πρεσβεύουν άνθρωποι που, είτε πίστευαν πως δεν υπάρχουν πολιτισμοί (υπάρχει μόνον ένας «πολιτισμός», ο εξω-κοινωνικά κατασκευασμένος μαζικός «πολιτισμός» της «αγοράς»), είτε σχετικοποιούσαν την έννοια (πως ορίζονται;), είτε εξαφάνιζαν τους πολιτισμούς κάτω από την περί «σοσιαλισμού και καπιταλισμού» διαμάχη, αγνοώντας πλήρως και επιδεικτικά την ύπαρξη τους (ή αμφισβητώντας την). Όταν μίλαγες σε όλους αυτούς για πολιτισμούς (πολύ πριν από τις περί «σύγκρουσης των πολιτισμών» και περί «πολυ-πολιτισμού» θεωρίες), χαμογελούσαν και απαντούσαν με ύφος «επιστημονικόν» και όρους «οικονομίας και τεχνολογίας». Τώρα, ξαφνικά, ανακάλυψαν την ύπαρξη «πολιτισμών».| 0 | 0 |
[By] the twenty-first century, religious believers are likely to be found only in small sects, huddled together to resist a worldwide secular culture.
Peter Berger, sociologist, The New York Times, 1968
The assumption that we live in a secularised world is false: The world today, with some exceptions…is as furiously religious as it ever was, and in some places more so than ever. This means that a whole body of literature by historians and social scientists loosely labeled ‘secularization theory’ is essentially mistaken.
Peter Berger, The Desecularization of the World, 1999
I
Secularism, Myth, and History
Secularism, Myth, and History
It is not going too far to suggest that the modem secularist worldview is built on a certain narrative of historical development that can be described as a kind of myth. As Robert Bellah argued several decades ago, the science-is-replacing-religion narrative embedded in secularisation theory "can almost be called a myth because it functions to create an emotionally coherent picture of reality. It is in this sense religious, not scientific at all. This theory or myth is that of the Enlightenment, which views science as the bringer of light relative to which religion and other dark things will vanish away." Moreover, a basic paradox of the modern secularist myth is the belief that the age of science and reason has banished myth to the dim past. But, as Karen Armstrong has observed, it is only in the modem age that myth and reason (mythos versus logos) have come to be understood as binary opposites. The reason that the secularist myth has retained much of its power until recent times is because it believes itself to be beyond myth. The same epistemological presuppositions underlying the myth/reason binary have also given shape to the religious/secular dichotomy of the modern Western imaginary. In questioning these presuppositions, this paper will suggest that the modern secular standpoint arose from a series of very particular and ultimately contingent intellectual and social developments.
As I will argue in the final section, one of the legacies (for good or ill) of secularisation was the rise of intellectual specialisation. In turn, this led to the understanding that history, both as a form of human understanding as well as all that has happened in the past, is concerned with contingency rather than necessity. It was only as the academic study of history loosened its ties with the Christian worldview through the nineteenth and into the twentieth centuries that it discarded its teleological baggage. Moreover, it was theologians and church historians who first grappled with the implications of these developments, at the same time as Weber and his heirs were establishing the orthodoxy of inevitable secularisation. Only now is the supersessionist gloss of the secularist worldview starting to fade as the implications of this non-teleological understanding of history start to catch up with it.
Ian Tregenza
Secularism, Myth, and History
Secularism, Myth, and History
II
Secularisation: New Historical Perspectives
Secularisation: New Historical Perspectives
...recent decades have seen an explosive return of the old battle between secularists and religious proponents on a global scale with a widespread acknowledgement that the secularist grand narrative of the inevitable decline of religion as a product of modernity can no longer be assumed to be universally valid. While static in some parts of Europe and the United States, Christianity, far from fading away, appears to be achieving new visibility in regions such as the former Soviet Union and newly capitalist People’s Republic of China. Other world religions are experiencing similar revivals. Secularist regimes in the Middle East have been brought down in Islamist popular uprisings, radical Hinduism and Judaism are on the rise in nominally secularist India and Israel, and there is an alarming resurgence of a phenomenon which most western democracies had thought was gone for ever, namely religious terrorism. Secularism itself, no longer defined in rhetorical opposition to confessional Christianity, has emerged as a field in its own right with its own journals, websites, and conferences, covering a wide spectrum of non-religious belief and ethical systems. The lively Nonreligion and Secularity Research Network, founded in 2008, aims to cover: “the atheistic, agnostic, religiously indifferent or areligious, as well as most forms of secularism, humanism and, indeed, aspects of religion itself. It also addresses theoretical and empirical relationships between nonreligion, religion and secularity.” At the same time, the old sport of intellectual ping pong between secularists and religionists continues to attract a popular audience for writers such as Richard Dawkins in the United Kingdom and Philip Adams in Australia. The gods, to paraphrase the title of Christopher Hitchen’s witty anti-religious bestseller, may not be great – but neither, it would seem, are they entirely dead.
Discussion of the secularisation thesis retained its intellectual currency through the work of sociologists and some social historians writing in the tradition of Karl Marx, Max Weber, and Émile Durkheim. In the mid 1960s, sociologists such as Bryan Wilson argued that the statistical decline in denominational religious adherence was an indication of declining religiosity for society as a whole, and that this process was unlikely to be reversed. Historians were more sceptical —with a notable intervention by the late Alan Gilbert— pointing to the complexity of the entanglement between society and religious formations over the longue durée, and the way the relationship had waxed and waned in different historical periods. There was also general agreement that the decline of public performance of religion, encompassing census data on denominational adherence, church attendance, membership of religiously-based political parties, or rituals performed on state occasions such as prayers before Parliament, was an imperfect measure of personal religiosity and the potential for religious revival.
Christopher Hartney
Secularisation: New Historical Perspectives
Secularisation: New Historical Perspectives
Bonus
Take Japan
Take Japan
Take Japan, which is in a way the most interesting case because it’s the first non-Western society that has successfully modernized. Japan leads to a lot of misinterpretations of sociology, of religion data, because some people like Ron Inglehart see it as a secular society. I don’t think it’s secular at all, but it’s a very different form of religiosity. It doesn’t have the kind of dogma or church that we’re accustomed to in the West. You could say Japan is an alternate modernity in many ways, not just in religion but also the religious shape of Japan is different from that in, say, Europe or North America.
It’s very syncretistic. People see no problem going to a Shinto shrine on certain seasons of the year, being married in a Christian-like ceremony, and being buried by a Buddhist monk. This eclecticism is not just apparent in Japan—it’s in all of East Asia; China is similar in that respect. It’s very different from Western notions, which probably come from monotheism. You either believe or you don’t believe. There’s a Japanese philosopher by the name of Nakamura who wrote a book. I’ve forgotten everything about it except one sentence in it in which he says that the West has been responsible for two basic mistakes. One is monotheism —there’s only one God— and the other is Aristotle’s principle of contradiction —something is either A or non-A. Every intelligent Asian, he said, knows that there are many gods and things can be both A and B. Well, those are deep-seated cultural habits of mind, and they make both religion and secularity where it exists take on a very different form.
An Interview with Peter Berger
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Δημογραφία και Μετα-Εκκοσμίκευση. Μια πτυχή των δημογραφικών εξελίξεων που δεν τονίζεται.
Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
| 0 | 0 |
I
Πολυφυλετισμός και Ummah
Πολυφυλετισμός και Ummah
Άνθρωποι από όλα τα μήκη και πλάτη της Γης (πιο πολυφυλετικός και πολυεθνικός πεθαίνεις) που όλοι είναι διαφορετικοί, ως πρόσωπα, αλλά ίδιοι μέσα και υπό το λευκό αρχικά, μέσα και υπό το μαύρο έπειτα (Εν).
II
«πολυ-πολιτισμικός» εθνικισμός
«πολυ-πολιτισμικός» εθνικισμός
Ερώτημα: Ποια από τις δύο κοινωνίες είναι πιθανότερο να διολισθήσει σε φυλετικές, δηλαδή ρατσιστικές, συγκρούσεις; Η κοινωνία που παρουσιάζεται στο βίντεο (I) ή η κοινωνία που παρουσιάζεται στο βίντεο (II);
Παρατηρήσεις
Η ουσία βρίσκεται στο προηγούμενο ερώτημα (εφόσον πρώτα δείτε τα βίντεο και διαβάσετε τους στίχους φυσικά). Οι παρατηρήσεις είναι επιμέρους.
1. Τι γίνεται εάν στο βίντεο (II) κάποιος από τους πολύχρωμους, δηλαδή τους καλούς, δεν νιώθει Γερμανός; Το βίντεο (II) προϋποθέτει μια ευρωγερμανική «πολυ-πολιτισμική» εθνική ταυτότητα. Be Deutsch είναι η προσταγή. Η ουσία της ιδεολογίας της «πολυ-πολιτισμικότητας» δεν είναι η ανομοιογενής ή ετερογενής πολυ-φυλετική και πολυ-εθνοτική κοινωνική σύνθεση (αυτά υπάρχουν και στο βίντεο I). Δεν είναι ούτε καν η πολυ-θρησκευτική κοινωνική σύνθεση. Και κυρίως δεν είναι οι πολιτισμοί.
2. Η multicultural κοινωνία του βίντεο (II), δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τους μονόχρωμους (λευκούς κακούς). Εάν και εφόσον καταφέρει να αποφύγει τον κατακερματισμό ή την εσωτερική της πολυδιάσπαση, θα την καταπιεί ο λόγος του Ισλάμ. Όχι «οι τζιχαντιστές», αλλά η θρησκεία και ο λόγος του παντοδύναμου Εν.
3. Το Ισλάμ, εάν η ανθρωπότητα ερχόταν σε επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς, εντός μικρού χρονικού διαστήματος, θα είχε προσηλυτίσει ακόμα και εξωγήινους στις τάξεις του. Υπό την προϋπόθεση όμως της τέλειας υποταγής στο παντοδύναμο Εν.
Bonus
Παραδοσιακός νεολαιίστικος κοσμικός «πολυ-πολιτισμός»
Παραδοσιακός νεολαιίστικος κοσμικός «πολυ-πολιτισμός»
Secularization Falsified
Peter L. Berger
Peter L. Berger
It has been more than a century since Nietzsche proclaimed the death of God. The prophecy was widely accepted as referring to an alleged fact about increasing disbelief in religion, both by those who rejoiced in it and those who deplored it. As the twentieth century proceeded, however, the alleged fact became increasingly dubious. And it is very dubious indeed as a description of our point in time at the beginning of the twenty-first century. Religion has not been declining. On the contrary, in much of the world there has been a veritable explosion of religious faith.
Ever since the Enlightenment, intellectuals of every stripe have believed that the inevitable consequence of modernity is the decline of religion. The reason was supposed to be the progress of science and its concomitant rationality, replacing the irrationality and superstition of religion. Not only Nietzsche but other seminal modern thinkers thought so”notably Marx (religion as opiate of the masses) and Freud (religion as illusion).
So did the two great figures of classical sociology. Emile Durkheim explained religion as nothing but a metaphor of social order. Max Weber believed that what he called “rationalization””the increasing dominance of a scientific mindset”would destroy the “magical garden” of premodern worldviews. To be sure, the two had different attitudes toward this alleged insight. Durkheim, an Enlightened atheist, saw modern secularity as progress. Weber was not happy about what he saw”ostensibly the imprisonment of modern man in the “iron cage” of rationality. But, happily or nostalgically, both agreed on what was supposedly happening.
Not to put too fine a point on it, they were mistaken. Modernity is not intrinsically secularizing, though it has been so in particular cases (one of which, as I will argue in a moment, is very relevant for the phenomenon of secularism).
The mistake, I think, can be described as a confusion of categories: Modernity is not necessarily secularizing; it is necessarily pluralizing . Modernity is characterized by an increasing plurality, within the same society, of different beliefs, values, and worldviews. Plurality does indeed pose a challenge to all religious traditions”each one must cope with the fact that there are “all these others,” not just in a faraway country but right next door. This challenge, however, is not the one assumed by secularization theory.
Looked at globally, there are two particularly powerful religious explosions”resurgent Islam and dynamic evangelical Protestantism. Passionate Islamic movements are on the rise throughout the Muslim world, from the Atlantic Ocean to the China Sea, and in the Muslim diaspora in the West. The rise of evangelical Protestantism has been less noticed by intellectuals, the media, and the general public in Western countries, partly because nowhere is it associated with violence and partly because it more directly challenges the assumptions of established elite opinion: David Martin, a leading British sociologist of religion, has called it a “revolution that was not supposed to happen.” Yet it has spread more rapidly and over a larger geographical area than resurgent Islam. What is more, the Islamic growth has occurred mostly in populations that were already Muslim”a revitalization rather than a conversion. By contrast, evangelical Protestantism has been penetrating parts of the world in which this form of religion was hitherto unknown. And it has done so by means of mass conversions.
By far the most numerous and dynamic segment of what I am calling this evangelical diffusion has been Pentecostalism. It began almost exactly one hundred years ago in a number of locations in the United States, as small groups of people began to speak in tongues and experience miraculous healing. From its beginning, Pentecostalism was actively proselytizing, mostly in America (though there were early outposts abroad”even, curiously enough, in Sweden). But the big Pentecostal explosion began in the 1950s, especially in the developing countries, and it has been intensifying ever since. The boundaries of Pentecostalism are somewhat vague: It is a multidimensional phenomenon, with explicitly Pentecostal denominations, local Pentecostal congregations with no denominational affiliations, and Pentecostal-like eruptions within mainline Protestant and Catholic churches. If one subsumes these groups under the general heading of charismatics , there are four hundred million of them, according to a recent study by the Pew Research Center.
Religious dynamism is not confined to Islam and Pentecostalism. The Catholic Church, in trouble in Europe, has been doing well in the Global South. There is a revival of the Orthodox Church in Russia. Orthodox Judaism has been rapidly growing in America and in Israel. Both Hinduism and Buddhism have experienced revivals, and the latter has had some successes in proselytizing in America and Europe.
Simply put: Modernity is not characterized by the absence of God but by the presence of many gods”with two exceptions to this picture of a furiously religious world. One is geographical: Western and Central Europe. The causes and present shape of what one may call Eurosecularity constitute one of the most interesting problems in the sociology of contemporary religion. The other exception is perhaps even more relevant to the question of secularization, for it is constituted by an international cultural elite, essentially a globalization of the Enlightened intelligentsia of Europe. It is everywhere a minority of the population”but a very influential one.
Secularism thus finds itself in a global context of dynamic religiosity, which means that it faces some serious challenges. We might distinguish three versions of secularism.
First, the term may refer to accepting the consequences for religion of the institutional differentiation that is a crucial feature of modernity. Social activities that were undertaken in premodern societies within a unified institutional context are now dispersed among several institutions.
The education of children, for example, used to occur within the family or tribe, but it is now handled by specialized institutions. Educational personnel, who used to be family members with no special training, must now be specially trained to undertake their task in teacher-training institutions, which in turn spout further institutions, such as state certification agencies and teachers’ unions.
Religion has gone through a comparable process of differentiation”what used to be an activity of the entire community is now organized in specialized institutions. The Christian Church, long before the advent of modernity, provided a prototype of religious specialization”the realm of Caesar separated from that of God. What modernity does is to make the differentiation much more ample and diffused.
One path for this development is the denominational system typical of American religion, with a plurality of separate religious institutions available on a free market. The American case makes clear that secularism, as an ideology that accepts the institutional specialization of religion, need not imply an antireligious animus. This moderate attitude toward religion is then expressed in a moderate understanding of the separation of church and state. The state is not hostile to religion but draws back from direct involvement in religious matters and recognizes the autonomy of religious institutions.
The second type of secularism, however, is characterized precisely by antireligious animus, at least as far as the public role of religion is concerned. The French understanding of the state originated in the anti-Christian animus of the continental Enlightenment and was politically established by the French Revolution.
This second type of secularism, with religion considered a strictly private matter, can be relatively benign, as it is in contemporary France. Religious symbols or actions are rigorously barred from political life, but privatized religion is protected by law.
The third type of secularism is anything but benign, as in the practice of the Soviet Union and other communist regimes. But what characterizes both the benign and the malevolent versions of laïcité is that religion is evicted from public life and confined to private space. There have been tendencies in America toward a French version of secularism, located in such groups as the American Civil Liberties Union or Americans United for the Separation of Church and State. What may be called the ACLU viewpoint is pithily captured in an old Jewish joke: A man tries to enter a synagogue during the High Holidays. The usher stops the man and says that only people with reserved seats may enter. “But it is a matter of life and death,” says the man. “I must speak to Mr. Shapiro”his wife has been taken to the hospital.” “All right,” says the usher, “you can go in. But don’t let me catch you praying .” The punch line accurately describes the ACLU’s position on any provision of public services (from school buses to medical facilities) to faith-based institutions.
All typologies oversimplify social reality, but it is useful to think here of a spectrum of secularisms: There is the moderate version, typified by the traditional American view of church-state separation. Then there is the more radical version, typified by French laïcité and more recently by the ACLU, in which religion is both confined to the private sphere and protected by legally enforced freedom of religion. And then there is, as in the Soviet case, a secularism that privatizes religion and seeks to repress it. Its adherents can be as fanatical as any religious fundamentalists.
All these types of secularism are being vigorously challenged. Even the moderate version of secularism, as institutionalized in an American-style separation of church and state, is being challenged by the contemporary religious movements that reject the differentiation between religious institutions and the rest of society. Their alternative is the dominance of religion over every sphere of human life.
For obvious reasons, most attention is now focused on the radical Islamic challenge. This challenge is represented by the ideal of a Shari’a state”that is, of a society in which every aspect of public and private life is subjected to Islamic law. Muslims differ as to whether this view is essential to the faith as proclaimed in the Qur’an or whether it is a later accretion that could be modified. Regardless, the call for an all-embracing Islamic state resonates strongly among contemporary Muslims. It is by no means limited to Jihadists, who want to establish such a state by violent means. Many Muslims who have no inclination toward terrorism or holy war have similar views.
Nor is such a view of religion dominating all of society peculiar to Muslims. The ideal of a Shari’a state has strong similarity with the ideal of a halakhic state propagated by some Orthodox Jewish groups in Israel. In India, the ideology of hindutva has similar ambitions, as have powerful groups within Russian Orthodoxy calling for a “monolithic unity of church and state” (a phrase used recently by a high official of the Moscow Patriarchate). In all these cases, the term fundamentalism is appropriate.
In progressive circles in America, comparable ambitions are frequently attributed to evangelical Protestants and Catholics. The attribution is empirically untenable. Only a very small minority of evangelicals, in the United States and elsewhere, want to set up a Christian state.
As to the Catholic Church, the last time it sought to establish a Catholic state was when it supported the Nationalist side in the Spanish Civil War. Since the Second Vatican Council, such a stance is unthinkable. Indeed, as Samuel Huntington has pointed out, the Catholic Church has become an important factor in democratization, notably in Eastern Europe, Latin America, and the Philippines.
One must make an important distinction between movements animated by genuinely religious motives and movements where religious labels are attached to agendas that are nonreligious.
Admittedly it is difficult to decide which motives are genuinely religious and which are not. There are, however, fairly clear instances of both. A suicide bomber in the Middle East may be trusted when he says that he is doing so to witness to the greatness of God. Social scientists (most of whom are quite secular in outlook) tend to believe that religious motives are suspect, that they are used to legitimate the “root causes” underlying a conflict. This is a bias that fails to understand the motivating power of religious faith.
And yet there are also clear instances of religious labels stuck on agendas rooted in very material interests. One such case is the Bosnian conflict, where religious markers were attached to clashes of political and ethnic interests. As P.J. O’Rourke once put it: There are three groups in the Bosnian conflict. They look alike, and they speak the same language. They are divided only by religion, which none of them believe in. Another case is Northern Ireland. And this case is again nicely illustrated by a joke: A gunman jumps out of a doorway, holds a gun to a man’s head and asks, “Are you Catholic or Protestant?” “Actually,” says the man, “I’m an atheist.” “Ah, yes,” replies the gunman, “but are you a Catholic or a Protestant atheist?”
A country in which the challenge to secularism is politically prominent right now is Turkey. The Turkish Republic was founded in 1923 by Atatürk, who was decidedly anti-Islamic and probably antireligious in general. He wanted to “civilize” Turkey, and civilization for him meant the secular culture of Europe. His political model was the French one”public life made, as it were, antiseptically free of religious symbols and behavior. Thus Atatürk proscribed the traditional fez as male headgear, insisting that Turkish men don European-style hats or caps. (This, by the way, had a very visible anti-Islamic implication: It is difficult wearing headgear with a visor in front to touch one’s forehead to the ground in the mandatory obeisance of Muslim prayer.)
This secularist ideology was firmly established in large sectors of Turkey’s society, particularly in the Kemalist political and military elite. It was dominant in urban, middle-class populations. Back in the Anatolian hinterland, a deeply Muslim culture continued to prevail, with people paying lip service to the Kemalist ideology but at the same time passively resisting it in family and community life.
In recent years, this resistance turned politically active. A series of avowedly Islamic parties entered the political process, challenging the Kemalist orthodoxy. For a while, the military intervened to stop such parties from taking power. But this has become progressively more difficult. One reason is that masses of Anatolians migrated to the urban centers, bringing their Muslim culture with them. Another is that Turkey (partly motivated by the elite’s desire to have the country admitted to the European Union) has become more democratic, and, as a result, all those unenlightened people are actually voting. And yet another reason is that some in the elite have come to doubt the old secularist orthodoxy and become lukewarm in their resistance to political Islam.
At present, an Islamist party is in power. Its leaders say they have no desire to overthrow the secular republic or to establish a Shari’a state. So far the military has not intervened, limiting itself to muttering threats. The most visible challenge from the religious side has been the insistence by many Muslim women on their right to wear the headscarf, the symbol of Islamic modesty, in public institutions”a practice still prohibited. (It is interesting how often headgear has become a flashpoint for conflict between secularists and pious Muslims”from the male fez to the hijab .)
The outcome of these Turkish debates has importance far beyond Turkey. The Pahlavi regime in Iran consciously tried to emulate Atatürk’s secular state. Again there was passive resistance by a strongly religious populace. And again the latter finally attained power. But the difference between the two paths to power clearly shows that the challenge to secularism can take very different forms: In Iran, an Islamic state has been set up by revolution and is marked by an oppressive dictatorship in which the Shi’ite clergy exercise hegemony. In Turkey, the Islamic party came to power through democratic elections, and thus far (though the Kemalists continue to have dark suspicions) it has not only observed the rules of the secular state but has actually made it more democratic.
What the two cases have in common was the blindness of the Enlightened intelligentsia to see what was coming. My only visit to Iran occurred in 1976, two years before the Islamic revolution. With one exception, all the intellectuals I met were opposed to the shah, and most of them expected a revolution. None of them expected the revolution that actually occurred, however, and I never heard mention of the Ayatollah Khomeini. About the same time, my wife was lecturing in Turkey. On her way through Istanbul, she noticed green flags (symbols of Islam) flying from houses and storefronts. She asked her host (an Enlightened university professor) whether these flags signified a resurgence of Islam. “Not at all,” replied the professor, “they are just put up by migrants from the provinces, ignorant people, who will never have much of an influence.”
On a much more recent visit to Turkey, I had an experience that may serve as a metaphor for the religious challenge to secularism, not only in Turkey but everywhere: A main tourist attraction in Ankara (indeed, just about the only tourist attraction) is the mausoleum of Kemal Atatürk. It is an imposing building, on a hill from which one gets a panoramic view of the city. At the time of my visit, in the center of the city one can see only one big mosque (built quite recently by the Saudis). Thus the city center, Atatürk’s capital, was quite literally a public space cleansed of all religious symbolism. But Ankara has expanded enormously since the 1920s, and the center is ringed by a great number of newer urban areas. As far as one can see, every one of these has a mosque. Thus Islam is besieging the capital of Kemalist secularism not only politically but physically.
Two instructive additional cases of a secular elite facing a popular religious challenge are India and Israel. When India became independent in 1947”and Nehru gave his famous speech celebrating India’s “tryst with destiny””the new state was explicitly defined as a secular republic. No hostility to religion, Hindu or other, was implied by that phrase. After all, Gandhi served (and still serves) as a national icon. Mainly it was to set India off against Pakistan, which became independent at the same time, defined as a state for Muslims. By contrast, India was understood as a state in which all religious communities were to feel at home”Hindus as well as Muslims, Sikhs, Jains, and Christians.
India today is still defined in its constitution as a secular republic, in the sense of neutrality with regard to all religious communities. But, as a matter of fact, India is one of the most religious countries in the world, and more than 80 percent of its population is Hindu. Inevitably, this has political repercussions. In recent decades, the Congress party, which had presided over the founding tryst, has continued to uphold the secularist ideal (which is why Muslims mostly vote for it). But the major opposition comes from a party rooted in a vigorous affirmation of Hinduism as the core of Indian civilization. And the party, now called the BJP, has periodically held power both in several states and in the Union government.
Israel is remarkably similar in its secular and religious dynamic. The state proclaimed its independence a year after India. It did identify itself as a Jewish state, but this identity in no way implied that it would be a state with Judaism as the established religion. Like India, Israel has been a democracy from its beginning, and its non-Jewish minorities of Muslims and Christians were supposed to be full citizens.
As it turned out, there have been tensions between the dual identity of Israel as a democratic and a Jewish state, especially since the acquisition of the Palestinian territories after the l967 war. It is not surprising that Arab citizens of Israel have been uncomfortable as a result of these tensions. But what is directly relevant to the present topic is that many religious Jews have been uncomfortable by the secular, religiously neutral character of the state.
For a long time the political and cultural elite was strongly secular. There is no precise equivalent to India’s BJP in Israel, but the major opposition party, the Likud, has drawn much of its strength from Jewish voters who resent the secular elite (to be sure, for many reasons, not just because of its secularity). Again not surprisingly, many Arab citizens have been voting for Labor.
Yet another instructive case is the United States. The religious challenge to secularism has been an important fact of American culture and politics for the past forty years or so. Unlike modern Turkey, India, and Israel, the American republic was not created under a secularist banner. The American Enlightenment was very different from the French, and the Founding Fathers, though some were not particularly pious Christians, were certainly not antireligious. Nor did the First Amendment have a secularist intention but rather was intended to preserve peace between the different denominations of what was then a mainly Protestant nation.
This arrangement worked very well for a long time. And the circle of tolerance has expanded steadily”from the different Protestant denominations, to Catholics and Jews, and finally to just about any religious community that does not engage in illegal or clearly outrageous behavior.
What has changed in more recent times (I suspect, beginning in the 1930s) was what could be called a Europeanization of the cultural elite. This elite was increasingly secular, and its politics became increasingly secularist (a sort of Kemalization, if you will). All along, though, the general population continued to be stubbornly religious.
This religiosity, especially in its evangelical version, was looked down on by the elite. H.L. Mencken’s contemptuous treatment of evangelicals in his writings (notably in his account of the so-called Dayton Monkey Trial) ably represented this elite perception”and still does. To be progressive came to mean secular. The United States continues, by any measure, to be the most religious society in the Western world. Sooner or later, this situation had to lead to a political clash. Just as in Turkey, India, and Israel, the nonprogressive populace was going to rebel against the elite”and it was going to use the mechanisms of democracy to do so.
There were two clear flashpoints sparking the rebellion. Both involved the Supreme Court, the least democratic of the three arms of government: the 1963 prohibition of prayer in the public schools and the 1973 prohibition of laws against abortion. And, as a result, in a curious reversal of the earlier relation to class by the two major parties, Republicans won the allegiance of the religious rebels and Democrats reflected the secularist biases of the elite. In recent elections, it turns out, degree of religious commitment”Protestant, Catholic, or Jewish”was the single best predictor of how people were going to vote.
I think the positioning of the two parties was accidental; it might just as well have been the other way around. But once the dichotomous identification became established, secularists and strongly religious voters both became important elements of the two parties. They supply the activists”the people who write checks, who volunteer in campaigns, who ring doorbells, and who address envelopes.
All this is fascinating for any social scientist trying to understand contemporary cultural and political developments. Should it matter to anyone else? The answer is yes, if one is concerned for the future of democracy in the contemporary world.
There is the general view that fundamentalism is bad for democracy because it hinders the moderation and willingness to compromise that make democracy possible. Fair enough. But it is very important to understand that there are secularist as well as religious fundamentalists”both unwilling to question their assumptions, militant, aggressive, contemptuous of anyone who differs from them. H.L. Mencken was just as much a fundamentalist as William Jennings Bryan (though Mencken was wittier). There are fundamentalists of one stripe who think that religious tyranny is around the corner if a Christmas tree is erected on public property. There are fundamentalists of the other stripe who believe that the nation is about to sink into moral anarchy if the Ten Commandments are removed from a courtroom.
In plain language, fundamentalists are fanatics. And fanatics have a built-in advantage over more moderate people: Fanatics have nothing else to do” they have no life beyond their cause. The rest of us have other interests: family, work, hobbies, vices. Yet we too must be militant in defense of certain core values of our civilization and our political system. It seems to me that a very important task in our time (and probably in any time) is to be militant in defense of moderation”a difficult task but not an impossible one.
Peter L. Berger is director of the Institute for the Study of Economic Culture at Boston University. This essay, in a slightly different form, was delivered as a William Phillips Memorial Lecture at the New School for Social Research on October 10, 2007.
I) Secularism, Myth, and History, II) Secularisation: New Historical Perspectives, and Bonus: Take Japan.
Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Δημογραφία και Μετα-Εκκοσμίκευση. Μια πτυχή των δημογραφικών εξελίξεων που δεν τονίζεται.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
Ever since the Enlightenment, intellectuals of every stripe have believed that the inevitable consequence of modernity is the decline of religion. The reason was supposed to be the progress of science and its concomitant rationality, replacing the irrationality and superstition of religion. Not only Nietzsche but other seminal modern thinkers thought so”notably Marx (religion as opiate of the masses) and Freud (religion as illusion).
So did the two great figures of classical sociology. Emile Durkheim explained religion as nothing but a metaphor of social order. Max Weber believed that what he called “rationalization””the increasing dominance of a scientific mindset”would destroy the “magical garden” of premodern worldviews. To be sure, the two had different attitudes toward this alleged insight. Durkheim, an Enlightened atheist, saw modern secularity as progress. Weber was not happy about what he saw”ostensibly the imprisonment of modern man in the “iron cage” of rationality. But, happily or nostalgically, both agreed on what was supposedly happening.
Not to put too fine a point on it, they were mistaken. Modernity is not intrinsically secularizing, though it has been so in particular cases (one of which, as I will argue in a moment, is very relevant for the phenomenon of secularism).
The mistake, I think, can be described as a confusion of categories: Modernity is not necessarily secularizing; it is necessarily pluralizing . Modernity is characterized by an increasing plurality, within the same society, of different beliefs, values, and worldviews. Plurality does indeed pose a challenge to all religious traditions”each one must cope with the fact that there are “all these others,” not just in a faraway country but right next door. This challenge, however, is not the one assumed by secularization theory.
Looked at globally, there are two particularly powerful religious explosions”resurgent Islam and dynamic evangelical Protestantism. Passionate Islamic movements are on the rise throughout the Muslim world, from the Atlantic Ocean to the China Sea, and in the Muslim diaspora in the West. The rise of evangelical Protestantism has been less noticed by intellectuals, the media, and the general public in Western countries, partly because nowhere is it associated with violence and partly because it more directly challenges the assumptions of established elite opinion: David Martin, a leading British sociologist of religion, has called it a “revolution that was not supposed to happen.” Yet it has spread more rapidly and over a larger geographical area than resurgent Islam. What is more, the Islamic growth has occurred mostly in populations that were already Muslim”a revitalization rather than a conversion. By contrast, evangelical Protestantism has been penetrating parts of the world in which this form of religion was hitherto unknown. And it has done so by means of mass conversions.
By far the most numerous and dynamic segment of what I am calling this evangelical diffusion has been Pentecostalism. It began almost exactly one hundred years ago in a number of locations in the United States, as small groups of people began to speak in tongues and experience miraculous healing. From its beginning, Pentecostalism was actively proselytizing, mostly in America (though there were early outposts abroad”even, curiously enough, in Sweden). But the big Pentecostal explosion began in the 1950s, especially in the developing countries, and it has been intensifying ever since. The boundaries of Pentecostalism are somewhat vague: It is a multidimensional phenomenon, with explicitly Pentecostal denominations, local Pentecostal congregations with no denominational affiliations, and Pentecostal-like eruptions within mainline Protestant and Catholic churches. If one subsumes these groups under the general heading of charismatics , there are four hundred million of them, according to a recent study by the Pew Research Center.
Religious dynamism is not confined to Islam and Pentecostalism. The Catholic Church, in trouble in Europe, has been doing well in the Global South. There is a revival of the Orthodox Church in Russia. Orthodox Judaism has been rapidly growing in America and in Israel. Both Hinduism and Buddhism have experienced revivals, and the latter has had some successes in proselytizing in America and Europe.
Simply put: Modernity is not characterized by the absence of God but by the presence of many gods”with two exceptions to this picture of a furiously religious world. One is geographical: Western and Central Europe. The causes and present shape of what one may call Eurosecularity constitute one of the most interesting problems in the sociology of contemporary religion. The other exception is perhaps even more relevant to the question of secularization, for it is constituted by an international cultural elite, essentially a globalization of the Enlightened intelligentsia of Europe. It is everywhere a minority of the population”but a very influential one.
Secularism thus finds itself in a global context of dynamic religiosity, which means that it faces some serious challenges. We might distinguish three versions of secularism.
First, the term may refer to accepting the consequences for religion of the institutional differentiation that is a crucial feature of modernity. Social activities that were undertaken in premodern societies within a unified institutional context are now dispersed among several institutions.
The education of children, for example, used to occur within the family or tribe, but it is now handled by specialized institutions. Educational personnel, who used to be family members with no special training, must now be specially trained to undertake their task in teacher-training institutions, which in turn spout further institutions, such as state certification agencies and teachers’ unions.
Religion has gone through a comparable process of differentiation”what used to be an activity of the entire community is now organized in specialized institutions. The Christian Church, long before the advent of modernity, provided a prototype of religious specialization”the realm of Caesar separated from that of God. What modernity does is to make the differentiation much more ample and diffused.
One path for this development is the denominational system typical of American religion, with a plurality of separate religious institutions available on a free market. The American case makes clear that secularism, as an ideology that accepts the institutional specialization of religion, need not imply an antireligious animus. This moderate attitude toward religion is then expressed in a moderate understanding of the separation of church and state. The state is not hostile to religion but draws back from direct involvement in religious matters and recognizes the autonomy of religious institutions.
The second type of secularism, however, is characterized precisely by antireligious animus, at least as far as the public role of religion is concerned. The French understanding of the state originated in the anti-Christian animus of the continental Enlightenment and was politically established by the French Revolution.
This second type of secularism, with religion considered a strictly private matter, can be relatively benign, as it is in contemporary France. Religious symbols or actions are rigorously barred from political life, but privatized religion is protected by law.
The third type of secularism is anything but benign, as in the practice of the Soviet Union and other communist regimes. But what characterizes both the benign and the malevolent versions of laïcité is that religion is evicted from public life and confined to private space. There have been tendencies in America toward a French version of secularism, located in such groups as the American Civil Liberties Union or Americans United for the Separation of Church and State. What may be called the ACLU viewpoint is pithily captured in an old Jewish joke: A man tries to enter a synagogue during the High Holidays. The usher stops the man and says that only people with reserved seats may enter. “But it is a matter of life and death,” says the man. “I must speak to Mr. Shapiro”his wife has been taken to the hospital.” “All right,” says the usher, “you can go in. But don’t let me catch you praying .” The punch line accurately describes the ACLU’s position on any provision of public services (from school buses to medical facilities) to faith-based institutions.
All typologies oversimplify social reality, but it is useful to think here of a spectrum of secularisms: There is the moderate version, typified by the traditional American view of church-state separation. Then there is the more radical version, typified by French laïcité and more recently by the ACLU, in which religion is both confined to the private sphere and protected by legally enforced freedom of religion. And then there is, as in the Soviet case, a secularism that privatizes religion and seeks to repress it. Its adherents can be as fanatical as any religious fundamentalists.
All these types of secularism are being vigorously challenged. Even the moderate version of secularism, as institutionalized in an American-style separation of church and state, is being challenged by the contemporary religious movements that reject the differentiation between religious institutions and the rest of society. Their alternative is the dominance of religion over every sphere of human life.
For obvious reasons, most attention is now focused on the radical Islamic challenge. This challenge is represented by the ideal of a Shari’a state”that is, of a society in which every aspect of public and private life is subjected to Islamic law. Muslims differ as to whether this view is essential to the faith as proclaimed in the Qur’an or whether it is a later accretion that could be modified. Regardless, the call for an all-embracing Islamic state resonates strongly among contemporary Muslims. It is by no means limited to Jihadists, who want to establish such a state by violent means. Many Muslims who have no inclination toward terrorism or holy war have similar views.
Nor is such a view of religion dominating all of society peculiar to Muslims. The ideal of a Shari’a state has strong similarity with the ideal of a halakhic state propagated by some Orthodox Jewish groups in Israel. In India, the ideology of hindutva has similar ambitions, as have powerful groups within Russian Orthodoxy calling for a “monolithic unity of church and state” (a phrase used recently by a high official of the Moscow Patriarchate). In all these cases, the term fundamentalism is appropriate.
In progressive circles in America, comparable ambitions are frequently attributed to evangelical Protestants and Catholics. The attribution is empirically untenable. Only a very small minority of evangelicals, in the United States and elsewhere, want to set up a Christian state.
As to the Catholic Church, the last time it sought to establish a Catholic state was when it supported the Nationalist side in the Spanish Civil War. Since the Second Vatican Council, such a stance is unthinkable. Indeed, as Samuel Huntington has pointed out, the Catholic Church has become an important factor in democratization, notably in Eastern Europe, Latin America, and the Philippines.
One must make an important distinction between movements animated by genuinely religious motives and movements where religious labels are attached to agendas that are nonreligious.
Admittedly it is difficult to decide which motives are genuinely religious and which are not. There are, however, fairly clear instances of both. A suicide bomber in the Middle East may be trusted when he says that he is doing so to witness to the greatness of God. Social scientists (most of whom are quite secular in outlook) tend to believe that religious motives are suspect, that they are used to legitimate the “root causes” underlying a conflict. This is a bias that fails to understand the motivating power of religious faith.
And yet there are also clear instances of religious labels stuck on agendas rooted in very material interests. One such case is the Bosnian conflict, where religious markers were attached to clashes of political and ethnic interests. As P.J. O’Rourke once put it: There are three groups in the Bosnian conflict. They look alike, and they speak the same language. They are divided only by religion, which none of them believe in. Another case is Northern Ireland. And this case is again nicely illustrated by a joke: A gunman jumps out of a doorway, holds a gun to a man’s head and asks, “Are you Catholic or Protestant?” “Actually,” says the man, “I’m an atheist.” “Ah, yes,” replies the gunman, “but are you a Catholic or a Protestant atheist?”
A country in which the challenge to secularism is politically prominent right now is Turkey. The Turkish Republic was founded in 1923 by Atatürk, who was decidedly anti-Islamic and probably antireligious in general. He wanted to “civilize” Turkey, and civilization for him meant the secular culture of Europe. His political model was the French one”public life made, as it were, antiseptically free of religious symbols and behavior. Thus Atatürk proscribed the traditional fez as male headgear, insisting that Turkish men don European-style hats or caps. (This, by the way, had a very visible anti-Islamic implication: It is difficult wearing headgear with a visor in front to touch one’s forehead to the ground in the mandatory obeisance of Muslim prayer.)
This secularist ideology was firmly established in large sectors of Turkey’s society, particularly in the Kemalist political and military elite. It was dominant in urban, middle-class populations. Back in the Anatolian hinterland, a deeply Muslim culture continued to prevail, with people paying lip service to the Kemalist ideology but at the same time passively resisting it in family and community life.
In recent years, this resistance turned politically active. A series of avowedly Islamic parties entered the political process, challenging the Kemalist orthodoxy. For a while, the military intervened to stop such parties from taking power. But this has become progressively more difficult. One reason is that masses of Anatolians migrated to the urban centers, bringing their Muslim culture with them. Another is that Turkey (partly motivated by the elite’s desire to have the country admitted to the European Union) has become more democratic, and, as a result, all those unenlightened people are actually voting. And yet another reason is that some in the elite have come to doubt the old secularist orthodoxy and become lukewarm in their resistance to political Islam.
At present, an Islamist party is in power. Its leaders say they have no desire to overthrow the secular republic or to establish a Shari’a state. So far the military has not intervened, limiting itself to muttering threats. The most visible challenge from the religious side has been the insistence by many Muslim women on their right to wear the headscarf, the symbol of Islamic modesty, in public institutions”a practice still prohibited. (It is interesting how often headgear has become a flashpoint for conflict between secularists and pious Muslims”from the male fez to the hijab .)
The outcome of these Turkish debates has importance far beyond Turkey. The Pahlavi regime in Iran consciously tried to emulate Atatürk’s secular state. Again there was passive resistance by a strongly religious populace. And again the latter finally attained power. But the difference between the two paths to power clearly shows that the challenge to secularism can take very different forms: In Iran, an Islamic state has been set up by revolution and is marked by an oppressive dictatorship in which the Shi’ite clergy exercise hegemony. In Turkey, the Islamic party came to power through democratic elections, and thus far (though the Kemalists continue to have dark suspicions) it has not only observed the rules of the secular state but has actually made it more democratic.
What the two cases have in common was the blindness of the Enlightened intelligentsia to see what was coming. My only visit to Iran occurred in 1976, two years before the Islamic revolution. With one exception, all the intellectuals I met were opposed to the shah, and most of them expected a revolution. None of them expected the revolution that actually occurred, however, and I never heard mention of the Ayatollah Khomeini. About the same time, my wife was lecturing in Turkey. On her way through Istanbul, she noticed green flags (symbols of Islam) flying from houses and storefronts. She asked her host (an Enlightened university professor) whether these flags signified a resurgence of Islam. “Not at all,” replied the professor, “they are just put up by migrants from the provinces, ignorant people, who will never have much of an influence.”
On a much more recent visit to Turkey, I had an experience that may serve as a metaphor for the religious challenge to secularism, not only in Turkey but everywhere: A main tourist attraction in Ankara (indeed, just about the only tourist attraction) is the mausoleum of Kemal Atatürk. It is an imposing building, on a hill from which one gets a panoramic view of the city. At the time of my visit, in the center of the city one can see only one big mosque (built quite recently by the Saudis). Thus the city center, Atatürk’s capital, was quite literally a public space cleansed of all religious symbolism. But Ankara has expanded enormously since the 1920s, and the center is ringed by a great number of newer urban areas. As far as one can see, every one of these has a mosque. Thus Islam is besieging the capital of Kemalist secularism not only politically but physically.
Two instructive additional cases of a secular elite facing a popular religious challenge are India and Israel. When India became independent in 1947”and Nehru gave his famous speech celebrating India’s “tryst with destiny””the new state was explicitly defined as a secular republic. No hostility to religion, Hindu or other, was implied by that phrase. After all, Gandhi served (and still serves) as a national icon. Mainly it was to set India off against Pakistan, which became independent at the same time, defined as a state for Muslims. By contrast, India was understood as a state in which all religious communities were to feel at home”Hindus as well as Muslims, Sikhs, Jains, and Christians.
India today is still defined in its constitution as a secular republic, in the sense of neutrality with regard to all religious communities. But, as a matter of fact, India is one of the most religious countries in the world, and more than 80 percent of its population is Hindu. Inevitably, this has political repercussions. In recent decades, the Congress party, which had presided over the founding tryst, has continued to uphold the secularist ideal (which is why Muslims mostly vote for it). But the major opposition comes from a party rooted in a vigorous affirmation of Hinduism as the core of Indian civilization. And the party, now called the BJP, has periodically held power both in several states and in the Union government.
Israel is remarkably similar in its secular and religious dynamic. The state proclaimed its independence a year after India. It did identify itself as a Jewish state, but this identity in no way implied that it would be a state with Judaism as the established religion. Like India, Israel has been a democracy from its beginning, and its non-Jewish minorities of Muslims and Christians were supposed to be full citizens.
As it turned out, there have been tensions between the dual identity of Israel as a democratic and a Jewish state, especially since the acquisition of the Palestinian territories after the l967 war. It is not surprising that Arab citizens of Israel have been uncomfortable as a result of these tensions. But what is directly relevant to the present topic is that many religious Jews have been uncomfortable by the secular, religiously neutral character of the state.
For a long time the political and cultural elite was strongly secular. There is no precise equivalent to India’s BJP in Israel, but the major opposition party, the Likud, has drawn much of its strength from Jewish voters who resent the secular elite (to be sure, for many reasons, not just because of its secularity). Again not surprisingly, many Arab citizens have been voting for Labor.
Yet another instructive case is the United States. The religious challenge to secularism has been an important fact of American culture and politics for the past forty years or so. Unlike modern Turkey, India, and Israel, the American republic was not created under a secularist banner. The American Enlightenment was very different from the French, and the Founding Fathers, though some were not particularly pious Christians, were certainly not antireligious. Nor did the First Amendment have a secularist intention but rather was intended to preserve peace between the different denominations of what was then a mainly Protestant nation.
This arrangement worked very well for a long time. And the circle of tolerance has expanded steadily”from the different Protestant denominations, to Catholics and Jews, and finally to just about any religious community that does not engage in illegal or clearly outrageous behavior.
What has changed in more recent times (I suspect, beginning in the 1930s) was what could be called a Europeanization of the cultural elite. This elite was increasingly secular, and its politics became increasingly secularist (a sort of Kemalization, if you will). All along, though, the general population continued to be stubbornly religious.
This religiosity, especially in its evangelical version, was looked down on by the elite. H.L. Mencken’s contemptuous treatment of evangelicals in his writings (notably in his account of the so-called Dayton Monkey Trial) ably represented this elite perception”and still does. To be progressive came to mean secular. The United States continues, by any measure, to be the most religious society in the Western world. Sooner or later, this situation had to lead to a political clash. Just as in Turkey, India, and Israel, the nonprogressive populace was going to rebel against the elite”and it was going to use the mechanisms of democracy to do so.
There were two clear flashpoints sparking the rebellion. Both involved the Supreme Court, the least democratic of the three arms of government: the 1963 prohibition of prayer in the public schools and the 1973 prohibition of laws against abortion. And, as a result, in a curious reversal of the earlier relation to class by the two major parties, Republicans won the allegiance of the religious rebels and Democrats reflected the secularist biases of the elite. In recent elections, it turns out, degree of religious commitment”Protestant, Catholic, or Jewish”was the single best predictor of how people were going to vote.
I think the positioning of the two parties was accidental; it might just as well have been the other way around. But once the dichotomous identification became established, secularists and strongly religious voters both became important elements of the two parties. They supply the activists”the people who write checks, who volunteer in campaigns, who ring doorbells, and who address envelopes.
All this is fascinating for any social scientist trying to understand contemporary cultural and political developments. Should it matter to anyone else? The answer is yes, if one is concerned for the future of democracy in the contemporary world.
There is the general view that fundamentalism is bad for democracy because it hinders the moderation and willingness to compromise that make democracy possible. Fair enough. But it is very important to understand that there are secularist as well as religious fundamentalists”both unwilling to question their assumptions, militant, aggressive, contemptuous of anyone who differs from them. H.L. Mencken was just as much a fundamentalist as William Jennings Bryan (though Mencken was wittier). There are fundamentalists of one stripe who think that religious tyranny is around the corner if a Christmas tree is erected on public property. There are fundamentalists of the other stripe who believe that the nation is about to sink into moral anarchy if the Ten Commandments are removed from a courtroom.
In plain language, fundamentalists are fanatics. And fanatics have a built-in advantage over more moderate people: Fanatics have nothing else to do” they have no life beyond their cause. The rest of us have other interests: family, work, hobbies, vices. Yet we too must be militant in defense of certain core values of our civilization and our political system. It seems to me that a very important task in our time (and probably in any time) is to be militant in defense of moderation”a difficult task but not an impossible one.
Peter L. Berger is director of the Institute for the Study of Economic Culture at Boston University. This essay, in a slightly different form, was delivered as a William Phillips Memorial Lecture at the New School for Social Research on October 10, 2007.
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
I) Secularism, Myth, and History, II) Secularisation: New Historical Perspectives, and Bonus: Take Japan.
Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Δημογραφία και Μετα-Εκκοσμίκευση. Μια πτυχή των δημογραφικών εξελίξεων που δεν τονίζεται.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
| 0 | 0 |
JOSHUA RAMOS
University of Denver
University of Denver
The developed world, and increasingly the developing world, is beginning to experience an unprecedented demographic transition that can best be summarized as a population recession because of several decades of falling fertility rates that are well below replacement levels. The reasons for this demographic decline are primarily ideational—a result of the liberalization of values that arrived through the processes of modernization and secularization—which has led to an ethics of cultural individualism and self-realization that engenders low fertility. Through the mediascape this fertility behavior, originally a practice of the upper and middle class of Western countries, became globalized.
However, the exception to this behavior comes from the religious, whose fertility rates remain either at or above replacement level. The religious are globally resisting the trend towards declining fertility rates, since they are shaped by an ethos that facilitates pronatalism, rooted in scriptural mandates such as ‘be fruitful and multiply’ and upon premodern traditions that support and encourage high fertility behavior. This fertility advantage among the religious will account for exponentially increasing amounts of their population share in the near future, and when taking this advantageous fertility in conjunction with increasing global migration, by no later than the end of this century there will be, in the shaping of things to come, cultural and political consequences particularly felt within the public sphere of the developed Western world, posing a challenge to progressive, liberal values and political identities.
Since the last four decades, we have witnessed an era of global resurgence in every major world religion, affecting a dramatic increase in the relative power and influence of religion within the dominant political structures and global civil society. The discursive reality of religion is becoming increasingly active and more assertive within the public sphere, and is obtaining a wider scale of influence that extends beyond the domestic and into the greater dimensions of the global. The rise of the transnational influence of religion is due to the modernization within technologies of communication and media, as well as the various processes of globalization and the modern values of democracy.1 Though these factors of hyper-rate global communication and universal expansion of democratic values were first thought to pose critical challenges to the growth and social cohesion of the religious communities, the response of the religious to globalization was largely accommodating toward these processes and thus effectively became assimilated, whether through its participation in global civil society as a force for peace within the ‘ecumenism’ of human rights, or in the reaction of anti-globalism religious networks who paradoxically use modern communicative technologies as a countervailing platform and vehicle for terrorism and violence.
The resurgence of religion must also be understood within the dynamics of human population, which if we follow Australian Professor of Global Studies Manfred Steger’s definition of globalization as principally “shifting forms of human contact”2, central to any theory of religion and globalization would necessitate a demographic dimension. “Demography is destiny”—a phrase coined in the 1970’s by Ben Wattenberg and Richard Scammons in The Real Majority, suggests the capable dynamic of changes in human population to powerfully and persuasively shape the political and cultural landscape of any given nation or state. One can criticize this by saying that to understand demography in terms of destiny is yet another reductionism that impinges on the freedom of human choice. But this is to largely miss the point, for as American political scientist Jack Goldstone points out, “to admit that demography is not destiny is not to deny its power.”3 Goldstone likens the force of demography to the weight of gravity: inasmuch as gravity is capable of being defied through human ingenuity, this feat has not been accomplished through ignoring or dismissing its force, but has occurred rather through our own measures of gravity’s interactions and understanding of its nature; this similarly applies to demography. The transformative force of social and cultural processes that reside at the core of globalization—collaboration within global civil society, conflict between religious and political identities, and the current vast increase in migration that is challenging the identity and boundaries of the nation-state—can be relatively elucidated through an investigation of the magnitude, composition and distribution of human population. As British sociologist David Voas has written, “People enter, exit, and move within religion, just as they are born, will die, and migrate, in life.”4 Whether for war or peace, the demographic factor “must be considered as a major factor of politics alongside classic materialist, idealist and institutional perspectives”5, and should be placed within the core of any investigation of globalization and the resurgence of religion.
Within this context of globalization, demographics and the resurgence of religion, there are possible challenges to secularism within one of the basic parameters of demography, that of fertility rates. In short, in every major world religion there is a strong pro-natalist trend, and it is demographically projected that the religious are set to outbirth the non-religious at such a prodigious rate, that there will occur a stalling and possible modest reversal of secularization within the United States and Europe around 2050.6 This is because dynamic changes within the religious composition of any given society—whether its relative growth or decline—entails social and political implications that alter the balance between liberalism and conservatism, as well as the values and attitudes of secularists, moderates and fundamentalists. In our case, the present transformation to take into serious consideration is the current global recession in fertility rates that finds its sharply delineated exception within the religious communities.
There is a strong connection between religiosity and fertility, and this is largely due to the force that religion plays within the social cohesion and moral tradition of these communities that are oriented towards transcendent goals. The fact is that on average “conservative religious values tend to be associated with higher fertility, while liberal secular values predict lower birthrates.”7 Values stand above socioeconomics when it comes to determining the rate and amount of fertility. While most modern, secularized developed countries and many developing countries are well under the total fertility rate (TFR) of 2.1—the ‘magic’ or ‘golden’ number for a society to reproductively replace itself—those of conservative, religious communities resist this general direction in fertility rates, choosing to remain at or above the golden number. In 2011, political scientist Eric Kaufmann along with Austrian demographers Anne Goujon and Vegard Skirbekk released the article “The End of Secularization in Europe? A Socio-Demographic Perspective” in which they argue that “a combination of higher religious fertility, immigration, and slowing rates of religious apostasy will eventually produce a reversal in the decline of the religious population in Western Europe.”8 Religiosity, migration and fertility play a strong role in the United States as well, where secular Americans have an average total fertility rate of 1.66, as opposed to Catholics who average at 2.3, Protestants at 2.21, and Muslims at 2.84, and where the birthrate of those with religious conservative views in regard to abortion is two-thirds higher on average than those who hold to “pro-choice” views.9 In 2010, Kaufmann, Goujon and Vegard released the first cohort-component based projection of the main religions of the United States in Secularism, Fundamentalism or Catholicism? The Religious Composition of the United States to 2043, whose results showed that “the low fertility of secular Americans and the religiosity of immigrants provide a countervailing force to secularization…”10 The largest immigrant cohort, Hispanic Catholics, will experience the strongest growth of any ethno-religious group, possibly expanding up to 18 percent of the American population by 2043.11
With this sort of differential fertility gap between the religious and the nonreligious, and between those with conservative and liberal values and beliefs, Kaufmann and Skirbekk project the possibility that “American religious conservatism will most likely strengthen in years to come unless liberals close the fertility gap.”12 And if religious conservatism rises through an increase of its stock and an expansion of its culture, what challenges will this bring to the values and identities within the quarters of liberalism?13 Certainly it stands to offset the effect of liberalism within the United States and Europe, however modest or however grand. Yet, a further question to be raised is: does modern, secular, political/cultural liberalism contain the necessary resources of tradition, social cohesion and civitas—“the spontaneous willingness to make sacrifices for some public good”14—necessary to close this fertility gap between those conservative religious communities who value high fertility in their doctrine (to be fruitful and multiply) and ethos (eschatological sacrifice for the world to come). Eric Kaufman is skeptical of liberalism’s pro-natalist capability, for as social theorist Daniel Bell has pointed out in his Contradiction of Capitalism, there is located within modern, liberal society a fundamental contradiction, which is “the relation between self-interest and the public interest, between personal impulses and community requirements.”15 The present cultural condition is characterized by a sense of individual entitlements, an argot that often masks under the pretensions of human flourishing, which at its core resembles more ‘unrestrained appetite’ and unfettered individualistic impulse than the realization of the public good. In the modern realm of human reproduction and childbearing—where self-interest and individualistic aesthetic impulse, to say the least, is not necessarily a virtue towards achieving high fertility—we may perhaps find here the vulnerability of liberalism and secularization. As Kaufmann put it, “liberalism’s demographic contradiction—individualism leading to the choice not to reproduce—may well be the agent that destroys it.”16 In short, religious growth via high fertility rates, in direct opposition to the low fertility rates of the nonreligious, will become a major impetus of social, cultural and political change within the context of globalization and the resurgence of religion in the ensuing decades.
This triumph of religious fertility has its precedence in Western history. Just take American sociologist Rodney Stark’s The Rise of Christianity for example, who argues that, “superior fertility played a significant role in the rise of Christianity.” 17 Christian fertility had far surpassed that of the Greco-Roman empire—which was already well below 2.1 replacement levels at the inception of Christianity—through its refusal of “the attitudes and practices that caused pagans to have low fertility”18 Christianity rejected the common Greco-Roman pagan cultural patterns of fertility: abortion, infanticide of females and deformed males, birth control devices, divorce, cohabitation, and any other social factors which lead to a natural decrease in fertility rates. The ethos and habits of fertility within Christianity, which was a result from Judaism’s scriptural injunction to ‘be fruitful and multiply’, encouraged pronatalism through the cultural pattern of marital fidelity and the moral reinforcement of the marital conjugal act as bearing a natural connection to reproduction. These values and practices of pronatalism that characterized the spirit of Christianity crucially aided its growth within the Greco-Roman empire, and among other important social factors, Christianity saw its rise from a population of about 1,000 Christians from the year 40 C.E. to a robust estimate of around 33 million by 350 C.E. This pattern of growth, which Rodney Stark averages to about 40 percent per decade, mimics the growth of 20th century Mormonism, which averaged at 43 percent per decade.19 Monica Duffy Toft traces this growth to Mormonism’s “strongly pro-natalist theology, history and subculture…”20 that presently continues to have a strong influence on Mormon fertility.
Mormonism has grown into a more visible contender in the public square. In 2004, the GOP received 97 percent of the Mormon vote, which is “the most partisan voting record of any ethnic or religious group in the United States.”21 They have recently pervaded the television, Internet, and billboards with the cultural campaign “I am a Mormon”, and were also instrumental in placing one of their own as the 2012 Republican Party presidential nominee. This influential growth of a religious group that solidly identifies with a particular set of values is the visible effect of a pro-natalist theology and an ethos of high fertility. Much like the rise of Christianity in the Greco-Roman era, what happens in the private sphere of reproductive choice does not remain silent in the public square.
Political theologies of pronatalism must be set within the greater global context of our present demographic situation. The world is on the cusp of a demographic transition that can reasonably be described in the terms of an upheaval or revolution. The 21st century will be the age of ‘greying’ or hyperaging cohorts within the world’s developed countries, which will shrink their labor forces and direct economic strength to the world’s developing countries.22 In conjunction with the age ‘greying’ will also come the global plummet of fertility rates. The world’s population as a whole has initialized a reversal in its momentum towards growth and is set on a trajectory towards decline. There is a common perception, due in part to the effects of human overcrowding taking place in urbanization and the all too apparent wastefulness in our age of hyper consumption, that we are overpopulating and possibly headed towards an ecological disaster of cataclysmic proportions. This is a hangover from the force of mortality decline that took place with the onset of industrialization and modern advancements in technologies and medicine. This first demographic transition, which took place roughly around the onset of the 19th century, initiated a mixed condition of high fertility in conjunction with low mortality, and thus created a watershed population boom. This vast increase in population drew attention and speculation from people such as the English cleric Thomas Malthus, who’s famous An Essay on the Principle of Population, set the demographic trend for the next two centuries by essentially arguing that prodigious population growth makes possible the condition for national poverty. Malthus reasoned that human population should be understood in terms of total population vs. total resources, and that the overwhelming demands of population through proliferation of human fertility without any set limitations would inevitably outweigh the supply of resources. Over a century later the Malthusian thesis developed into its most sensational expression, when during the mid 1960’s Paul Ehrlich’s released The Population Bomb, a best seller that predicted mass starvations and other forms of cataclysm due to overpopulation. This landmark work fueled the common public perception of an imminent population disaster to come. Ehrlich’s cautionary tales along with others of its ilk influenced opinions to limit the growth of human population, advocating that considerable change and policy measures in the area of reproductive rights should begin to take place in order to allay the consequences and fears of wide spread famine, global ecological catastrophe and wide scale energy resource depletion.
The alarmist overpopulation thesis is now largely if not entirely discredited. First, consider that the United Nations Population Division projects that the terminus to our global population growth is around 2050, which all things being equal, will balance at around 9.15 billion people.23 This terminus to global population growth must also take into account coextensive global fertility recession. The world’s total fertility rate was at 6.0 when Ehrlich released his sensational book, yet since then, within the course of three to four decades the global TFR sunk to an average of 2.52.24 Ben Wattenberg was in the 1980’s pointing out in his The Birth Dearth that fertility rates all over the nations of the developed world had already dipped well below the TFR magic number 2.1 children. Then around 2004, Wattenberg was still able to maintain his earlier depopulation thesis, writing bluntly in his book Fewer that “never have birth and fertility rates fallen so far, so fast, so low, for so long, in so many places, so surprisingly”.25 This precipitous drop in fertility rates that he saw in the late 80’s had not yet abated—as predicted or hoped for by some pundits—and simply continued in its unprecedented global free fall. Wolfgang Lutz and his associates in the World Population Program at IIASA in Austria maintain that: “Over the last three decades birth rates have been on the decline in virtually all countries of the world, and it is estimated that already more than half of the world’s population has below replacement level fertility…An increasing number of countries have birth rates that are not just somewhat below replacement fertility, but far below that level.”26 Additionally, this fertility decline, insofar as is known, has no prominent reason for a probable reversal without the implementation of pro-natalist policy measures. The presumption of a naturally occurring permanent equilibrium within human fertility rates is at best hopeful, and at worst naïve. In other words, there is a threshold of human fertility decline that is able be traversed, a supposed bottom line ‘safety net’ that is possible to collapse under the burden of the will to not reproduce. What now characterizes modernity is the force of fertility’s uninterrupted descent.
There is at current offered a vast constellation of reasons and interdependent connections for the global decline in fertility: those that are institutional, issues of gender equality, our present economic crisis, our present economic growth, increasing access towards education, the population density of urbanization, the loss of ruralization, and matters as mundane as infant car seats or the ongoing battle between bobo dog owners and bobo parents over claims to common territory in our city parks. The most prominent reason offered, however, is a feature of Second Demographic Transition Theory, which argues that there was an ideational shift from a concern for the well being of the family to the concern for the well being of the individual. Developed by the Belgian demographer Ron Lesthaeghe and Dutch demographer Dirk van de Kaa, Second Demographic Transition theorizes that individual preference determines fertility rate, disputing the common and classical notion that socioeconomic development is the all-encompassing framework for fertility decline. In observing the population trends of fertility decline that took place in the mid 1960’s, which according to American demographer John Caldwell was the historical moment when the world experienced “almost certainly the first major global decline in history,”27 Lesthaeghe and van de Kaa perceived that when it comes to conceiving children, the individual’s concern exceeds a simple bottom line of economic well-being, income and available resources. What is preoccupying the popular imagination is a sense of self-fulfillment, which can be described as personal ambitions of a post-materialist nature that regards individual freedom towards self-expression and self-realization as the penultimate consummation of livelihood. These European demographers borrowed their definition of ‘post-materialism’ from the American political scientist Ronald Inglehart, who defines post-materialists as those who “place more emphasis on self-fulfillment through careers, rather than through ensuring the survival of the species”, and whose telos of life is aimed “out of the family toward broader social and leisure activities” which foster cultural individualism.28
The shift towards the invested wellbeing and happiness of the individual has its origins with the invested wellbeing and happiness of the family. This was first theorized by the French historian Philippe Aries, who when noticing the onset of childlessness that was becoming increasingly endemic to his native France and surrounding Europe in the mid 1960’s, theorized that a transition was taking place within the organization of family life. Philippe Aries writes:
Aries argues that during the days of the ‘child-king’ there was a ‘bourgeois model’ of the family characterized by ‘altruistic ends’ in the reproduction and rearing of children. This ‘altruism’ entailed investing in the quality of the children’s education and future, which thereby required limiting the quantity of children that the parents would conceive in order to procure the social and economic resources necessary for their progeny’s success and security. However, this same ‘sentimental and financial investment’ shifted to what Aries calls the ‘individualistic model’, in which the emphasis was no longer placed on the flourishing of the children but rather on the flourishing and self-interests of the parents. The parents were to then interpret children in terms of how they would possibly benefit the happiness and self-fulfillment of the parents themselves. This model of cultural individualism and self-realization of the parents became the new reasoning behind their desire in conceiving children, and affected the parent’s decision when choosing how many children to bear, which became fewer and fewer.
An additional social factor to consider that was crucial in achieving low fertility was the widespread use of efficient, modern contraception since the mid twentieth century. Dirk van de Kaa notes that, “the availability of new, highly effective means of contraception had created a sort of ‘second contraceptive revolution’ as it was later called”.30 This revolution that made contraception convenient and morally acceptable to the general public weakened the male’s total control of fertility by the traditional contraceptive methods of coitus interuptus and condoms, and empowered the female in her control over sexual activity and fertility with the efficiency encapsulated in the pill and other modern methods. Wolfgang Lutz lays out the problem clearly: “…through the introduction of modern contraception, the evolutionary link between the drive for sex and procreation has been broken and now reproduction is merely a function of individual preferences and culturally determined norms.”31 Post-materialist cultural individualism coupled with modern contraception proved a wrecking ball to maintaining replacement level fertility.
Further, this ideational shift towards low fertility was a “marginal behavior” that developed unto the “potentially universal,” as put by French demographer Jean-Claude Chesnais, fellow of the Institute for Demographic Studies in Paris.32 What was once the practice of the bourgeois middle and upper class within developed countries became the endemic practice of the mass culture. This globalized expansion of cultural liberalism took place through the mediascape, initiating imitation of these particular cultural representations of human fertility and reproductive behavior. Daniel Bell theorized in The Coming of Post-Industrial Society that, “The life style once practiced by a small cenacle, is now copied by many…. [and] this change of scale gave the culture of the 1960’s its special surge, coupled with the fact that a bohemian life-style once limited to a tiny elite is now acted out on the giant screen of the mass media.”33 Needless to say, mass media since the 60’s has come a long way, and what is ‘acted out on the giant screen’ is directed through the global system of the Internet and the marketing of Hollywood culture to widen its scale and scope of reach. This engineering of human desire through the mediascape produces what Vegard Skirbekk calls a ‘low-fertility trap’, where “low fertility begets lower desired fertility, which in turn drives fertility even lower, and so on….”34 As the ‘golden’ or ‘magic’ replacement number of 2.1 children begins to seem as one too many, family size increasingly diminishes to smaller amounts, and each successive generation becomes acclimated and accustomed to further small families. This sub-par amount becomes a cultural pattern, normalizing just how many children one may desire to conceive. This downward spiral in which modern, secularized culture hastens, a cultural lifestyle of unfettered enjoyment and self-interest that removes the impediments to is own realization—which is in this case turns out to be children—is resisted, however, by the fecund communities of the religious.
Political regimes subsequently follow demographic regimes. Eastern Orthodox theologian David Bentley Hart, writing of the cultural wars that are antagonizing the United States, considered how those with conservative tendencies may truly resist and rebel against the widespread libertine culture that has become by his estimation, dissolute. After considering a range of options, Hart playfully yet provocatively concludes that: “Probably the most subversive and effective strategy we might undertake would be one of militant fecundity: abundant, relentless, exuberant and defiant childbearing. Given the reluctance of modern men and women to be fruitful and multiply, it would not be difficult, surely, for the devout to accomplish—in no more than a generation or two—a demographic revolution.”35 Though Hart, as he later made clear in another article to his outraged detractors, was writing more to amuse than actually obliging the faithful towards ‘militant fecundity’, his kind of rhetoric is authentically mobilized in other religious communities, such as in the protestant ‘Quiverfull’ movement in the United States, or in Yaser Arafat’s notion of a ‘biological time bomb’ of Palestinian high fertility set to explode and disrupt Israel within several generations. This language and assertive ideology of active and militant and childbearing is what Harvard Professor of Public Policy Monica Duffy Toft labels ‘wombfare’, a tactic that is employed in the long term battle between the cultures of the left and right.
The political theology of wombfare is particularly acute in Israel, providing the starkest contrast of a fertility gap between the religious and nonreligious. In a society founded by secular Zionists, the demographic rise of the Haredim through pronatalism will have a significant influence on the future of the political and economic security of Israel. From 1980 to 1996, the Ultra-Orthodox Jews or Haredim fertility rates grew from 6.49 to 7.61, while other Israeli Jews, seculars among them, saw a drop from 2.61 to 2.27.36 Israeli economist Dan ben David, who poses this fertility gap as an ‘existential problem’, writes in the Haaretz, “It is difficult to overstate the pace at which Israeli society is changing…If we don’t find a way to integrate these populations into a shared Israeli narrative, and immediately, then in another generation or two—at most—the demographic balance within Israel will change the country beyond recognition.”37 The high fertility within the communities of the Haredim is supported by a religious ethos that also reinforces the allegiance of the Haredim towards their religious community, and at the same time fortifies their resistance towards any possible conversion to secular beliefs. In his Meditteranean Identity, Professor David Ohana of the Ben-Gurion University of the Negev states that “The outstanding contemporary characteristic of Israeli society is the fragmentation of the Israeli identity into secondary elements that overshadow the specific quality of Israeliness.”38 For Ohana, ‘Israeliness’ represents a region of religious cross-fertilization that bridges the various cultures of the Meditarrenean basin of Greece, Italy, Egypt, and Turkey into a cultural theory of Levantism, which is a humanism with a distinctive Israeli cosmopolitanism. However, the continuous growth of what Ohana calls fragmentary ‘secondary elements’ will within decades demographically eclipse the primary political and cultural whole, and through a political theology of revelation and pronatalism the values of the Haredim stand to challenge that definitive quality of ‘Israeliness’ or secular humanism to which Ohana is allied to.
As for Europe, dread was the popular symptom of the alarmist reactions towards the viral YouTube video “Muslim Demographics”, which gained more than 10 million hits within a space of two months since its inception in 2009.39 This sensational phenomenon set the high fertility rates of Muslim immigrants in opposition to the low fertility rates of native Western Europeans, claiming the French Muslim TFR at 8.1 in contrast to the native French TFR at 1.8.40 Though the below replacement level of the French native TFR was correct, the French Muslim TFR of the video was excessively exaggerated. Despite the inflated projections of the “Muslim Demographics” TFR, the anxiety and unease in which the video was received by the general public lays out the problem clearly: Europe’s conscience suffers disquiet from its own sense of demographic decline, its own sense of loss of identity through a challenge to the core of its culture through religious immigrants and high fertility.
This problem is exacerbated in that Europe has trouble in defining just what constitutes and unifies the cultural identity of ‘Europe’. In its pursuit of multiculturalism through the framework of secularism it seems to forget that all dialogue requires a presupposed identity, and an assertive secularism largely fails when it comes to cultural unity and social cohesion. Europe cannot be simply identified by geographical boundaries, as it requires a social bond that is necessarily civilizational and developed from within a particular moral and cultural tradition. Yet Europe has in effect become constituted by what French sociologist Danielle Hervieu-Leger calls “amnesic societies”, which are incapable of “maintaining the memory which lies at the heart of their religious existence.”41 This amnesia of Europe’s Christian religious memory and erosion of its Christian moral tradition is in part due to Europe’s own will to forget its universalizing past of violence. Europe’s recollection of its expansionist history has brought a sense of shame towards its civilizational heritage, and this shame has brought along with it a loss of self-confidence in Europe’s own Christian spiritual and religious traditions. Europe “no longer believes that what it has to offer is likely to interest those who chanced to be born outside its frontiers,”42 to quote French philosopher Remi Brague. Because of this loss of memory through the violent trauma of its past, Europe has adopted an attitude of what former president of the European Commission Jacque Delors called the ‘motor’ of ‘Never Again’, which was “translated into a movement of reconciliation… [that]…was now a matter of uniting peoples and bringing nations together, without however making the nation state disappear.”43 Delors believed that the ‘will towards reconciliation’ steadily marching under the banner of ‘Never Again’ needed a necessary cultural or spiritual bond that was absent in the discourse of constructing a European Union. Delors had attempted to bring Christian churches into the discussion of constructing a European identity, arguing that in order for Europe to achieve its goal towards unity, it must first recognize that “‘the EC lacks a heart and soul’.”44 Delors understood that identifying a center or ‘heart and soul’ of Europe that unites its cultural and spiritual identity is a necessary condition towards justice, reconciliation, and unity. Yet as long as Europe continues to deny this necessity and refuse to recognize its own particular Christian heritage and moral tradition out of an unfounded fear of a return to a theocratic Medieval past or out of its debilitating remorse over its history of violent, universal expansion, it will continue to suffer from a loss of cultural, social cohesion that will leave the identity of Europe naked and “open to the expansion of newer peoples who still care for bonds of family and religion,”45 as Phillip Jenkins points out in God’s Continent.
Liberalism does not in of itself necessarily entail the values of post-materialism and an ethics of self-fulfillment that leads one to loosen the bonds of tradition and family in order to pursue a life of unrestricted leisure and pleasure. It is possible to uphold within the values and practices of liberalism a life that regards altruism, traditions and the wellbeing of family. This possible practice of liberalism requires a substantial measure of self-restraint, and would indeed negate the demographic contradiction of the choice not to reproduce. However, what is increasingly encroaching upon and intertwining within liberalism’s comprehensive doctrine is a different variant of a libertine attitude of individualism that can rightly be called ‘the cult of self’, which erodes any discipline, self-restraint and contradicts the cohesion of tradition and the community requirements necessary to engender an ethos of high fertility and procure the will to reproduce. Pulitzer Prize winning journalist Chris Hedges writes that “the cult of self dominates our cultural landscape...It is the ethic of unfettered capitalism. It is the misguided belief that personal style and personal advancement, mistaken for individualism, are the same as democratic equality…We have a right, in the cult of the self, to get whatever we desire.”46 The modern cult of self-realization is naturally incompatible with producing large families and will continue to reduce fertility rates and reproduce the cultural imitations that globalize the ‘low fertility trap’.
The current discussion of falling fertility is permeated with intimations of anxiety about the fate of our common human future, and in particular the future of progressive liberalism. The main cohort of below replacement fertility comes directly from the stock of the nonreligious, or from those whose religious values are moderated with liberalism and tempered with cultural individualism—in other words, the religious difference between the mainline and the conservative. With the pronatalism of conservatives and fundamentalists standing in direct opposition to the paltry fertility of the non-religious, parts of societies will grow increasingly puritanical in its mores, further engendering the various ‘culture wars’ and challenging liberal values in areas such as marriage and sexual normativity. In surveying the decline of global birthrates in modern, secularized societies, Phillip Longman—an American demographer and Schwartz Senior Fellow at the New America Foundation—bluntly asks: “Does the future belong to fundamentalism?”47 He cautions that, “In a world of falling human population only fundamentalists would draw new strength. For the deep messages of the Bible and the Koran, and of all the world’s ancient religions, are relentlessly pronatal…”48 and that unless a solution is to be found, the future could possibly “belong to those who reject markets, reject learning, reject modernity, and reject freedom. This will be the fundamentalist moment.”49 What haunts the imagination of the modernized West is a return back to its pre-modern religious past through the modern processes of globalization: that of immigration, political theologies of ‘wombfare’, and the force of declining global fertility.
The rhetoric of assertive ‘wombfare’, however, must be balanced with a more nurturing picture of a ‘wombcare’. Despite the militant pro-natalist rhetoric within many communities of the religious, it must be remembered that an ethos of fertility and childrearing is an aspect of the virtues of faith, hope and charity. Take for instance Patriarch Ilia II of the Georgian Orthodox Church. After its release from the USSR and fallout of the civil war, Georgia was experiencing a fertility collapse, reaching a bottom low of 1.39 by 2003. Patriarch Ilia II, observing the crisis in fertility, responded by promising in 2007 that he would personally baptize any child born to parents who already had two or more children. Within a year Georgia’s birth rates increased by 20 percent, growing from 48,000 to 57,000 by 2008.50 In this particular case it was Baptism, and not bonuses, bayonets or bombs that served as the primary lure to higher fertility. This push towards procreation was not strategized as an aggressive militant reprisal, but was rather a natural result of a religious community formed by its own traditional cultural and religious virtues, whose eschatological vision facilitates childbirth when called upon to do so as vocation. Children born within this community of faith are not understood as a threat to the present realities of unfettered desire and selffulfillment, but rather as a source of hope towards building a future to come. This future is characterized by the bonds of charity that are horizontal and vertical in distribution—the horizontal bonds support and cohere the family and community in an ethos of fertility, and the vertical bonds strengthen and grant a greater vision that stands above the fulfillment of the hic et nunc.
Belgian demographer Dirk van de Kaa conceives the basic determinants towards child fertility within two different attitudes: “Decisive, so it would seem to me, is what people want out of life….Do they live life in order to gain an ever blissful and happy afterlife? Or do they only recognize the one life as it is to be lived here and now?”51 The great global paradox is that those who look beyond the hic et nunc abundantly populate the present, while those who look only within the hic et nunc scarcely populate the present. In this rivalry of utopias, demography has in effect become eschatology, furnished with competing visions of a human future that will either encourage or discourage the will to reproduce. Whose future will be realized? The one who looks beyond and actively waits for a world to come? Or the one whose mortal coil contains the fullness of his or her existence, where today alone is sufficient enough for worries and pleasures? Shall the religious inherit the earth, as Kaufmann suggests? Or will liberalism find its way out of its current morass, and establish its own ethos of high fertility, eschewing along the way nationalism, racism, eugenics, gender bias, and all other nasty ideologies that have crept into past pro-natalist policies in the quest for national or cultural revitalization? Heraclitus famously wrote that ‘character is destiny’; over two millennia later Ben Wattenberg wrote that ‘demography is destiny’. It seems that in the final analysis; when who you are and what you value determines how many you will reproduce, the two dictums are not so far off in meaning, after all.
1 See Monica Duffy Toft, Daniel Philpott, and Timothy Shah, God’s Century (New York: W.W.
Norton and Company, 2011).
2 Manfred Steger, Globalization: A Very Short Introduction (New York: Oxford University Press:
2009), 8.
3 Jack Goldstone, “Politics and Demography” in Goldstone, Jack, Eric P. Kaufmann and Monica
Duffy Toft, eds, Political Demography (Boulder, CO: Paradigm Publishers, 2012), 276.
4 Skirbekk, Vegard, Eric Kaufmann and Anne Goujon, “Secularism, Fundamentalism or
Catholicism? The religious composition of the United States to 2043”, Journal for the Scientific Study
of Religion, 49(2): 293-310 (June 2010), 293.
5 Eric Kaufmann and Monica Duffy Toft “Introduction”, Political Demography, 4.
6 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Multiply”, Political Demography, 209.
7 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Mulitpy”, Polical Demography, 200.
8 Kaufmann, Eric, Anne Goujon and Vegard Skirbekk, “The End of Secularization in Europe? A
Socio-Demographic Perspective” Sociology of Religion, 73 (1): 69-91 (Spring 2012). emphasis theirs.
9 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Mulitpy”, Polical Demography, 204.
10 Skirbekk, Vegard, Eric Kaufmann and Anne Goujon, “Secularism, Fundamentalism or
Catholicism? The religious composition of the United States to 2043 Journal for the Scientific Study of
Religion, 49(2): 293-310 (June 2010), 293.
11 “Secularism, Fundamenalism, or Catholicism?”, 304.
12 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk, “Go Forth and Multiply”, Political Demography, 202.
13 By liberalism I mean the continuous development of individual rights and civil liberties that
favor and procure behaviors and progressive social conditions that figure away from traditional
norms.
14 Daniel Bell, Cultural Contradictions of Capitalism (New York: Basic Books, 1976), 25.
15 Bell, 250
16 Eric Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth? (London: Profile Books, 2010), xx.
17 Rodney Stark, The Rise of Christianity (New York: Harper Collins, 1997), 112.
18 Stark, 122.
19 Stark, 7.
20 Monica Duffy Toft, “Wombfare”, Political Demography, 221-223.
21 Duffy, 223.
24 Jonathan V. Last, What to Expect When No One’s Expecting: America’s Coming Demographic Disaster
(New York, NY: Encounter Books, 2013), 27. See also United Nations, Department of Economic
and Social Affairs, Population Division, World Population Prospects: The 2010 Revision, 2011.
http://esa.un.org/unpd/wpp/Excel-Data/fertility.htm
25 Ben Wattenberg, Fewer (Chicago: Ivan R. Dee, 2004), 5. Emphasis his.
26 Wolfgang Lutz, Vegard Skirbekk and Maria Rita Testa, The Low Fertility Trap Hypothesis: Forces
that may lead to further postponement and fewer births in Europe, 3.
http://www.oeaw.ac.at/vid/download/edrp_4_05.pdf
27 John C. Caldwell, “The Globalization of Fertility Behavior” in Bulatao, Rudolfo and John B.
Casterline ed. Global Fertility Transition (New York: The Population Council, 2001), 93.
28 Eric Kaufmann, Shall the Religious Inherit the Earth, 55.
29 Dirk van der Kaa, The Idea of Second-Demographic Transition in Industrialized Countries, 4-5. Paper
presented by van de Kaa at the Sixth Welfare Policy Seminar of the National Institute of
Population and Social Security, Tokyo, Japan, 29 January 2002,
http://www.ipss.go.jp/webj-ad/webjournal.files/population/2003_4/kaa.pdf
30 Van der Kaa, 6.
31 Eric Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth, 51.
32 Jean-Claude Chesnais, “Comment: A March Towards Population Recession”, in Bulatao,
Rudolfo and John B. Casterline, Global Fertility Transition, 255.
33 Erick Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth, 53.
34 Shall the Religious Inherit the Earth, 50.
35 David Bentley Hart, “Freedom and Decency,” First Things, June/July 2004.
36 Shall the Religious Inherit the Earth, 226.
37 Dan ben David, “The Moment of Truth”, Haaretz, Feb. 6, 2007.
38 David Ohana, Israel and it’s Mediterranean Identity (New York: Palgrave Macmillan, 2011), 150.
39 Shall the Religious Inherit the Earth, 169.
40 “Muslim Demographics”, http://www.youtube.com/watch?v=6-3X5hIFXYU
41 Grace Davie, Religion in Modern Europe: A Memory Mutates (New York: Oxford University Press:
2000), 30.
42 Remi Brague, Eccentric Culture: A Theory of Western Civilization (South Bend, IN: St Augustine’s
Press, 2002), 185.
43 Lucian N. Leustan, “Does God matter in the European Union” in Leustan, Leustan, ed.,
Representing Religion in the European Union, (New York, Routledge, 2013), 1.
44 Leustan., 2.
45 Phillip Jenkins, God’s Continent: Christianity, Islam, and Europe’s Religious Crisis (New York:
Oxford University Press, 2007), 10.
46 Chris Hedges, Empire of Illusion: The End of Literacy and the Triumph of Spectacle (New York, NY:
Perseus Books), 33.
47 Phillip Longman, The Empty Cradle: How Falling Birthrates Threaten World Prosperity [And What To
Do About It] (New York: Basic Books, 2004), 171.
48 Longman, 4.
49 Longman, 168-9.
50 Jonathan V. Last, What to Expect When No One is Expecting, 157-8.
51 Dirk van der Kaa, The Idea of Second-Demographic Transition in Industrialized Countries, 24
However, the exception to this behavior comes from the religious, whose fertility rates remain either at or above replacement level. The religious are globally resisting the trend towards declining fertility rates, since they are shaped by an ethos that facilitates pronatalism, rooted in scriptural mandates such as ‘be fruitful and multiply’ and upon premodern traditions that support and encourage high fertility behavior. This fertility advantage among the religious will account for exponentially increasing amounts of their population share in the near future, and when taking this advantageous fertility in conjunction with increasing global migration, by no later than the end of this century there will be, in the shaping of things to come, cultural and political consequences particularly felt within the public sphere of the developed Western world, posing a challenge to progressive, liberal values and political identities.
Globalization and Religious Demography
Since the last four decades, we have witnessed an era of global resurgence in every major world religion, affecting a dramatic increase in the relative power and influence of religion within the dominant political structures and global civil society. The discursive reality of religion is becoming increasingly active and more assertive within the public sphere, and is obtaining a wider scale of influence that extends beyond the domestic and into the greater dimensions of the global. The rise of the transnational influence of religion is due to the modernization within technologies of communication and media, as well as the various processes of globalization and the modern values of democracy.1 Though these factors of hyper-rate global communication and universal expansion of democratic values were first thought to pose critical challenges to the growth and social cohesion of the religious communities, the response of the religious to globalization was largely accommodating toward these processes and thus effectively became assimilated, whether through its participation in global civil society as a force for peace within the ‘ecumenism’ of human rights, or in the reaction of anti-globalism religious networks who paradoxically use modern communicative technologies as a countervailing platform and vehicle for terrorism and violence.
The resurgence of religion must also be understood within the dynamics of human population, which if we follow Australian Professor of Global Studies Manfred Steger’s definition of globalization as principally “shifting forms of human contact”2, central to any theory of religion and globalization would necessitate a demographic dimension. “Demography is destiny”—a phrase coined in the 1970’s by Ben Wattenberg and Richard Scammons in The Real Majority, suggests the capable dynamic of changes in human population to powerfully and persuasively shape the political and cultural landscape of any given nation or state. One can criticize this by saying that to understand demography in terms of destiny is yet another reductionism that impinges on the freedom of human choice. But this is to largely miss the point, for as American political scientist Jack Goldstone points out, “to admit that demography is not destiny is not to deny its power.”3 Goldstone likens the force of demography to the weight of gravity: inasmuch as gravity is capable of being defied through human ingenuity, this feat has not been accomplished through ignoring or dismissing its force, but has occurred rather through our own measures of gravity’s interactions and understanding of its nature; this similarly applies to demography. The transformative force of social and cultural processes that reside at the core of globalization—collaboration within global civil society, conflict between religious and political identities, and the current vast increase in migration that is challenging the identity and boundaries of the nation-state—can be relatively elucidated through an investigation of the magnitude, composition and distribution of human population. As British sociologist David Voas has written, “People enter, exit, and move within religion, just as they are born, will die, and migrate, in life.”4 Whether for war or peace, the demographic factor “must be considered as a major factor of politics alongside classic materialist, idealist and institutional perspectives”5, and should be placed within the core of any investigation of globalization and the resurgence of religion.
Within this context of globalization, demographics and the resurgence of religion, there are possible challenges to secularism within one of the basic parameters of demography, that of fertility rates. In short, in every major world religion there is a strong pro-natalist trend, and it is demographically projected that the religious are set to outbirth the non-religious at such a prodigious rate, that there will occur a stalling and possible modest reversal of secularization within the United States and Europe around 2050.6 This is because dynamic changes within the religious composition of any given society—whether its relative growth or decline—entails social and political implications that alter the balance between liberalism and conservatism, as well as the values and attitudes of secularists, moderates and fundamentalists. In our case, the present transformation to take into serious consideration is the current global recession in fertility rates that finds its sharply delineated exception within the religious communities.
There is a strong connection between religiosity and fertility, and this is largely due to the force that religion plays within the social cohesion and moral tradition of these communities that are oriented towards transcendent goals. The fact is that on average “conservative religious values tend to be associated with higher fertility, while liberal secular values predict lower birthrates.”7 Values stand above socioeconomics when it comes to determining the rate and amount of fertility. While most modern, secularized developed countries and many developing countries are well under the total fertility rate (TFR) of 2.1—the ‘magic’ or ‘golden’ number for a society to reproductively replace itself—those of conservative, religious communities resist this general direction in fertility rates, choosing to remain at or above the golden number. In 2011, political scientist Eric Kaufmann along with Austrian demographers Anne Goujon and Vegard Skirbekk released the article “The End of Secularization in Europe? A Socio-Demographic Perspective” in which they argue that “a combination of higher religious fertility, immigration, and slowing rates of religious apostasy will eventually produce a reversal in the decline of the religious population in Western Europe.”8 Religiosity, migration and fertility play a strong role in the United States as well, where secular Americans have an average total fertility rate of 1.66, as opposed to Catholics who average at 2.3, Protestants at 2.21, and Muslims at 2.84, and where the birthrate of those with religious conservative views in regard to abortion is two-thirds higher on average than those who hold to “pro-choice” views.9 In 2010, Kaufmann, Goujon and Vegard released the first cohort-component based projection of the main religions of the United States in Secularism, Fundamentalism or Catholicism? The Religious Composition of the United States to 2043, whose results showed that “the low fertility of secular Americans and the religiosity of immigrants provide a countervailing force to secularization…”10 The largest immigrant cohort, Hispanic Catholics, will experience the strongest growth of any ethno-religious group, possibly expanding up to 18 percent of the American population by 2043.11
With this sort of differential fertility gap between the religious and the nonreligious, and between those with conservative and liberal values and beliefs, Kaufmann and Skirbekk project the possibility that “American religious conservatism will most likely strengthen in years to come unless liberals close the fertility gap.”12 And if religious conservatism rises through an increase of its stock and an expansion of its culture, what challenges will this bring to the values and identities within the quarters of liberalism?13 Certainly it stands to offset the effect of liberalism within the United States and Europe, however modest or however grand. Yet, a further question to be raised is: does modern, secular, political/cultural liberalism contain the necessary resources of tradition, social cohesion and civitas—“the spontaneous willingness to make sacrifices for some public good”14—necessary to close this fertility gap between those conservative religious communities who value high fertility in their doctrine (to be fruitful and multiply) and ethos (eschatological sacrifice for the world to come). Eric Kaufman is skeptical of liberalism’s pro-natalist capability, for as social theorist Daniel Bell has pointed out in his Contradiction of Capitalism, there is located within modern, liberal society a fundamental contradiction, which is “the relation between self-interest and the public interest, between personal impulses and community requirements.”15 The present cultural condition is characterized by a sense of individual entitlements, an argot that often masks under the pretensions of human flourishing, which at its core resembles more ‘unrestrained appetite’ and unfettered individualistic impulse than the realization of the public good. In the modern realm of human reproduction and childbearing—where self-interest and individualistic aesthetic impulse, to say the least, is not necessarily a virtue towards achieving high fertility—we may perhaps find here the vulnerability of liberalism and secularization. As Kaufmann put it, “liberalism’s demographic contradiction—individualism leading to the choice not to reproduce—may well be the agent that destroys it.”16 In short, religious growth via high fertility rates, in direct opposition to the low fertility rates of the nonreligious, will become a major impetus of social, cultural and political change within the context of globalization and the resurgence of religion in the ensuing decades.
This triumph of religious fertility has its precedence in Western history. Just take American sociologist Rodney Stark’s The Rise of Christianity for example, who argues that, “superior fertility played a significant role in the rise of Christianity.” 17 Christian fertility had far surpassed that of the Greco-Roman empire—which was already well below 2.1 replacement levels at the inception of Christianity—through its refusal of “the attitudes and practices that caused pagans to have low fertility”18 Christianity rejected the common Greco-Roman pagan cultural patterns of fertility: abortion, infanticide of females and deformed males, birth control devices, divorce, cohabitation, and any other social factors which lead to a natural decrease in fertility rates. The ethos and habits of fertility within Christianity, which was a result from Judaism’s scriptural injunction to ‘be fruitful and multiply’, encouraged pronatalism through the cultural pattern of marital fidelity and the moral reinforcement of the marital conjugal act as bearing a natural connection to reproduction. These values and practices of pronatalism that characterized the spirit of Christianity crucially aided its growth within the Greco-Roman empire, and among other important social factors, Christianity saw its rise from a population of about 1,000 Christians from the year 40 C.E. to a robust estimate of around 33 million by 350 C.E. This pattern of growth, which Rodney Stark averages to about 40 percent per decade, mimics the growth of 20th century Mormonism, which averaged at 43 percent per decade.19 Monica Duffy Toft traces this growth to Mormonism’s “strongly pro-natalist theology, history and subculture…”20 that presently continues to have a strong influence on Mormon fertility.
Mormonism has grown into a more visible contender in the public square. In 2004, the GOP received 97 percent of the Mormon vote, which is “the most partisan voting record of any ethnic or religious group in the United States.”21 They have recently pervaded the television, Internet, and billboards with the cultural campaign “I am a Mormon”, and were also instrumental in placing one of their own as the 2012 Republican Party presidential nominee. This influential growth of a religious group that solidly identifies with a particular set of values is the visible effect of a pro-natalist theology and an ethos of high fertility. Much like the rise of Christianity in the Greco-Roman era, what happens in the private sphere of reproductive choice does not remain silent in the public square.
Fertility Decline in a Global Context
Political theologies of pronatalism must be set within the greater global context of our present demographic situation. The world is on the cusp of a demographic transition that can reasonably be described in the terms of an upheaval or revolution. The 21st century will be the age of ‘greying’ or hyperaging cohorts within the world’s developed countries, which will shrink their labor forces and direct economic strength to the world’s developing countries.22 In conjunction with the age ‘greying’ will also come the global plummet of fertility rates. The world’s population as a whole has initialized a reversal in its momentum towards growth and is set on a trajectory towards decline. There is a common perception, due in part to the effects of human overcrowding taking place in urbanization and the all too apparent wastefulness in our age of hyper consumption, that we are overpopulating and possibly headed towards an ecological disaster of cataclysmic proportions. This is a hangover from the force of mortality decline that took place with the onset of industrialization and modern advancements in technologies and medicine. This first demographic transition, which took place roughly around the onset of the 19th century, initiated a mixed condition of high fertility in conjunction with low mortality, and thus created a watershed population boom. This vast increase in population drew attention and speculation from people such as the English cleric Thomas Malthus, who’s famous An Essay on the Principle of Population, set the demographic trend for the next two centuries by essentially arguing that prodigious population growth makes possible the condition for national poverty. Malthus reasoned that human population should be understood in terms of total population vs. total resources, and that the overwhelming demands of population through proliferation of human fertility without any set limitations would inevitably outweigh the supply of resources. Over a century later the Malthusian thesis developed into its most sensational expression, when during the mid 1960’s Paul Ehrlich’s released The Population Bomb, a best seller that predicted mass starvations and other forms of cataclysm due to overpopulation. This landmark work fueled the common public perception of an imminent population disaster to come. Ehrlich’s cautionary tales along with others of its ilk influenced opinions to limit the growth of human population, advocating that considerable change and policy measures in the area of reproductive rights should begin to take place in order to allay the consequences and fears of wide spread famine, global ecological catastrophe and wide scale energy resource depletion.
The alarmist overpopulation thesis is now largely if not entirely discredited. First, consider that the United Nations Population Division projects that the terminus to our global population growth is around 2050, which all things being equal, will balance at around 9.15 billion people.23 This terminus to global population growth must also take into account coextensive global fertility recession. The world’s total fertility rate was at 6.0 when Ehrlich released his sensational book, yet since then, within the course of three to four decades the global TFR sunk to an average of 2.52.24 Ben Wattenberg was in the 1980’s pointing out in his The Birth Dearth that fertility rates all over the nations of the developed world had already dipped well below the TFR magic number 2.1 children. Then around 2004, Wattenberg was still able to maintain his earlier depopulation thesis, writing bluntly in his book Fewer that “never have birth and fertility rates fallen so far, so fast, so low, for so long, in so many places, so surprisingly”.25 This precipitous drop in fertility rates that he saw in the late 80’s had not yet abated—as predicted or hoped for by some pundits—and simply continued in its unprecedented global free fall. Wolfgang Lutz and his associates in the World Population Program at IIASA in Austria maintain that: “Over the last three decades birth rates have been on the decline in virtually all countries of the world, and it is estimated that already more than half of the world’s population has below replacement level fertility…An increasing number of countries have birth rates that are not just somewhat below replacement fertility, but far below that level.”26 Additionally, this fertility decline, insofar as is known, has no prominent reason for a probable reversal without the implementation of pro-natalist policy measures. The presumption of a naturally occurring permanent equilibrium within human fertility rates is at best hopeful, and at worst naïve. In other words, there is a threshold of human fertility decline that is able be traversed, a supposed bottom line ‘safety net’ that is possible to collapse under the burden of the will to not reproduce. What now characterizes modernity is the force of fertility’s uninterrupted descent.
There is at current offered a vast constellation of reasons and interdependent connections for the global decline in fertility: those that are institutional, issues of gender equality, our present economic crisis, our present economic growth, increasing access towards education, the population density of urbanization, the loss of ruralization, and matters as mundane as infant car seats or the ongoing battle between bobo dog owners and bobo parents over claims to common territory in our city parks. The most prominent reason offered, however, is a feature of Second Demographic Transition Theory, which argues that there was an ideational shift from a concern for the well being of the family to the concern for the well being of the individual. Developed by the Belgian demographer Ron Lesthaeghe and Dutch demographer Dirk van de Kaa, Second Demographic Transition theorizes that individual preference determines fertility rate, disputing the common and classical notion that socioeconomic development is the all-encompassing framework for fertility decline. In observing the population trends of fertility decline that took place in the mid 1960’s, which according to American demographer John Caldwell was the historical moment when the world experienced “almost certainly the first major global decline in history,”27 Lesthaeghe and van de Kaa perceived that when it comes to conceiving children, the individual’s concern exceeds a simple bottom line of economic well-being, income and available resources. What is preoccupying the popular imagination is a sense of self-fulfillment, which can be described as personal ambitions of a post-materialist nature that regards individual freedom towards self-expression and self-realization as the penultimate consummation of livelihood. These European demographers borrowed their definition of ‘post-materialism’ from the American political scientist Ronald Inglehart, who defines post-materialists as those who “place more emphasis on self-fulfillment through careers, rather than through ensuring the survival of the species”, and whose telos of life is aimed “out of the family toward broader social and leisure activities” which foster cultural individualism.28
The shift towards the invested wellbeing and happiness of the individual has its origins with the invested wellbeing and happiness of the family. This was first theorized by the French historian Philippe Aries, who when noticing the onset of childlessness that was becoming increasingly endemic to his native France and surrounding Europe in the mid 1960’s, theorized that a transition was taking place within the organization of family life. Philippe Aries writes:
“The ways people look at life usually are determined by more mysterious, more indirect causes, I feel that a profound, hidden, but intense relationship exists between the long term pattern of the birth rate and attitudes toward the child. The decline in the birth rate that began at the end of the eighteenth century and continued until the 1930’s was unleashed by an enormous sentimental and financial investment in the child. I see the current decrease in the birth rate as being, on the contrary, provoked by exactly the same attitude. The days of the child-king are over. The under-forty generation is leading us into a new epoch, one in which the child, to say the least, occupies a smaller place.”29
Aries argues that during the days of the ‘child-king’ there was a ‘bourgeois model’ of the family characterized by ‘altruistic ends’ in the reproduction and rearing of children. This ‘altruism’ entailed investing in the quality of the children’s education and future, which thereby required limiting the quantity of children that the parents would conceive in order to procure the social and economic resources necessary for their progeny’s success and security. However, this same ‘sentimental and financial investment’ shifted to what Aries calls the ‘individualistic model’, in which the emphasis was no longer placed on the flourishing of the children but rather on the flourishing and self-interests of the parents. The parents were to then interpret children in terms of how they would possibly benefit the happiness and self-fulfillment of the parents themselves. This model of cultural individualism and self-realization of the parents became the new reasoning behind their desire in conceiving children, and affected the parent’s decision when choosing how many children to bear, which became fewer and fewer.
An additional social factor to consider that was crucial in achieving low fertility was the widespread use of efficient, modern contraception since the mid twentieth century. Dirk van de Kaa notes that, “the availability of new, highly effective means of contraception had created a sort of ‘second contraceptive revolution’ as it was later called”.30 This revolution that made contraception convenient and morally acceptable to the general public weakened the male’s total control of fertility by the traditional contraceptive methods of coitus interuptus and condoms, and empowered the female in her control over sexual activity and fertility with the efficiency encapsulated in the pill and other modern methods. Wolfgang Lutz lays out the problem clearly: “…through the introduction of modern contraception, the evolutionary link between the drive for sex and procreation has been broken and now reproduction is merely a function of individual preferences and culturally determined norms.”31 Post-materialist cultural individualism coupled with modern contraception proved a wrecking ball to maintaining replacement level fertility.
Further, this ideational shift towards low fertility was a “marginal behavior” that developed unto the “potentially universal,” as put by French demographer Jean-Claude Chesnais, fellow of the Institute for Demographic Studies in Paris.32 What was once the practice of the bourgeois middle and upper class within developed countries became the endemic practice of the mass culture. This globalized expansion of cultural liberalism took place through the mediascape, initiating imitation of these particular cultural representations of human fertility and reproductive behavior. Daniel Bell theorized in The Coming of Post-Industrial Society that, “The life style once practiced by a small cenacle, is now copied by many…. [and] this change of scale gave the culture of the 1960’s its special surge, coupled with the fact that a bohemian life-style once limited to a tiny elite is now acted out on the giant screen of the mass media.”33 Needless to say, mass media since the 60’s has come a long way, and what is ‘acted out on the giant screen’ is directed through the global system of the Internet and the marketing of Hollywood culture to widen its scale and scope of reach. This engineering of human desire through the mediascape produces what Vegard Skirbekk calls a ‘low-fertility trap’, where “low fertility begets lower desired fertility, which in turn drives fertility even lower, and so on….”34 As the ‘golden’ or ‘magic’ replacement number of 2.1 children begins to seem as one too many, family size increasingly diminishes to smaller amounts, and each successive generation becomes acclimated and accustomed to further small families. This sub-par amount becomes a cultural pattern, normalizing just how many children one may desire to conceive. This downward spiral in which modern, secularized culture hastens, a cultural lifestyle of unfettered enjoyment and self-interest that removes the impediments to is own realization—which is in this case turns out to be children—is resisted, however, by the fecund communities of the religious.
Global Wombfare
Political regimes subsequently follow demographic regimes. Eastern Orthodox theologian David Bentley Hart, writing of the cultural wars that are antagonizing the United States, considered how those with conservative tendencies may truly resist and rebel against the widespread libertine culture that has become by his estimation, dissolute. After considering a range of options, Hart playfully yet provocatively concludes that: “Probably the most subversive and effective strategy we might undertake would be one of militant fecundity: abundant, relentless, exuberant and defiant childbearing. Given the reluctance of modern men and women to be fruitful and multiply, it would not be difficult, surely, for the devout to accomplish—in no more than a generation or two—a demographic revolution.”35 Though Hart, as he later made clear in another article to his outraged detractors, was writing more to amuse than actually obliging the faithful towards ‘militant fecundity’, his kind of rhetoric is authentically mobilized in other religious communities, such as in the protestant ‘Quiverfull’ movement in the United States, or in Yaser Arafat’s notion of a ‘biological time bomb’ of Palestinian high fertility set to explode and disrupt Israel within several generations. This language and assertive ideology of active and militant and childbearing is what Harvard Professor of Public Policy Monica Duffy Toft labels ‘wombfare’, a tactic that is employed in the long term battle between the cultures of the left and right.
The political theology of wombfare is particularly acute in Israel, providing the starkest contrast of a fertility gap between the religious and nonreligious. In a society founded by secular Zionists, the demographic rise of the Haredim through pronatalism will have a significant influence on the future of the political and economic security of Israel. From 1980 to 1996, the Ultra-Orthodox Jews or Haredim fertility rates grew from 6.49 to 7.61, while other Israeli Jews, seculars among them, saw a drop from 2.61 to 2.27.36 Israeli economist Dan ben David, who poses this fertility gap as an ‘existential problem’, writes in the Haaretz, “It is difficult to overstate the pace at which Israeli society is changing…If we don’t find a way to integrate these populations into a shared Israeli narrative, and immediately, then in another generation or two—at most—the demographic balance within Israel will change the country beyond recognition.”37 The high fertility within the communities of the Haredim is supported by a religious ethos that also reinforces the allegiance of the Haredim towards their religious community, and at the same time fortifies their resistance towards any possible conversion to secular beliefs. In his Meditteranean Identity, Professor David Ohana of the Ben-Gurion University of the Negev states that “The outstanding contemporary characteristic of Israeli society is the fragmentation of the Israeli identity into secondary elements that overshadow the specific quality of Israeliness.”38 For Ohana, ‘Israeliness’ represents a region of religious cross-fertilization that bridges the various cultures of the Meditarrenean basin of Greece, Italy, Egypt, and Turkey into a cultural theory of Levantism, which is a humanism with a distinctive Israeli cosmopolitanism. However, the continuous growth of what Ohana calls fragmentary ‘secondary elements’ will within decades demographically eclipse the primary political and cultural whole, and through a political theology of revelation and pronatalism the values of the Haredim stand to challenge that definitive quality of ‘Israeliness’ or secular humanism to which Ohana is allied to.
As for Europe, dread was the popular symptom of the alarmist reactions towards the viral YouTube video “Muslim Demographics”, which gained more than 10 million hits within a space of two months since its inception in 2009.39 This sensational phenomenon set the high fertility rates of Muslim immigrants in opposition to the low fertility rates of native Western Europeans, claiming the French Muslim TFR at 8.1 in contrast to the native French TFR at 1.8.40 Though the below replacement level of the French native TFR was correct, the French Muslim TFR of the video was excessively exaggerated. Despite the inflated projections of the “Muslim Demographics” TFR, the anxiety and unease in which the video was received by the general public lays out the problem clearly: Europe’s conscience suffers disquiet from its own sense of demographic decline, its own sense of loss of identity through a challenge to the core of its culture through religious immigrants and high fertility.
This problem is exacerbated in that Europe has trouble in defining just what constitutes and unifies the cultural identity of ‘Europe’. In its pursuit of multiculturalism through the framework of secularism it seems to forget that all dialogue requires a presupposed identity, and an assertive secularism largely fails when it comes to cultural unity and social cohesion. Europe cannot be simply identified by geographical boundaries, as it requires a social bond that is necessarily civilizational and developed from within a particular moral and cultural tradition. Yet Europe has in effect become constituted by what French sociologist Danielle Hervieu-Leger calls “amnesic societies”, which are incapable of “maintaining the memory which lies at the heart of their religious existence.”41 This amnesia of Europe’s Christian religious memory and erosion of its Christian moral tradition is in part due to Europe’s own will to forget its universalizing past of violence. Europe’s recollection of its expansionist history has brought a sense of shame towards its civilizational heritage, and this shame has brought along with it a loss of self-confidence in Europe’s own Christian spiritual and religious traditions. Europe “no longer believes that what it has to offer is likely to interest those who chanced to be born outside its frontiers,”42 to quote French philosopher Remi Brague. Because of this loss of memory through the violent trauma of its past, Europe has adopted an attitude of what former president of the European Commission Jacque Delors called the ‘motor’ of ‘Never Again’, which was “translated into a movement of reconciliation… [that]…was now a matter of uniting peoples and bringing nations together, without however making the nation state disappear.”43 Delors believed that the ‘will towards reconciliation’ steadily marching under the banner of ‘Never Again’ needed a necessary cultural or spiritual bond that was absent in the discourse of constructing a European Union. Delors had attempted to bring Christian churches into the discussion of constructing a European identity, arguing that in order for Europe to achieve its goal towards unity, it must first recognize that “‘the EC lacks a heart and soul’.”44 Delors understood that identifying a center or ‘heart and soul’ of Europe that unites its cultural and spiritual identity is a necessary condition towards justice, reconciliation, and unity. Yet as long as Europe continues to deny this necessity and refuse to recognize its own particular Christian heritage and moral tradition out of an unfounded fear of a return to a theocratic Medieval past or out of its debilitating remorse over its history of violent, universal expansion, it will continue to suffer from a loss of cultural, social cohesion that will leave the identity of Europe naked and “open to the expansion of newer peoples who still care for bonds of family and religion,”45 as Phillip Jenkins points out in God’s Continent.
Conclusion
Liberalism does not in of itself necessarily entail the values of post-materialism and an ethics of self-fulfillment that leads one to loosen the bonds of tradition and family in order to pursue a life of unrestricted leisure and pleasure. It is possible to uphold within the values and practices of liberalism a life that regards altruism, traditions and the wellbeing of family. This possible practice of liberalism requires a substantial measure of self-restraint, and would indeed negate the demographic contradiction of the choice not to reproduce. However, what is increasingly encroaching upon and intertwining within liberalism’s comprehensive doctrine is a different variant of a libertine attitude of individualism that can rightly be called ‘the cult of self’, which erodes any discipline, self-restraint and contradicts the cohesion of tradition and the community requirements necessary to engender an ethos of high fertility and procure the will to reproduce. Pulitzer Prize winning journalist Chris Hedges writes that “the cult of self dominates our cultural landscape...It is the ethic of unfettered capitalism. It is the misguided belief that personal style and personal advancement, mistaken for individualism, are the same as democratic equality…We have a right, in the cult of the self, to get whatever we desire.”46 The modern cult of self-realization is naturally incompatible with producing large families and will continue to reduce fertility rates and reproduce the cultural imitations that globalize the ‘low fertility trap’.
The current discussion of falling fertility is permeated with intimations of anxiety about the fate of our common human future, and in particular the future of progressive liberalism. The main cohort of below replacement fertility comes directly from the stock of the nonreligious, or from those whose religious values are moderated with liberalism and tempered with cultural individualism—in other words, the religious difference between the mainline and the conservative. With the pronatalism of conservatives and fundamentalists standing in direct opposition to the paltry fertility of the non-religious, parts of societies will grow increasingly puritanical in its mores, further engendering the various ‘culture wars’ and challenging liberal values in areas such as marriage and sexual normativity. In surveying the decline of global birthrates in modern, secularized societies, Phillip Longman—an American demographer and Schwartz Senior Fellow at the New America Foundation—bluntly asks: “Does the future belong to fundamentalism?”47 He cautions that, “In a world of falling human population only fundamentalists would draw new strength. For the deep messages of the Bible and the Koran, and of all the world’s ancient religions, are relentlessly pronatal…”48 and that unless a solution is to be found, the future could possibly “belong to those who reject markets, reject learning, reject modernity, and reject freedom. This will be the fundamentalist moment.”49 What haunts the imagination of the modernized West is a return back to its pre-modern religious past through the modern processes of globalization: that of immigration, political theologies of ‘wombfare’, and the force of declining global fertility.
The rhetoric of assertive ‘wombfare’, however, must be balanced with a more nurturing picture of a ‘wombcare’. Despite the militant pro-natalist rhetoric within many communities of the religious, it must be remembered that an ethos of fertility and childrearing is an aspect of the virtues of faith, hope and charity. Take for instance Patriarch Ilia II of the Georgian Orthodox Church. After its release from the USSR and fallout of the civil war, Georgia was experiencing a fertility collapse, reaching a bottom low of 1.39 by 2003. Patriarch Ilia II, observing the crisis in fertility, responded by promising in 2007 that he would personally baptize any child born to parents who already had two or more children. Within a year Georgia’s birth rates increased by 20 percent, growing from 48,000 to 57,000 by 2008.50 In this particular case it was Baptism, and not bonuses, bayonets or bombs that served as the primary lure to higher fertility. This push towards procreation was not strategized as an aggressive militant reprisal, but was rather a natural result of a religious community formed by its own traditional cultural and religious virtues, whose eschatological vision facilitates childbirth when called upon to do so as vocation. Children born within this community of faith are not understood as a threat to the present realities of unfettered desire and selffulfillment, but rather as a source of hope towards building a future to come. This future is characterized by the bonds of charity that are horizontal and vertical in distribution—the horizontal bonds support and cohere the family and community in an ethos of fertility, and the vertical bonds strengthen and grant a greater vision that stands above the fulfillment of the hic et nunc.
Belgian demographer Dirk van de Kaa conceives the basic determinants towards child fertility within two different attitudes: “Decisive, so it would seem to me, is what people want out of life….Do they live life in order to gain an ever blissful and happy afterlife? Or do they only recognize the one life as it is to be lived here and now?”51 The great global paradox is that those who look beyond the hic et nunc abundantly populate the present, while those who look only within the hic et nunc scarcely populate the present. In this rivalry of utopias, demography has in effect become eschatology, furnished with competing visions of a human future that will either encourage or discourage the will to reproduce. Whose future will be realized? The one who looks beyond and actively waits for a world to come? Or the one whose mortal coil contains the fullness of his or her existence, where today alone is sufficient enough for worries and pleasures? Shall the religious inherit the earth, as Kaufmann suggests? Or will liberalism find its way out of its current morass, and establish its own ethos of high fertility, eschewing along the way nationalism, racism, eugenics, gender bias, and all other nasty ideologies that have crept into past pro-natalist policies in the quest for national or cultural revitalization? Heraclitus famously wrote that ‘character is destiny’; over two millennia later Ben Wattenberg wrote that ‘demography is destiny’. It seems that in the final analysis; when who you are and what you value determines how many you will reproduce, the two dictums are not so far off in meaning, after all.
JOSHUA RAMOS
Journal for Cultural and Religious Theory
Joshua Ramos is a doctoral candidate in Religious Studies in the Joint Ph.D. Program in Religious Studies at the University of Denver and Iliff School of Theology, specializing in political theology and religion and global affairs. During the summer of 2013 he will be a fellow in residence for the Young Scientists Summer Program at the International Institute for Applied Systems Analysis in Vienna (IIASA), working on the theory of religion and demographics. He has published in The Encyclopedia of Religions and Sciences (Springer, 2013).Journal for Cultural and Religious Theory
Σημειώσεις
1 See Monica Duffy Toft, Daniel Philpott, and Timothy Shah, God’s Century (New York: W.W.
Norton and Company, 2011).
2 Manfred Steger, Globalization: A Very Short Introduction (New York: Oxford University Press:
2009), 8.
3 Jack Goldstone, “Politics and Demography” in Goldstone, Jack, Eric P. Kaufmann and Monica
Duffy Toft, eds, Political Demography (Boulder, CO: Paradigm Publishers, 2012), 276.
4 Skirbekk, Vegard, Eric Kaufmann and Anne Goujon, “Secularism, Fundamentalism or
Catholicism? The religious composition of the United States to 2043”, Journal for the Scientific Study
of Religion, 49(2): 293-310 (June 2010), 293.
5 Eric Kaufmann and Monica Duffy Toft “Introduction”, Political Demography, 4.
6 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Multiply”, Political Demography, 209.
7 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Mulitpy”, Polical Demography, 200.
8 Kaufmann, Eric, Anne Goujon and Vegard Skirbekk, “The End of Secularization in Europe? A
Socio-Demographic Perspective” Sociology of Religion, 73 (1): 69-91 (Spring 2012). emphasis theirs.
9 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk “Go Forth and Mulitpy”, Polical Demography, 204.
10 Skirbekk, Vegard, Eric Kaufmann and Anne Goujon, “Secularism, Fundamentalism or
Catholicism? The religious composition of the United States to 2043 Journal for the Scientific Study of
Religion, 49(2): 293-310 (June 2010), 293.
11 “Secularism, Fundamenalism, or Catholicism?”, 304.
12 Eric Kaufmann and Vegard Skirbekk, “Go Forth and Multiply”, Political Demography, 202.
13 By liberalism I mean the continuous development of individual rights and civil liberties that
favor and procure behaviors and progressive social conditions that figure away from traditional
norms.
14 Daniel Bell, Cultural Contradictions of Capitalism (New York: Basic Books, 1976), 25.
15 Bell, 250
16 Eric Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth? (London: Profile Books, 2010), xx.
17 Rodney Stark, The Rise of Christianity (New York: Harper Collins, 1997), 112.
18 Stark, 122.
19 Stark, 7.
20 Monica Duffy Toft, “Wombfare”, Political Demography, 221-223.
21 Duffy, 223.
24 Jonathan V. Last, What to Expect When No One’s Expecting: America’s Coming Demographic Disaster
(New York, NY: Encounter Books, 2013), 27. See also United Nations, Department of Economic
and Social Affairs, Population Division, World Population Prospects: The 2010 Revision, 2011.
http://esa.un.org/unpd/wpp/Excel-Data/fertility.htm
25 Ben Wattenberg, Fewer (Chicago: Ivan R. Dee, 2004), 5. Emphasis his.
26 Wolfgang Lutz, Vegard Skirbekk and Maria Rita Testa, The Low Fertility Trap Hypothesis: Forces
that may lead to further postponement and fewer births in Europe, 3.
http://www.oeaw.ac.at/vid/download/edrp_4_05.pdf
27 John C. Caldwell, “The Globalization of Fertility Behavior” in Bulatao, Rudolfo and John B.
Casterline ed. Global Fertility Transition (New York: The Population Council, 2001), 93.
28 Eric Kaufmann, Shall the Religious Inherit the Earth, 55.
29 Dirk van der Kaa, The Idea of Second-Demographic Transition in Industrialized Countries, 4-5. Paper
presented by van de Kaa at the Sixth Welfare Policy Seminar of the National Institute of
Population and Social Security, Tokyo, Japan, 29 January 2002,
http://www.ipss.go.jp/webj-ad/webjournal.files/population/2003_4/kaa.pdf
30 Van der Kaa, 6.
31 Eric Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth, 51.
32 Jean-Claude Chesnais, “Comment: A March Towards Population Recession”, in Bulatao,
Rudolfo and John B. Casterline, Global Fertility Transition, 255.
33 Erick Kaufman, Shall the Religious Inherit the Earth, 53.
34 Shall the Religious Inherit the Earth, 50.
35 David Bentley Hart, “Freedom and Decency,” First Things, June/July 2004.
36 Shall the Religious Inherit the Earth, 226.
37 Dan ben David, “The Moment of Truth”, Haaretz, Feb. 6, 2007.
38 David Ohana, Israel and it’s Mediterranean Identity (New York: Palgrave Macmillan, 2011), 150.
39 Shall the Religious Inherit the Earth, 169.
40 “Muslim Demographics”, http://www.youtube.com/watch?v=6-3X5hIFXYU
41 Grace Davie, Religion in Modern Europe: A Memory Mutates (New York: Oxford University Press:
2000), 30.
42 Remi Brague, Eccentric Culture: A Theory of Western Civilization (South Bend, IN: St Augustine’s
Press, 2002), 185.
43 Lucian N. Leustan, “Does God matter in the European Union” in Leustan, Leustan, ed.,
Representing Religion in the European Union, (New York, Routledge, 2013), 1.
44 Leustan., 2.
45 Phillip Jenkins, God’s Continent: Christianity, Islam, and Europe’s Religious Crisis (New York:
Oxford University Press, 2007), 10.
46 Chris Hedges, Empire of Illusion: The End of Literacy and the Triumph of Spectacle (New York, NY:
Perseus Books), 33.
47 Phillip Longman, The Empty Cradle: How Falling Birthrates Threaten World Prosperity [And What To
Do About It] (New York: Basic Books, 2004), 171.
48 Longman, 4.
49 Longman, 168-9.
50 Jonathan V. Last, What to Expect When No One is Expecting, 157-8.
51 Dirk van der Kaa, The Idea of Second-Demographic Transition in Industrialized Countries, 24
Δεν υπάρχει μια Ευρώπη, παρά μονάχα ως γεωγραφική έννοια. Υπάρχουν πολλές «Ευρώπες». Παρακάτω ταξινομώ ορισμένες από αυτές με βάση διάφορα μεικτά κριτήρια:
1.Υπάρχει η Ευρώπη του πυρήνα ή του κέντρου, δηλαδή η «πολυ-πολιτισμική», κοσμική (πως θα συνδυάσει τα δύο προηγούμενα ένας θεός ξέρει), μετα-χριστιανική και εν δυνάμει μετα-εθνική Ευρώπη του Ρήνου, η οποία αποτελείται από τη Γερμανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο (ένα μεταμοντέρνο έθνος), το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία.
2.Υπάρχει η μετα-σοσιαλιστική χριστιανική ρωμαιοκαθολική κεντρική και ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία, δυτική Ουκρανία και Λιθουανία) η οποία συνδέεται με μια επίσης μετα-σοσιαλιστική αγνωστικιστική Ευρώπη (Τσεχία και Εσθονία). Στην πρώτη κατηγορία μπορούμε να τοποθετήσουμε επίσης τη Βαυαρία, την Αυστρία, τη Σλοβενία και την Κροατία, συμπληρώνοντας το πάζλ του γερμανικού, ουγγρικού, βάλτο-σλαβικού ρωμαιοκαθολικισμού (η Αυστρία, βέβαια, έχει μπροστά της ορισμένα διλήμματα - ίσως και τριλήμματα - ως προς το ποιος θα είναι ο ρόλος και ο προσανατολισμός της μεταξύ της Ευρώπης του Ρήνου και της μετα-σοσιαλιστικής κεντρικής Ευρώπης).
3.Υπάρχει η Σκανδιναβική Ευρώπη η οποία κινείται μεταξύ αγνωστικισμού και προτεσταντισμού (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία και Φινλανδία) και μεγάλος μέρος της συνδέεται με τη Βαλτική Ευρώπη (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία). Πολιτιστικό σύνδεσμο μεταξύ της προτεσταντικής και αγνωστικιστικής ΣκανδινοΒαλτικής Ευρώπης (Φινλανδία, Εσθονία) και της ρωμαιοκαθολικής ΑνατολικοΒαλτικής Ευρώπης (Πολωνία και Λιθουανία) αποτελεί η Λετονία (ενώ η Σουηδία αποτελεί ιδεολογικό σύνδεσμο μεταξύ της Σκανδιναβικής Ευρώπης και της Ευρώπης του πυρήνα ή του κέντρου).
4.Υπάρχει η ρωσογενής ΣλαβοΟρθόδοξη Ευρώπη, η οποία αποτελεί συνέχεια της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας και ορίζεται προς νότον από τα Καρπάθια όρη. Η Ευρώπη της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας (η οποία φτάνει μέχρι τη Μόσχα) τέμνει κάθετα την Ευρώπη του Ρήνου. Νότια του Ρήνου είναι γαλλική, ανατολικά του Ρήνου είναι γερμανο-πολωνική και στη συνέχεια ρωσογενής. Σε αυτή την Ευρώπη δεν υπάρχουν γεωγραφικά σύνορα (αποτελεί ενιαίο γεωγραφικό σύνολο) παρά μονάχα πολιτισμικά. Επίσης, σε αυτή την Ευρώπη έχουν γίνει όλες οι μεγάλες ιστορικές εισβολές και μάχες (ναπολεόντεια Γαλλία, Πρωσία, χιτλερική Γερμανία, σταλινική και τσαρική Ρωσία κ.λπ).
5.Υπάρχει η Ευρώπη της Ιβηρικής Χερσονήσου (Ισπανία, Πορτογαλία). Όποια και εάν είναι τα θρησκευτικά, γλωσσικά ή ευρύτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτής της Ευρώπης, πάντα θα αποτελεί μια ιστορική και γεωφυσική ενότητα από μόνη της.
6.Αναλόγως με την προηγούμενη, υπάρχει η Ευρώπη της Ιταλικής Χερσονήσου, η οποία αποτελεί sui generis ανάδελφη κατάσταση (και λόγω γεωγραφίας και λόγω ιστορίας και λόγω πολιτισμού) που τέμνει τη Μεσόγειο σε δυτική και ανατολική, και ιστορικά ενσωματώνεται το βόρειο τμήμα της ως ουρά στην ρωμαιοκαθολική γερμανική και στην παλαιά Καρολίγγεια Ευρώπη (κάτι που ενισχύει την εσωτερική της διάσπαση σε νότια και βόρεια).
7.Και φυσικά υπάρχει η Ευρώπη νότια του Δούναβη η οποία είναι ασύμμετρα τριχοτομημένη θρησκευτικά και πολυσύνθετη (δεν θα επεκταθώ εδώ περαιτέρω). Η Κροατία και η Σλοβενία αποτελούν πολιτιστικό σύνδεσμο μεταξύ αυτής και της μετα-σοσιαλιστικής ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης [2] ενώ η ορθόδοξη θρησκευτικά, λατινογενής γλωσσικά και μη σλαβογενής Ρουμανία και τα Καρπάθια Όρη αποτελούν σύνορα μεταξύ αυτής, της ρωσογενούς [4] και της κεντρικής ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης [2].
Η Ελλάδα, αν και αποτελεί Χερσόνησο όπως η Ιταλία και η Ιβηρική (πριν επιβληθεί ο όρος «Βαλκάνια» στη διεθνή βιβλιογραφία είχε προταθεί ο όρος «ΣλαβοΕλλάδα») δεν είχε την τύχη να διαθέτει, ούτε Άλπεις ούτε Πυρηναία στο Βορρά της, κάτι που φυσικά, αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα για τη μοίρα ή/και την τύχη της εδώ και αιώνες (το τελευταίο δεν πρόκειται να σας το πουν διάφοροι οικονομιστές).
Η δημιουργία μιας «ενιαίας Ευρώπης», φυσικά, δεν εξαρτάται από νομίσματα και θεσμούς, αλλά από την επίλυση των ιστορικών σχέσεων ανάμεσα σε όλες αυτές τις «Ευρώπες» (οι οποίες έχουν άκρως διαφορετικές πολιτιστικές προϋποθέσεις) καθώς επίσης την οργανική σύνδεση των γεωιστορικών και γεωφυσικών αυτών περιοχών (και την ανάπτυξη της εσωτερικής και μεταξύ τους λειτουργικότητας).
(-) Τα προηγούμενα αποτελούν μεικτά στοιχεία. Σαφώς και μπορούν να υπάρξουν συμπληρωματικές ταξινομήσεις με διαφορετικά κριτήρια. Για παράδειγμα, ως γεωπολιτικές ενότητες μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχουν τέσσερις ή πέντε «Ευρώπες».
(-) Η οροσειρά του Αίμου δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με τις Άλπεις ούτε με τα Πυρηναία. Ο καθορισμός γίνεται από τον Δούναβη και όχι από τον Αίμο.
(-) Η καρδιά της Ευρώπης, από απόψεως πλούτου, ξεκινά από τη κοιλάδα του Πάδου στην βόρεια Ιταλία και μέσω της Ελβετίας, της Αυστρίας και της Βαυαρίας διατρέχει κάθετα τη Γερμανία φτάνοντας μέχρι το Αμβούργο και το Ρότερνταμ (η καρδιά της βιομηχανικής Ευρώπης είναι παρεμφερής και είναι η περίφημη «μπλε μπανάνα» - blue banana).
(-) Δίχως τη Βαυαρία και τη Βάδη-Βυρτεμβέργη θα σας έλεγα εγώ πόσο «παραγωγική» θα ήταν η Γερμανία...
(-) Όσοι σκεφτόμαστε με όρους γεωγραφικής λειτουργικότητας αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή που έχουν επιφέρει τα εθνικά κράτη σε ολόκληρες περιοχές. Από την άλλη όμως, αυτό δείχνουν να το καταλαβαίνουν και τα ίδια τα εθνικά κράτη μεταξύ τους (εξ ου και Ευρώπη του Ρήνου, Βιζενγκραντ, Σκανδιναβικές χώρες κ.λπ).
(-) Οι πολλές «Ευρώπες», από ορισμένους, γίνονται αντιληπτές μονάχα ως «πρόβλημα και εμπόδιο» και όχι ως ιστορικός, ανθρωπολογικός και πολιτισμικός πλούτος.
(-) Υπό αυτή τη σκοπιά (νόμισμα, θεσμοί vs ιστορικές σχέσεις, οργανική σύνδεση και λειτουργικότητα ανθρωπογεωγραφιών και περιοχών) μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την απίστευτη μετριότητα και το απόλυτο τίποτα των τεχνοκρατών και των γραφειοκρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ας τους αφήσουμε να ασχολούνται με λογιστικές μονάδες και νομικά πλαίσια). Επίσης μπορεί να αντιληφθεί γιατί ορισμένοι παράξενοι άνθρωποι είναι τόσο έντονα πεπεισμένοι πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».
Αφιερώσαμε άπειρες διανοητικές δυνάμεις τόσα χρόνια για να καταλήξουμε να μας χαρακτηρίζουν «ευρωσκεπτικιστές» ή «αντι-ευρωπαϊστές» ορισμένοι οικονομιστές €uroγενίτσαροι και διάφοροι αρειμάνιοι οπαδοί της υπερεθνικότητας που δεν έχουν κανένα απολύτως Μέτρο. Τι να πεις...
1. Θάλασσες και γεωγραφικές λειτουργικότητες της Ευρώπης. Εισαγωγή.
2. Από τον Κόλπο του Kattegat και τα Στενά Skagerrak στις Δαλματικές ακτές. Παράδειγμα σύνδεσης γεωγραφίας και (γεω)πολιτισμού.
1.Υπάρχει η Ευρώπη του πυρήνα ή του κέντρου, δηλαδή η «πολυ-πολιτισμική», κοσμική (πως θα συνδυάσει τα δύο προηγούμενα ένας θεός ξέρει), μετα-χριστιανική και εν δυνάμει μετα-εθνική Ευρώπη του Ρήνου, η οποία αποτελείται από τη Γερμανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο (ένα μεταμοντέρνο έθνος), το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία.
2.Υπάρχει η μετα-σοσιαλιστική χριστιανική ρωμαιοκαθολική κεντρική και ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία, δυτική Ουκρανία και Λιθουανία) η οποία συνδέεται με μια επίσης μετα-σοσιαλιστική αγνωστικιστική Ευρώπη (Τσεχία και Εσθονία). Στην πρώτη κατηγορία μπορούμε να τοποθετήσουμε επίσης τη Βαυαρία, την Αυστρία, τη Σλοβενία και την Κροατία, συμπληρώνοντας το πάζλ του γερμανικού, ουγγρικού, βάλτο-σλαβικού ρωμαιοκαθολικισμού (η Αυστρία, βέβαια, έχει μπροστά της ορισμένα διλήμματα - ίσως και τριλήμματα - ως προς το ποιος θα είναι ο ρόλος και ο προσανατολισμός της μεταξύ της Ευρώπης του Ρήνου και της μετα-σοσιαλιστικής κεντρικής Ευρώπης).
3.Υπάρχει η Σκανδιναβική Ευρώπη η οποία κινείται μεταξύ αγνωστικισμού και προτεσταντισμού (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία και Φινλανδία) και μεγάλος μέρος της συνδέεται με τη Βαλτική Ευρώπη (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία). Πολιτιστικό σύνδεσμο μεταξύ της προτεσταντικής και αγνωστικιστικής ΣκανδινοΒαλτικής Ευρώπης (Φινλανδία, Εσθονία) και της ρωμαιοκαθολικής ΑνατολικοΒαλτικής Ευρώπης (Πολωνία και Λιθουανία) αποτελεί η Λετονία (ενώ η Σουηδία αποτελεί ιδεολογικό σύνδεσμο μεταξύ της Σκανδιναβικής Ευρώπης και της Ευρώπης του πυρήνα ή του κέντρου).
4.Υπάρχει η ρωσογενής ΣλαβοΟρθόδοξη Ευρώπη, η οποία αποτελεί συνέχεια της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας και ορίζεται προς νότον από τα Καρπάθια όρη. Η Ευρώπη της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας (η οποία φτάνει μέχρι τη Μόσχα) τέμνει κάθετα την Ευρώπη του Ρήνου. Νότια του Ρήνου είναι γαλλική, ανατολικά του Ρήνου είναι γερμανο-πολωνική και στη συνέχεια ρωσογενής. Σε αυτή την Ευρώπη δεν υπάρχουν γεωγραφικά σύνορα (αποτελεί ενιαίο γεωγραφικό σύνολο) παρά μονάχα πολιτισμικά. Επίσης, σε αυτή την Ευρώπη έχουν γίνει όλες οι μεγάλες ιστορικές εισβολές και μάχες (ναπολεόντεια Γαλλία, Πρωσία, χιτλερική Γερμανία, σταλινική και τσαρική Ρωσία κ.λπ).
5.Υπάρχει η Ευρώπη της Ιβηρικής Χερσονήσου (Ισπανία, Πορτογαλία). Όποια και εάν είναι τα θρησκευτικά, γλωσσικά ή ευρύτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτής της Ευρώπης, πάντα θα αποτελεί μια ιστορική και γεωφυσική ενότητα από μόνη της.
6.Αναλόγως με την προηγούμενη, υπάρχει η Ευρώπη της Ιταλικής Χερσονήσου, η οποία αποτελεί sui generis ανάδελφη κατάσταση (και λόγω γεωγραφίας και λόγω ιστορίας και λόγω πολιτισμού) που τέμνει τη Μεσόγειο σε δυτική και ανατολική, και ιστορικά ενσωματώνεται το βόρειο τμήμα της ως ουρά στην ρωμαιοκαθολική γερμανική και στην παλαιά Καρολίγγεια Ευρώπη (κάτι που ενισχύει την εσωτερική της διάσπαση σε νότια και βόρεια).
7.Και φυσικά υπάρχει η Ευρώπη νότια του Δούναβη η οποία είναι ασύμμετρα τριχοτομημένη θρησκευτικά και πολυσύνθετη (δεν θα επεκταθώ εδώ περαιτέρω). Η Κροατία και η Σλοβενία αποτελούν πολιτιστικό σύνδεσμο μεταξύ αυτής και της μετα-σοσιαλιστικής ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης [2] ενώ η ορθόδοξη θρησκευτικά, λατινογενής γλωσσικά και μη σλαβογενής Ρουμανία και τα Καρπάθια Όρη αποτελούν σύνορα μεταξύ αυτής, της ρωσογενούς [4] και της κεντρικής ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης [2].
Η Ελλάδα, αν και αποτελεί Χερσόνησο όπως η Ιταλία και η Ιβηρική (πριν επιβληθεί ο όρος «Βαλκάνια» στη διεθνή βιβλιογραφία είχε προταθεί ο όρος «ΣλαβοΕλλάδα») δεν είχε την τύχη να διαθέτει, ούτε Άλπεις ούτε Πυρηναία στο Βορρά της, κάτι που φυσικά, αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα για τη μοίρα ή/και την τύχη της εδώ και αιώνες (το τελευταίο δεν πρόκειται να σας το πουν διάφοροι οικονομιστές).
Η δημιουργία μιας «ενιαίας Ευρώπης», φυσικά, δεν εξαρτάται από νομίσματα και θεσμούς, αλλά από την επίλυση των ιστορικών σχέσεων ανάμεσα σε όλες αυτές τις «Ευρώπες» (οι οποίες έχουν άκρως διαφορετικές πολιτιστικές προϋποθέσεις) καθώς επίσης την οργανική σύνδεση των γεωιστορικών και γεωφυσικών αυτών περιοχών (και την ανάπτυξη της εσωτερικής και μεταξύ τους λειτουργικότητας).
Σημειώσεις
(-) Τα προηγούμενα αποτελούν μεικτά στοιχεία. Σαφώς και μπορούν να υπάρξουν συμπληρωματικές ταξινομήσεις με διαφορετικά κριτήρια. Για παράδειγμα, ως γεωπολιτικές ενότητες μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχουν τέσσερις ή πέντε «Ευρώπες».
(-) Η οροσειρά του Αίμου δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με τις Άλπεις ούτε με τα Πυρηναία. Ο καθορισμός γίνεται από τον Δούναβη και όχι από τον Αίμο.
(-) Η καρδιά της Ευρώπης, από απόψεως πλούτου, ξεκινά από τη κοιλάδα του Πάδου στην βόρεια Ιταλία και μέσω της Ελβετίας, της Αυστρίας και της Βαυαρίας διατρέχει κάθετα τη Γερμανία φτάνοντας μέχρι το Αμβούργο και το Ρότερνταμ (η καρδιά της βιομηχανικής Ευρώπης είναι παρεμφερής και είναι η περίφημη «μπλε μπανάνα» - blue banana).
(-) Δίχως τη Βαυαρία και τη Βάδη-Βυρτεμβέργη θα σας έλεγα εγώ πόσο «παραγωγική» θα ήταν η Γερμανία...
(-) Όσοι σκεφτόμαστε με όρους γεωγραφικής λειτουργικότητας αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή που έχουν επιφέρει τα εθνικά κράτη σε ολόκληρες περιοχές. Από την άλλη όμως, αυτό δείχνουν να το καταλαβαίνουν και τα ίδια τα εθνικά κράτη μεταξύ τους (εξ ου και Ευρώπη του Ρήνου, Βιζενγκραντ, Σκανδιναβικές χώρες κ.λπ).
(-) Οι πολλές «Ευρώπες», από ορισμένους, γίνονται αντιληπτές μονάχα ως «πρόβλημα και εμπόδιο» και όχι ως ιστορικός, ανθρωπολογικός και πολιτισμικός πλούτος.
(-) Υπό αυτή τη σκοπιά (νόμισμα, θεσμοί vs ιστορικές σχέσεις, οργανική σύνδεση και λειτουργικότητα ανθρωπογεωγραφιών και περιοχών) μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την απίστευτη μετριότητα και το απόλυτο τίποτα των τεχνοκρατών και των γραφειοκρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ας τους αφήσουμε να ασχολούνται με λογιστικές μονάδες και νομικά πλαίσια). Επίσης μπορεί να αντιληφθεί γιατί ορισμένοι παράξενοι άνθρωποι είναι τόσο έντονα πεπεισμένοι πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».
Αφιερώσαμε άπειρες διανοητικές δυνάμεις τόσα χρόνια για να καταλήξουμε να μας χαρακτηρίζουν «ευρωσκεπτικιστές» ή «αντι-ευρωπαϊστές» ορισμένοι οικονομιστές €uroγενίτσαροι και διάφοροι αρειμάνιοι οπαδοί της υπερεθνικότητας που δεν έχουν κανένα απολύτως Μέτρο. Τι να πεις...
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
1. Θάλασσες και γεωγραφικές λειτουργικότητες της Ευρώπης. Εισαγωγή.
2. Από τον Κόλπο του Kattegat και τα Στενά Skagerrak στις Δαλματικές ακτές. Παράδειγμα σύνδεσης γεωγραφίας και (γεω)πολιτισμού.
| 0 | 0 |
I
Γιατί κανείς δεν αναφέρεται σε οικονομικούς φονταμενταλιστές και φανατικούς κοσμικιστές; Άνθρωποι των δύο αυτών κατηγοριών είναι κατεξοχήν απρόθυμοι να αμφισβητήσουν τις προκείμενες και τις προϋποθέσεις των αντιλήψεων και των θεωριών τους, των υποθέσεων και των πίστεων τους, και με εξαιρετικά μαχητικό και πολεμικό τρόπο, περιφρονούν ή/και δαιμονοποιούν όσες και όσους διαφοροποιούνται από - ή αμφισβητούν - τις αντιλήψεις τους. Πέρασε η εποχή του μεγαλείου τους και της απόλυτης και ασύδοτης κυριαρχίας τους. Ο νέος ιστορικός αιώνας δεν θα είναι μονάχα ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά, εντελώς διαφορετικός από τον 19ο και τον 20ο χρονολογικό αιώνα.
Κατά την περίοδο των χτυπημάτων στο Παρίσι είπα σε ένα φίλο πως το γαλλικό πολιτειακό πρότυπο (το οποίο θυμίζω πως θεωρήθηκε ως το κατεξοχήν «νεωτερικό» πολιτικό πρότυπο και μοντέλο για άλλες χώρες) θα φανεί σταδιακά πως είναι παρωχημένο και ξεπερασμένο και πως αποτελεί ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Έπεσε από τα σύννεφα. Παραλίγο να λιποθυμήσει.
Οι εθνικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της Γαλλίας (και του Ηνωμένου Βασιλείου) θεωρήθηκαν, σε αρκετές περιπτώσεις, ως «νεωτερικά» πρότυπα καθολικής ισχύος (από τη μελέτη του εθνικισμού και τις απόψεις περί «πρωτογενών» εθνικισμών μέχρι πολιτειακές, κοινωνικές και οικονομικές δομές και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε). Αυτές οι ιδιαιτερότητες, στις μέρες μας, δεν έχουν απλά χάσει την καθολική τους ισχύ σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά φανερώνονται πλέον και ως αδυναμίες σε τοπική κλίμακα.
Στην εποχή μας, ότι πιο οπισθοδρομικό, παρωχημένο και ξεπερασμένο είναι να επιχειρήσει να εφαρμόσει ένα κράτος τις αρχές που εφαρμόστηκαν το 1905 στη Γαλλία (και οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στη Γαλλική Επανάσταση). Αυτές οι αρχές είναι εκτός εποχής σε επίπεδο πραγματικότητας αλλά παραμένουν ακόμα ισχυρές σε επίπεδο ιδεών. Όταν όμως ο κόσμος αλλάζει και οι ιδέες δεν αλλάζουν, οπωσδήποτε καλό δεν είναι.
Και το σημαντικότερο. Ο σοβιετισμός κατέρρευσε. Όλοι περίμεναν πως θα έρθει ο Φουκογιάμα. Τελικά τι ήρθε; Ο παναραβισμός κατέρρευσε. Ομοίως, όλοι περίμεναν πως θα έρθει ο Φουκογιάμα. Τελικά τι ήρθε; Ο ρωσικός σοβιετισμός και ο αραβικός εθνικισμός (και σοσιαλισμός) αποτέλεσαν τα κοσμικά παιδιά ή αδέρφια της Γαλλικής Επαναστάσεως (τα ίδια ισχύουν και για τον κεμαλισμό στην Τουρκία). Από τη Ρωσία και τις αραβικές χώρες πλέον έχουμε φτάσει στον πυρήνα: στην Γαλλία.
Αυτό δεν μπορούν, ή δεν θέλουν, να καταλάβουν.
(-) Ο κοσμικισμός της Γαλλίας είναι διαφορετικός από αυτόν των Η.Π.Α (ή του Κεμπέκ). Η όποια παραπάνω ευελιξία των Η.Π.Α οφείλεται ακριβώς στην διαφορετικότητα του κοσμικισμού της (secularism) και στη σχέση του τελευταίου με το θρησκευτικό του παρελθόν και περιβάλλον (μια τέτοια σχέση στις μέρες μας αποτελεί πλεονέκτημα).
Παντού βλέπουμε σπέρματα μιας πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα σε θρησκευόμενους και ευρω-κοσμικούς, δηλαδή ανάμεσα σε πολιτιστικά αυτόχθονες και στην εξευρωπαϊσμένη κοσμική πολιτισμική ελίτ και την διεθνοποιημένη και παγκοσμιοποιημένη ιντελιγκέντσια του ευρωπαϊκού διαφωτισμού (The causes and present shape of what one may call Eurosecularity constitute one of the most interesting problems in the sociology of contemporary religion. The other exception is perhaps even more relevant to the question of secularization, for it is constituted by an international cultural elite, essentially a globalization of the Enlightened intelligentsia of Europe).
Αυτές τις συνθήκες έχουν αρχίσει να βιώνουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Απλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μιας εξόχως ιδιαίτερη και πολυσύνθετη περίπτωση για διάφορους λόγους και σε πάμπολλους τομείς. Ενδεικτικά: Πρώτον, οι Η.Π.Α, σε αντίθεση με την Ινδία, το Ισραήλ και την Τουρκία, δεν δημιουργήθηκαν ως κοσμική χώρα, αλλά ως η πρώτη θρησκευτική δημοκρατία στον πλανήτη, η οποία επιδίωξε να συγκεράσει τον Καλβίνο με τον Χόμπς. Δεύτερον, ο αυτόχθων αμερικανικός διαφωτισμός ήταν πολύ διαφορετικός από τον δυτικοευρωπαϊκό, είχε λαϊκή, κοινοτική και θρησκευτική - κυρίως «από τα κάτω» - καταγωγή και δεν ήταν αντι-χριστιανικός (κάτι που δίνει στις Η.Π.Α μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας σε σχέση με άλλες κοσμικές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η Γαλλία και το Βέλγιο). Τρίτον, η μεγάλη μάχη, τόσο στην αμερικανική ήπειρο (νότια και βόρεια) όσο και στο εσωτερικό των Η.Π.Α είναι ενδο-χριστιανική και γίνεται για τη διαμόρφωση των συσχετισμών ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό με τις ευρω-κοσμικές ελίτ να προσπαθούν να διαχειριστούν ή να χειραγωγήσουν αυτή την «διαμάχη».
Ευρωκεντρική ιδεολογία και ιστοριογραφίασημαίνει για παράδειγμα, σε ενδο-ευρωπαϊκό επίπεδο, την πλήρη και ολική εξάλειψη ή/και εξαφάνιση από τις συνειδήσεις της γνώσης πως ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, στα τέλη του ενδέκατου αιώνα, μας προσέφερε μια εξαιρετική περιγραφή του τρόπου λειτουργίας της αγοράς σε ολιγοπωλιακές συνθήκες, και της επίδρασης των διακυμάνσεων της τιμής των σιτηρών στο σύνολο των τιμών και των αμοιβών, ενώ, σε εξω-ευρωπαϊκό επίπεδο, την πλήρη και ολική εξάλειψη ή/και εξαφάνιση ενός διάσημου κινεζικού κείμενου του πρώτου αιώνα μ.Χ υπό τον τίτλο ''Λόγοι περί άλατος και σιδήρου'', στο οποίο εξετάζεται η σχέση εμπορίου, κυβερνητικής παρέμβασης και μονοπωλίων στο εσωτερικό της Κίνας επί αυτοκράτορα Wu (δυναστεία Han).
Το γεγονός πως πριν λίγες δεκαετίες υπήρχαν ελάχιστα hijab στην κεντρική γεωγραφία του Ισλάμ ενώ σήμερα έχει πλημμυρίσει ο κόσμος hijab - όχι μονάχα σε αυτά τα εδάφη, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις -, δεν αποτελεί «αναίρεση» ούτε του «ευρωπαϊκού» πολιτισμού (έτσι γενικά και αόριστα) ούτε του Θουκυδίδη, αλλά του έργου του Condorcet ''Sketch for a Historical Picture of the Progress of the Human Mind'', έργο το οποίο ουσιαστικά αποτέλεσε θεμέλιο για όλες τις μετέπειτα αντιλήψεις περί Προόδου (είτε το γνωρίζουν αυτό οι σημερινοί φορείς τους είτε όχι). Επίσης, το γεγονός πως στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν περίπου 600 εκατομμύρια χριστιανοί στον πλανήτη ενώ σήμερα υπάρχουν περίπου 2,2 δισεκατομμύρια, δεν αποτελεί «αναίρεση» ούτε του «δυτικού» πολιτισμού (έτσι γενικά και αόριστα) ούτε του Θωμά Ακινάτη ή του Ιωάννη Εριγένη του Σκώτου (Johannes Scotus Eriugena), αλλά των απόψεων και των αντιλήψεων που εκφράστηκαν κατά τον 18ο αιώνα και ισχυρίζονταν πως σε εκατό χρόνια από τότε δεν θα υπήρχε ούτε μια Βίβλος στον κόσμο και πως το τελευταίο αντίτυπο της θα βρισκόταν σε κάποιο παλαιοπωλείο (αποδίδεται στον Βολταίρο, δεν έχει σημασία η ακριβής φράση, αυτή ήταν η πίστη των οπαδών της Προόδου). Η «Ευρώπη» και οι φορείς αυτών των απόψεων οπισθοχωρούν ή παρακμάζουν και όχι γενικά και αόριστα ο «δυτικός ή/και ευρωπαϊκός» πολιτισμός.
Όλα τα προηγούμενα διευκρινίζονται προκειμένου, σε κατάλληλο χρόνο, να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις και επισημάνσεις για τις ευρωπαϊκές και ευρύτερα παγκόσμιες εξελίξεις και τους μετασχηματισμούςπου λαμβάνουν χώρα στην εποχή μας.
(-) Μια από τις πλέον παραπλανητικές χρονολογίες που έχουν καθιερωθεί ως ιστοριογραφικό σημείο καμπής είναι το 1492. Η χρονολογία αυτή υποτίθεται πως σηματοδοτεί την απαρχή της «ευρωπαϊκής» κυριαρχίας ή ηγεμονίας σε πλανητική κλίμακα. Ουδέν ψευδέστερον. Η ευρωπαϊκή, δηλαδή των χωρών της Ατλαντικής Ευρώπης (από την Πορτογαλία μέχρι την Ολλανδία), επέκταση άρχισε να γίνεται αισθητή με όρους ηγεμονικούς στην παγκόσμια ήπειρο, δηλαδή την ΑφροΕυρασιατική, προς τα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Καμία επικυριαρχία - με όρους ηγεμονικούς - δεν υπήρχε επί των άλλων πολιτιστικών συνόλων και αυτοκρατοριών, μέχρι, για παράδειγμα, το 1750 (1492: Ένα παραπλανητικό ιστοριογραφικό σημείο καμπής). Οι αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν είχαν σχέσεις κυριαρχίας ως προς τους ιθαγενείς πληθυσμούς (π.χ της Ινδίας) μέχρι τα τέλη του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα, παρά δρούσαν υπό την ανοχή και άδεια των τελευταίων. Μέσω της ευρωκεντρικής ιδεολογίας και ιστοριογραφίας έχει υπερτιμηθεί τόσο η αρνητική όσο και η θετική επιρροή των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων στις περιοχές αυτές προ του 18ου και κυρίως 19ου αιώνα. Ενδεκτικά: «As the Mughal Empire was established, in the mid sixteenth century, European traders accepted subordinate positions, just like other local Indian rulers. In doing so, they accepted the sovereignty and legitimacy or the Mughal rulers... Europeans often engaged with non-European political and economic actors before 1492, and even their dealings with Asians or Africans after that were often dictated and negotiated on the basis of European weaknesses and limitations. Contrary to what is commonly believed, even at the height of imperialism, in the mid 19th century, much of the world remained outside of direct European control»... “The millennial balance of the ecumene among the civilizations of the Middle East, India, China, and Europe”, says William McNeill (1963: 653), “did not decisively collapse until about the middle of the nineteenth century.” (Μεταξύ 1820 και 1870: Μακροδομές).
Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
Πέρα - και μετά - από το Παρίσι και τις Βρυξέλλες. Μέρος α΄.
Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
Σύντομο σχόλιο περί γαλλικής Laïcité και Ισλάμ.
Demographics as Destiny: Globalization and the Resurgence of Religion Through Fertility.
Secularization Falsified.
I) Secularism, Myth, and History, II) Secularisation: New Historical Perspectives, and Bonus: Take Japan.
Before the Rise of the West. International Orders in the Early Modern World. Edited by Shogo Suzuki, Yongjin Zhang, Joel Quirk (Book review).
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Δημογραφία και Μετα-Εκκοσμίκευση. Μια πτυχή των δημογραφικών εξελίξεων που δεν τονίζεται.
Western policymakers need more culture.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
Αφηγήσεις και «μετα-αφηγήσεις» (metanarratives).
Rethinking the Standard(s) of Civilization(s) in International Relations. Conference Review.
Σύντομη παρατήρηση για το πλανητικό σκηνικό και την αναβίωση πολιτισμικών, θρησκευτικών και νεοπαραδοσιακών μορφών και ταυτοτήτων.
Ιδεολογίες και πολιτισμοί. Σύντομη αναφορά.
Για την κύρια «ιδεολογική» διαμάχη των καιρών μας.
Δυτικο(ευρω)κεντρικός επαρχιωτισμός και Κίνα. Μια σύντομη εισαγωγική αναφορά.
II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου και I) Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης».
A Note on Civilizations and Economies.
After Western Hegemony – 40th World Congress of Sociology / Μετά τη Δυτική Ηγεμονία - Παγκόσμιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας.
Ο ευρωκεντρισμός και τα άβαταρ του: τα διλήμματα της κοινωνικής επιστήμης. Εισαγωγή.
The global transformation: the nineteenth century and the making of modern international relations. Barry Buzan and George Lawson.
Thinking Inter-Culturally: From racist and Eurocentric Monologism to Inter-Civilizational Dialogism - John M. Hobson, Professor of Politics and International Relations.
II
Σε πρόσφατο άρθρο στο Foreign Policy με τίτλο ''Πως ο γαλλικός κοσμικισμός έγινε φονταμενταλιστικός'' (How French Secularism Became Fundamentalist) θίγονται κάποια σημεία που έχουν ενδιαφέρον. Έχω γράψει για την ιδιαιτερότητα του γαλλικού πολιτειακού προτύπου (αλλά και για το Βέλγιο) και έχω αναφέρει πως οι γενικεύσεις αποκρύβουν τόσο την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης της Γαλλίας όσο και μεγάλες παγκόσμιες θεματικές (έχω επίσης μιλήσει για κοσμικό φονταμενταλισμό ο οποίος, βρισκόμενος στο απυρόβλητο, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για θρησκευτική αντίδραση, τροφοδοτώντας την). Το άρθρο καταλήγει στην άποψη πως μια επιθετική, φονταμενταλιστική μορφή κοσμικισμού (laïcité) έχει συμβάλλει στην ριζοσπαστικοποίηση των νέων.Κατά την περίοδο των χτυπημάτων στο Παρίσι είπα σε ένα φίλο πως το γαλλικό πολιτειακό πρότυπο (το οποίο θυμίζω πως θεωρήθηκε ως το κατεξοχήν «νεωτερικό» πολιτικό πρότυπο και μοντέλο για άλλες χώρες) θα φανεί σταδιακά πως είναι παρωχημένο και ξεπερασμένο και πως αποτελεί ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Έπεσε από τα σύννεφα. Παραλίγο να λιποθυμήσει.
Οι εθνικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της Γαλλίας (και του Ηνωμένου Βασιλείου) θεωρήθηκαν, σε αρκετές περιπτώσεις, ως «νεωτερικά» πρότυπα καθολικής ισχύος (από τη μελέτη του εθνικισμού και τις απόψεις περί «πρωτογενών» εθνικισμών μέχρι πολιτειακές, κοινωνικές και οικονομικές δομές και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε). Αυτές οι ιδιαιτερότητες, στις μέρες μας, δεν έχουν απλά χάσει την καθολική τους ισχύ σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά φανερώνονται πλέον και ως αδυναμίες σε τοπική κλίμακα.
Στην εποχή μας, ότι πιο οπισθοδρομικό, παρωχημένο και ξεπερασμένο είναι να επιχειρήσει να εφαρμόσει ένα κράτος τις αρχές που εφαρμόστηκαν το 1905 στη Γαλλία (και οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στη Γαλλική Επανάσταση). Αυτές οι αρχές είναι εκτός εποχής σε επίπεδο πραγματικότητας αλλά παραμένουν ακόμα ισχυρές σε επίπεδο ιδεών. Όταν όμως ο κόσμος αλλάζει και οι ιδέες δεν αλλάζουν, οπωσδήποτε καλό δεν είναι.
Και το σημαντικότερο. Ο σοβιετισμός κατέρρευσε. Όλοι περίμεναν πως θα έρθει ο Φουκογιάμα. Τελικά τι ήρθε; Ο παναραβισμός κατέρρευσε. Ομοίως, όλοι περίμεναν πως θα έρθει ο Φουκογιάμα. Τελικά τι ήρθε; Ο ρωσικός σοβιετισμός και ο αραβικός εθνικισμός (και σοσιαλισμός) αποτέλεσαν τα κοσμικά παιδιά ή αδέρφια της Γαλλικής Επαναστάσεως (τα ίδια ισχύουν και για τον κεμαλισμό στην Τουρκία). Από τη Ρωσία και τις αραβικές χώρες πλέον έχουμε φτάσει στον πυρήνα: στην Γαλλία.
Αυτό δεν μπορούν, ή δεν θέλουν, να καταλάβουν.
Σημειώσεις
(-) Και δεν μπορούν να το καταλάβουν οι οπαδοί του Φουκογιάμα γιατί προτάσσουν το σοσιαλιστικό και όχι το κοσμικιστικό ως το πρωτεύον στοιχείο, μη βλέποντας πως και ο φιλελεύθερος κοσμικισμός διέρχεται κρίση και υποχωρεί (και οι μαρξιστές πρότασσαν ως στοιχείο διαφοροποίησης το κοινωνικό-οικονομικό ζήτημα αστικής/προλεταριακής επαναστάσεως υποβαθμίζοντας το κοσμικό ενοποιητικό στοιχείο).(-) Ο κοσμικισμός της Γαλλίας είναι διαφορετικός από αυτόν των Η.Π.Α (ή του Κεμπέκ). Η όποια παραπάνω ευελιξία των Η.Π.Α οφείλεται ακριβώς στην διαφορετικότητα του κοσμικισμού της (secularism) και στη σχέση του τελευταίου με το θρησκευτικό του παρελθόν και περιβάλλον (μια τέτοια σχέση στις μέρες μας αποτελεί πλεονέκτημα).
III
Από τις αρχές έως περίπου τα μέσα του 20ου αιώνα χρονικά, και χωρικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Τουρκία, από την Ρωσία μέχρι το Ιράν και από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο, υπήρξε ένας εξευρωπαϊσμός των πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών ελίτ (η Κίνα εξ'αρχής αντιστάθηκε). Την αντιστροφή αυτής της πορείας παρατηρούμε στις μέρες μας. Η εναντίωση και το ''backlash''προς αυτές τις ευρω-κοσμικές ελίτ αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής διαμάχης που εξελίσσεται σε εξαιρετικά διευρυμένη αν όχι παγκόσμια κλίμακα (πλην κεντρικής και νότιας Αφρικής και ίσως σε τμήματα της λατινικής Αμερικής). Χώρες όπως η Ινδία, το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται, όσο και εάν φαίνεται περίεργο, στην πρωτοπορία αυτών των εξελίξεων και νέων συνθηκών (το Ιράν μάλλον υπήρξε η χώρα «αισθητήρας»).Παντού βλέπουμε σπέρματα μιας πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα σε θρησκευόμενους και ευρω-κοσμικούς, δηλαδή ανάμεσα σε πολιτιστικά αυτόχθονες και στην εξευρωπαϊσμένη κοσμική πολιτισμική ελίτ και την διεθνοποιημένη και παγκοσμιοποιημένη ιντελιγκέντσια του ευρωπαϊκού διαφωτισμού (The causes and present shape of what one may call Eurosecularity constitute one of the most interesting problems in the sociology of contemporary religion. The other exception is perhaps even more relevant to the question of secularization, for it is constituted by an international cultural elite, essentially a globalization of the Enlightened intelligentsia of Europe).
Αυτές τις συνθήκες έχουν αρχίσει να βιώνουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Απλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μιας εξόχως ιδιαίτερη και πολυσύνθετη περίπτωση για διάφορους λόγους και σε πάμπολλους τομείς. Ενδεικτικά: Πρώτον, οι Η.Π.Α, σε αντίθεση με την Ινδία, το Ισραήλ και την Τουρκία, δεν δημιουργήθηκαν ως κοσμική χώρα, αλλά ως η πρώτη θρησκευτική δημοκρατία στον πλανήτη, η οποία επιδίωξε να συγκεράσει τον Καλβίνο με τον Χόμπς. Δεύτερον, ο αυτόχθων αμερικανικός διαφωτισμός ήταν πολύ διαφορετικός από τον δυτικοευρωπαϊκό, είχε λαϊκή, κοινοτική και θρησκευτική - κυρίως «από τα κάτω» - καταγωγή και δεν ήταν αντι-χριστιανικός (κάτι που δίνει στις Η.Π.Α μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας σε σχέση με άλλες κοσμικές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η Γαλλία και το Βέλγιο). Τρίτον, η μεγάλη μάχη, τόσο στην αμερικανική ήπειρο (νότια και βόρεια) όσο και στο εσωτερικό των Η.Π.Α είναι ενδο-χριστιανική και γίνεται για τη διαμόρφωση των συσχετισμών ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό με τις ευρω-κοσμικές ελίτ να προσπαθούν να διαχειριστούν ή να χειραγωγήσουν αυτή την «διαμάχη».
Σημείωση
Η δυτική Ευρώπη, υπό τον ιδεολογικό μανδύα του λιμπεραλισμού, αποτέλεσε το μοναδικό παράδειγμα πολιτισμού στον πλανήτη που οι σχέσεις του με όλα τα υπόλοιπα πολιτιστικά σώματα υπήρξαν σχέσεις αντιθέσεως και μόνον (με την αποικιοκρατία ανακηρύχθηκαν άπαντες συλλήβδην «εχθροί», απλώς και μόνον επειδή υπήρχαν και αποφασίστηκε ο «εκπολιτισμός» τους) ενώ στις φιλοσοφικές της προϋποθέσεις τέθηκε μονομάχος εναντίον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Το αγεφύρωτο χάσμα (το οποίο νομίζουν πως μπορούν να υπερβούν μέσω της «πολυ-πολιτισμικότητας») μεταξύ των ευρω-κοσμικών ελίτ και όλων των υπόλοιπων πολιτιστικών σωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του αμερικανικού, εκφράζεται δια του όρου «ριζοσπαστισμός» (funtamentalismus). Έτσι έχουμε αμερικάνικο funtamentalismus, ρωσικό funtamentalismus, ινδικό funtamentalismus, περσικό και αραβικό funtamentalismus, χριστιανικό και ισλαμικό funtamentalismus, και πάσης φύσεως άλλους funtamentalismus.
IV
Όταν μιλάμε για «ευρωκεντρισμό» δεν αναφερόμαστε σε ολόκληρη την ιστορία και γεωγραφία της ευρωπαϊκής ηπείρου, αλλά κυρίως στην κεντρική γεωγραφία του φιλελευθερισμού - ή του ριζοσπαστικού «δυτικισμού» - στην οποία αναπτύχθηκαν οι ιδεολογίες της Προόδου, δηλαδή στο τρίγωνο μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Κάτω Χωρών, μετά από μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Όταν ασκείται κριτική στον «ευρωκεντρισμό», δεν ασκείται κριτική ούτε στην Βαλένθια και τη Σαλαμάνκα (με την περίφημη σχολή της) ή την Τοσκάνη, ούτε στα Μετέωρα και την Κωνσταντινούπολη, ούτε στο Κίεβο και στην Ευρώπη του Δούναβη και του Δνείπερου, ούτε στα Καρπάθια Όρη και τη Βαρσοβία, ούτε στη Βαλτική και την Αδριατική. Ασκείται κριτική στην ιστοριογραφία και στις αντιλήψεις που θεμελιώθηκαν και κυριάρχησαν κατά τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα (δες δεύτερη σημείωση), μετατρέποντας σε περιφέρειες όχι μονάχα εξω-ευρωπαϊκούς ιστορικούς χώρους, αλλά και όλες τις προηγούμενες ευρωπαϊκές πόλεις και περιοχές που προανέφερα. Ένα από τα μεγαλύτερα θύματα του ευρωκεντρισμού είναι η ίδια η Ευρώπη, δηλαδή οι περισσότερες περιοχές της.Ευρωκεντρική ιδεολογία και ιστοριογραφίασημαίνει για παράδειγμα, σε ενδο-ευρωπαϊκό επίπεδο, την πλήρη και ολική εξάλειψη ή/και εξαφάνιση από τις συνειδήσεις της γνώσης πως ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, στα τέλη του ενδέκατου αιώνα, μας προσέφερε μια εξαιρετική περιγραφή του τρόπου λειτουργίας της αγοράς σε ολιγοπωλιακές συνθήκες, και της επίδρασης των διακυμάνσεων της τιμής των σιτηρών στο σύνολο των τιμών και των αμοιβών, ενώ, σε εξω-ευρωπαϊκό επίπεδο, την πλήρη και ολική εξάλειψη ή/και εξαφάνιση ενός διάσημου κινεζικού κείμενου του πρώτου αιώνα μ.Χ υπό τον τίτλο ''Λόγοι περί άλατος και σιδήρου'', στο οποίο εξετάζεται η σχέση εμπορίου, κυβερνητικής παρέμβασης και μονοπωλίων στο εσωτερικό της Κίνας επί αυτοκράτορα Wu (δυναστεία Han).
Το γεγονός πως πριν λίγες δεκαετίες υπήρχαν ελάχιστα hijab στην κεντρική γεωγραφία του Ισλάμ ενώ σήμερα έχει πλημμυρίσει ο κόσμος hijab - όχι μονάχα σε αυτά τα εδάφη, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις -, δεν αποτελεί «αναίρεση» ούτε του «ευρωπαϊκού» πολιτισμού (έτσι γενικά και αόριστα) ούτε του Θουκυδίδη, αλλά του έργου του Condorcet ''Sketch for a Historical Picture of the Progress of the Human Mind'', έργο το οποίο ουσιαστικά αποτέλεσε θεμέλιο για όλες τις μετέπειτα αντιλήψεις περί Προόδου (είτε το γνωρίζουν αυτό οι σημερινοί φορείς τους είτε όχι). Επίσης, το γεγονός πως στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν περίπου 600 εκατομμύρια χριστιανοί στον πλανήτη ενώ σήμερα υπάρχουν περίπου 2,2 δισεκατομμύρια, δεν αποτελεί «αναίρεση» ούτε του «δυτικού» πολιτισμού (έτσι γενικά και αόριστα) ούτε του Θωμά Ακινάτη ή του Ιωάννη Εριγένη του Σκώτου (Johannes Scotus Eriugena), αλλά των απόψεων και των αντιλήψεων που εκφράστηκαν κατά τον 18ο αιώνα και ισχυρίζονταν πως σε εκατό χρόνια από τότε δεν θα υπήρχε ούτε μια Βίβλος στον κόσμο και πως το τελευταίο αντίτυπο της θα βρισκόταν σε κάποιο παλαιοπωλείο (αποδίδεται στον Βολταίρο, δεν έχει σημασία η ακριβής φράση, αυτή ήταν η πίστη των οπαδών της Προόδου). Η «Ευρώπη» και οι φορείς αυτών των απόψεων οπισθοχωρούν ή παρακμάζουν και όχι γενικά και αόριστα ο «δυτικός ή/και ευρωπαϊκός» πολιτισμός.
Όλα τα προηγούμενα διευκρινίζονται προκειμένου, σε κατάλληλο χρόνο, να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις και επισημάνσεις για τις ευρωπαϊκές και ευρύτερα παγκόσμιες εξελίξεις και τους μετασχηματισμούςπου λαμβάνουν χώρα στην εποχή μας.
Σημειώσεις
(-) Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητα ως απλή «προέκταση ή συνέχεια» όσων περιγράφω.(-) Μια από τις πλέον παραπλανητικές χρονολογίες που έχουν καθιερωθεί ως ιστοριογραφικό σημείο καμπής είναι το 1492. Η χρονολογία αυτή υποτίθεται πως σηματοδοτεί την απαρχή της «ευρωπαϊκής» κυριαρχίας ή ηγεμονίας σε πλανητική κλίμακα. Ουδέν ψευδέστερον. Η ευρωπαϊκή, δηλαδή των χωρών της Ατλαντικής Ευρώπης (από την Πορτογαλία μέχρι την Ολλανδία), επέκταση άρχισε να γίνεται αισθητή με όρους ηγεμονικούς στην παγκόσμια ήπειρο, δηλαδή την ΑφροΕυρασιατική, προς τα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Καμία επικυριαρχία - με όρους ηγεμονικούς - δεν υπήρχε επί των άλλων πολιτιστικών συνόλων και αυτοκρατοριών, μέχρι, για παράδειγμα, το 1750 (1492: Ένα παραπλανητικό ιστοριογραφικό σημείο καμπής). Οι αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν είχαν σχέσεις κυριαρχίας ως προς τους ιθαγενείς πληθυσμούς (π.χ της Ινδίας) μέχρι τα τέλη του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα, παρά δρούσαν υπό την ανοχή και άδεια των τελευταίων. Μέσω της ευρωκεντρικής ιδεολογίας και ιστοριογραφίας έχει υπερτιμηθεί τόσο η αρνητική όσο και η θετική επιρροή των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων στις περιοχές αυτές προ του 18ου και κυρίως 19ου αιώνα. Ενδεκτικά: «As the Mughal Empire was established, in the mid sixteenth century, European traders accepted subordinate positions, just like other local Indian rulers. In doing so, they accepted the sovereignty and legitimacy or the Mughal rulers... Europeans often engaged with non-European political and economic actors before 1492, and even their dealings with Asians or Africans after that were often dictated and negotiated on the basis of European weaknesses and limitations. Contrary to what is commonly believed, even at the height of imperialism, in the mid 19th century, much of the world remained outside of direct European control»... “The millennial balance of the ecumene among the civilizations of the Middle East, India, China, and Europe”, says William McNeill (1963: 653), “did not decisively collapse until about the middle of the nineteenth century.” (Μεταξύ 1820 και 1870: Μακροδομές).
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Αδιέξοδα του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism) και πολιτισμού της Προόδου. Δύο σύντομοι σχολιασμοί.
Πέρα - και μετά - από το Παρίσι και τις Βρυξέλλες. Μέρος α΄.
Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
Σύντομο σχόλιο περί γαλλικής Laïcité και Ισλάμ.
Demographics as Destiny: Globalization and the Resurgence of Religion Through Fertility.
Secularization Falsified.
I) Secularism, Myth, and History, II) Secularisation: New Historical Perspectives, and Bonus: Take Japan.
Before the Rise of the West. International Orders in the Early Modern World. Edited by Shogo Suzuki, Yongjin Zhang, Joel Quirk (Book review).
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Δημογραφία και Μετα-Εκκοσμίκευση. Μια πτυχή των δημογραφικών εξελίξεων που δεν τονίζεται.
Western policymakers need more culture.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
Αφηγήσεις και «μετα-αφηγήσεις» (metanarratives).
Rethinking the Standard(s) of Civilization(s) in International Relations. Conference Review.
Σύντομη παρατήρηση για το πλανητικό σκηνικό και την αναβίωση πολιτισμικών, θρησκευτικών και νεοπαραδοσιακών μορφών και ταυτοτήτων.
Ιδεολογίες και πολιτισμοί. Σύντομη αναφορά.
Για την κύρια «ιδεολογική» διαμάχη των καιρών μας.
Δυτικο(ευρω)κεντρικός επαρχιωτισμός και Κίνα. Μια σύντομη εισαγωγική αναφορά.
II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου και I) Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης».
A Note on Civilizations and Economies.
After Western Hegemony – 40th World Congress of Sociology / Μετά τη Δυτική Ηγεμονία - Παγκόσμιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας.
Ο ευρωκεντρισμός και τα άβαταρ του: τα διλήμματα της κοινωνικής επιστήμης. Εισαγωγή.
The global transformation: the nineteenth century and the making of modern international relations. Barry Buzan and George Lawson.
Thinking Inter-Culturally: From racist and Eurocentric Monologism to Inter-Civilizational Dialogism - John M. Hobson, Professor of Politics and International Relations.
| 0 | 0 |
Περί το 1800, ο πληθυσμός στον πλανήτη αγγίζει για πρώτη φορά το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους (1 δις). Περίπου το 21% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στην Ευρώπη. Ξεκινά η ευρωκεντρική εποχή, οι αντιλήψεις περί Προόδου και η φάση της εδραίωσης της πλανητικής κυριαρχίας της δυτικής Ευρώπης.
Το 1927, η ανθρωπότητα προσεγγίζει τα δύο δισεκατομμύρια (2 δις). Πάνω από το 25% και κάτω από το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται στην Ευρώπη (περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ανθρώπους επί της γης ζουν στην Ευρώπη. Είναι η μεγαλύτερη αναλογία και το υψηλότερο ποσοστό επί του παγκόσμιου πληθυσμού που καταγράφηκε ποτέ). Αποκορύφωση της ευρωπαϊκής επέκτασης και κυριαρχίας σε εξω-ευρωπαϊκή πλανητική κλίμακα και παράλληλα περίοδος κορύφωσης ανταγωνισμών και πολέμων σε ενδο-ευρωπαϊκή κλίμακα.
Το 1959, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη είναι τρία δισεκατομμύρια (3 δις). Η Ευρώπη αποτελεί λιγότερο από το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η δυτική και ανατολική Ευρώπη βρίσκονται εξασθενημένες και υπό καθεστώς κατοχής (υπάρχουν και πιο κομψές περιγραφές) από δύο εξω-δυτικοευρωπαϊκές υπερ-δυνάμεις: τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία. Το κέντρο βάρους του παγκόσμιου συστήματος έχει μετακινηθεί εξωευρωπαϊκά με την ανάδυση αυτών των δύο υπερ-δυνάμεων. Έχουμε φύγει οριστικά από το ευρωκεντρικό πολυ-πολικό σύστημα (παράλληλα βρισκόμαστε στην τελευταία φάση της περιόδου απο-αποικιοποίησης) και έχουμε περάσει στο εξωευρωπαϊκό διπολικό διεθνές σύστημα.
Το 1974, ο πληθυσμός στον πλανήτη αγγίζει τα τέσσερα δισεκατομμύρια (4 δις). Πάνω από το 16% βρίσκεται στην Ευρώπη. Τα κέντρα του διπολικού συστήματος κλονίζονται (ο υψηλότερος ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960). Ο υπόλοιπος κόσμος (ονομάστηκε και «τρίτος») αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Η περίοδος της απο-αποικιοποίησης συνεχίζεται και αναδύεται με έντονο τρόπο η σχέση Βορρά-Νότου.
Το 1987, η ανθρωπότητα προσεγγίζει τα πέντε δισεκατομμύρια (5 δις). Περίπου το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί στην Ευρώπη. Ο ένας πυλώνας του διπολικού συστήματος βρίσκεται υπό κατάρρευση (η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980). Δύο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1989, το περιοδικό ''The National Interest''θα παρουσιάσει ένα κείμενο γραμμένο από έναν άγνωστο και άσημο ΑμερικάνοΙάπωνα ακαδημαϊκό με τίτλο: ''Το Τέλος της Ιστορίας;'', ενώ λίγους μήνες αργότερα, το περιοδικό ''Foreign Affairs''θα παρουσιάσει τις σκέψεις ενός Αμερικανού αρθρογράφου και σχολιαστή υπό τον τίτλο ''Η Μονοπολική Στιγμή''. Αρχίζει η περίοδος της μονοπολικής στιγμής ή κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το 1999, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη είναι περίπου έξι δισεκατομμύρια (6 δις). Λίγο πάνω από το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού αποτελεί ο πληθυσμός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η αντίληψη περί ενός μονοπολικού συστήματος και κόσμου όπου κυριαρχεί ένας πλανητικός ηγεμόνας-κοσμοκράτορας γύρω από τον οποίον όλα τα υπόλοιπα κράτη θα ιεραρχούνταν και θα οργανώνονταν πάνω σε παρόμοια και ενιαία ιδεολογική βάση βρίσκεται στο αποκορύφωμα της και άρα στην απαρχή της καθόδου της. ''Το Τέλος της Ιστορίας''φαντάζει ως μια πραγματικότητα που φαίνεται να αποκτά σάρκα και οστά. ''Η Μονοπολική Στιγμή''παραμένει.
Το 2012, ο πληθυσμός στον πλανήτη άγγιξε τα επτά δισεκατομμύρια ανθρώπους (7 δις). Η Ευρώπη αποτελεί περίπου το 10,5% του παγκόσμιου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Ένας στους δέκα ανθρώπους επί της γης κατοικεί στην Ευρώπη (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1990 έχει αρχίσει η προσπάθεια ενίσχυσης ή διατήρησης των πληθυσμιακών μεγεθών μέσω μετανάστευσης σε ολόκληρο τον παγκόσμιο Βορρά, πλην Ιαπωνίας. Παράλληλα έχει αναπτυχθεί και η South-South μετανάστευση σε αξιόλογη κλίμακα, αν και το ποσοστό της παγκόσμιας μετανάστευσης επί του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει χαμηλό). Η μονοπολική κυριαρχία των Η.Π.Α έχει καταρρεύσει. Έχουν αμφισβητηθεί ευθέως θεσμοί και οργανισμοί (όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή η Παγκόσμια Τράπεζα) πάνω στους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν την μεταπολεμική και στήριξαν την μετα-διπολική τάξη της μονοπολικής τους στιγμής, τίθεται ζήτημα μεταρρύθμισης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (με εξω-ευρωπαϊκές ή εξω-δυτικές χώρες να διεκδικούν θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας) ενώ παράλληλα οι δια/ευρω-ατλαντικές σχέσεις βρίσκονται στο πιο αδύναμο ή χειρότερο σημείο τους εδώ και δεκαετίες. Νέες δυνάμεις έχουν εισέλθει δυναμικά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι ενώ παραδοσιακές παλαιότατες δυνάμεις επανακάμπτουν, καθιστώντας αδύνατη την αγνόησή του νέου ρόλου τους. Η άνοδος αυτών των δυνάμεων και νέων παγκόσμιων κέντρων παράλληλα με την έλευση πληθυσμών της περιφέρειας προς τις μητροπολιτικές περιοχές σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της περιόδου απο-αποικιοποίησης και την αντιστροφή αυτής της σχέσης.
Με βάση τα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μέχρι το 2026, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη θα προσεγγίσει τα οχτώ δισεκατομμύρια (8 δις). Ο κόσμος το 2026 θα είναι ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τον σημερινό.
1. Francis Fukuyama, "The End of History?", The National Interest (Summer 1989) 2. Charles Krauthammer, "The Unipolar Moment", Foreign Affairs, Special Issue 1990.
Το 1927, η ανθρωπότητα προσεγγίζει τα δύο δισεκατομμύρια (2 δις). Πάνω από το 25% και κάτω από το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται στην Ευρώπη (περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ανθρώπους επί της γης ζουν στην Ευρώπη. Είναι η μεγαλύτερη αναλογία και το υψηλότερο ποσοστό επί του παγκόσμιου πληθυσμού που καταγράφηκε ποτέ). Αποκορύφωση της ευρωπαϊκής επέκτασης και κυριαρχίας σε εξω-ευρωπαϊκή πλανητική κλίμακα και παράλληλα περίοδος κορύφωσης ανταγωνισμών και πολέμων σε ενδο-ευρωπαϊκή κλίμακα.
Το 1959, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη είναι τρία δισεκατομμύρια (3 δις). Η Ευρώπη αποτελεί λιγότερο από το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η δυτική και ανατολική Ευρώπη βρίσκονται εξασθενημένες και υπό καθεστώς κατοχής (υπάρχουν και πιο κομψές περιγραφές) από δύο εξω-δυτικοευρωπαϊκές υπερ-δυνάμεις: τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία. Το κέντρο βάρους του παγκόσμιου συστήματος έχει μετακινηθεί εξωευρωπαϊκά με την ανάδυση αυτών των δύο υπερ-δυνάμεων. Έχουμε φύγει οριστικά από το ευρωκεντρικό πολυ-πολικό σύστημα (παράλληλα βρισκόμαστε στην τελευταία φάση της περιόδου απο-αποικιοποίησης) και έχουμε περάσει στο εξωευρωπαϊκό διπολικό διεθνές σύστημα.
Το 1974, ο πληθυσμός στον πλανήτη αγγίζει τα τέσσερα δισεκατομμύρια (4 δις). Πάνω από το 16% βρίσκεται στην Ευρώπη. Τα κέντρα του διπολικού συστήματος κλονίζονται (ο υψηλότερος ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960). Ο υπόλοιπος κόσμος (ονομάστηκε και «τρίτος») αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Η περίοδος της απο-αποικιοποίησης συνεχίζεται και αναδύεται με έντονο τρόπο η σχέση Βορρά-Νότου.
Το 1987, η ανθρωπότητα προσεγγίζει τα πέντε δισεκατομμύρια (5 δις). Περίπου το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί στην Ευρώπη. Ο ένας πυλώνας του διπολικού συστήματος βρίσκεται υπό κατάρρευση (η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980). Δύο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1989, το περιοδικό ''The National Interest''θα παρουσιάσει ένα κείμενο γραμμένο από έναν άγνωστο και άσημο ΑμερικάνοΙάπωνα ακαδημαϊκό με τίτλο: ''Το Τέλος της Ιστορίας;'', ενώ λίγους μήνες αργότερα, το περιοδικό ''Foreign Affairs''θα παρουσιάσει τις σκέψεις ενός Αμερικανού αρθρογράφου και σχολιαστή υπό τον τίτλο ''Η Μονοπολική Στιγμή''. Αρχίζει η περίοδος της μονοπολικής στιγμής ή κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το 1999, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη είναι περίπου έξι δισεκατομμύρια (6 δις). Λίγο πάνω από το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού αποτελεί ο πληθυσμός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η αντίληψη περί ενός μονοπολικού συστήματος και κόσμου όπου κυριαρχεί ένας πλανητικός ηγεμόνας-κοσμοκράτορας γύρω από τον οποίον όλα τα υπόλοιπα κράτη θα ιεραρχούνταν και θα οργανώνονταν πάνω σε παρόμοια και ενιαία ιδεολογική βάση βρίσκεται στο αποκορύφωμα της και άρα στην απαρχή της καθόδου της. ''Το Τέλος της Ιστορίας''φαντάζει ως μια πραγματικότητα που φαίνεται να αποκτά σάρκα και οστά. ''Η Μονοπολική Στιγμή''παραμένει.
Το 2012, ο πληθυσμός στον πλανήτη άγγιξε τα επτά δισεκατομμύρια ανθρώπους (7 δις). Η Ευρώπη αποτελεί περίπου το 10,5% του παγκόσμιου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Ένας στους δέκα ανθρώπους επί της γης κατοικεί στην Ευρώπη (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1990 έχει αρχίσει η προσπάθεια ενίσχυσης ή διατήρησης των πληθυσμιακών μεγεθών μέσω μετανάστευσης σε ολόκληρο τον παγκόσμιο Βορρά, πλην Ιαπωνίας. Παράλληλα έχει αναπτυχθεί και η South-South μετανάστευση σε αξιόλογη κλίμακα, αν και το ποσοστό της παγκόσμιας μετανάστευσης επί του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει χαμηλό). Η μονοπολική κυριαρχία των Η.Π.Α έχει καταρρεύσει. Έχουν αμφισβητηθεί ευθέως θεσμοί και οργανισμοί (όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή η Παγκόσμια Τράπεζα) πάνω στους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν την μεταπολεμική και στήριξαν την μετα-διπολική τάξη της μονοπολικής τους στιγμής, τίθεται ζήτημα μεταρρύθμισης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (με εξω-ευρωπαϊκές ή εξω-δυτικές χώρες να διεκδικούν θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας) ενώ παράλληλα οι δια/ευρω-ατλαντικές σχέσεις βρίσκονται στο πιο αδύναμο ή χειρότερο σημείο τους εδώ και δεκαετίες. Νέες δυνάμεις έχουν εισέλθει δυναμικά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι ενώ παραδοσιακές παλαιότατες δυνάμεις επανακάμπτουν, καθιστώντας αδύνατη την αγνόησή του νέου ρόλου τους. Η άνοδος αυτών των δυνάμεων και νέων παγκόσμιων κέντρων παράλληλα με την έλευση πληθυσμών της περιφέρειας προς τις μητροπολιτικές περιοχές σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της περιόδου απο-αποικιοποίησης και την αντιστροφή αυτής της σχέσης.
Με βάση τα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μέχρι το 2026, ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη θα προσεγγίσει τα οχτώ δισεκατομμύρια (8 δις). Ο κόσμος το 2026 θα είναι ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τον σημερινό.
Σημειώσεις
1. Francis Fukuyama, "The End of History?", The National Interest (Summer 1989) 2. Charles Krauthammer, "The Unipolar Moment", Foreign Affairs, Special Issue 1990.
.~`~.
Για περισσότερα δες: 1) Μακροδομές 2) Δημογραφία 3) Πλανητικός Μετασχηματισμός.
| 0 | 0 |
Η παγκόσμια μετανάστευση δεν ξεπερνά το 3,3% επί του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού (ακόμα και εάν συνυπολογίζαμε τους πρόσφυγες με δυσκολία θα αγγίζαμε το 4%). Οι άνθρωποι δεν είναι ανέστιοι, έχουν εστίες.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν ξεπερνούν το 10-12% (global fixed capital formation), δηλαδή οι επενδύσεις σε ποσοστό περίπου 88-90% είναι domestic και όχι cross-border ή trans-national (αλλά ακόμα και εάν «οι επενδύσεις δεν γνώριζαν σύνορα», κάτι το οποίο καλλιεργείται ως αντίληψη ενώ δεν ισχύει, οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο).
Από το σύνολο των τηλεφωνικών κλήσεων που έγιναν σε παγκόσμια κλίμακα το 2011, μόλις το 2-3% ήταν διασυνοριακές, υπερεθνικές ή τρανσεθνικές (transnational: ο όρος αποτελεί τη νέα μόδα) ενώ στο επίπεδο των διαδικτυακών τηλεπικοινωνιών το ποσοστό μπορεί να ανέλθει στο 6-7% (σε bits λιγότερο από 20% αντιστοιχεί σε cross national borders μεταφορά).
Τα σύνορα όχι απλά δεν «πέφτουν» στον εδαφικό χώρο αλλά έχουν μεταφερθεί και σε μη εδαφικούς εικονικούς χώρους (όπως στον κυβερνοχώρο-διαδίκτυο όπου τίθεται πλέον ζήτημα internet-network sovereignty).
Η κατασκευή μυθοπλασιών και ιδεολογικών μάτριξ περί μιας μυθικής ''globalisation''και ενός μύθου περί ''borderless world''έχουν περισσότερο να κάνουν με την διαχείριση της φαντασίας και των πνευματικών περιεχόμενων των ανθρώπων, τη διαμόρφωση των συνειδήσεων τους (καθώς και την ένταξη τους εντός αυτών των μάτριξ), την εξυπηρέτηση συμφερόντων και την νομιμοποίηση καταστάσεων.
Πρέπει να γίνει κατανοητό τι συμβαίνει όχι για το μεταναστευτικό-προσφυγικό, αλλά με αφορμή το μεταναστευτικό-προσφυγικό (έχει διαφορά). Η φράση ανοχύρωτη χώρα αποτελεί κλισέ που δεν μπορεί να περιγράψει όσα συμβαίνουν.
Έχουμε την μετατροπής της επικράτειας της Ελλάδας σε εδαφικό σουρωτήρι και μεταμοντέρα κουρελού όπου κυριαρχούν παράλληλα επίπεδα -μη κρατικής- κυριαρχίας και πολλαπλής αφοσίωσης, και διεσπαρμένα εθνογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά γκέτο (χρόνια τώρα περιγράφω αυτές τις συνθήκες). Η Ελλάδα μεταβάλλεται σε μια απομονωμένη και σφραγισμένη χώρα-χώρο και σε εν αναμονή εδαφική βάση και παράρτημα διεθνικών και υπερεθνικών παραγόντων, οργανισμών και δρώντων και Μ.Κ.Ο που αλωνίζουν ανεξέλεγκτα δίχως να δίνουν λογαριασμό (οι τελευταίες μάλιστα μη σεβόμενες το πλαίσιο των κανόνων που απορρέουν από το ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο της διεθνούς έννομης τάξης).
Έγραφε ένας σπουδαίος στα τέλη της δεκαετίας του 1970 [Hedley Bull, The Anarchical Society: A Study of Order in World Politics (1977)]:
Οι οργανισμοί αυτοί δεν «υπερβαίνουν» τα κράτη ούτε καταργούν το σύστημα κρατών, όμως όταν αποκτούν πρόσβαση σε ένα μη κυρίαρχο κράτος το αποδυναμώνουν και συμβάλλουν στην καταστροφή του (ανεξαρτήτως προθέσεων, καθώς με τον τρόπο που λειτουργούν συμβάλλουν στη δημιουργία πολλαπλών επιπέδων αφοσίωσης και κυριαρχίας, έχουν ανεξέλεγκτη σποραδική δράση και δυσκολεύουν την επανάκτηση του ελέγχου και της κυριαρχίας στο σύνολο της επικράτειας ενός κράτους). Όπου πάνε αφήνουν πίσω τους μετα-κυρίαρχες μαύρες τρύπες και άνοδο της ιδιωτικής βίας.
Ελπίζω να μην ζήσουμε συνθήκες κοσοβοποίησης και βοσνιοποίησης. Να μην μεταβληθούμε σε Παλαιστίνιους και Κούρδους του 21ου αιώνα.
Τα εδαφικά σύνορα (ή γενικότερα τα όρια), όχι απλά υπάρχουν, αλλά είναι τόσο επίμονα που έχουν μεταφερθεί ακόμα και στον μη εδαφικό κυβερνοχώρο.
Τα υπόλοιπα είναι, αποδείχθηκαν, λόγια του αέρα και κολπάκια που καταστρέφουν κράτη, μεταβάλλουν χώρες σε χώρους, βυθίζουν κοινωνίες στο χάος, και δημιουργούν μαύρες τρύπες που καταπίνουν λαίμαργα ανθρώπινες ζωές, συνθλίβοντας τες.
Οι άνθρωποι έχουν καλλιεργήσει μυθοπλασίες και ιδεολογικά μάτριξ εντός των οποίων ζουν βυθισμένοι. Είναι απίστευτο. Δεν αντιλαμβάνονται πως εάν δεν ασκήσουν έλεγχο και εάν δεν αναλάβουν την ευθύνη για ένα τμήμα της επικράτειας, αυτό θα το πράξουν άλλοι (εν τω μεταξύ η όλη κατάσταση δημιουργεί συνθήκες αποσταθεροποίησης ή και σύρραξης).
Η ικανότητα ή η ανικανότητα ενός κράτους να ελέγξει τα σύνορά του και ως εκ τούτου τον πληθυσμό και την ταυτότητα του, αποτελεί το σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας.
Κυριαρχία και ταυτότητα. Απολύτως απαραίτητες προϋποθέσεις της οποιαδήποτε ρύθμισης της σχέσης ανοίγματος-κλεισίματος (τη σχέση αυτή, τον τελευταίο καιρό με όσα γίνονται, δεν την καθορίζει και δεν την ελέγχει η ελληνική πολιτεία).
Myron Weiner (1995) argued that the increase in international migration in the postwar period posed a threat to international stability and security, especially in those areas of the globe where nation-states are most fragile - the Balkans, Transcaucasia, the Middle East, the great lakes region of Africa, or Southern Africa. Weiner extended his argument to the western democracies, pointing out that the rise in xenophobic and nationalist politics in Western Europe showed that even the most advanced and tolerant democracies risk being destabilized politically by an influx of unwanted immigrants. Weiner postulated that there are limits on how many foreigners a society can absorb... In this line of reasoning, nation-states are threatened by globalization from above and multiculturalism from below.
At the heart of the migration crisis are concerns about sovereignty, citizenship, national security and identity. The ability or inability of a state to control its borders and hence its population is the sine qua non of sovereignty (Freeman 1998; Guiraudon and Lahav 2000; Hollifield 2005). With some notable exceptions -such as the international refugee regime created by the 1950 Geneva Convention in the aftermath of World War II (Goodwin-Gill 1996; Gibney 2004)- the right of a state to control entry and exit of persons to and from its territory is an undisputed principle of international law (Shaw 1997). But this political and legal principle immediately raises several questions: why are some states willing to accept rather high levels of immigration when it would seem not to be in their interest to do so (Hollifield 1992a; Freeman 1995, 1998; Cornelius et al. 1994; Joppke 1998b)? Does this influx pose a threat to the institutions of sovereignty and citizenship (Joppke 1998a; Freeman 1998; Guiraudon and Lahav 2000) and should we view migration primarily as an issue of national and/or international security (Rudolph 2006; Adamson 2006)?...
Is this the end of the story? If so there would appear to be no room for the state in managing migration. Policy, some say (Sassen 1996), may be irrelevant, playing at best only a marginal role in the migration process, and the institutions of sovereignty and citizenship are increasingly outdated (Soysal 1994). According to this logic, we are entering a post-national era and migration is redefining the international state system. I shall argue, however, that it is a mistake to eliminate the state from our analysis. The necessary conditions for migration to occur may be social and economic, but the sufficient conditions are political and legal.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν ξεπερνούν το 10-12% (global fixed capital formation), δηλαδή οι επενδύσεις σε ποσοστό περίπου 88-90% είναι domestic και όχι cross-border ή trans-national (αλλά ακόμα και εάν «οι επενδύσεις δεν γνώριζαν σύνορα», κάτι το οποίο καλλιεργείται ως αντίληψη ενώ δεν ισχύει, οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο).
Από το σύνολο των τηλεφωνικών κλήσεων που έγιναν σε παγκόσμια κλίμακα το 2011, μόλις το 2-3% ήταν διασυνοριακές, υπερεθνικές ή τρανσεθνικές (transnational: ο όρος αποτελεί τη νέα μόδα) ενώ στο επίπεδο των διαδικτυακών τηλεπικοινωνιών το ποσοστό μπορεί να ανέλθει στο 6-7% (σε bits λιγότερο από 20% αντιστοιχεί σε cross national borders μεταφορά).
Τα σύνορα όχι απλά δεν «πέφτουν» στον εδαφικό χώρο αλλά έχουν μεταφερθεί και σε μη εδαφικούς εικονικούς χώρους (όπως στον κυβερνοχώρο-διαδίκτυο όπου τίθεται πλέον ζήτημα internet-network sovereignty).
Η κατασκευή μυθοπλασιών και ιδεολογικών μάτριξ περί μιας μυθικής ''globalisation''και ενός μύθου περί ''borderless world''έχουν περισσότερο να κάνουν με την διαχείριση της φαντασίας και των πνευματικών περιεχόμενων των ανθρώπων, τη διαμόρφωση των συνειδήσεων τους (καθώς και την ένταξη τους εντός αυτών των μάτριξ), την εξυπηρέτηση συμφερόντων και την νομιμοποίηση καταστάσεων.
Σημείωση
Το πρόθεμα trans- έχει την έννοια του διαπεραστικού (transnational: κάτι που διαπερνά και μεταβάλλει τα έθνη). To international ταιριάζει περισσότερο στην μετάφραση διεθνικές (inter-, μεταξύ ή δια). Το τελευταίο προϋποθέτει την ύπαρξη των εθνών, ενώ το πρώτο την μεταβολή τους σε κάτι διαφορετικό (συνήθως μετα-εθνικό ή υπερ-εθνικό, post-national ή supra-national). Με την απαρχή της νέας χιλιετίας είχαμε τον σταδιακό μετασχηματισμό του liberal internationalism σε liberal transnationalism.
I
Ομάδες εθελοντών, ακτιβιστές, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, αντιπροσωπείες της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε για τους Πρόσφυγες, η Διεθνής Αμνηστία (η οποία δεν έχει την νομιμοποίηση που έχει για παράδειγμα η Ύπατη Αρμοστεία, και διεξάγει συνεχώς στοχευμένο λόμπινγκ σε κυβερνήσεις, δημιουργεί ομάδες πίεσης και επηρεάζει πολιτικούς και εταιρείες έχοντας ξεσκίσει στις καταγγελίες την Ελλάδα), εξωτερικές οικονομικές και άλλες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, κλείσιμο συνόρων, εξάρτηση από τις διαθέσεις γειτονικών χωρών, ενώ δεν ελέγχεις τις εισροές σε υπο-εθνικό επίπεδο, είσαι απομονωμένος και σφραγισμένος σε δι-εθνικό/κρατικό και ελεγχόμενος, εξαρτώμενος ή/και διάτρητος σε υπο/υπερ-εθνικό επίπεδο.Πρέπει να γίνει κατανοητό τι συμβαίνει όχι για το μεταναστευτικό-προσφυγικό, αλλά με αφορμή το μεταναστευτικό-προσφυγικό (έχει διαφορά). Η φράση ανοχύρωτη χώρα αποτελεί κλισέ που δεν μπορεί να περιγράψει όσα συμβαίνουν.
Έχουμε την μετατροπής της επικράτειας της Ελλάδας σε εδαφικό σουρωτήρι και μεταμοντέρα κουρελού όπου κυριαρχούν παράλληλα επίπεδα -μη κρατικής- κυριαρχίας και πολλαπλής αφοσίωσης, και διεσπαρμένα εθνογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά γκέτο (χρόνια τώρα περιγράφω αυτές τις συνθήκες). Η Ελλάδα μεταβάλλεται σε μια απομονωμένη και σφραγισμένη χώρα-χώρο και σε εν αναμονή εδαφική βάση και παράρτημα διεθνικών και υπερεθνικών παραγόντων, οργανισμών και δρώντων και Μ.Κ.Ο που αλωνίζουν ανεξέλεγκτα δίχως να δίνουν λογαριασμό (οι τελευταίες μάλιστα μη σεβόμενες το πλαίσιο των κανόνων που απορρέουν από το ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο της διεθνούς έννομης τάξης).
Έγραφε ένας σπουδαίος στα τέλη της δεκαετίας του 1970 [Hedley Bull, The Anarchical Society: A Study of Order in World Politics (1977)]:
Συχνά υποστηρίζεται ότι οι διεθνικοί οργανισμοί ή ορισμένοι από αυτούς (όπως μη κυβερνητικές οργανώσεις), επειδή παρακάμπτουν το σύστημα κρατών και συμβάλλουν άμεσα στη σύνδεση της παγκόσμιας κοινωνίας ή της παγκόσμιας οικονομίας, επιφέρουν το τέλος του συστήματος κρατών... Ωστόσο δεν είναι σίγουρο ότι οι οργανισμοί αυτοί υπονομεύουν το σύστημα κρατών... Είναι τα κυρίαρχα [ας το επαναλάβω τα κυρίαρχα] κράτη που ελέγχουν τις περισσότερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο, που είναι αντικείμενα της πλέον ισχυρής αφοσίωσης εκ μέρους των ανθρώπων, και των οποίων οι συγκρούσεις ή η συνεργασία καθορίζουν την πολιτική δομή του κόσμου.
Οι οργανισμοί αυτοί δεν «υπερβαίνουν» τα κράτη ούτε καταργούν το σύστημα κρατών, όμως όταν αποκτούν πρόσβαση σε ένα μη κυρίαρχο κράτος το αποδυναμώνουν και συμβάλλουν στην καταστροφή του (ανεξαρτήτως προθέσεων, καθώς με τον τρόπο που λειτουργούν συμβάλλουν στη δημιουργία πολλαπλών επιπέδων αφοσίωσης και κυριαρχίας, έχουν ανεξέλεγκτη σποραδική δράση και δυσκολεύουν την επανάκτηση του ελέγχου και της κυριαρχίας στο σύνολο της επικράτειας ενός κράτους). Όπου πάνε αφήνουν πίσω τους μετα-κυρίαρχες μαύρες τρύπες και άνοδο της ιδιωτικής βίας.
Ελπίζω να μην ζήσουμε συνθήκες κοσοβοποίησης και βοσνιοποίησης. Να μην μεταβληθούμε σε Παλαιστίνιους και Κούρδους του 21ου αιώνα.
II
Η κυριαρχία δεν είναι μονάχα έλεγχος αλλά και ευθύνη. Από την κυριαρχία ως έλεγχο μέχρι την κυριαρχία ως ευθύνη, τόσο στις εσωτερικές λειτουργίες όσο και στα εξωτερικά καθήκοντα, εδώ τα έχουμε καταργήσει όλα!Τα εδαφικά σύνορα (ή γενικότερα τα όρια), όχι απλά υπάρχουν, αλλά είναι τόσο επίμονα που έχουν μεταφερθεί ακόμα και στον μη εδαφικό κυβερνοχώρο.
Τα υπόλοιπα είναι, αποδείχθηκαν, λόγια του αέρα και κολπάκια που καταστρέφουν κράτη, μεταβάλλουν χώρες σε χώρους, βυθίζουν κοινωνίες στο χάος, και δημιουργούν μαύρες τρύπες που καταπίνουν λαίμαργα ανθρώπινες ζωές, συνθλίβοντας τες.
Οι άνθρωποι έχουν καλλιεργήσει μυθοπλασίες και ιδεολογικά μάτριξ εντός των οποίων ζουν βυθισμένοι. Είναι απίστευτο. Δεν αντιλαμβάνονται πως εάν δεν ασκήσουν έλεγχο και εάν δεν αναλάβουν την ευθύνη για ένα τμήμα της επικράτειας, αυτό θα το πράξουν άλλοι (εν τω μεταξύ η όλη κατάσταση δημιουργεί συνθήκες αποσταθεροποίησης ή και σύρραξης).
Η ικανότητα ή η ανικανότητα ενός κράτους να ελέγξει τα σύνορά του και ως εκ τούτου τον πληθυσμό και την ταυτότητα του, αποτελεί το σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας.
Κυριαρχία και ταυτότητα. Απολύτως απαραίτητες προϋποθέσεις της οποιαδήποτε ρύθμισης της σχέσης ανοίγματος-κλεισίματος (τη σχέση αυτή, τον τελευταίο καιρό με όσα γίνονται, δεν την καθορίζει και δεν την ελέγχει η ελληνική πολιτεία).
Σημείωση
Μετά την Τουρκία και το ΝΑΤΟ, πλέον και η Π.Γ.Δ.Μ έμμεσα άσκησε έλεγχο και ανέλαβε ευθύνη επί ελληνικού εδάφους, μέσω της εισόδου των δυνάμεων ασφαλείας της σε ελληνικό έδαφος (το λιγότερο είχαμε ρίψη σφαιρών και δακρυγόνων επί ελληνικού εδάφους).
III
Απολύτως στοιχειώδεις προβληματισμοί περί μετανάστευσης οι οποίοι θα έπρεπε να κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα. Θα έπρεπε να έχει αναπτυχθεί ένα πεδίο δημόσιας συζήτησης και διαλόγου πάνω σε αυτά τα ζητήματα:Myron Weiner (1995) argued that the increase in international migration in the postwar period posed a threat to international stability and security, especially in those areas of the globe where nation-states are most fragile - the Balkans, Transcaucasia, the Middle East, the great lakes region of Africa, or Southern Africa. Weiner extended his argument to the western democracies, pointing out that the rise in xenophobic and nationalist politics in Western Europe showed that even the most advanced and tolerant democracies risk being destabilized politically by an influx of unwanted immigrants. Weiner postulated that there are limits on how many foreigners a society can absorb... In this line of reasoning, nation-states are threatened by globalization from above and multiculturalism from below.
At the heart of the migration crisis are concerns about sovereignty, citizenship, national security and identity. The ability or inability of a state to control its borders and hence its population is the sine qua non of sovereignty (Freeman 1998; Guiraudon and Lahav 2000; Hollifield 2005). With some notable exceptions -such as the international refugee regime created by the 1950 Geneva Convention in the aftermath of World War II (Goodwin-Gill 1996; Gibney 2004)- the right of a state to control entry and exit of persons to and from its territory is an undisputed principle of international law (Shaw 1997). But this political and legal principle immediately raises several questions: why are some states willing to accept rather high levels of immigration when it would seem not to be in their interest to do so (Hollifield 1992a; Freeman 1995, 1998; Cornelius et al. 1994; Joppke 1998b)? Does this influx pose a threat to the institutions of sovereignty and citizenship (Joppke 1998a; Freeman 1998; Guiraudon and Lahav 2000) and should we view migration primarily as an issue of national and/or international security (Rudolph 2006; Adamson 2006)?...
Is this the end of the story? If so there would appear to be no room for the state in managing migration. Policy, some say (Sassen 1996), may be irrelevant, playing at best only a marginal role in the migration process, and the institutions of sovereignty and citizenship are increasingly outdated (Soysal 1994). According to this logic, we are entering a post-national era and migration is redefining the international state system. I shall argue, however, that it is a mistake to eliminate the state from our analysis. The necessary conditions for migration to occur may be social and economic, but the sufficient conditions are political and legal.
James F. Hollifield
| 0 | 0 |
I
Οι πολιτικές τάσεις και κινήσεις που είναι στενά ευρωκεντρικές ή δυτικοκεντρικές δεν έχουν μέλλον. Οι ασύμμετρα πολυδιάστατες ή πολυκεντρικές τάσεις με ιδιαίτερες σχέσεις με την «Ευρώπη» και τη «Δύση» έχουν μέλλον. Για να μην λιποθυμήσουν οι «ανηκολόγοι», ας το γράψω και διαφορετικά. Τα λιμάνια υπάρχουν προκειμένου να σαλπάρεις και να ανοιχτείς στη θάλασσα (και να έχεις ασφαλές καταφύγιο επιστροφής), όχι προκειμένου να κάθεσαι μέσα και να λες ότι «ανήκεις» στο... λιμάνι ή να αναφωνείς «μην βγούμε από το λιμάνι! Θα βυθιστεί το πλοίο!».
Προφανώς, λοιπόν, θα έχεις ιδιαίτερες σχέσεις ή λιμάνι. Οι κατ'αποκλειστικότητα, όμως, ευρωκεντρισμοί και δυτικοκεντρισμοί ήταν επίκαιροι κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Στον 21ο αιώνα αποτελούν στενό κλοιό και ασφυκτικό κορσέ και μεταβάλλονται σε μαύρες τρύπες (που καταρρέουν υπό το ίδιο το βάρος και τα αδιέξοδα τους). Ενώ υπάρχει μια γενική τάση και προσπάθεια αποστασιοποίησης και ανοίγματος προς όλες τις κατευθύνσεις ή/και απόκτησης απόστασης ασφαλείας από αυτές, εμείς πάμε ανάποδα σαν τον κάβουρα στο κέντρο της μαύρης τρύπας. Λογικό είναι να συνθλιβούμε όταν το «άστρο» τελεί υπό κατάρρευση (και θα καταρρεύσει εάν δεν αλλάξει ουσιωδώς).
Οι «ελίτ» της κατεστραμμένης Ελλάδας είναι μονομερώς και άνευ όρων προσανατολισμένες στο παρελθόν (δηλαδή στην δυτική Ευρώπη). Όσο και εάν πιστεύουν ή προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, αυτό είναι το παρελθόν. Την Ελλάδα την έφαγε η υπερβολική πίστη και επανάπαυση στην «πολύ ή περισσότερη Ευρώπη» και όχι το αντίθετο. Αυτό δεν συνέβη τυχαία. Οι διανοητικές, πολιτικές, οικονομικές ή άλλες «ελίτ» που ηγεμόνευσαν στην Ελλάδα, αντιλήφθηκαν την Ε.Ε ως την κορύφωση μιας ιστορικής πορείας και ως αυτοπραγμάτωση ή/και ολοκλήρωση τους. Επιτέλους, μετά από δύο αιώνες προσπαθειών «εξευρωπαϊσμού» κατάφεραν να οδηγηθούν στους άγιους εκείνους τόπους που ανέκαθεν ήθελαν να είχαν γεννηθεί: Στην ευρύτερη περιοχή του Ρήνου και στην κεντρική γεωγραφία του φιλελευθερισμού, του διαφωτισμού κ.λπ.
Δεν αντιλήφθηκαν δύο μικρές λεπτομέρειες όμως. Πρώτον, πως η δυτική Ευρώπη δεν βρίσκεται σε ανοδική, αλλά σε καθοδική πορεία (η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί προϊόν και απόδειξη της αδυναμίας και όχι της δύναμης της δυτικής Ευρώπης) και δεύτερον, πως η Ελλάδα καβάλησε το άρμα της δυτ. Ευρώπης και η πορεία της υπήρξε αντίστοιχη: άνοδος τον 19ο αιώνα, κορύφωση στις πρώτες δεκαετίες του 20ου, και έπειτα πτώση και συνεχής συρρίκνωση.
Δυστυχώς, έπρεπε να προηγηθεί η βιομηχανοποιημένη και σε μαζική κλίμακα εξολόθρευση μεγάλου μέρους των Εβραίων της Ευρώπης, προκειμένου να αρχίσουν ν'αναπτύσσουν οι τελευταίοι τέτοιες θεματικές (και να βλέπουν, πλέον, με εξαιρετικά μεγάλη επιφυλακτικότητα οτιδήποτε βόρεια των Άλπεων, έχοντας αναπτύξει ένα εξαιρετικά ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης απέναντι στην «Ευρώπη», σε αντίθεση με εμάς). Όπως και να'χει. Οι ταυτότητες και οι προσανατολισμοί στον 21ο αιώνα δεν μπορούν να παραμείνουν αποκλειστικά και μόνον ''typically european ή western''. Αυτές οι ταυτότητες - και οι γενικότεροι προσανατολισμοί που σχετίζονται με αυτές - αποτελούν απομεινάρια άλλων εποχών και αντιπροσωπεύουν το παρελθόν (όσο και εάν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο). Η ανάπτυξη των μεσογειακών διαστάσεων της ελληνικής ταυτότητας ή μιας μεσογειακής ταυτότητας, αποτελεί ιστορικό καθήκον, όχι απλά του Ισραήλ, αλλά και - κυρίως - της Ελλάδας.
Αρχικά αναπτύχθηκαν στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου αντιλήψεις για τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών υπό όρους, οι οποίες ήταν φανερές ήδη στην επανάσταση για τα ανθρώπινα δικαιώματα της δεκαετίας του 1970 («ο Ο.Η.Ε μεταβλήθηκε εκείνη την περίοδο σε εργαλείο μιας νέας εκπολιτιστικής αποστολής, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, στηριζόταν κυρίως στη γλώσσα του διεθνούς δικαίου και στην επίκληση οικουμενικών ηθικών αξιών για τη νομιμοποίησή της»). Στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένα μείγμα πολιτικών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όπου συνδυάζονταν η λεγόμενη συναίνεση της Ουάσινγκτον, ο ανθρωπιστικός παρεμβατισμός, η κυριαρχία ενός δικαίου της ανθρωπότητας μέσω της εγκαθίδρυσης ενός παγκόσμιου καθεστώτος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της λεγόμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης. Όσα ακούμε και βλέπουμε στις μέρες μας, λοιπόν, έχουν μια ιστορία πίσω τους. Δεν γεννήθηκαν εκ του μηδενός ούτε προέκυψαν τώρα (την κορυφή του παγόβουνου βλέπουμε). Τόσο τα οράματα αυτά όσο και οι ενστάσεις επί αυτών των οραμάτων έχουν εκφραστεί με διαυγή τρόπο:
2. 19 September 2014 - With John Lennon’s iconic song “Imagine” as the backdrop, the United Nations today marked the International Day of Peace underscoring that all people have the right to peace. “We must douse the fires of extremism and tackle the root causes of conflict,” Secretary-General Ban Ki-moon said ahead of the official observance of the Day, 21 September, which this year falls on Sunday.
Η νεο-εθνική αυτή τάση που ενισχύεται συνεχώς και διευρύνεται παγκοσμίως, δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό περιφερειακών ή υπανάπτυκτων χώρων ούτε προκύπτει από απλή αδυναμία προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αφορά εξίσου σε διαφορετικό βαθμό τις χώρες του πυρήνα της ΕυρωΑτλαντικής δομής ή της «Δύσεως» και γενικότερα του ανεπτυγμένου κόσμου ή του παγκόσμιου Βορρά. Ενδο-ευρωπαϊκά, από την Σκωτία μέχρι την Καταλονία και τη Φλάνδρα σε υπο-εθνικό επίπεδο και την Πολωνία, την Ολλανδία και την Γαλλία σε δι-εθνικό, και εξω-ευρωπαϊκά, από τις Η.Π.Α, την Ινδία και την Ινδονησία, μέχρι την Κίνα, την Τουρκία και την Ρωσία (και σχεδόν ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, του Κουρδιστάν και του Ηνωμένου Βασιλείου), «κάτι» συμβαίνει.
Πως κατέστη δυνατή μια τέτοια εξέλιξη, όχι μονάχα σε πλανητική αλλά και σε ενδο-ευρωατλαντική κλίμακα, σε μια εποχή παρακμής του κοσμικού εθνικισμού, αποδυνάμωσης των λειτουργιών και της κυριαρχίας του κράτους και συμβολικής απαξίωσης του έθνους;
Αποδείξεις για το δεύτερο και το τρίτο: Ο Πρόεδρος του Ισραήλ Reuven Rivlin ακύρωσε προγραμματισμένη επίσκεψη του στην Αυστραλία προκειμένου να παρευρεθεί σε επείγουσα σύσκεψη στην Μόσχα (παραλίγο να δημιουργηθεί διπλωματικό επεισόδιο). Αυτή η εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια της ακύρωσης της συνάντησης Netanyahu-Obama στην Ουάσινγκτον. Η Αίγυπτος του Sisi έχει καλύτερες σχέσεις από ότι η Αίγυπτος του Morsi με την Ρωσία. Ο βασιλιάς Salman της Σαουδικής Αραβίας θα επισκεφθεί τη Μόσχα προκειμένου να συζητηθούν μεγάλες οικονομικές συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών. Τα προηγούμενα κράτη αναμένουν πλέον από την Ρωσία να εξισορροπήσει τον άξονα Ιράν-Χεζμπολάχ-Άσσαντ (ο Ali Khamenei, επίσης, βρέθηκε πριν λίγο καιρό στην Ρωσία). Είναι χαρακτηριστική και αξιοπρόσεκτη η εμπιστοσύνη που δείχνει το Ισραήλ προς τη Ρωσία παρά τις καλές σχέσεις Μόσχας-Τεχεράνης. Πλέον η Ρωσία έχει καλές σχέσεις με ολόκληρο το νοτιοανατολικό τμήμα της ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτος, Ισραήλ, Λίβανος, ακτές Συρίας. Οι καταστάσεις, βέβαια, στα Βαλκάνια και την κεντροανατολική Ευρώπη είναι διαφορετικές, ίσως μάλιστα να οδεύουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από ότι στην Μέση Ανατολή και το νοτιοανατολικό τμήμα της ανατολικής Μεσογείου).
Τέταρτον, η Ρωσία, όχι απλά δεν κατέρρευσε εσωτερικά, όπως ανέμεναν αρκετοί, έχοντας ανοιχτά δύο μέτωπα (Ουκρανία και Συρία) αλλά, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, φαίνεται να ενισχύει τη θέση της σε αυτές τις δύο περιοχές. Βέβαια, εάν - για κάποιο λόγο που αυτή την στιγμή δεν φαίνεται πιθανός - υπάρξει ξανά κλιμάκωση σε αυτά τα δύο μέτωπα και ανοίξει και τρίτο, νέο μέτωπο, στον Καύκασο, η Ρωσία θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Πέμπτον, η Ρωσία παρά την διαχρονική της ανασφάλεια συμπεριφέρεται με σχετικά ήπιο τρόπο κάνοντας πολύ μετρημένη χρήση της στρατηγικής ισχύος της (τόσο στην περίπτωση της Κριμαίας όσο και σε αυτή της Συρίας) δείχνοντας αξιοθαύμαστα επίπεδα αυτοσυγκράτησης και αυτοκυριαρχίας (κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό - και σπάνιο - για χώρες που χρησιμοποιούν σκληρή ισχύ). Οι κινήσεις της είναι προσεγμένες, στοχευμένες, δίχως σπατάλη δυνάμεων και χωρίς πολλές επικοινωνιακές φανφάρες.
Το επιχείρημα για την στάση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι τα περί ''Pivot to Asia''και πως πλέον το παιχνίδι παίζεται αλλού. Το επιχείρημα είναι σωστό. Το παίγνιο σε αυτή την περιοχή του πλανήτη είναι πρώτης κλάσης και τάξεως. Οπωσδήποτε αυτή η στροφή των Η.Π.Α είναι απαραίτητη, αν και ξεκίνησε με μια αποτυχία: τη συμμετοχή όλων των παραδοσιακών ευρωπαϊκών συμμάχων της, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Νότιος Κορέα και η Αυστραλία στην ΑΙΙΒ (Asian Infrastructure Investment Bank), παρά την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να μεταπείσει αρκετές από αυτές τις χώρες. Η Ρωσία έχει εδώ και καιρό κατοχυρωμένη θέση σε αυτή την περιοχή του πλανήτη, αλλά κάτι τέτοιο δεν την εμπόδισε από το να κάνει αισθητή την παρουσία της στην Μέση Ανατολή...
Προφανώς, λοιπόν, θα έχεις ιδιαίτερες σχέσεις ή λιμάνι. Οι κατ'αποκλειστικότητα, όμως, ευρωκεντρισμοί και δυτικοκεντρισμοί ήταν επίκαιροι κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Στον 21ο αιώνα αποτελούν στενό κλοιό και ασφυκτικό κορσέ και μεταβάλλονται σε μαύρες τρύπες (που καταρρέουν υπό το ίδιο το βάρος και τα αδιέξοδα τους). Ενώ υπάρχει μια γενική τάση και προσπάθεια αποστασιοποίησης και ανοίγματος προς όλες τις κατευθύνσεις ή/και απόκτησης απόστασης ασφαλείας από αυτές, εμείς πάμε ανάποδα σαν τον κάβουρα στο κέντρο της μαύρης τρύπας. Λογικό είναι να συνθλιβούμε όταν το «άστρο» τελεί υπό κατάρρευση (και θα καταρρεύσει εάν δεν αλλάξει ουσιωδώς).
Οι «ελίτ» της κατεστραμμένης Ελλάδας είναι μονομερώς και άνευ όρων προσανατολισμένες στο παρελθόν (δηλαδή στην δυτική Ευρώπη). Όσο και εάν πιστεύουν ή προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, αυτό είναι το παρελθόν. Την Ελλάδα την έφαγε η υπερβολική πίστη και επανάπαυση στην «πολύ ή περισσότερη Ευρώπη» και όχι το αντίθετο. Αυτό δεν συνέβη τυχαία. Οι διανοητικές, πολιτικές, οικονομικές ή άλλες «ελίτ» που ηγεμόνευσαν στην Ελλάδα, αντιλήφθηκαν την Ε.Ε ως την κορύφωση μιας ιστορικής πορείας και ως αυτοπραγμάτωση ή/και ολοκλήρωση τους. Επιτέλους, μετά από δύο αιώνες προσπαθειών «εξευρωπαϊσμού» κατάφεραν να οδηγηθούν στους άγιους εκείνους τόπους που ανέκαθεν ήθελαν να είχαν γεννηθεί: Στην ευρύτερη περιοχή του Ρήνου και στην κεντρική γεωγραφία του φιλελευθερισμού, του διαφωτισμού κ.λπ.
Δεν αντιλήφθηκαν δύο μικρές λεπτομέρειες όμως. Πρώτον, πως η δυτική Ευρώπη δεν βρίσκεται σε ανοδική, αλλά σε καθοδική πορεία (η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί προϊόν και απόδειξη της αδυναμίας και όχι της δύναμης της δυτικής Ευρώπης) και δεύτερον, πως η Ελλάδα καβάλησε το άρμα της δυτ. Ευρώπης και η πορεία της υπήρξε αντίστοιχη: άνοδος τον 19ο αιώνα, κορύφωση στις πρώτες δεκαετίες του 20ου, και έπειτα πτώση και συνεχής συρρίκνωση.
Σημείωση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μια χαλαρή ένωση σε πολλά επίπεδα (και μηχανισμός ολοκλήρωσης της περιοχής του Ρήνου), αποτελεί ένα εξαιρετικό επίτευγμα. Μέχρι εκεί όμως. Εάν τοποθετηθεί ευθέως απέναντι στα εθνικά κράτη θα συνθλιβεί...
II
Στο Ισραήλ αναπτύσσονται προβληματισμοί όπως οι κάτωθι. Στην Ελλάδα της «ανηκολογίας», όχι.Currently, there are several reasons why Israel must remember that, from the geographical and historical point of view, it is an integral part of the Mediterranean. The continuous hostility of most Mediterranean countries towards Israel, its immense dependence on the United States and the growing technological modernisation worldwide have made the current Israeli identity typically western; its citizens do not look to the countries of the Mediterranean basin but to Western Europe and North America as models of inspiration and examples to follow. Israelis should remember their history and bear in mind that the Mediterranean identity is a splendid one. The great civilisations emerged and developed in the Mediterranean basin. Jews, who were active guests and involved in both the Islamic world and the Christian world, must now also contribute decisively to the Mediterranean identity that includes their historical Jewish identity...
The Mediterranean identity is a splendid identity, ancient and modern. The great civilisations were born and developed in the Mediterranean basin: Christianity, Judaism, Islam, as well as Greco-Roman culture. All these sources are still alive today and are, in many senses, of great importance to the world. It is therefore a historical duty of Israelis towards the Mediterranean basin, in which they wish to remain as permanent residents after having overcome such harsh and exhausting migrations, to make it part of their identity.
Δυστυχώς, έπρεπε να προηγηθεί η βιομηχανοποιημένη και σε μαζική κλίμακα εξολόθρευση μεγάλου μέρους των Εβραίων της Ευρώπης, προκειμένου να αρχίσουν ν'αναπτύσσουν οι τελευταίοι τέτοιες θεματικές (και να βλέπουν, πλέον, με εξαιρετικά μεγάλη επιφυλακτικότητα οτιδήποτε βόρεια των Άλπεων, έχοντας αναπτύξει ένα εξαιρετικά ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης απέναντι στην «Ευρώπη», σε αντίθεση με εμάς). Όπως και να'χει. Οι ταυτότητες και οι προσανατολισμοί στον 21ο αιώνα δεν μπορούν να παραμείνουν αποκλειστικά και μόνον ''typically european ή western''. Αυτές οι ταυτότητες - και οι γενικότεροι προσανατολισμοί που σχετίζονται με αυτές - αποτελούν απομεινάρια άλλων εποχών και αντιπροσωπεύουν το παρελθόν (όσο και εάν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο). Η ανάπτυξη των μεσογειακών διαστάσεων της ελληνικής ταυτότητας ή μιας μεσογειακής ταυτότητας, αποτελεί ιστορικό καθήκον, όχι απλά του Ισραήλ, αλλά και - κυρίως - της Ελλάδας.
III
Στην γραφειοκρατία του Ο.Η.Ε οραματίσθηκαν έναν κόσμο χωρίς σύνορα όπου η μετανάστευση θα αντιμετωπίζεται ως διεθνές ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα χρησιμοποιείται ως εργαλείο ανάπτυξης και ενθάρρυνσης της ελεύθερης μετακίνησης από τις αναπτυσσόμενες προς τις ανεπτυγμένες χώρες. Οι αντιλήψεις αυτές εκφράστηκαν με διάφορους τρόπους (π.χ. με την ''International Convention on the Protection of the Rights of All Migrant Workers and Members of Their Families''που ψηφίστηκε την δεκαετία του 1990, τέθηκε όμως σε εφαρμογή το 2003) και έχουν μια ιστορία πίσω τους.Αρχικά αναπτύχθηκαν στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου αντιλήψεις για τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών υπό όρους, οι οποίες ήταν φανερές ήδη στην επανάσταση για τα ανθρώπινα δικαιώματα της δεκαετίας του 1970 («ο Ο.Η.Ε μεταβλήθηκε εκείνη την περίοδο σε εργαλείο μιας νέας εκπολιτιστικής αποστολής, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, στηριζόταν κυρίως στη γλώσσα του διεθνούς δικαίου και στην επίκληση οικουμενικών ηθικών αξιών για τη νομιμοποίησή της»). Στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένα μείγμα πολιτικών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όπου συνδυάζονταν η λεγόμενη συναίνεση της Ουάσινγκτον, ο ανθρωπιστικός παρεμβατισμός, η κυριαρχία ενός δικαίου της ανθρωπότητας μέσω της εγκαθίδρυσης ενός παγκόσμιου καθεστώτος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της λεγόμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης. Όσα ακούμε και βλέπουμε στις μέρες μας, λοιπόν, έχουν μια ιστορία πίσω τους. Δεν γεννήθηκαν εκ του μηδενός ούτε προέκυψαν τώρα (την κορυφή του παγόβουνου βλέπουμε). Τόσο τα οράματα αυτά όσο και οι ενστάσεις επί αυτών των οραμάτων έχουν εκφραστεί με διαυγή τρόπο:
Imagine there’s no countries, It isn’t hard to do - John Lennon (1971)
Η ηθική στάση πως η παγκόσμια δικαιοσύνη μπορεί να εξυπηρετηθεί από έναν κόσμο ανοιχτών συνόρων μέσα στον οποίο τα άτομα είναι ελεύθερα να κινηθούν οπουδήποτε επιθυμούν, προϋποθέτει έναν κόσμο χωρίς σύνορα, χωρίς κράτη, χωρίς καταπιεστικά καθεστώτα, χωρίς μεγάλες διαφορές στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και στις υπηρεσίες πρόνοιας που προσφέρονται από τις κυβερνώσες αρχές, και χωρίς μεγάλες διαφορές στα εισοδήματα και την απασχόληση. Ελλείψει αυτών των συνθηκών το ευγενές αυτό όραμα μετατρέπεται σε εφιάλτη - Myron Weiner (1996)
Σημειώσεις
1. Imagine (Live at the UN's General Assembly 2015). Shakira, before the Pope at the UN in NYC, dedicates her performance of John Lennon's Imagine to Aylan and Galip Kurdi and all the children turned refugees due to the Syrian war.2. 19 September 2014 - With John Lennon’s iconic song “Imagine” as the backdrop, the United Nations today marked the International Day of Peace underscoring that all people have the right to peace. “We must douse the fires of extremism and tackle the root causes of conflict,” Secretary-General Ban Ki-moon said ahead of the official observance of the Day, 21 September, which this year falls on Sunday.
IV
Σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά την μονοπολική διακήρυξη περί του ''Τέλους της Ιστορίας''της δεκαετίας του 1990, μια σειρά από μεταβολές, αίτια, και παράγοντες, συντελούν στην σταδιακή διαμόρφωση νεο-εθνικών τάσεων, την επιστροφή ή επάνοδο του εθνικού κράτους με σύγχρονους όρους, την επαναβεβαίωση και ενδυνάμωση της κυριαρχίας του και την αναβίωση του έθνους, σε νέα μετανεωτερική μορφή. Οι δε περιπτώσεις κρατών που επαναβεβαιώνουν την εθνική τους κυριαρχία, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική της διάσταση, αυξάνουν συνεχώς.Η νεο-εθνική αυτή τάση που ενισχύεται συνεχώς και διευρύνεται παγκοσμίως, δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό περιφερειακών ή υπανάπτυκτων χώρων ούτε προκύπτει από απλή αδυναμία προσαρμογής στις νέες συνθήκες, αφορά εξίσου σε διαφορετικό βαθμό τις χώρες του πυρήνα της ΕυρωΑτλαντικής δομής ή της «Δύσεως» και γενικότερα του ανεπτυγμένου κόσμου ή του παγκόσμιου Βορρά. Ενδο-ευρωπαϊκά, από την Σκωτία μέχρι την Καταλονία και τη Φλάνδρα σε υπο-εθνικό επίπεδο και την Πολωνία, την Ολλανδία και την Γαλλία σε δι-εθνικό, και εξω-ευρωπαϊκά, από τις Η.Π.Α, την Ινδία και την Ινδονησία, μέχρι την Κίνα, την Τουρκία και την Ρωσία (και σχεδόν ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, του Κουρδιστάν και του Ηνωμένου Βασιλείου), «κάτι» συμβαίνει.
Πως κατέστη δυνατή μια τέτοια εξέλιξη, όχι μονάχα σε πλανητική αλλά και σε ενδο-ευρωατλαντική κλίμακα, σε μια εποχή παρακμής του κοσμικού εθνικισμού, αποδυνάμωσης των λειτουργιών και της κυριαρχίας του κράτους και συμβολικής απαξίωσης του έθνους;
Σημείωση
Ο τρόπος προσέγγισης του φαινομένου, αποκλειστικά και μόνον, υπό το πρίσμα της «ανόδου της ακροδεξιάς» θυμίζει ή/και έχει αντιστοιχίες με τα περί της «εξάρσεως του θρησκευτικού φονταμενταλισμού». Αυτές οι προσεγγίσεις αποκρύβουν πως πίσω από από την «άνοδο και έξαρση της ακροδεξιάς ή/και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού» ο κόσμος έχει πλημμυρίσει νεο-εθνικές και νεο-θρησκευτικές τάσεις. Κατά αυτόν τον τρόπο, κάτω από την αιχμηρή κορυφή, εξαφανίζεται το παγόβουνο.
V
Η Ρωσία του κ. Putin χειρίστηκε με αριστουργηματικό τρόπο τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή. Πρώτον, απέδειξε πως παραμένει στρατηγικός παίκτης, σε αντίθεση με την Ε.Ε ή μεμονωμένα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία (η δε επιρροή της τελευταίας στην περίπτωση της Συρίας εξαϋλώθηκε). Δεύτερον, επιβεβαίωσε την ισχύ της (εάν επιθυμούσε να διεξάγει προπαγάνδα θα μπορούσε να ισχυριστεί πως προασπίστηκε το δίκαιο, αλλά συνήθως με τέτοιο τρόπο μιλούν οι Η.Π.Α, όχι η Ρωσία) δίχως να δημιουργήσει εχθρούς στην περιοχή - πλην Τουρκίας, αλλά ούτως ή άλλως οι σχέσεις των δύο αυτών χωρών είναι παραδοσιακά ανταγωνιστικές. Τρίτον, μπήκε στη θέση του οδηγού των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή (και με την οικειοθελή οπισθοχώρηση των Η.Π.Α παρά τις ''κόκκινες γραμμές''του 2012).Αποδείξεις για το δεύτερο και το τρίτο: Ο Πρόεδρος του Ισραήλ Reuven Rivlin ακύρωσε προγραμματισμένη επίσκεψη του στην Αυστραλία προκειμένου να παρευρεθεί σε επείγουσα σύσκεψη στην Μόσχα (παραλίγο να δημιουργηθεί διπλωματικό επεισόδιο). Αυτή η εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια της ακύρωσης της συνάντησης Netanyahu-Obama στην Ουάσινγκτον. Η Αίγυπτος του Sisi έχει καλύτερες σχέσεις από ότι η Αίγυπτος του Morsi με την Ρωσία. Ο βασιλιάς Salman της Σαουδικής Αραβίας θα επισκεφθεί τη Μόσχα προκειμένου να συζητηθούν μεγάλες οικονομικές συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών. Τα προηγούμενα κράτη αναμένουν πλέον από την Ρωσία να εξισορροπήσει τον άξονα Ιράν-Χεζμπολάχ-Άσσαντ (ο Ali Khamenei, επίσης, βρέθηκε πριν λίγο καιρό στην Ρωσία). Είναι χαρακτηριστική και αξιοπρόσεκτη η εμπιστοσύνη που δείχνει το Ισραήλ προς τη Ρωσία παρά τις καλές σχέσεις Μόσχας-Τεχεράνης. Πλέον η Ρωσία έχει καλές σχέσεις με ολόκληρο το νοτιοανατολικό τμήμα της ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτος, Ισραήλ, Λίβανος, ακτές Συρίας. Οι καταστάσεις, βέβαια, στα Βαλκάνια και την κεντροανατολική Ευρώπη είναι διαφορετικές, ίσως μάλιστα να οδεύουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από ότι στην Μέση Ανατολή και το νοτιοανατολικό τμήμα της ανατολικής Μεσογείου).
Τέταρτον, η Ρωσία, όχι απλά δεν κατέρρευσε εσωτερικά, όπως ανέμεναν αρκετοί, έχοντας ανοιχτά δύο μέτωπα (Ουκρανία και Συρία) αλλά, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, φαίνεται να ενισχύει τη θέση της σε αυτές τις δύο περιοχές. Βέβαια, εάν - για κάποιο λόγο που αυτή την στιγμή δεν φαίνεται πιθανός - υπάρξει ξανά κλιμάκωση σε αυτά τα δύο μέτωπα και ανοίξει και τρίτο, νέο μέτωπο, στον Καύκασο, η Ρωσία θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Πέμπτον, η Ρωσία παρά την διαχρονική της ανασφάλεια συμπεριφέρεται με σχετικά ήπιο τρόπο κάνοντας πολύ μετρημένη χρήση της στρατηγικής ισχύος της (τόσο στην περίπτωση της Κριμαίας όσο και σε αυτή της Συρίας) δείχνοντας αξιοθαύμαστα επίπεδα αυτοσυγκράτησης και αυτοκυριαρχίας (κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό - και σπάνιο - για χώρες που χρησιμοποιούν σκληρή ισχύ). Οι κινήσεις της είναι προσεγμένες, στοχευμένες, δίχως σπατάλη δυνάμεων και χωρίς πολλές επικοινωνιακές φανφάρες.
Το επιχείρημα για την στάση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι τα περί ''Pivot to Asia''και πως πλέον το παιχνίδι παίζεται αλλού. Το επιχείρημα είναι σωστό. Το παίγνιο σε αυτή την περιοχή του πλανήτη είναι πρώτης κλάσης και τάξεως. Οπωσδήποτε αυτή η στροφή των Η.Π.Α είναι απαραίτητη, αν και ξεκίνησε με μια αποτυχία: τη συμμετοχή όλων των παραδοσιακών ευρωπαϊκών συμμάχων της, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Νότιος Κορέα και η Αυστραλία στην ΑΙΙΒ (Asian Infrastructure Investment Bank), παρά την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να μεταπείσει αρκετές από αυτές τις χώρες. Η Ρωσία έχει εδώ και καιρό κατοχυρωμένη θέση σε αυτή την περιοχή του πλανήτη, αλλά κάτι τέτοιο δεν την εμπόδισε από το να κάνει αισθητή την παρουσία της στην Μέση Ανατολή...
Σημείωση
Η ικανότητα και η βούληση επιβολής μιας πολιτικής δια των όπλων αποτελεί το κατ'εξοχήν γνώρισμα της στρατηγικής ισχύος. Η Ρωσία επιβεβαίωσε πως αποτελεί κατεξοχήν περίπτωση στρατηγικού παίκτη, ο οποίος οικονομικά μπορεί να χλευάζεται αλλά συνεχώς με αυτόν κάνουν διακανονισμούς οι Η.Π.Α (από το Αφγανιστάν μέχρι τη Συρία), αγνοώντας επιδεικτικά την Ε.Ε. Γενικότερα, η Ρωσία πάει καλά, αλλά δεν πρέπει να ξανοίγεται και να πάρουν τα μυαλά της αέρα.| 0 | 0 |
Παραθέτω δύο κείμενα που παρουσιάζουν τις επερχόμενες εξελίξεις υπό διαφορετικό πρίσμα. Με ενδιαφέρουν τα κοινά τους σημεία αλλά και οι ερμηνευτικές τους διαφορές πάνω στα κοινά τους σημεία.
Προκηρύσσονται καί οι «άδειες» για τις εκλογές, με τη βουλή να διαλύεται πολύ πρόωρα, αλλά ταυτόχρονα πολύ φυσιολογικά στο τέλος του μήνα, καθώς ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα σε αυτή τη φάση ολοκληρώνεται και μια νέα κυβέρνηση «οικουμενικού» χαρακτήρα θα απαιτηθεί για να διαχειριστεί τη Νέα Μεταπολίτευση που ορίζουν δύο νέες συνθήκες γεωπολιτικού χαρακτήρα: 1) ΝΑΤΟποίηση του Αιγαίου και 2) Διεθνής οικονομική προστασία της Ελλάδας για την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος (της Ευρώπης).
Αυτά με δύο κουβέντες είναι τα νέα (μας) και ψυχραιμία, διότι αυτό το νέο καθεστώς που θα ορίσει τη ταυτότητα της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες και τη διάσταση των νέων πολιτικών που θα λάβουν χώρα σε αυτήν, είναι πολύ πιθανόν να συνοδευτεί από ένα μοναδικό σε «αγριότητα» θέατρο του τύπου «σοκ και δέος» στην εσωτερική και εξωτερική μας πολιτική, έτσι ώστε να αντληθεί φοβικά η απαιτούμενη πολιτική νομιμοποίηση για ριζική αναθεώρηση τόσο του προγράμματος της τρόικας, όσο και του καθεστώτος στο Αιγαίο.
Το κλειδί των εξελίξεων είναι ασφαλώς η προσφυγική κρίση. Στην πραγματικότητα αυτό είναι η πρόφαση για να ρυθμιστεί σε νέα βάση η χρόνια, λανθάνουσα εντός του ΝΑΤΟ, αντιπαράθεση Ελλάδας-Τουρκίας, όπως και η λανθάνουσα αντιπαράθεση των παραγόντων της τρόικας σε ό, τι αφορά στη στρατηγική του οικονομικού «προγράμματος προσαρμογής» της Ελλάδας.
Αυτά τα δύο θέματα φαίνεται - από την ανάλυση της νέας διαλογικής πράξης (discursive praxis), που διαμορφώνεται σε διεθνές επίπεδο για το Ελληνικό Ζήτημα - να ρυθμίζονται στο πλαίσιο δύο ξεχωριστών στρατηγικών αναθεωρήσεων, οι οποίες, ωστόσο, αποσκοπούν από κοινού στην αποφυγή καταστάσεων αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα. Από τη μια η ελληνοτουρκική προστριβή, που συνδέεται με την προσφυγική κρίση, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με τη ΝΑΤΟποίση του Αιγαίου, έτσι ώστε να μην τίθενται ζητήματα κυριαρχίας κατά την έρευνα και διάσωση, ή γενικότερα ως προς την ευθύνη επιτήρησης και ελέγχου στην περιοχή, με την αρμοδιότητα να περνά πλέον πλήρως στη διοίκηση του ΝΑΤΟ, η οποία με τη σειρά της θα υποστεί μερική αναθεώρηση. Ενώ, από την άλλη, θα είναι η Ελλάδα που με την επόμενη διευρυμένη κυβέρνησή της και το νέο της κοινοβούλιο θα αναλάβει την «ιδιοκτησία του προγράμματος» της τρόικας, όπως ζήτησε η κυρία Λαγκάρντ, με την εκπόνηση και θεσμοθέτηση ενός Εθνικού Σχεδίου στα μέτρα της οικονομικής πολιτικής του κυρίου Σόιμπλε, για όσο χρόνο προβλέπεται η εξυπηρέτηση του χρέους προς τον «επίσημο τομέα».
Έτσι, θα μπορεί να δανείζεται η χώρα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δοκιμάζοντας εκ νέου να βγει στην χρηματαγορά σταδιακά και με μέτρο, μια και θα έχει νομιμοποιηθεί ο δανεισμός από την αγορά δια του «debt reprofiling» - της αναμόρφωσης του χρέους, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του Νέου Μακροχρόνιου Προγράμματος της τρόικας, το οποίο θα ενσωματωθεί με ένα νέο μνημόνιο στο Εθνικό Σχέδιο που θα πρέπει (σύμφωνα με τους παράγοντες της τρόικας) να έχει αποκτήσει νομική ισχύ ήδη από το φθινόπωρο. Όλα αυτά προϋποθέτουν εξαιρετικές διαδικασίες και εξαιρετική αντιμετώπιση της Ελλάδας, τόσο στο επίπεδο του ΔΝΤ, όσο και σε αυτό της Ευρωζώνης και του ΝΑΤΟ. Και αυτή τη φορά δεν θα είναι ο κίνδυνος για τη διεθνή οικονομία που θα νομιμοποιήσει αυτές τις εξαιρετικές διαδικασίες και τις sui generis πρακτικές για την Ελλάδα, αλλά ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης της λεγομένης νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, αναγνώστη μου, τώρα και με επίκεντρο την Ελλάδα και τη Τουρκία θα δούμε να εφαρμόζονται οι δομικές αλλαγές του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας, που αποκρυσταλλώθηκαν ήδη, ως γενικό αφήγημα, από το καλοκαίρι του 1999, καθώς και οι νέες αντιλήψεις που αφορούν στη συνεργασία Ουάσιγκτον-Βερολίνου για την ίδια γεωπολιτικώς περιοχή.
Το επόμενο χρονικό διάστημα, μέσα σε έξι ή οκτώ μήνες, θα γίνει κατανοητή και στους πλέον παραιτημένους, κομφορμιστές ή αφελείς μια ξεχωριστή παραδοχή για το μέλλον των Ελλήνων: ότι η Ελλάδα ως περιοχή της Ευρώπης μπορεί και να παραμείνει εδώ, χωρίς την κυριαρχία επί αυτής των Ελλήνων. Αλλωστε σε ένα κρεσέντο ευρωπαϊκής εθνολογικής προσέγγισης των εγχώριων φεντεραλιστών, με ελληνικά διαβατήρια, μπορεί να γίνει αποδεκτή η πληρωμένη από τον Σουλτάνο παλαιά «μελέτη» του Φαλμεράιερ, σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες χάθηκαν ιστορικά κάποια χρονική περίοδο στο πέρασμα από τους αρχαίους χρόνους στον Μεσαίωνα και δεν υπήρξαν και πάλι ποτέ. Κάτι σας τους Χετταίους, τους Σουμερίους, τους Καρχηδονίους κ.λπ.
Σε μια τέτοια λογική οι εθνομηδενιστές - φιλοευρωπαίοι φεντεραλιστές - μεταεθνικοί του Κέντρου και της Αριστεράς θα θελήσουν να δημιουργήσουν μια έσχατη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία η ένταξη στην ΕΟΚ και την ΟΝΕ ήταν η πραγματική απελευθερωτική (ειρηνική) επανάσταση για τους εντόπιους κατοίκους της Ελλάδας, που τους έδωσε την ευκαιρία της ένταξης και του εκπολιτισμού στη νεο-γερμανική Ευρώπη, με διοίκηση από την υπερεθνική ελίτ της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Κάτι σαν διαδικασία «εισοδισμού» στη Δύση.
Ολα τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν με αστείο ή φάρσα. Αλλά το ίδιο μοιάζει, αν δεν ήταν μια τραγωδία σε εξέλιξη, η πορεία του έθνους και του λαού όχι μόνον την τελευταία επταετία της χρεοκοπίας και των Μνημονίων αλλά κατά τη διάρκεια όσων έχουν συμβεί και συμφωνηθεί με τις Βρυξέλλες τα τελευταία 35 χρόνια. Η εγχώρια ολιγαρχία της διακυβέρνησης, των επιχειρήσεων και της διανόησης μόνο ένα σημείο σύγκλισης και συμφωνίας έχει να επιδείξει: τον αφανισμό της Ελλάδας των Ελλήνων και την ανάδειξη μιας Ελλάδας ρημαγμένης και διαθέσιμης ως περιοχής στη διαχείριση και στις προθέσεις ή στους σχεδιασμούς των ηγετικών ομάδων και της γραφειοκρατίας της Ευρώπης των καρτέλ και του ευρώ. Στην παρούσα φάση δεν έχει ενδιαφέρον τι συνέβη ή ποιοι έχουν τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη για την εξέλιξη. Προκρίνεται το εξής ζήτημα: Θα συνεχίσει να υπάρχει η Ελλάδα των Ελλήνων ή θα εμπεδωθεί η αντίληψη της Ελλάδας συνοριακής περιοχής της Ενωμένης Ευρώπης αποπολιτικοποιημένης, αποεθνικοποιημένης, ενταγμένης στη διαχείριση των Βρυξελλών και διεθνών οργανισμών τύπου ΔΝΤ;
Τους επόμενους μήνες η σύγκρουση στην Ελλάδα ή για την Ελλάδα δεν θα είναι αποκλειστικά στο συμβατικό πολιτικό πεδίο μεταξύ Κεντροδεξιάς και Αριστεράς. Ούτε στο κλασικό επίπεδο μνημονιακών - αντιμνημονιακών, αγανακτισμένων - προθύμων. Η πλέον σημαντική αντιπαράθεση και όξυνση θα είναι μεταξύ, από τη μια, εθνομηδενιστών - ευρωπαϊστών φεντεραλιστών και από την άλλη εθνικών - εθνικιστών επίσης φιλοδυτικών πολιτικών, κοινωνικών και επιχειρηματικών δυνάμεων. Με δεδομένο ότι η Ευρώπη οδηγείται με αφετηρία το Λονδίνο στην πλέον ουσιώδη κρίση συνοχής της και η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες του ευρώ, μπορεί να διεκδικήσει και πετύχει νέα τάξη πραγμάτων σε εθνικό επίπεδο, όλα μπορούν να συμβούν. Σημειωτέον ότι η Ελλάδα των Ελλήνων δεν έχει να χάσει τίποτα από τυχόν συντεταγμένη έξοδό της από αυτό - όχι σε ανόητες λογικές Βαρουφάκη αλλά συγκροτημένες συζητήσεις με Σόιμπλε. Υπό την «ομπρέλα» των ναυτικών δυνάμεων στις οποίες ανήκει και των Αγγλοσαξόνων, που παραδοσιακά εγγυώνται την ανεξαρτησία της ως Ελλάδας των Ελλήνων και όχι ως «κρατιδίου των Γκρικς», μπορεί να επιχειρήσει «ειδική σχέση» με την ηπειρωτική Ευρώπη των Γερμανογάλλων, παρακολουθώντας το Ηνωμένο Βασίλειο και δομώντας «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και την οικονομία του δολαρίου με «καθεστώς ναυτικής χώρας».
Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικές δυνάμεις θα συγκρουστούν ευθέως και δυναμικά με τις εθνομηδενιστικές δυνάμεις του εγχώριου ευρωπαϊκού φεντεραλισμού -του ελληνικού μεταπολεμικού καθεστώτος τύπου Βισί- επιζητώντας την ανάκτηση του εθνικού κράτους και την ευημερία του κοινωνικού - λαϊκού οικοδομήματος με τη συγκρότηση Νέου Συντάγματος, Νέου Κράτους, Νέας Οικονομίας, Νέας μαζικής Κουλτούρας και Παιδείας.
I
Στο ΝΑΤΟ το Αιγαίο, με το προσφυγικό να ορίζει την οικονομική προοπτική της Ελλάδας!
Στο ΝΑΤΟ το Αιγαίο, με το προσφυγικό να ορίζει την οικονομική προοπτική της Ελλάδας!
Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος
Προκηρύσσονται καί οι «άδειες» για τις εκλογές, με τη βουλή να διαλύεται πολύ πρόωρα, αλλά ταυτόχρονα πολύ φυσιολογικά στο τέλος του μήνα, καθώς ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα σε αυτή τη φάση ολοκληρώνεται και μια νέα κυβέρνηση «οικουμενικού» χαρακτήρα θα απαιτηθεί για να διαχειριστεί τη Νέα Μεταπολίτευση που ορίζουν δύο νέες συνθήκες γεωπολιτικού χαρακτήρα: 1) ΝΑΤΟποίηση του Αιγαίου και 2) Διεθνής οικονομική προστασία της Ελλάδας για την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος (της Ευρώπης).
Αυτά με δύο κουβέντες είναι τα νέα (μας) και ψυχραιμία, διότι αυτό το νέο καθεστώς που θα ορίσει τη ταυτότητα της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες και τη διάσταση των νέων πολιτικών που θα λάβουν χώρα σε αυτήν, είναι πολύ πιθανόν να συνοδευτεί από ένα μοναδικό σε «αγριότητα» θέατρο του τύπου «σοκ και δέος» στην εσωτερική και εξωτερική μας πολιτική, έτσι ώστε να αντληθεί φοβικά η απαιτούμενη πολιτική νομιμοποίηση για ριζική αναθεώρηση τόσο του προγράμματος της τρόικας, όσο και του καθεστώτος στο Αιγαίο.
Το κλειδί των εξελίξεων είναι ασφαλώς η προσφυγική κρίση. Στην πραγματικότητα αυτό είναι η πρόφαση για να ρυθμιστεί σε νέα βάση η χρόνια, λανθάνουσα εντός του ΝΑΤΟ, αντιπαράθεση Ελλάδας-Τουρκίας, όπως και η λανθάνουσα αντιπαράθεση των παραγόντων της τρόικας σε ό, τι αφορά στη στρατηγική του οικονομικού «προγράμματος προσαρμογής» της Ελλάδας.
Αυτά τα δύο θέματα φαίνεται - από την ανάλυση της νέας διαλογικής πράξης (discursive praxis), που διαμορφώνεται σε διεθνές επίπεδο για το Ελληνικό Ζήτημα - να ρυθμίζονται στο πλαίσιο δύο ξεχωριστών στρατηγικών αναθεωρήσεων, οι οποίες, ωστόσο, αποσκοπούν από κοινού στην αποφυγή καταστάσεων αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα. Από τη μια η ελληνοτουρκική προστριβή, που συνδέεται με την προσφυγική κρίση, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με τη ΝΑΤΟποίση του Αιγαίου, έτσι ώστε να μην τίθενται ζητήματα κυριαρχίας κατά την έρευνα και διάσωση, ή γενικότερα ως προς την ευθύνη επιτήρησης και ελέγχου στην περιοχή, με την αρμοδιότητα να περνά πλέον πλήρως στη διοίκηση του ΝΑΤΟ, η οποία με τη σειρά της θα υποστεί μερική αναθεώρηση. Ενώ, από την άλλη, θα είναι η Ελλάδα που με την επόμενη διευρυμένη κυβέρνησή της και το νέο της κοινοβούλιο θα αναλάβει την «ιδιοκτησία του προγράμματος» της τρόικας, όπως ζήτησε η κυρία Λαγκάρντ, με την εκπόνηση και θεσμοθέτηση ενός Εθνικού Σχεδίου στα μέτρα της οικονομικής πολιτικής του κυρίου Σόιμπλε, για όσο χρόνο προβλέπεται η εξυπηρέτηση του χρέους προς τον «επίσημο τομέα».
Έτσι, θα μπορεί να δανείζεται η χώρα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δοκιμάζοντας εκ νέου να βγει στην χρηματαγορά σταδιακά και με μέτρο, μια και θα έχει νομιμοποιηθεί ο δανεισμός από την αγορά δια του «debt reprofiling» - της αναμόρφωσης του χρέους, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του Νέου Μακροχρόνιου Προγράμματος της τρόικας, το οποίο θα ενσωματωθεί με ένα νέο μνημόνιο στο Εθνικό Σχέδιο που θα πρέπει (σύμφωνα με τους παράγοντες της τρόικας) να έχει αποκτήσει νομική ισχύ ήδη από το φθινόπωρο. Όλα αυτά προϋποθέτουν εξαιρετικές διαδικασίες και εξαιρετική αντιμετώπιση της Ελλάδας, τόσο στο επίπεδο του ΔΝΤ, όσο και σε αυτό της Ευρωζώνης και του ΝΑΤΟ. Και αυτή τη φορά δεν θα είναι ο κίνδυνος για τη διεθνή οικονομία που θα νομιμοποιήσει αυτές τις εξαιρετικές διαδικασίες και τις sui generis πρακτικές για την Ελλάδα, αλλά ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης της λεγομένης νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, αναγνώστη μου, τώρα και με επίκεντρο την Ελλάδα και τη Τουρκία θα δούμε να εφαρμόζονται οι δομικές αλλαγές του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας, που αποκρυσταλλώθηκαν ήδη, ως γενικό αφήγημα, από το καλοκαίρι του 1999, καθώς και οι νέες αντιλήψεις που αφορούν στη συνεργασία Ουάσιγκτον-Βερολίνου για την ίδια γεωπολιτικώς περιοχή.
Σημείωση
Σε παλαιότερο κείμενο του (Ο κύκλος των ανίδεων…) ο αρθρογράφος είχε επισημάνει τα εξής (καλό είναι να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο, απόσπασμα του οποίου παραθέτω εδώ): ...Η Ελλάδα προφανώς δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι. Έχει τεράστιο πολιτικό πρόβλημα πλέον πέραν του δραματικού κοινωνικοοικονομικού. Χωρίς Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης προδήλως δεν είναι δυνατόν να αναδομηθούν κράτος και αγορά! Και χωρίς συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι δυνατόν να μπουν τα θεμέλια μιας νέας μεταπολίτευσης με έμφαση στην ριζοσπαστικοποίηση των δημοκρατικών θεσμών! Μόνον που τώρα για να γίνουν αυτά, προαπαιτείται εθνικό νόμισμα, ενώ τον καιρό που εγώ και μερικοί άλλοι με πάθος και ανιδιοτέλεια προτείναμε μια εναλλακτική στρατηγική ανασυγκρότησης γινόταν καί με ευρώ. Κυρίες και Κύριοι «ανίδεοι», ο κύκλος του ευρώ ολοκληρώθηκε άδοξα για την Ελλάδα! Τώρα εννοούμε την ανασυγκρότηση αποκλειστικά με εθνικό νόμισμα και αν αυτό δεν αρθρωθεί εντίμως ενώπιον του ελληνικού λαού, τότε μιλάμε όχι απλώς για ένα νέο κύκλο ψευδαισθήσεων, αλλά για ένα νέο κύκλο εξαπάτησης με μικροπολιτικά ελατήρια. Είμαι σαφής και ίσως πετύχω να γίνω σαφέστερος αν σημειώσω πως το σύγχρονο δράμα της Ελλάδας αφορά επίσης στην γεωπολιτική μετατόπισή της προς την ανατολή. Η Ελλάδα μαζί με τη Τουρκία «ανακατασκευάζονται» ως ιδέες/ταυτότητες για να αποτελέσουν χωριστά και από κοινού τις «buffer states» της Ευρώπης. Αυτό αποτελεί μια κρίσιμη αναθεώρηση στις παγκόσμιες πολιτικές με τεράστιο βάρος στη σύγχρονη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού συμφέροντος. Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι πως αποτελείς «κύκλο ιδεών», καλυπτόμενος πίσω από ένα ογκώδες «πέπλο άγνοιας» (John Rawls) της πραγματικότητας;
II
Η εσωτερική σύγκρουση για νέο (εθνικό) κράτος
Η εσωτερική σύγκρουση για νέο (εθνικό) κράτος
Το επόμενο χρονικό διάστημα, μέσα σε έξι ή οκτώ μήνες, θα γίνει κατανοητή και στους πλέον παραιτημένους, κομφορμιστές ή αφελείς μια ξεχωριστή παραδοχή για το μέλλον των Ελλήνων: ότι η Ελλάδα ως περιοχή της Ευρώπης μπορεί και να παραμείνει εδώ, χωρίς την κυριαρχία επί αυτής των Ελλήνων. Αλλωστε σε ένα κρεσέντο ευρωπαϊκής εθνολογικής προσέγγισης των εγχώριων φεντεραλιστών, με ελληνικά διαβατήρια, μπορεί να γίνει αποδεκτή η πληρωμένη από τον Σουλτάνο παλαιά «μελέτη» του Φαλμεράιερ, σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες χάθηκαν ιστορικά κάποια χρονική περίοδο στο πέρασμα από τους αρχαίους χρόνους στον Μεσαίωνα και δεν υπήρξαν και πάλι ποτέ. Κάτι σας τους Χετταίους, τους Σουμερίους, τους Καρχηδονίους κ.λπ.
Σε μια τέτοια λογική οι εθνομηδενιστές - φιλοευρωπαίοι φεντεραλιστές - μεταεθνικοί του Κέντρου και της Αριστεράς θα θελήσουν να δημιουργήσουν μια έσχατη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία η ένταξη στην ΕΟΚ και την ΟΝΕ ήταν η πραγματική απελευθερωτική (ειρηνική) επανάσταση για τους εντόπιους κατοίκους της Ελλάδας, που τους έδωσε την ευκαιρία της ένταξης και του εκπολιτισμού στη νεο-γερμανική Ευρώπη, με διοίκηση από την υπερεθνική ελίτ της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Κάτι σαν διαδικασία «εισοδισμού» στη Δύση.
Ολα τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν με αστείο ή φάρσα. Αλλά το ίδιο μοιάζει, αν δεν ήταν μια τραγωδία σε εξέλιξη, η πορεία του έθνους και του λαού όχι μόνον την τελευταία επταετία της χρεοκοπίας και των Μνημονίων αλλά κατά τη διάρκεια όσων έχουν συμβεί και συμφωνηθεί με τις Βρυξέλλες τα τελευταία 35 χρόνια. Η εγχώρια ολιγαρχία της διακυβέρνησης, των επιχειρήσεων και της διανόησης μόνο ένα σημείο σύγκλισης και συμφωνίας έχει να επιδείξει: τον αφανισμό της Ελλάδας των Ελλήνων και την ανάδειξη μιας Ελλάδας ρημαγμένης και διαθέσιμης ως περιοχής στη διαχείριση και στις προθέσεις ή στους σχεδιασμούς των ηγετικών ομάδων και της γραφειοκρατίας της Ευρώπης των καρτέλ και του ευρώ. Στην παρούσα φάση δεν έχει ενδιαφέρον τι συνέβη ή ποιοι έχουν τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη για την εξέλιξη. Προκρίνεται το εξής ζήτημα: Θα συνεχίσει να υπάρχει η Ελλάδα των Ελλήνων ή θα εμπεδωθεί η αντίληψη της Ελλάδας συνοριακής περιοχής της Ενωμένης Ευρώπης αποπολιτικοποιημένης, αποεθνικοποιημένης, ενταγμένης στη διαχείριση των Βρυξελλών και διεθνών οργανισμών τύπου ΔΝΤ;
Τους επόμενους μήνες η σύγκρουση στην Ελλάδα ή για την Ελλάδα δεν θα είναι αποκλειστικά στο συμβατικό πολιτικό πεδίο μεταξύ Κεντροδεξιάς και Αριστεράς. Ούτε στο κλασικό επίπεδο μνημονιακών - αντιμνημονιακών, αγανακτισμένων - προθύμων. Η πλέον σημαντική αντιπαράθεση και όξυνση θα είναι μεταξύ, από τη μια, εθνομηδενιστών - ευρωπαϊστών φεντεραλιστών και από την άλλη εθνικών - εθνικιστών επίσης φιλοδυτικών πολιτικών, κοινωνικών και επιχειρηματικών δυνάμεων. Με δεδομένο ότι η Ευρώπη οδηγείται με αφετηρία το Λονδίνο στην πλέον ουσιώδη κρίση συνοχής της και η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες του ευρώ, μπορεί να διεκδικήσει και πετύχει νέα τάξη πραγμάτων σε εθνικό επίπεδο, όλα μπορούν να συμβούν. Σημειωτέον ότι η Ελλάδα των Ελλήνων δεν έχει να χάσει τίποτα από τυχόν συντεταγμένη έξοδό της από αυτό - όχι σε ανόητες λογικές Βαρουφάκη αλλά συγκροτημένες συζητήσεις με Σόιμπλε. Υπό την «ομπρέλα» των ναυτικών δυνάμεων στις οποίες ανήκει και των Αγγλοσαξόνων, που παραδοσιακά εγγυώνται την ανεξαρτησία της ως Ελλάδας των Ελλήνων και όχι ως «κρατιδίου των Γκρικς», μπορεί να επιχειρήσει «ειδική σχέση» με την ηπειρωτική Ευρώπη των Γερμανογάλλων, παρακολουθώντας το Ηνωμένο Βασίλειο και δομώντας «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και την οικονομία του δολαρίου με «καθεστώς ναυτικής χώρας».
Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικές δυνάμεις θα συγκρουστούν ευθέως και δυναμικά με τις εθνομηδενιστικές δυνάμεις του εγχώριου ευρωπαϊκού φεντεραλισμού -του ελληνικού μεταπολεμικού καθεστώτος τύπου Βισί- επιζητώντας την ανάκτηση του εθνικού κράτους και την ευημερία του κοινωνικού - λαϊκού οικοδομήματος με τη συγκρότηση Νέου Συντάγματος, Νέου Κράτους, Νέας Οικονομίας, Νέας μαζικής Κουλτούρας και Παιδείας.
Σημείωση
Σε παλαιότερο κείμενο του (Ιδού οι «αρχιτέκτονες» της εθνικής υποταγής!) ο αρθρογράφος είχε επισημάνει τα εξής (επίσης, καλό είναι να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο, απόσπασμα του οποίου παραθέτω εδώ): ...Οι άνθρωποι αυτοί, που δήλωναν και δηλώνουν και σήμερα κεντρώοι, αριστεροί αλλά και δεξιοί πολιτικοί, οικονομολόγοι, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, νομικοί, φυσικά επιχειρηματίες, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: έλλειμμα πολιτικού, ηθικού και πολιτιστικού πλεονεκτήματος... Ενα μέρος μάλιστα της κάστας αυτής πίστευε και πιστεύει ότι η εθνική Επανάσταση του 1821 ήταν ατυχής επιλογή, που οδήγησε σε ένα «αποτυχημένο εθνικό κράτος». Τα πρόσωπα αυτά, πολύ προβεβλημένα στα ελληνικά μίντια, στην πολιτική, στις τράπεζες, στις επιχειρήσεις και κυρίως στη δημόσια διανόηση, προσβλέπουν σε μια νέου τύπου «γεωπολιτική ταυτότητα» με την Τουρκία με το Αιγαίο κοινή θάλασσα, συνέχεια των Στενών που θα ενώνει και δεν θα χωρίζει τις δύο κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση η Ελλάδα ούτως ή άλλως δεν αποτελεί πλέον, άσχετα με την οικονομική χρεοκοπία της, εθνικό κράτος αλλά ευρωπαϊκή περιοχή που ενώνει την ευρωπαϊκή (γερμανική) Δύση με την τουρκική -κεμαλική αρχικά και νεοοθωμανική στη συνέχεια- Ανατολή. Η βάση της κάστας αυτής των εθνομηδενιστών συνδέεται με τις λογικές και τη στρατηγική του German Marshal Fund, που δομήθηκε μεταπολεμικά στα ερείπια του ναζιστικού Βερολίνου και αποτελεί και σήμερα πολύ ισχυρό λόμπι σκέψης και στρατηγικής για τον ευρωατλαντισμό. Με τον τρόπο αυτό γίνεται φανερή η σχέση ενός κριτικού φιλοαμερικανισμού με την απόλυτη αφοσίωση στην προοπτική της ισχύος της ενωμένης Γερμανίας, ηγεμονικής δύναμης στην Ευρώπη, χαρακτηριστική προσέγγιση της κάστας αυτής που αφελλήνισε μέσα σε μια εικοσαετία την Ελλάδα.| 0 | 0 |
Μετα-κοσμικά περί «Ευρώπης»
I
Έγραφα πριν περίπου 8 μήνες: ''Οι Βρυξέλλες αποτελούν μια κοσμική μορφή Βατικανού (υπερβολικά πιο παρεμβατική βέβαια) και η Ευρωπαϊκή Ένωση μια κοσμική επαναφορά της Αγιάς ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας (ορισμένοι θα ισχυρίζονταν η Ευρωζώνη και όχι η Ε.Ε). Βρυξέλλες και Ε.Ε - ή Ευρωζώνη - αποτελούν ένα κοσμικό ισοδύναμο του είδους της οικουμενικής πολιτικής οργάνωσης που υπήρχε στη δυτική χριστιανοσύνη κατά τον μεσαίωνα. Είναι μια μετανεωτερική νεομεσαιωνική κοσμικιστική οικουμενίστική πολιτική τάξη-σύστημα που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την επικαλυπτόμενη εξουσία, την πολλαπλή αφοσίωση και την μη εδαφική υπερ-εθνική ταυτότητα.
Αν και οι Βρυξέλλες, σε σχέση με το Βατικανό, έχουν πολύ μικρότερο πεδίο αναφοράς (500 εκατομμύρια ανθρώπους η Ε.Ε, 330 η Ευρωζώνη, πάνω από 1 δις το Βατικανό), η παρεμβατικότητα, οι υπερεξουσίες και οι αρμοδιότητες σε επίπεδο νομοθεσίας, πολιτικής και οικονομίας είναι απίστευτες...
Ούτε την αντιστοιχία Βρυξελλών-Βατικανού όμως, μπορούν να «δουν» ορισμένοι, ούτε τη σχέση Βρυξελλών-Γερμανίας ως αντιστοιχία της σχέσης Βατικανό-Αυτοκράτορας (της Αγίας ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας), ούτε την σημερινή γεωπολιτική σημασία του Βατικανού.''
Έχω κατ'επανάληψη τονίσει πως υπάρχουν πολλές «Ευρώπες». Με αφορμή τον χάρτη θέλω να αναδείξω δύο από αυτές. Τι δείχνει ο χάρτης; Με λευκό χρώμα αποτυπώνονται τα κράτη που έχουν μηδενικά ποσοστά μουσουλμάνων στα εδάφη τους, ενώ με διαβαθμίσεις πράσινου χρώματος αποτυπώνονται τα κράτη που έχουν, σε ένα ορισμένο ποσοστό, μουσουλμάνους στα εδάφη τους (ανάλογα το ποσοστό και η διαβάθμιση). Εδώ θέλω να αναφερθώ στην Ευρώπη άνω και πέρα του Δούναβη και στην Ευρώπη του Ρήνου.
Η πρώτη Ευρώπη είναι αυτή με το λευκό χρώμα. Αυτή η Ευρώπη (εξαιρώντας τη Φινλανδία, την Εσθονία, την Τσεχία και εν μέρει την Λετονία), η οποία είναι μετα-σοσιαλιστική, αποτελεί τον πυρήνα του χριστιανισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο ή την κυρίως ειπείν χριστιανική Ευρώπη (και όχι, σε αυτήν δεν συμπεριλαμβάνεται η Ρωσία). Αυτή η Ευρώπη χωρίζεται σε ρωμαιοκαθολική (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Λιθουανία) και ορθόδοξη (Λευκορωσία, Ουκρανία και Ρουμανία). Αυτές οι χώρες δεν ανέχονται ή δεν αντέχουν - όχι μονάχα τώρα αλλά και ιστορικά - σταγόνα μουσουλμανισμού, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει όσο και εάν τις πιέζουν ή τις κατηγορούν. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι πως αυτές οι χώρες (και κυρίως οι ρωμαιοκαθολικές) θα σηκώσουν το λάβαρο της «Χριστιανικής Ευρώπης». Καμία «ισλαμοποίηση της Ευρώπης» λοιπόν, έτσι γενικά και αόριστα, δεν υπάρχει.
Ας περάσουμε στην επόμενη Ευρώπη. Αναφέρομαι στην Ευρώπη του Ρήνου ή του πυρήνα της Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία), η οποία αποτυπώνεται με μέτριας διαβάθμισης πράσινο χρώμα. Αυτή η Ευρώπη (στην οποία μπορούμε ιδεολογικά να προσθέσουμε την Σουηδία και να αφαιρέσουμε την Αυστρία και την Ελβετία), ταυτίζεται εσφαλμένα και προπαγανδιστικά με την Ευρώπη ως όλον και έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Είναι κοσμικιστική και μετα-χριστιανική και μέσω της σύνθεσης ή του συνδυασμού μετανάστευσης και «πολυ-πολιτισμού» θα μπορούσε να καταστεί μετα-κοσμική (post-secular)και μετα-εθνική. Όταν κάποιοι αναφέρονται σε «ισλαμοποίηση της Ευρώπης», σε αυτήν την Ευρώπη αναφέρονται και όχι στην Ευρώπη ως όλον. Μονάχα που αυτή η Ευρώπη κατ'επιλογήν της έχει μια συγκεκριμένη πορεία.
Αυτές οι δύο «Ευρώπες» αντιπροσωπεύουν δύο άκρα ή δύο διαμετρικά αντίθετους ευρωπαϊκούς πόλους. Όσες και όσοι νομίζουν πως μπορούν να απλοποιήσουν αυτή την αντίθεση μέσω της περί «δορυφόρων της Γερμανίας» οικονομίστικης αντίληψης και προσέγγισης σφάλλουν, και θα διαψευστούν.
(-) Αν και πρέπει να σημειωθεί πως η αντίληψη της Ρωσίας ως απειλής και κινδύνου αποτελεί, για ένα τμήμα της πρώτης Ευρώπης (όχι όμως για όλη), ενοποιητικό στοιχείο και συνδετικό κρίκο με τη Γερμανία (όμως η «φιλογερμανική» περίοδος της Πολωνίας βρίσκεται περισσότερο στο παρελθόν παρά στον μέλλον).
(-) Ερωτήθηκα το εξής: ''Γιατί δεν αναφερθήκατε καθόλου στην Μεγαλη Βρετανία και την ισλαμοποίηση της;''. Η απάντηση είναι απλή (και σχετίζεται έμμεσα με το πρώτο σχόλιο): Πρώτον, ο πυρήνας των σκέψεων μου δεν είναι τα περί «ισλαμοποίησης» αλλά η διαφοροποίηση ανάμεσα σε δύο «Ευρώπες» και, δεύτερον, το νησί (Ηνωμένο Βασίλειο) δεν αποτελεί μέρος ούτε της ηπειρωτικής Ευρώπηςαλλά ούτε και της Ευρώπης του Ρήνου, η οποία αποτελεί την καρδιά της Ε.Εκαι κληρονόμο, κοσμικό ισοδύναμο, επαναφορά υπό νέα μορφή ή/και συνέχεια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους (της οποίας ουδέποτε υπήρξε κληρονόμος ή τμήμα η Αγγλία).
The EU is drifting towards a form of 'Euro-nationalism', simply replacing the nationally centred responses to previous crises by similar reactions coordinated at the European level. This is sold as progressive and forward-looking because it is 'European'. But it is not an adequate answer. It is as if the EU is already preparing its own epitaph as the imperilled bastion of progressive, multilateral, postmodern international politics. This mode of thinking must be shaken off, quickly.
Και συνεχίζει ο συγγραφέας (αν και το προηγούμενο σημείο είναι αυτό που με ενδιαφέρει να τονίσω, παραθέτω τη συνέχεια):
If it is to prosper in a polycentric world order, European foreign policy must seek renewal, not lumber on in its current benighted entropy. This should categorically not entail the vainglorious proselytising of 'European values'. The EU should desist from its still-frequent claims that it constitutes some distinctive and exceptional essence of normative power. The challenge is how the EU can become less Eurocentric...
Η πρώτη παράγραφος φανερώνει τον ευρωλαϊκισμό και ευρωεθνικισμό ή τον πανευρωπαϊκό «εθνολαϊκισμό» των φεντεραλιστών που συνεχώς μιλούν για τον λαϊκισμό και εθνικισμό ή τον «εθνολαϊκισμό» όλων των υπολοίπων. Το πιθανό κοσμικιστικό σύνθημα του 'Euro-nationalism': ''Για του Διαφωτισμού την (κοσμικιστική) Πίστη την Αγία και της Πανευρωπαϊκής (υπερεθνικής) Πατρίδος την (μεταεθνική) Ελευθερία'', μάλλον θα πρέπει να περιμένει...
Λαμβάνοντας ως υπόθεση εργασίας το θετικότερο σενάριο για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, δηλαδή πως - με τον έναν ή τον άλλον τρόπο - κανένα εθνικό κράτος δεν θα αποχωρήσει ούτε από την Ε.Ε ούτε από την Ευρωζώνη, δεν είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αυτές οι διαιρέσεις, όχι απλά δεν θα αναιρεθούν με την εξασφάλιση παραμονής και το πέρασμα του χρόνου, παρά αντίθετα, θα παγιωθούν, θα ωριμάσουν, θα βαθύνουν και θα οξυνθούν. Μια τέτοια εξέλιξη φυσικά θα είναι καταστροφική σε όλα τα επίπεδα.
Η παρουσίαση «της» έγινε σε κάποιο από τα πολλά University of Science and Technology of China που βρίσκεται στην πρωτεύουσα κάποιας επαρχίας της Κίνας που ονομάζεται Anhui και η οποία έχει πληθυσμό περίπου 60 εκατομμύρια. Η πρωτεύουσα της επαρχίας, Hefei, όπου και η έδρα του Πανεπιστήμιου, έχει πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους.
Η Κίνα έχει πέντε (5) Μέγα-Πόλεις, δεκατέσσερις (14) Πόλεις με πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους και 41 Πόλεις με πάνω από 2 εκατομμύρια κατοίκους (τα στοιχεία αυτά είναι της τελευταίας πενταετίας και μπορεί να έχουν τροποποιηθεί).
(-) Σημείωση προφύλαξης από την μπανανόφλουδα του τεχνολογικού μεσσιανισμού: Η «κυρία ή δεσποινίδα» Jia Jia δεν μπορεί να κυοφορήσει και άρα να επιλύσει το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης.
(-) Όπως έγραφα στο σημείωμα Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις (1950-2015): Η Κίνα το 1950 είχε 544 εκατομμύρια κατοίκους. Το 2015 είχε 1,37 δισεκατομμύρια. Τα τελευταία 65 χρόνια ο πληθυσμός της Κίνας αυξήθηκε κατά περίπου 830 εκατομμύρια ενώ ο πληθυσμός των πέντε μεγαλύτερων δυνάμεων της σημερινής Ε.Ε μαζί (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) αυξήθηκε κατά 90 μόλις εκατομμύρια.
Αν και οι Βρυξέλλες, σε σχέση με το Βατικανό, έχουν πολύ μικρότερο πεδίο αναφοράς (500 εκατομμύρια ανθρώπους η Ε.Ε, 330 η Ευρωζώνη, πάνω από 1 δις το Βατικανό), η παρεμβατικότητα, οι υπερεξουσίες και οι αρμοδιότητες σε επίπεδο νομοθεσίας, πολιτικής και οικονομίας είναι απίστευτες...
Ούτε την αντιστοιχία Βρυξελλών-Βατικανού όμως, μπορούν να «δουν» ορισμένοι, ούτε τη σχέση Βρυξελλών-Γερμανίας ως αντιστοιχία της σχέσης Βατικανό-Αυτοκράτορας (της Αγίας ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας), ούτε την σημερινή γεωπολιτική σημασία του Βατικανού.''
II
Επειδή όμως από την άλλη, διακρίνω μεγάλη αγάπη, υπερ-προβολή και θετικότητα για τον Πάπα, οφείλω να επισημάνω το εξής. Εάν μάθατε να ακούτε τον Πάπα να μάθετε να ακούτε και όσους διαφωνούν με τον Πάπα, και όχι να τους χαρακτηρίζετε, by default, «σκοταδιστές». Εκτός εάν υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που λέει πως οι άνθρωποι πρέπει να είναι θετικοί μονάχα προς τον ρωμαιοκαθολικισμό και πως χριστιανοί είναι μονάχα οι ρωμαιοκαθολικοί. Ούτε γνωρίζω κάποιον άγραφο κοσμικό νόμο που να λέει πως οι άνθρωποι, θρησκευόμενοι ή μη, πρέπει να είναι θετικοί προς τον Πάπα ή πως ο Πάπας κατέχει το αλάθητο. Εκτός εάν διάφοροι σεκιουλαριστές και αθεϊστές μοιράζονται το αλάθητο από κοινού με τον Πάπα.
III
Μιας και κυριάρχησε το «θρησκευτικό αίσθημα» αυτές τις μέρες, λόγω της επίσκεψης του Πάπα, ας αναφερθώ σε δύο διαφορετικές «Ευρώπες».Έχω κατ'επανάληψη τονίσει πως υπάρχουν πολλές «Ευρώπες». Με αφορμή τον χάρτη θέλω να αναδείξω δύο από αυτές. Τι δείχνει ο χάρτης; Με λευκό χρώμα αποτυπώνονται τα κράτη που έχουν μηδενικά ποσοστά μουσουλμάνων στα εδάφη τους, ενώ με διαβαθμίσεις πράσινου χρώματος αποτυπώνονται τα κράτη που έχουν, σε ένα ορισμένο ποσοστό, μουσουλμάνους στα εδάφη τους (ανάλογα το ποσοστό και η διαβάθμιση). Εδώ θέλω να αναφερθώ στην Ευρώπη άνω και πέρα του Δούναβη και στην Ευρώπη του Ρήνου.
Η πρώτη Ευρώπη είναι αυτή με το λευκό χρώμα. Αυτή η Ευρώπη (εξαιρώντας τη Φινλανδία, την Εσθονία, την Τσεχία και εν μέρει την Λετονία), η οποία είναι μετα-σοσιαλιστική, αποτελεί τον πυρήνα του χριστιανισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο ή την κυρίως ειπείν χριστιανική Ευρώπη (και όχι, σε αυτήν δεν συμπεριλαμβάνεται η Ρωσία). Αυτή η Ευρώπη χωρίζεται σε ρωμαιοκαθολική (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Λιθουανία) και ορθόδοξη (Λευκορωσία, Ουκρανία και Ρουμανία). Αυτές οι χώρες δεν ανέχονται ή δεν αντέχουν - όχι μονάχα τώρα αλλά και ιστορικά - σταγόνα μουσουλμανισμού, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει όσο και εάν τις πιέζουν ή τις κατηγορούν. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι πως αυτές οι χώρες (και κυρίως οι ρωμαιοκαθολικές) θα σηκώσουν το λάβαρο της «Χριστιανικής Ευρώπης». Καμία «ισλαμοποίηση της Ευρώπης» λοιπόν, έτσι γενικά και αόριστα, δεν υπάρχει.
Ας περάσουμε στην επόμενη Ευρώπη. Αναφέρομαι στην Ευρώπη του Ρήνου ή του πυρήνα της Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία), η οποία αποτυπώνεται με μέτριας διαβάθμισης πράσινο χρώμα. Αυτή η Ευρώπη (στην οποία μπορούμε ιδεολογικά να προσθέσουμε την Σουηδία και να αφαιρέσουμε την Αυστρία και την Ελβετία), ταυτίζεται εσφαλμένα και προπαγανδιστικά με την Ευρώπη ως όλον και έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Είναι κοσμικιστική και μετα-χριστιανική και μέσω της σύνθεσης ή του συνδυασμού μετανάστευσης και «πολυ-πολιτισμού» θα μπορούσε να καταστεί μετα-κοσμική (post-secular)και μετα-εθνική. Όταν κάποιοι αναφέρονται σε «ισλαμοποίηση της Ευρώπης», σε αυτήν την Ευρώπη αναφέρονται και όχι στην Ευρώπη ως όλον. Μονάχα που αυτή η Ευρώπη κατ'επιλογήν της έχει μια συγκεκριμένη πορεία.
Αυτές οι δύο «Ευρώπες» αντιπροσωπεύουν δύο άκρα ή δύο διαμετρικά αντίθετους ευρωπαϊκούς πόλους. Όσες και όσοι νομίζουν πως μπορούν να απλοποιήσουν αυτή την αντίθεση μέσω της περί «δορυφόρων της Γερμανίας» οικονομίστικης αντίληψης και προσέγγισης σφάλλουν, και θα διαψευστούν.
Σημειώσεις
(-) Για τις υπόλοιπες «Ευρώπες» και για το «νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης», θα επανέλθω.(-) Αν και πρέπει να σημειωθεί πως η αντίληψη της Ρωσίας ως απειλής και κινδύνου αποτελεί, για ένα τμήμα της πρώτης Ευρώπης (όχι όμως για όλη), ενοποιητικό στοιχείο και συνδετικό κρίκο με τη Γερμανία (όμως η «φιλογερμανική» περίοδος της Πολωνίας βρίσκεται περισσότερο στο παρελθόν παρά στον μέλλον).
(-) Ερωτήθηκα το εξής: ''Γιατί δεν αναφερθήκατε καθόλου στην Μεγαλη Βρετανία και την ισλαμοποίηση της;''. Η απάντηση είναι απλή (και σχετίζεται έμμεσα με το πρώτο σχόλιο): Πρώτον, ο πυρήνας των σκέψεων μου δεν είναι τα περί «ισλαμοποίησης» αλλά η διαφοροποίηση ανάμεσα σε δύο «Ευρώπες» και, δεύτερον, το νησί (Ηνωμένο Βασίλειο) δεν αποτελεί μέρος ούτε της ηπειρωτικής Ευρώπηςαλλά ούτε και της Ευρώπης του Ρήνου, η οποία αποτελεί την καρδιά της Ε.Εκαι κληρονόμο, κοσμικό ισοδύναμο, επαναφορά υπό νέα μορφή ή/και συνέχεια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους (της οποίας ουδέποτε υπήρξε κληρονόμος ή τμήμα η Αγγλία).
Κοσμικά περί «Ευρώπης»
IV
Γράφει ο Richard Youngs στο βιβλίο του με τίτλο Europe's Decline and Fall: The Struggle Against Global Irrelevance:The EU is drifting towards a form of 'Euro-nationalism', simply replacing the nationally centred responses to previous crises by similar reactions coordinated at the European level. This is sold as progressive and forward-looking because it is 'European'. But it is not an adequate answer. It is as if the EU is already preparing its own epitaph as the imperilled bastion of progressive, multilateral, postmodern international politics. This mode of thinking must be shaken off, quickly.
Και συνεχίζει ο συγγραφέας (αν και το προηγούμενο σημείο είναι αυτό που με ενδιαφέρει να τονίσω, παραθέτω τη συνέχεια):
If it is to prosper in a polycentric world order, European foreign policy must seek renewal, not lumber on in its current benighted entropy. This should categorically not entail the vainglorious proselytising of 'European values'. The EU should desist from its still-frequent claims that it constitutes some distinctive and exceptional essence of normative power. The challenge is how the EU can become less Eurocentric...
Η πρώτη παράγραφος φανερώνει τον ευρωλαϊκισμό και ευρωεθνικισμό ή τον πανευρωπαϊκό «εθνολαϊκισμό» των φεντεραλιστών που συνεχώς μιλούν για τον λαϊκισμό και εθνικισμό ή τον «εθνολαϊκισμό» όλων των υπολοίπων. Το πιθανό κοσμικιστικό σύνθημα του 'Euro-nationalism': ''Για του Διαφωτισμού την (κοσμικιστική) Πίστη την Αγία και της Πανευρωπαϊκής (υπερεθνικής) Πατρίδος την (μεταεθνική) Ελευθερία'', μάλλον θα πρέπει να περιμένει...
V
''Low fertility-birth rate is good for the standard of living''. Εξαιτίας απόψεων όπως η προηγούμενη (που ηγεμόνευσαν τις τελευταίες δεκαετίες), της μονομερής τους παρουσίασης και της μετατροπής τους σε ιδεολογία και άρθρα πίστεως, και διαφόρων άλλων οικονομίστικων ηλιθιοτήτων, η Ε.Ε θα κινδυνεύσει να βρεθεί μπροστά σε χαοτικές καταστάσεις. Είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι που επικαλούνται αυτές τις απόψεις (και μάλιστα σε ακραίες μορφές), πόσο πολυπλόκαμα αποτελέσματα και πολυεπίπεδες επιπτώσεις έχουν αυτά τα πράγματα.
VΙ
Γενικότερο δείγμα, πάντως, της αποτυχίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεώς (πέρα από το ότι συνεχώς χρησιμοποιούνται ως συνεκτικός δεσμός ο φόβος και οι απειλές), αποτελεί το γεγονός πως έχει καταφέρει να διαιρέσει, αν όχι όλες, τις περισσότερες κοινωνίες και τα περισσότερα έθνη.Λαμβάνοντας ως υπόθεση εργασίας το θετικότερο σενάριο για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, δηλαδή πως - με τον έναν ή τον άλλον τρόπο - κανένα εθνικό κράτος δεν θα αποχωρήσει ούτε από την Ε.Ε ούτε από την Ευρωζώνη, δεν είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αυτές οι διαιρέσεις, όχι απλά δεν θα αναιρεθούν με την εξασφάλιση παραμονής και το πέρασμα του χρόνου, παρά αντίθετα, θα παγιωθούν, θα ωριμάσουν, θα βαθύνουν και θα οξυνθούν. Μια τέτοια εξέλιξη φυσικά θα είναι καταστροφική σε όλα τα επίπεδα.
Σημείωση
Οποιοδήποτε οικοδόμημα βασίζει τη συνοχή του σε συνεχείς εκφοβισμούς και απειλές προφανώς και δεν μπορεί να έχει διάρκεια και μακροπρόθεσμο μέλλον, καθώς θα λειτουργεί συνεχώς υπό καθεστώς κρίσης νομιμοποίησης, ανυπαρξίας συναίνεσης κ.λπ.
Περί Κίνας
VΙΙ
Η «κυρία ή δεσποινίδα» που βλέπετε στις φωτογραφίες ονομάζεται "Jia Jia"και είναι interactive robot (Πληροφορίες και φωτογραφίες από CCTV).Η παρουσίαση «της» έγινε σε κάποιο από τα πολλά University of Science and Technology of China που βρίσκεται στην πρωτεύουσα κάποιας επαρχίας της Κίνας που ονομάζεται Anhui και η οποία έχει πληθυσμό περίπου 60 εκατομμύρια. Η πρωτεύουσα της επαρχίας, Hefei, όπου και η έδρα του Πανεπιστήμιου, έχει πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους.
Η Κίνα έχει πέντε (5) Μέγα-Πόλεις, δεκατέσσερις (14) Πόλεις με πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους και 41 Πόλεις με πάνω από 2 εκατομμύρια κατοίκους (τα στοιχεία αυτά είναι της τελευταίας πενταετίας και μπορεί να έχουν τροποποιηθεί).
Σημειώσεις
(-) Η Ινδία έχει 3 Μέγα-Πόλεις, οι Η.Π.Α, η Βραζιλία και η Ιαπωνία από 2 και από μια Μέγα-Πόλη έχουν δεκατέσσερις ακόμα χώρες. Η Κίνα διαθέτει επίσης τρεις από τις έξι πρώτες Μέγα-Περιοχές (Mega-Regions, City Clusters) του πλανήτη.(-) Σημείωση προφύλαξης από την μπανανόφλουδα του τεχνολογικού μεσσιανισμού: Η «κυρία ή δεσποινίδα» Jia Jia δεν μπορεί να κυοφορήσει και άρα να επιλύσει το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης.
(-) Όπως έγραφα στο σημείωμα Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις (1950-2015): Η Κίνα το 1950 είχε 544 εκατομμύρια κατοίκους. Το 2015 είχε 1,37 δισεκατομμύρια. Τα τελευταία 65 χρόνια ο πληθυσμός της Κίνας αυξήθηκε κατά περίπου 830 εκατομμύρια ενώ ο πληθυσμός των πέντε μεγαλύτερων δυνάμεων της σημερινής Ε.Ε μαζί (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) αυξήθηκε κατά 90 μόλις εκατομμύρια.
I
Πως ορισμένα έθνη βγαίνουν εκτός ιστορίας ή πως κάποια άλλα την καθορίζουν. Το 1820 ο πληθυσμός της Ιρλανδίας ήταν παρεμφερής με αυτόν των σημερινών Η.Π.Α. Με βάση το τέταρτο United States Census του 1820 ο πληθυσμός τους (συμπεριλαμβανομένων έξι νέων τότε Πολιτειών: Louisiana, Indiana, Mississippi, Illinois, Alabama και Maine) ήταν 9,6 εκατομμύρια. Περίπου 1,5 εκατομμύριο ήταν σκλάβοι και οι υπόλοιποι (περίπου 8,1 εκατομμύρια) πολίτες. Ένα χρόνο μετά, το 1821, ο πληθυσμός της Ιρλανδίας ήταν λίγο κάτω από 7 εκατομμύρια (συγκεκριμένα 6,8). Σήμερα ο πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών είναι περίπου 50 φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Ιρλανδίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πάνω από 300 εκατομμύρια κατοίκους ενώ η Ιρλανδία, συνολικά, κάτω από 7 εκατομμύρια. Το αστείο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πως σε παγκόσμια κλίμακα οι ιρλανδικής καταγωγής υπολογίζονται σε 70 εκατομμύρια, εκ των οποίων περίπου τα 40 εκατομμύρια βρίσκονται στις Η.Π.Α.
1) Το 1919 η Ελλάδα είχε πληθυσμό περίπου 5,6 εκατομμύρια, ενώ η πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία (Republik Österreich) 6,4 εκατομμύρια. Η Τουρκία την ίδια περίοδο είχε πληθυσμό περίπου 13 εκατομμύρια. Τότε η Ελλάδα ήταν «κάτι» (σημαντικό ή τελος πάντων μη αμελητέο). Σήμερα η Τουρκία πλησιάζει τα 80 εκατομμύρια.
2) Κάποτε η Αυστρία, ως Αυστριακή Αυτοκρατορία (πριν μετεξελιχθεί σε Αυστροουγγρική Δυαδική Μοναρχία), ήταν ανταγωνιστική δύναμη της Τσαρικής Ρωσίας. Περί το 1820, η Αυστριακή Αυτοκρατορία είχε περίπου 22 εκατομμύρια κατοίκους ενώ η Τσαρική Αυτοκρατορική Ρωσία περίπου 48 εκατομμύρια. Σήμερα η Αυστρία έχει λιγότερο από 9 εκατομμύρια κατοίκους ενώ η Ρωσία 143 εκατομμύρια, αποτελώντας πυρηνική και στρατηγική δύναμη πρώτου μεγέθους. Η τελική στάση και επιλογή της Ρωσίας, για το εάν θα βρεθεί πιο κοντά στις Η.Π.Α, την Ε.Ε ή την Κίνα, θα καθορίσει, εν πολλοίς, τη μοίρα του πλανήτη. Η στάση της Αυστρίας δεν θα καθορίσει τίποτα (ή πιο ορθά θα καθορίσει κάποια πράγματα σε ενδο-ευρωπαϊκή και ημι-περιφερειακή κλίμακα). Κατά τα λοιπά, σαφώς και η Αυστρία είναι μια εξαίρετη χώρα, εδώ όμως καταδεικνύω κάτι διαφορετικό.
Αυτό που συνέβη τους δύο τελευταίους αιώνες είναι η αποσύνδεση ή η διαίρεση αυτών των παραγόντων και η καταστροφή των γηγενών πολιτισμών επί μονίμου βάσεως (προς «απελευθέρωση» του χρήματος και των πόρων). Διότι μόνον όταν μια κοινωνία επικοινωνεί με τον πολιτισμό της, είναι αδύνατον να επιτρέψει να φύγει το χρήμα από τα χέρια της. Επειδή το έχει ανάγκη (υπαρξιακή ανάγκη). Και εάν προς στιγμήν χάσει το υπάρχον χρήμα, για παράδειγμα μέσω ενός πολέμου, θα βρει τρόπο σταδιακά να το ξαναποκτήσει εφόσον διατηρήσει την πολιτιστική της ταυτότητα. Εάν η αποικιοκρατία κατέστη δυνατή αυτό οφείλεται στο ότι κατέστρεψε πολιτιστικές δομές (και «θεσμούς» όπως λέμε σήμερα).
Όπου οι εσωτερικές καταστροφές του πολιτισμού των χωρών υπήρξαν μη αναστρέψιμες, οι κοινωνίες αυτές δεν μπόρεσαν να ανακάμψουν, να επιστρέψουν και να ξαναπάρουν στα χέρια τους όσα έχουν ανάγκη (μεταξύ αυτών και το χρήμα). Η σημερινή «επιστροφή» κάποιων παλαιών δυνάμεων και κέντρων φανερώνει ακριβώς αυτό: Πως διατήρησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα και επιστρέφουν προκειμένου να διεκδικήσουν αυτά που έχασαν (και μην έχετε καμία αμφιβολία πως τα «χρήματα» θα τα μεταβάλλουν σε οικοδομήματα του πνεύματος και του πολιτισμού τους: ναούς, βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια και σύμβολα).
Κανείς όμως από όλους αυτούς δεν απολογείται ή δεν έχει μπει σε μια διαδικασία αυτοκριτικής στις μέρες μας. Οι οργανικοί διανοούμενοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τραγικοί. Όποτε θέλω να αναπνεύσω καθαρό διανοητικό αεράκι στρέφομαι προς την Ασία, την Αμερική, κάποιες μουσουλμανικές χώρες και την Ινδία (και οι Ρώσοι είναι υπέρ του δέοντος ευρωκεντρικοί, είτε με αρνητικό είτε με θετικό τρόπο). Η διανοητική ατμόσφαιρα στην Ε.Ε είναι αποπνικτική. Ζούμε υπό καθεστώς διανοητικής χούντας ή, για να το θέσω πιο κομψά, ασύλληπτης μονομέρειας. Βέβαια μια τέτοια κατάσταση μπορεί να μην είναι ηθελημένη. Οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει επί δύο-τρεις αιώνες οι ιδέες και οι αντιλήψεις τους να μετατρέπονται αυτόματα σε παγκόσμιο νόμο, σε τέτοιο βαθμό, που έφτασαν στο σημείο στις μέρες μας να είναι απολύτως καθηλωμένοι (οι παλαιοί «κοσμοπολίτες» και «παγκοσμιολόγοι» αποδεικνύονται ευρωκεντρικοί επαρχιώτες).
Σήμερα, περίπου τρεις δεκαετίες μετά την τροπή των ιστορικών καταστάσεων, η «Ευρώπη» δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη για τίποτα. Και γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο αποδεικνύεται ελάχιστη στον πολιτικό χειρισμό των παγκοσμίων προβλημάτων. Ενώ φαινομενικά προτάσσει ένα πολυμερές (multilateral) προφίλ και λόγο (discourse) περί αμοιβαίας συνεννόησης, συνεργασίας και κατανόησης, στην πράξη είναι μονοδιάστατη και μονόπλευρη μέχρι το μεδούλι. Γι'αυτό και δεν μπορεί να επιλύσει κανένα περιφερειακό ζήτημα (ούτε καν τα ζητήματα που αναπτύσσονται στο ίδιο της το εσωτερικό). Η «Ευρώπη» αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως Ανώτερη Αρχή που έχει ως μόνιμο «εχθρό» όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα (δεν χρησιμοποιεί βέβαια τη λέξη «εχθρός»). Έτσι όμως δεν επιλύονται προβλήματα. Εάν έμαθες επί δύο αιώνες όλοι να σε υπακούν και να προσχωρούν στις θέσεις και τις απόψεις σου θα πρέπει να ξεμάθεις (και όχι να συμπεριφέρεσαι σαν κακομαθημένη και ξεπεσμένη γριά που αναπολεί περασμένα μεγαλεία και το παίζει ντίβα).
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα η Ε.Ε έχει μέλλον μονάχα ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο και όχι ως ιεραρχική δομή μιας Ανώτερης - υπερεθνικής - Αρχής.
1. Ο «αστικός - ή φιλελεύθερος - εθνικισμός» (πιο γνωστός ως civic nationalism στη διεθνή βιβλιογραφία), που κυριαρχεί στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος εδραιώνεται στο δίκαιο του εδάφους (jus soli), δηλαδή στη σύνδεση της εθνικότητας και της ιθαγένειας-υπηκοότητας με το έδαφος, ανεξάρτητα από καταγωγή (οποιοσδήποτε γεννιέται εντός της επικράτειας ενός κράτους, π.χ του γαλλικού, είναι Γάλλος - μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Εδαφικός χώρος.
2. Ο «εθνοτικός εθνικισμός» (γνωστός ως ethnic nationalism), τον οποίο συναντάμε στη Γερμανία και την Πολωνία (ανεξάρτητα από τις αλλαγές που έκανε η πρώτη από το 2000 και μετά), ο οποίος εδραιώνεται στο - κληρονομικό - δίκαιο αίματος (Jus sanguinis), όπου δεν καθορίζεται η εθνικότητα και η ιθαγένεια-υπηκοότητα από το έδαφος αλλά από την καταγωγή και κληρονομιά των γονέων (μπορεί να ισχύει και για ανθρώπους που βρίσκονται εκτός κράτους, στη διασπορά). Δικτυωτός - μη εδαφικός - χώρος. Υποτιμήθηκε το γεγονός πως ορισμένα έθνη ζούσαν υπό συνθήκες διασποράς και σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό τους εκτός από τον πολιτικά οριοθετημένο εδαφικό χώρο και άρα δεν ήταν δυνατόν γι'αυτά να αποδεχτούν τον «φιλελεύθερο εθνικισμό» και το δίκαιο εδάφους-jus soli. Γενικότερα αυτός ο εθνικισμός έχει υποτιμηθεί, πρώτον, επειδή δεν προέρχεται από το τρίγωνο Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας, Ηνωμένων Πολιτειών και δεύτερον, επειδή οι Αμερικανοί έχουν υποτιμήσει τον ρόλο που αυτός διαδραμάτισε ιστορικά έχοντας ως κριτήριο τη δική τους εμπειρία. Το ζήτημα όμως ξεπερνά τα όρια του τριγώνου της κεντρικής παγκόσμιας φιλελεύθερης γεωγραφίας και της Ευρώπης: Στην Κίνα θεωρούν πως ο πυρήνας του πολιτισμού τους είναι οι Han, και πάνω από το 90% των Κινέζων πιστεύουν πως προέρχονται από αυτή τη συγκεκριμένη φυλή θεωρώντας οι ίδιοι τους εαυτούς τους Han Chinese (αδιαφορώντας πλήρως για το τι πιστεύει, για παράδειγμα, ένας αγγλοσάξονας ακαδημαϊκός) σε αντίθεση με άλλα έθνη όπως οι Ινδοί, οι Βραζιλιάνοι ή/και οι Ινδονήσιοι που αυτο-κατανοούνται ως πολυ-εθνοτικά και πολυ-φυλετικά έθνη (η Βραζιλία ακολουθεί το jus soli, η Ινδία το Jus sanguinis ενώ στην Ινδονησία υπάρχει συνδυασμός και σύνθεση τόσο του jus sanguinis όσο και του jus soli. Βλέπουμε πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα jus sanguinis - jus soli).
3. Ο «πολυ-πολιτισμικός εθνικισμός». Θα γράψω συγκεκριμένο σημείωμα γι'αυτή την μορφή εθνικισμού διότι δημιουργούνται συγχύσεις (άλλοι δεν βλέπουν καν «εθνικισμό» ενώ άλλοι βλέπουν «οικουμενικά υποκείμενα»). Δεν είναι τυχαίο πως γίνεται λόγος για multicultural citizenship (υπάρχουν πολυ-εθνοτικά και πολυ-φυλετικά έθνη, όπως αυτά που προανέφερα, τα οποία δεν αποδέχονται μιας τέτοιας μορφής citizenship). Ορισμένοι υποθέτουν πως ο αστικός - ή φιλελεύθερος - εθνικισμός του εδάφους μπορεί να είναι συμβατός με τον «πολυ-πολιτισμικό εθνικισμό». Μέγα σφάλμα. Το πιθανότερο είναι πως, αργά ή γρήγορα, αυτές οι δύο αντιλήψεις περί έθνους θα συγκρουστούν.
(-) Ήτο κι αυτός ο μαρξισμός μια κάποια λύσις για τον λιμπεραλισμό (προς «ενσωμάτωση»). Μέχρις ότου κατέστη νεο-συνιστώσα του, κήρυξ της πολιτιστικής αποικιοκρατίας-ιμπεριαλισμού, ηθικο-πολιτισμικό συμπλήρωμα μιας οικονομικής υπερ-εθνικής ομογενοποιητικής διαδικασίας και παράρτημα υπερ-εθνικών δρώντων, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, όπου να συγχέεται ο λόγος του με κείμενα της Anne-Marie Slaughter και ανακοινώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ή χρηματοδοτούμενων Μ.Κ.Ο.
Ενδεικτικά:
1. Why don't young people vote? - EUobserver
2. Young people vote far-right in Europe - Deutsche Welle (DW)
3. How can we prevent the radicalisation of young European Muslims? - Debating Europe
4. Why the young, Muslims, Jews, and many more vote Le Pen? - Neurope
Σημειώσεις
Και δύο επιπρόσθετα σημεία. Το ένα μας αφορά, προκειμένου να γίνουν κατανοητοί οι παλαιότεροι ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια και πόσο διαφορετικά ήταν κάποτε τα πράγματα, και το δεύτερο, προκειμένου να γίνει κατανοητή η εξέλιξη ορισμένων χωρών.1) Το 1919 η Ελλάδα είχε πληθυσμό περίπου 5,6 εκατομμύρια, ενώ η πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία (Republik Österreich) 6,4 εκατομμύρια. Η Τουρκία την ίδια περίοδο είχε πληθυσμό περίπου 13 εκατομμύρια. Τότε η Ελλάδα ήταν «κάτι» (σημαντικό ή τελος πάντων μη αμελητέο). Σήμερα η Τουρκία πλησιάζει τα 80 εκατομμύρια.
2) Κάποτε η Αυστρία, ως Αυστριακή Αυτοκρατορία (πριν μετεξελιχθεί σε Αυστροουγγρική Δυαδική Μοναρχία), ήταν ανταγωνιστική δύναμη της Τσαρικής Ρωσίας. Περί το 1820, η Αυστριακή Αυτοκρατορία είχε περίπου 22 εκατομμύρια κατοίκους ενώ η Τσαρική Αυτοκρατορική Ρωσία περίπου 48 εκατομμύρια. Σήμερα η Αυστρία έχει λιγότερο από 9 εκατομμύρια κατοίκους ενώ η Ρωσία 143 εκατομμύρια, αποτελώντας πυρηνική και στρατηγική δύναμη πρώτου μεγέθους. Η τελική στάση και επιλογή της Ρωσίας, για το εάν θα βρεθεί πιο κοντά στις Η.Π.Α, την Ε.Ε ή την Κίνα, θα καθορίσει, εν πολλοίς, τη μοίρα του πλανήτη. Η στάση της Αυστρίας δεν θα καθορίσει τίποτα (ή πιο ορθά θα καθορίσει κάποια πράγματα σε ενδο-ευρωπαϊκή και ημι-περιφερειακή κλίμακα). Κατά τα λοιπά, σαφώς και η Αυστρία είναι μια εξαίρετη χώρα, εδώ όμως καταδεικνύω κάτι διαφορετικό.
II
Κοινωνίες που εγκλωβίζονται σε οικονομικά δεσμά και δεν αντιδρούν απέναντι σε προσπάθειες οικονομικής επιβολής και επιχειρούμενης καθυπόταξης τους, με πολιτικούς, στρατιωτικούς, δημογραφικούς ή άλλους τρόπους, είναι καταδικασμένες να καταλήξουν στα παλιοσίδερα και στα σκουπίδια της ιστορίας.
Σημείωση
Η υποβάθμιση ή η στρέβλωση της πολιτικής λειτουργίας σηματοδοτεί πολιτιστική υποβάθμιση και εξάλειψη ή περιορισμό των δυνατοτήτων των ανθρώπων να αντιδρούν έλλογα και αποτελεσματικά στην επιχειρούμενη καθυπόταξη τους (Ευστράτιος Αλμπάνης).
III
Όλοι οι πολιτισμοί, ιστορικά, κατάφεραν να παρέχουν στις κοινωνίες που διαβιούσαν υπό τις αρχές τους ένα μίνιμουμ, ένα ελάχιστο προϋποθέσεων, όχι απλά συντηρήσεως αλλά και υπάρξεως. Αυτό σημαίνει πως το άτομο δεν έχει απλά βιολογική υπόσταση αλλά και δυνατότητα ανάπτυξης της προσωπικότητας του. Κάτι τέτοιο δεν εξαρτάται μόνον από τα λεφτά αλλά και από τις σχέσεις και την δικαιακή δομή στο εσωτερικό των πολιτικών οντοτήτων και του περιβάλλοντος που το άτομο δρα.Αυτό που συνέβη τους δύο τελευταίους αιώνες είναι η αποσύνδεση ή η διαίρεση αυτών των παραγόντων και η καταστροφή των γηγενών πολιτισμών επί μονίμου βάσεως (προς «απελευθέρωση» του χρήματος και των πόρων). Διότι μόνον όταν μια κοινωνία επικοινωνεί με τον πολιτισμό της, είναι αδύνατον να επιτρέψει να φύγει το χρήμα από τα χέρια της. Επειδή το έχει ανάγκη (υπαρξιακή ανάγκη). Και εάν προς στιγμήν χάσει το υπάρχον χρήμα, για παράδειγμα μέσω ενός πολέμου, θα βρει τρόπο σταδιακά να το ξαναποκτήσει εφόσον διατηρήσει την πολιτιστική της ταυτότητα. Εάν η αποικιοκρατία κατέστη δυνατή αυτό οφείλεται στο ότι κατέστρεψε πολιτιστικές δομές (και «θεσμούς» όπως λέμε σήμερα).
Όπου οι εσωτερικές καταστροφές του πολιτισμού των χωρών υπήρξαν μη αναστρέψιμες, οι κοινωνίες αυτές δεν μπόρεσαν να ανακάμψουν, να επιστρέψουν και να ξαναπάρουν στα χέρια τους όσα έχουν ανάγκη (μεταξύ αυτών και το χρήμα). Η σημερινή «επιστροφή» κάποιων παλαιών δυνάμεων και κέντρων φανερώνει ακριβώς αυτό: Πως διατήρησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα και επιστρέφουν προκειμένου να διεκδικήσουν αυτά που έχασαν (και μην έχετε καμία αμφιβολία πως τα «χρήματα» θα τα μεταβάλλουν σε οικοδομήματα του πνεύματος και του πολιτισμού τους: ναούς, βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια και σύμβολα).
Σημείωση
Όπως έχω γράψει και παλαιότερα: η στρατιωτική ή/και οικονομική κατοχή, εξάρτηση ή αποικιοποίηση είναι επιφανειακή και παροδική, δεν έχει βάθος. Δεν οριστικοποιεί κάποιο «τέλος» (χάνεις χρήμα, έδαφος, ορυκτό πλούτο ή μέρος του κοινωνικού και πολιτιστικού σώματος, αλλά εφόσον διατηρείς την ταυτότητα σου, αργά ή γρήγορα, θα τα ξαναποκτήσεις). Γι'αυτό μέγιστη σημασία έχει η πολιτιστική κατοχή ή αποικιοποίηση και ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός. Αυτά είναι που έχουν βάθος και εξασφαλίζουν κάποιο «τέλος».
IV
Ο τρόπος προσέγγισης, αντιμετώπισης και παρουσίασης της - μικρής - πιθανότητας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε, κινείται μεταξύ φαιδρότητας και γελοιότητας. Δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως όταν, για παράδειγμα, σε ομιλίες διάρκειας μιας ώρας τα 57 λεπτά μιλούν για το πόσο καταστροφική θα είναι μια τέτοια επιλογή ή όταν στα 100 άρθρα που κυκλοφορούν για το συγκεκριμένο ζήτημα τα 93 παρουσιάζουν μόνον την μια πλευρά, ότι χάνουν σε αξιοπιστία; Δεν καταλαβαίνουν πως εκτίθενται; Πως δεν γίνεται να τους πάρει κανείς στα σοβαρά. Έχουν αναρωτηθεί, άραγε, πόσο γελοία φαίνονται σήμερα βιβλία όπως τα ''Why Europe Will Run the 21st Century''και ''The European Superpower''; Μέχρι τις αρχές του 2000 το να μην αποδέχεσαι άνευ όρων τέτοιες απόψεις θεωρείτο αδιανόητο αν όχι επιλήψιμο και «αντιευρωπαϊκό». Θεωρείτο αδιανόητη η μη αποδοχή της άποψης πως η Ε.Ε θα είναι η επόμενη πλανητική υπερδύναμη μετά τις Η.Π.Α (ουσιαστικά η ευρωφιλική και ευρωκεντρική πρόσληψη και ανάγνωση του 'Τέλους της Ιστορίας').Κανείς όμως από όλους αυτούς δεν απολογείται ή δεν έχει μπει σε μια διαδικασία αυτοκριτικής στις μέρες μας. Οι οργανικοί διανοούμενοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τραγικοί. Όποτε θέλω να αναπνεύσω καθαρό διανοητικό αεράκι στρέφομαι προς την Ασία, την Αμερική, κάποιες μουσουλμανικές χώρες και την Ινδία (και οι Ρώσοι είναι υπέρ του δέοντος ευρωκεντρικοί, είτε με αρνητικό είτε με θετικό τρόπο). Η διανοητική ατμόσφαιρα στην Ε.Ε είναι αποπνικτική. Ζούμε υπό καθεστώς διανοητικής χούντας ή, για να το θέσω πιο κομψά, ασύλληπτης μονομέρειας. Βέβαια μια τέτοια κατάσταση μπορεί να μην είναι ηθελημένη. Οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει επί δύο-τρεις αιώνες οι ιδέες και οι αντιλήψεις τους να μετατρέπονται αυτόματα σε παγκόσμιο νόμο, σε τέτοιο βαθμό, που έφτασαν στο σημείο στις μέρες μας να είναι απολύτως καθηλωμένοι (οι παλαιοί «κοσμοπολίτες» και «παγκοσμιολόγοι» αποδεικνύονται ευρωκεντρικοί επαρχιώτες).
Σήμερα, περίπου τρεις δεκαετίες μετά την τροπή των ιστορικών καταστάσεων, η «Ευρώπη» δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη για τίποτα. Και γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο αποδεικνύεται ελάχιστη στον πολιτικό χειρισμό των παγκοσμίων προβλημάτων. Ενώ φαινομενικά προτάσσει ένα πολυμερές (multilateral) προφίλ και λόγο (discourse) περί αμοιβαίας συνεννόησης, συνεργασίας και κατανόησης, στην πράξη είναι μονοδιάστατη και μονόπλευρη μέχρι το μεδούλι. Γι'αυτό και δεν μπορεί να επιλύσει κανένα περιφερειακό ζήτημα (ούτε καν τα ζητήματα που αναπτύσσονται στο ίδιο της το εσωτερικό). Η «Ευρώπη» αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως Ανώτερη Αρχή που έχει ως μόνιμο «εχθρό» όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα (δεν χρησιμοποιεί βέβαια τη λέξη «εχθρός»). Έτσι όμως δεν επιλύονται προβλήματα. Εάν έμαθες επί δύο αιώνες όλοι να σε υπακούν και να προσχωρούν στις θέσεις και τις απόψεις σου θα πρέπει να ξεμάθεις (και όχι να συμπεριφέρεσαι σαν κακομαθημένη και ξεπεσμένη γριά που αναπολεί περασμένα μεγαλεία και το παίζει ντίβα).
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα η Ε.Ε έχει μέλλον μονάχα ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο και όχι ως ιεραρχική δομή μιας Ανώτερης - υπερεθνικής - Αρχής.
V
Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε, έχουν αρχίσει να χωρίζονται με βάση διαφορετικές αντιλήψεις περί έθνους, εθνικισμού, εθνικότητας, ιθαγένειας ή/και υπηκοότητας και αναπτύσσουν μια κινητικότητα που σχετίζεται με αυτές τις - τρεις - διαφορετικές αντιλήψεις.1. Ο «αστικός - ή φιλελεύθερος - εθνικισμός» (πιο γνωστός ως civic nationalism στη διεθνή βιβλιογραφία), που κυριαρχεί στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος εδραιώνεται στο δίκαιο του εδάφους (jus soli), δηλαδή στη σύνδεση της εθνικότητας και της ιθαγένειας-υπηκοότητας με το έδαφος, ανεξάρτητα από καταγωγή (οποιοσδήποτε γεννιέται εντός της επικράτειας ενός κράτους, π.χ του γαλλικού, είναι Γάλλος - μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Εδαφικός χώρος.
2. Ο «εθνοτικός εθνικισμός» (γνωστός ως ethnic nationalism), τον οποίο συναντάμε στη Γερμανία και την Πολωνία (ανεξάρτητα από τις αλλαγές που έκανε η πρώτη από το 2000 και μετά), ο οποίος εδραιώνεται στο - κληρονομικό - δίκαιο αίματος (Jus sanguinis), όπου δεν καθορίζεται η εθνικότητα και η ιθαγένεια-υπηκοότητα από το έδαφος αλλά από την καταγωγή και κληρονομιά των γονέων (μπορεί να ισχύει και για ανθρώπους που βρίσκονται εκτός κράτους, στη διασπορά). Δικτυωτός - μη εδαφικός - χώρος. Υποτιμήθηκε το γεγονός πως ορισμένα έθνη ζούσαν υπό συνθήκες διασποράς και σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό τους εκτός από τον πολιτικά οριοθετημένο εδαφικό χώρο και άρα δεν ήταν δυνατόν γι'αυτά να αποδεχτούν τον «φιλελεύθερο εθνικισμό» και το δίκαιο εδάφους-jus soli. Γενικότερα αυτός ο εθνικισμός έχει υποτιμηθεί, πρώτον, επειδή δεν προέρχεται από το τρίγωνο Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας, Ηνωμένων Πολιτειών και δεύτερον, επειδή οι Αμερικανοί έχουν υποτιμήσει τον ρόλο που αυτός διαδραμάτισε ιστορικά έχοντας ως κριτήριο τη δική τους εμπειρία. Το ζήτημα όμως ξεπερνά τα όρια του τριγώνου της κεντρικής παγκόσμιας φιλελεύθερης γεωγραφίας και της Ευρώπης: Στην Κίνα θεωρούν πως ο πυρήνας του πολιτισμού τους είναι οι Han, και πάνω από το 90% των Κινέζων πιστεύουν πως προέρχονται από αυτή τη συγκεκριμένη φυλή θεωρώντας οι ίδιοι τους εαυτούς τους Han Chinese (αδιαφορώντας πλήρως για το τι πιστεύει, για παράδειγμα, ένας αγγλοσάξονας ακαδημαϊκός) σε αντίθεση με άλλα έθνη όπως οι Ινδοί, οι Βραζιλιάνοι ή/και οι Ινδονήσιοι που αυτο-κατανοούνται ως πολυ-εθνοτικά και πολυ-φυλετικά έθνη (η Βραζιλία ακολουθεί το jus soli, η Ινδία το Jus sanguinis ενώ στην Ινδονησία υπάρχει συνδυασμός και σύνθεση τόσο του jus sanguinis όσο και του jus soli. Βλέπουμε πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα jus sanguinis - jus soli).
3. Ο «πολυ-πολιτισμικός εθνικισμός». Θα γράψω συγκεκριμένο σημείωμα γι'αυτή την μορφή εθνικισμού διότι δημιουργούνται συγχύσεις (άλλοι δεν βλέπουν καν «εθνικισμό» ενώ άλλοι βλέπουν «οικουμενικά υποκείμενα»). Δεν είναι τυχαίο πως γίνεται λόγος για multicultural citizenship (υπάρχουν πολυ-εθνοτικά και πολυ-φυλετικά έθνη, όπως αυτά που προανέφερα, τα οποία δεν αποδέχονται μιας τέτοιας μορφής citizenship). Ορισμένοι υποθέτουν πως ο αστικός - ή φιλελεύθερος - εθνικισμός του εδάφους μπορεί να είναι συμβατός με τον «πολυ-πολιτισμικό εθνικισμό». Μέγα σφάλμα. Το πιθανότερο είναι πως, αργά ή γρήγορα, αυτές οι δύο αντιλήψεις περί έθνους θα συγκρουστούν.
Σημείωση
(-) Φυσικά υπάρχει και η περίπτωση του πανευρωπαϊκού εθνικισμού ο οποίος προσπαθεί να παρουσιάζεται ως μη εθνικισμός, αλλά αξιώνει να δημιουργήσει έναν «ευρωπαϊκό λαό». Δες και εδώ το σχόλιο IV περί νεο-εθνικών τάσεων.
VI
Οι κύριες τάσεις στις νέες ηλικίες στην Ε.Ε είναι, είτε να μην ψηφίζουν, είτε να ψηφίζουν κόμματα νεο-εθνικιστικής κατεύθυνσης, είτε να εντάσσονται σε νεο-ισλαμιστικά ριζοσπαστικά δίκτυα. Προφανώς και δεν είναι οι μόνες, είναι όμως οι κύριες και πιο δυναμικές τάσεις.
Σημείωση
(-) Με βάση την ορολογία του Δημοκρατικού Κόμματος των Η.Π.Α, όλοι οι προηγούμενοι αποτελούν εκφραστές πάσης φύσεως «εξτρεμισμού».(-) Ήτο κι αυτός ο μαρξισμός μια κάποια λύσις για τον λιμπεραλισμό (προς «ενσωμάτωση»). Μέχρις ότου κατέστη νεο-συνιστώσα του, κήρυξ της πολιτιστικής αποικιοκρατίας-ιμπεριαλισμού, ηθικο-πολιτισμικό συμπλήρωμα μιας οικονομικής υπερ-εθνικής ομογενοποιητικής διαδικασίας και παράρτημα υπερ-εθνικών δρώντων, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, όπου να συγχέεται ο λόγος του με κείμενα της Anne-Marie Slaughter και ανακοινώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ή χρηματοδοτούμενων Μ.Κ.Ο.
Ενδεικτικά:
1. Why don't young people vote? - EUobserver
2. Young people vote far-right in Europe - Deutsche Welle (DW)
3. How can we prevent the radicalisation of young European Muslims? - Debating Europe
4. Why the young, Muslims, Jews, and many more vote Le Pen? - Neurope
I
Ο Obama δεν επιθυμεί Brexit. Τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Βρετανίας - υπεραιωνόβια θυμίζω - δεν επιθυμούν Brexit. Το City και ολόκληρο το κατεστημένο (establishment) ομοίως. Ακόμα και εάν υπάρχουν διάσπαρτες απόψεις υπέρ του Brexit σε όλα τα προηγούμενα μέρη, ισχύει το εξής: πλειοψηφικά οι ελίτ και το κατεστημένο σε εθνικό και υπερ-εθνικό επίπεδο είναι υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε. Μονάχα σε επίπεδο λαού και πολιτών οι απόψεις είναι μοιρασμένες ή πλειοψηφικές υπέρ της αμφισβήτησης των υπερ-εθνικών ευρωπαϊκών θεσμών. Αυτός ο δυισμός μεταξύ της πλειοψηφίας ελίτ και κατεστημένου από την μια μεριά, και μοιρασμένου ή διαιρεμένου λαού από την άλλη (και μειοψηφικής ελίτ), είναι μια πραγματικότητα η οποία δεν πρέπει να υποβαθμίζεται (δεν συμβαίνει μονάχα στην Βρετανία), επειδή κάποιος είναι αναφανδόν υπέρ του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Μια τέτοια υποβάθμιση είναι δόλια και ύπουλη. Παρατηρείται έντονα στους κόλπους υποτιθέμενα αντικαθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων που ψάχνουν να βρουν ποιες μερίδες του «κεφαλαίου» είναι υπέρ του Brexit, υποβαθμίζοντας το οφθαλμοφανές: πως το κατεστημένο πλειοψηφικά είναι κατά του Brexit. Μια τέτοια προσέγγιση επίσης αποσκοπεί στο να υποβαθμίσει το γεγονός πως αυτές οι δυνάμεις μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και στάσεις με τις πλειοψηφικά κυρίαρχες εθνικές και υπερ-εθνικές ελίτ οι οποίες αποτελούν σε όλα τα εθνικά κράτη αλλά και σε υπερ-εθνικό επίπεδο ένα αρραγές μέτωπο (εδώ τα περί «κεφαλαίου» πάνε περίπατο και έρχονται στην επιφάνεια τα περί «ευρωπαϊκού λαού»).
Κάτι ακόμα. Το να λένε δύο παραδοσιακά και υπεραιωνόβια κόμματα, πυλώνες του κοινοβουλευτισμού, μπροστά στα μούτρα του δήμου τον οποίον υποτίθεται πως αντιπροσωπεύουν: δεν έχεις ηγεσία κύριε, δεν υποστηρίζω αυτή την θέση, δεν πρόκειται να σε οδηγήσω σε μια τέτοια πορεία, δεν ξέρω τι επιπτώσεις μπορεί να έχει για το μέλλον των πολιτικών συστημάτων που τα κόμματα τους συμπεριφέρονται και λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσον μια τέτοια στάση είναι ηθική και κατά πόσο δεν διαρρηγνύει τη σχέση εντολέα-εντολοδόχου. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, πως τα περισσότερα εθνικά πολιτικά συστήματα αποδομούνται ή διέρχονται κρίση νομιμοποίησης.
Τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Οι πολιτικοί και τα κόμματα αντιπροσωπεύουν και υπηρετούν τις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον ή τους πολίτες τους και τους εθνικούς δήμους; Σε ποιον λογοδοτούν;
Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Γιατί εάν συμβαίνει το πρώτο, δεν υπάρχει λόγος, πια, να γίνονται εκλογές. Ας τις καταργήσουμε, μαζί και τη λογοδοσία. Εκτός εάν οι εκλογές και η λογοδοσία για το θεαθήναι αποτελούν μέρος κάποιου νέου οράματος μιας νέας «Δύσης». Αλλά πολύ φοβούμαι πως ένα τέτοιο όραμα, αν δεν μετεξελιχθεί το ίδιο σε εφιάλτη, σίγουρα θα γεννήσει εφιαλτικά αποτελέσματα.
Εάν μελετήσετε τους εμπορικούς εταίρους της καθεμιάς Πολιτείας των Η.Π.Α ξεχωριστά θα διαπιστώσετε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ανύπαρκτες. Καναδάς, Κίνα και Μεξικό αποτελούν τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους (εισαγωγές-εξαγωγές) για το 80-90% των Πολιτειών: τρεις Πολιτείες έχουν ως μεγαλύτερο εταίρο στις εισαγωγές τους (ούτε καν ως μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο, συνολικά) τη Γερμανία, μια τη Νότιο Κορέα, μια την Ινδία και μια τη Σαουδική Αραβία, ενώ ως μεγαλύτερο εταίρο στις εξαγωγές έχουν από μια Πολιτεία τη Βραζιλία, την Ελβετία, το Χονγκ Κονγκ, το Βέλγιο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Γαλλία. Οι Η.Π.Α είναι πολύ λιγότερο δυτικές από ότι θέλουν να τις παρουσιάζουν οι δυτικοευρωπαίοι.
Bonus: μια πληροφορία που ίσως δεν προλάβατε να μάθετε. Οι Η.Π.Α ξεπέρασαν τη Γαλλία και είναι πλέον ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες (από τα μέσα της δεκαετίας του 1970), η Γαλλία δεν είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. ΓαλλοΓερμανικός Άξονας;..
Η μείωση των ροών αποδεικνύει φυσικά τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας, καθώς μετά την συμφωνία και κατά την περίοδο προεργασίας αυτής, οι ροές μειώθηκαν κατακόρυφα (από 67,000 τον Ιανουάριο σε 57,000 τον Φεβρουάριο και 27,000 τον Μάρτιο - όπου είχε αρχίσει η προεργασία της προκειμένου αυτή να υπογραφεί στις 20 του μηνός). Από την άλλη η επαναγκατάσταση στην Ε.Ε (των 500 εκατομμυρίων ανθρώπων) μόλις 43 προσφύγων από την Τουρκία φανερώνει την πραγματικότητα και το ποιόν της ευρωπαϊκής πλευράς (και φυσικά ποιος είναι το κορόιδο). Η αρχή 1-1 έχει γίνει 1-0,2 καλύπτοντας μόλις το 0,7% όσων παράνομα έχουν εισέλθει στην Ελλάδα. Η Τουρκία διεκδικεί τα περί βίζας και ελεύθερης μετακίνησης εντός Σένγκεν, κάτι το οποίο θα αυξήσει τη μετανάστευση (το ζήτημα της βίζας δεν είναι κάτι καινούργιο και αποτελεί πάγια επιδίωξη της Τουρκίας. Εάν δεν κάνει αποδεκτή την διεκδίκηση της Άγκυρας η Ε.Ε, η συμφωνία τελειώνει). Το κλείσιμο των συνόρων Π.Γ.Δ.Μ-Ελλάδας συνέβαλε στην, μετά από την συμφωνία, αποκλιμάκωση από πλευράς Άγκυρας των ροών και στην σταθεροποίηση της κατάστασης, ενώ το ρίσκο και το κόστος μετακίνησης προς την Ιταλία μέσω της Μεσογείου είναι σαφώς υψηλότερο από ότι στο Αιγαίο όπου υπάρχει μηδαμινή απόσταση ανάμεσα στα νησιά και στις απέναντι ακτές. Κάπως έτσι οι ροές έχουν μειωθεί.
Όπως διαβάζω στο Peterson Institute (όλα τα στοιχεία είναι από εκεί, όπως επίσης από το UN Refugee Agency και ορισμένους σχετικούς λογαριασμούς στο twitter): ''This change of heart is the reverse of what migrants had decided when they watched and listened to Angela Merkel declaring in 2015 that Germany’s borders would be opened for unregistered migrants (e.g., not sent to Germany from official UN refugee camps). Many decided to take a chance then, but now they have seen barbed wire and rubber bullets on the Greek-Macedonian border and have increasingly decided not to go. Merkel should thank the people in Austria, Macedonia, and elsewhere, whom she criticized earlier for not implementing “national solutions,” for solving her biggest domestic political problem. The German government’s two-faced stance on migration is further highlighted by its differing positions versus Austria and Italy. On the one hand, Chancellor Merkel has criticized Austria’s national quotas on migration, but Germany is nonetheless considering lifting all border controls with Austria on May 12. Germany is also criticizing Italy -a country that has refrained from restricting migration across the Balkans- for not acting forcefully enough to prevent northward migrant flows.''
Η ανάλυση ολοκληρώνεται με μια αναφορά στην 2016 Frontex Annual Risk Analysis, όπου επισημαίνεται πως το πιο πιθανό μεταναστευτικό σενάριο για το 2025 είναι: ''μια παθητική Ε.Ε που θα χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό (όπως έχω τονίσει και εγώ κατ'επανάληψη), αυξανόμενα περιοριστικά μέτρα στα εθνικά σύνορα και λίγες και αναποτελεσματικές κοινές διαδικασίες.''
Δύο άνθρωποι στην Ελλάδα κατανόησαν πως η λεγόμενη «Μεταπολίτευση» αποτέλεσε συνέχεια και όχι τερματισμό της λεγόμενης «Χούντας». Προ του 1974 είχαμε στρατιωτική «Χούντα», μετά το 1974 είχαμε πολιτιστική «Χούντα». Κανείς δεν μιλά όμως για την πολιτιστική χούντα της μεταπολίτευσης και τις ρίζες της. Το να περιφρονείς τον τόπο σου ενώ παράλληλα επιθυμείς και θαυμάζεις έναν μυθικό τόπο (την «μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά», όπως είχε γράψει ο ένας απ'τους δύο), το να είσαι κουρασμένο παλικάρι ασχέτως ηλικίας και πρίγκηπας της παρακμής, το να φαντάζεσαι την ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ, το να μην υπάρχει η Ελλάδα για εσένα, όλα αυτά ξεκίνησαν πριν από την μεταπολίτευση και συνεχίστηκαν με αυτήν. Από τότε είναι που η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και ουσιαστικά δεν τον ξαναβρήκε ποτέ (και υπό αυτή την έννοια ο Σημίτης αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της πορείας - φτάνοντας την σε επίπεδα γεωοικονομικής και γεωπολιτισμικής χούντας, όπως είχε γράψει ο δεύτερος - την κατάληξη της οποίας διαχειρίζονται οι σημερινοί, ολοκληρώνοντας την).
Οι φωτογραφίες, τόσο από τα χαζοχαρούμενα και πολύχρωμα πανηγύρια μπροστά από τον Πύργο του Άιφελ (τι γιορτάζουν άραγε οι Γάλλοι; τους δρόμους του χρώματος ή την παρακμή - του αστικού πολιτισμού - τους; Η «μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά» που λέγαμε) όσο και από την αρχαία Ολυμπία (την οποία έτυχε να περπατήσω, συγκλονισμένος, ως καμμένη γη), από το κινέζικό CCTV (την τελετή της αφής της φλόγας γιορτάζει η Βραζιλία).
Μια τέτοια υποβάθμιση είναι δόλια και ύπουλη. Παρατηρείται έντονα στους κόλπους υποτιθέμενα αντικαθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων που ψάχνουν να βρουν ποιες μερίδες του «κεφαλαίου» είναι υπέρ του Brexit, υποβαθμίζοντας το οφθαλμοφανές: πως το κατεστημένο πλειοψηφικά είναι κατά του Brexit. Μια τέτοια προσέγγιση επίσης αποσκοπεί στο να υποβαθμίσει το γεγονός πως αυτές οι δυνάμεις μοιράζονται τις ίδιες απόψεις και στάσεις με τις πλειοψηφικά κυρίαρχες εθνικές και υπερ-εθνικές ελίτ οι οποίες αποτελούν σε όλα τα εθνικά κράτη αλλά και σε υπερ-εθνικό επίπεδο ένα αρραγές μέτωπο (εδώ τα περί «κεφαλαίου» πάνε περίπατο και έρχονται στην επιφάνεια τα περί «ευρωπαϊκού λαού»).
Κάτι ακόμα. Το να λένε δύο παραδοσιακά και υπεραιωνόβια κόμματα, πυλώνες του κοινοβουλευτισμού, μπροστά στα μούτρα του δήμου τον οποίον υποτίθεται πως αντιπροσωπεύουν: δεν έχεις ηγεσία κύριε, δεν υποστηρίζω αυτή την θέση, δεν πρόκειται να σε οδηγήσω σε μια τέτοια πορεία, δεν ξέρω τι επιπτώσεις μπορεί να έχει για το μέλλον των πολιτικών συστημάτων που τα κόμματα τους συμπεριφέρονται και λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσον μια τέτοια στάση είναι ηθική και κατά πόσο δεν διαρρηγνύει τη σχέση εντολέα-εντολοδόχου. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, πως τα περισσότερα εθνικά πολιτικά συστήματα αποδομούνται ή διέρχονται κρίση νομιμοποίησης.
Τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Οι πολιτικοί και τα κόμματα αντιπροσωπεύουν και υπηρετούν τις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον ή τους πολίτες τους και τους εθνικούς δήμους; Σε ποιον λογοδοτούν;
Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Γιατί εάν συμβαίνει το πρώτο, δεν υπάρχει λόγος, πια, να γίνονται εκλογές. Ας τις καταργήσουμε, μαζί και τη λογοδοσία. Εκτός εάν οι εκλογές και η λογοδοσία για το θεαθήναι αποτελούν μέρος κάποιου νέου οράματος μιας νέας «Δύσης». Αλλά πολύ φοβούμαι πως ένα τέτοιο όραμα, αν δεν μετεξελιχθεί το ίδιο σε εφιάλτη, σίγουρα θα γεννήσει εφιαλτικά αποτελέσματα.
II
Μαζί με την αποχώρηση της ψυχροπολεμικής γενιάς (η οποία παραδίδει συντρίμμια), θα αποχωρήσουν και οι μύθοι, οι πόθοι και τα όνειρα του ευρωκεντρικού 19ου και του δυτικοκεντρικού 20ου αιώνα (κλασικά η Ελλάδα θα αργήσει να χωνέψει αυτές τις αλλαγές, αλλά με κανά δύο δεκαετίες καθυστέρηση - εάν συνεχίσει να υπάρχει - θα τις χωνέψει). Προτεινόμενα βιβλία προκειμένου να μην χάνετε το χρόνο σας με φυλλάδες, Έλληνες δημοσιογράφους και διάφορα άλλα απομεινάρια του ψυχρού πολέμου:- Mahbubani, The New Asian Hemisphere: The Irresistable Shift of Global Power to the East, Public Affairs.
- Bongiovanni, The Decline and Fall of Europe, Macmillan.
- Chakrabarty, Provincializing Europe: Postcolonial Thought and Historical Difference, Princeton University Press.
- Youngs, Europe's Decline and Fall: The Struggle Against Global Irrelevance, Profile Books.
- Lacquer, The Last Days of Europe: Epitaph for an Old Continent, Thomas Dunne Books.
- Campbell, The Easternization of the West: A Thematic Account of Cultural Change in the Modern Era, Paradigm Publishers.
- Mavelli, Europe's Encounter with Islam The Secular and the Postsecular, Routledge.
- Thornton, Decline and Fall: Europe's Slow Motion Suicide, Encounter Books.
- Zakaria, The Post-American World, Norton.
Σημειώσεις
Ελεύθερος κόσμος, Δύση ή Δυτικός κόσμος, όλα αυτά αποτελούν συνθήματα του ψυχρού πολέμου (κατ'αρχάς οι Αμερικάνοι, σε τεράστιο ποσοστό, δεν μιλάνε τόσο για δυτικό όσο για αμερικανικό κόσμο): Οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι: 1) Κίνα 2) Καναδάς 3) Μεξικό 4) Ιαπωνία 5) Γερμανία.Εάν μελετήσετε τους εμπορικούς εταίρους της καθεμιάς Πολιτείας των Η.Π.Α ξεχωριστά θα διαπιστώσετε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ανύπαρκτες. Καναδάς, Κίνα και Μεξικό αποτελούν τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους (εισαγωγές-εξαγωγές) για το 80-90% των Πολιτειών: τρεις Πολιτείες έχουν ως μεγαλύτερο εταίρο στις εισαγωγές τους (ούτε καν ως μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο, συνολικά) τη Γερμανία, μια τη Νότιο Κορέα, μια την Ινδία και μια τη Σαουδική Αραβία, ενώ ως μεγαλύτερο εταίρο στις εξαγωγές έχουν από μια Πολιτεία τη Βραζιλία, την Ελβετία, το Χονγκ Κονγκ, το Βέλγιο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Γαλλία. Οι Η.Π.Α είναι πολύ λιγότερο δυτικές από ότι θέλουν να τις παρουσιάζουν οι δυτικοευρωπαίοι.
Bonus: μια πληροφορία που ίσως δεν προλάβατε να μάθετε. Οι Η.Π.Α ξεπέρασαν τη Γαλλία και είναι πλέον ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες (από τα μέσα της δεκαετίας του 1970), η Γαλλία δεν είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. ΓαλλοΓερμανικός Άξονας;..
III
Από την υπογραφή της συμφωνίας Ε.Ε-Τουρκίας και μετά, έχουν εισέλθει στην Ελλάδα πάνω από 6,000 άνθρωποι (από την αρχή του χρόνου πάνω από 150,000, ενώ περίπου 55,000 από αυτούς έχουν παραμείνει στην ελληνική επικράτεια). Το φαινόμενο που κυριαρχεί είναι η αποσύνδεση ανάμεσα στον αριθμό όσων εισέρχονται στην Ελλάδα (6,164), όσων επιστρέφουν στην Τουρκία (202+147=349) και όσων επανεγκαθίστανται απευθείας από την Τουρκία στην Ε.Ε (μόλις 43). Με βάση την συμφωνία οι αριθμοί αυτοί θα έπρεπε να είναι περίπου ίσοι.Η μείωση των ροών αποδεικνύει φυσικά τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας, καθώς μετά την συμφωνία και κατά την περίοδο προεργασίας αυτής, οι ροές μειώθηκαν κατακόρυφα (από 67,000 τον Ιανουάριο σε 57,000 τον Φεβρουάριο και 27,000 τον Μάρτιο - όπου είχε αρχίσει η προεργασία της προκειμένου αυτή να υπογραφεί στις 20 του μηνός). Από την άλλη η επαναγκατάσταση στην Ε.Ε (των 500 εκατομμυρίων ανθρώπων) μόλις 43 προσφύγων από την Τουρκία φανερώνει την πραγματικότητα και το ποιόν της ευρωπαϊκής πλευράς (και φυσικά ποιος είναι το κορόιδο). Η αρχή 1-1 έχει γίνει 1-0,2 καλύπτοντας μόλις το 0,7% όσων παράνομα έχουν εισέλθει στην Ελλάδα. Η Τουρκία διεκδικεί τα περί βίζας και ελεύθερης μετακίνησης εντός Σένγκεν, κάτι το οποίο θα αυξήσει τη μετανάστευση (το ζήτημα της βίζας δεν είναι κάτι καινούργιο και αποτελεί πάγια επιδίωξη της Τουρκίας. Εάν δεν κάνει αποδεκτή την διεκδίκηση της Άγκυρας η Ε.Ε, η συμφωνία τελειώνει). Το κλείσιμο των συνόρων Π.Γ.Δ.Μ-Ελλάδας συνέβαλε στην, μετά από την συμφωνία, αποκλιμάκωση από πλευράς Άγκυρας των ροών και στην σταθεροποίηση της κατάστασης, ενώ το ρίσκο και το κόστος μετακίνησης προς την Ιταλία μέσω της Μεσογείου είναι σαφώς υψηλότερο από ότι στο Αιγαίο όπου υπάρχει μηδαμινή απόσταση ανάμεσα στα νησιά και στις απέναντι ακτές. Κάπως έτσι οι ροές έχουν μειωθεί.
Όπως διαβάζω στο Peterson Institute (όλα τα στοιχεία είναι από εκεί, όπως επίσης από το UN Refugee Agency και ορισμένους σχετικούς λογαριασμούς στο twitter): ''This change of heart is the reverse of what migrants had decided when they watched and listened to Angela Merkel declaring in 2015 that Germany’s borders would be opened for unregistered migrants (e.g., not sent to Germany from official UN refugee camps). Many decided to take a chance then, but now they have seen barbed wire and rubber bullets on the Greek-Macedonian border and have increasingly decided not to go. Merkel should thank the people in Austria, Macedonia, and elsewhere, whom she criticized earlier for not implementing “national solutions,” for solving her biggest domestic political problem. The German government’s two-faced stance on migration is further highlighted by its differing positions versus Austria and Italy. On the one hand, Chancellor Merkel has criticized Austria’s national quotas on migration, but Germany is nonetheless considering lifting all border controls with Austria on May 12. Germany is also criticizing Italy -a country that has refrained from restricting migration across the Balkans- for not acting forcefully enough to prevent northward migrant flows.''
Η ανάλυση ολοκληρώνεται με μια αναφορά στην 2016 Frontex Annual Risk Analysis, όπου επισημαίνεται πως το πιο πιθανό μεταναστευτικό σενάριο για το 2025 είναι: ''μια παθητική Ε.Ε που θα χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό (όπως έχω τονίσει και εγώ κατ'επανάληψη), αυξανόμενα περιοριστικά μέτρα στα εθνικά σύνορα και λίγες και αναποτελεσματικές κοινές διαδικασίες.''
IV
Στην Ελλάδα της αρχοντοχωριάτικης δουλοπρεπούς «δεξιάς» και της επαρχιώτικης εξαρτημένης «αριστεράς» (υπάκουα παραρτήματα αμφότερες), οι εικόνες αυτές - οι πρώτες - ούτε αρέσουν ούτε έχουν ιδιαίτερη σημασία (όλο και κάποια ορθολογιστική εξυπνάδα θα βρουν να πουν και να γράψουν οι οπαδοί των «πολύχρωμων» - των δεύτερων - φωτογραφιών και της μη επιτευχθείσας «εκδυτικοποίησης» ή του ανολοκλήρωτου «εκσυγχρονισμού»). Σε αυτή την Ελλάδα αρέσουν και έχουν σημασία μονάχα οι ασχολίες με το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, και φυσικά με την «Χούντα» (προκειμένου η «αριστερά» και η «δεξιά» να βγάζουν το ψωμάκι τους). Τουλάχιστον αυτές οι εικόνες, οι πρώτες, οι «μονόχρωμες» ενδυματολογικά, έχουν ακόμη σημασία για κάποιους άλλους.Δύο άνθρωποι στην Ελλάδα κατανόησαν πως η λεγόμενη «Μεταπολίτευση» αποτέλεσε συνέχεια και όχι τερματισμό της λεγόμενης «Χούντας». Προ του 1974 είχαμε στρατιωτική «Χούντα», μετά το 1974 είχαμε πολιτιστική «Χούντα». Κανείς δεν μιλά όμως για την πολιτιστική χούντα της μεταπολίτευσης και τις ρίζες της. Το να περιφρονείς τον τόπο σου ενώ παράλληλα επιθυμείς και θαυμάζεις έναν μυθικό τόπο (την «μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά», όπως είχε γράψει ο ένας απ'τους δύο), το να είσαι κουρασμένο παλικάρι ασχέτως ηλικίας και πρίγκηπας της παρακμής, το να φαντάζεσαι την ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ, το να μην υπάρχει η Ελλάδα για εσένα, όλα αυτά ξεκίνησαν πριν από την μεταπολίτευση και συνεχίστηκαν με αυτήν. Από τότε είναι που η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και ουσιαστικά δεν τον ξαναβρήκε ποτέ (και υπό αυτή την έννοια ο Σημίτης αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της πορείας - φτάνοντας την σε επίπεδα γεωοικονομικής και γεωπολιτισμικής χούντας, όπως είχε γράψει ο δεύτερος - την κατάληξη της οποίας διαχειρίζονται οι σημερινοί, ολοκληρώνοντας την).
Οι φωτογραφίες, τόσο από τα χαζοχαρούμενα και πολύχρωμα πανηγύρια μπροστά από τον Πύργο του Άιφελ (τι γιορτάζουν άραγε οι Γάλλοι; τους δρόμους του χρώματος ή την παρακμή - του αστικού πολιτισμού - τους; Η «μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά» που λέγαμε) όσο και από την αρχαία Ολυμπία (την οποία έτυχε να περπατήσω, συγκλονισμένος, ως καμμένη γη), από το κινέζικό CCTV (την τελετή της αφής της φλόγας γιορτάζει η Βραζιλία).
V
Ένας από τους - πολλούς - λόγους που ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος» πάει κατά διαόλου είναι και ο ψευδοεπιστημονισμός. Η «Δύση» πνίγηκε στην ψευδοεπιστήμη. Όχι, δεν αναφέρομαι στα ταρώ και τα ζώδια αλλά στην διαφθορά και την διαστροφή της επιστήμης και στον εκφυλισμό της σε ιδεολογία, σε τέτοιο βαθμό, που η πολιτική μεταβάλλεται σε στόχο της επιστημονικής έρευνας.
.~`~.
Μεταπολεμικά οι άνθρωποι οδηγήθηκαν να πιστέψουν πως η προπολεμική «γεωπολιτική» πέθανε με την ολοκλήρωση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και αντικαταστάθηκε από την ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στον «καπιταλιστικό και κομμουνιστικό» κόσμο (στο «δυτικό και ανατολικό» στρατόπεδο κ.λπ), μια αντιπαράθεση που ονομάστηκε ψυχρός πόλεμος. Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος οι άνθρωποι οδηγήθηκαν να πιστέψουν πως αυτή η ιδεολογική αντιπαράθεση αντικαταστάθηκε από την «παγκοσμιοποίηση» (η τελευταία πήρε διάφορες μορφές με κυρίαρχη την αφήγηση περί του 'τέλους της ιστορίας' - όπως επίσης του κράτους, του έθνους, των πολέμων κ.λπ - και ουσιαστικά αποτέλεσε την τελευταία μορφή της δυτικής εκκοσμικευμένης εσχατολογίας και ενός είδους παγκόσμιας σταυροφορίας-ιεραποστολής ή παραλλαγή της mission civilisatrice).
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Από την εποχή της γεωπολιτικής, στην εποχή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού-κομμουνισμού για να φτάσουμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ορισμένοι ισχυρίζονται πως στις μέρες μας ζούμε το τέλος της εποχής της παγκοσμιοποίησης και την επιστροφή της γεωπολιτικής (θα παρουσιάσω μελλοντικά κείμενο επί του ζητήματος). Η γεωπολιτική οπωσδήποτε επιστρέφει, καθώς όλες οι διαμάχες από την Ουκρανία μέχρι τη Λιβύη και από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι την Υεμένη έχουν την γεωπολιτική ως κοινό τους παρονομαστή (ήδη από την δεκαετία του 1970 είχε επιστρέψει κάτω από τη προβιά της ιδεολογικής ψυχροπολεμικής διαμάχης και κλιμακώθηκε με τον μετα-διπολικό περί εκδημοκρατισμού λόγο). Ωστόσο δεν επιστρέφουμε, έτσι απλά και μονοδιάστατα, σε κάποια «εποχή της γεωπολιτικής» (ούτε φυσικά σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση καπιταλισμού-κομμουνισμού, μια μεσσιανική αναβίωση της οποίας αναμένουν ορισμένοι. Τα πρότυπα γίνονται όλο και πιο «μεικτά», δεν συναντάμε «καθαρές» μορφές). Όλες αυτές οι «εποχές» έχουν να κάνουν με την αυτοκατανόηση της λεγόμενης «Δύσης» (ή κέντρων στο εσωτερικό της) και τον τρόπο με τον οποίο η τελευταία αντιλαμβάνεται, προσλαμβάνει και προσπαθεί να διαμορφώσει τον κόσμο.
Στις μέρες μας εξελίσσονται πολλά περισσότερα από μια απλή επαναφορά της «γεωπολιτικής». 'Έχουμε και επαναφορά της «γεωπολιτικής» αλλά και ανάδυση νέων παγκόσμιων κέντρων με παράλληλη επιστροφή παλαιών παραδοσιακών κέντρων. Εισερχόμαστε, για πρώτη φορά εδώ και αιώνες, σε μια μετα-δυτικοκεντρική εποχή (το παγκόσμιο δεν μπορεί να είναι δυτικό ενώ το δυτικό δεν μπορεί να είναι παγκόσμιο) ενώ παράλληλα δεν μπορεί να αγνοηθεί πλέον το ζήτημα των πολιτισμών (τους οποίους εξαφάνισε η ιδεολογική αντιπαράθεση καπιταλισμού-κομμουνισμού καθώς οι τρελαμένοι και των δύο πλευρών προσπάθησαν να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν πολιτισμοί και πως οι τελευταίοι εξαφανίστηκαν. Υπό μια έννοια αυτό ήταν λογικό, αφού όλοι αυτοί μετέβαλλαν την οικονομία σε οντολογία). Έχουμε και οικονομικούς ανταγωνισμούς μεταξύ περιοχών πρώτιστα (η διάσταση ευρωπαϊκού και παγκόσμιου βορρά-νότου ή αφρικανικής και ευρωπαϊκής Μεσογείου ή βόρειας Αμερικής και Άπω Ασίας ξεπερνά κατά πολύ αυτή στο εσωτερικό ενός κράτους) αλλά και απίστευτη διάχυση της τεχνολογίας. Έχουμε και επιστροφή της θρησκείας που μας εισάγει σε μια εποχή μετα-εκκοσμίκευσης και αμφισβήτηση των βασικών αναπτυξιακών μοντέλων και θεωριών (modernisation, development, secularisation theories) και των εσωτερικών τους δεσμών. Έχουμε και μη αποκλειστικά αμερικανοκίνητη πλέον παγκοσμιοποίηση αλλά και φαινόμενα α-πολιτικότητας και πολυεδρικότητας σε παγκόσμια κλίμακα (με απίστευτη αύξηση του αριθμού των κρατών τις τελευταίες δεκαετίες). Last but not least, έχουμε τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης και συγκλονιστικότερης επανάστασης στην ιστορία της ανθρωπότητας (την οποία ορισμένοι συνεχώς υποβαθμίζουν και υποτιμούν): Της παγκόσμιας δημογραφικής επανάστασης των τελευταίων 50-60 χρόνων.
(-) Υπήρξε άραγε ποτέ η εποχή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού-κομμουνισμού για την Κίνα όπως υπήρξε για τον «Βορρά» ή/και την «Δύση»; Για τη χώρα αυτή, η εποχή του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού είναι η εποχή της ενοποίησης και της ανεξαρτησίας, της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης της (άλλωστε από κάποια στιγμή και μετά η κομμουνιστική Κίνα προσέγγισε τις καπιταλιστικές Η.Π.Α, μη υπακούοντας στα κελεύσματα περί παγκοσμίου επαναστάσεως). Η λειτουργία του σοσιαλισμού ή/και του ρητορικού κομμουνισμού ήταν διαφορετική στο εσωτερικό της Δύσης (εσωτερική αντιπολίτευση που στόχευε σε μεροκάματα, ηθικά αιτήματα, δικαιώματα, εξασφάλιση αποδοχών κ.λπ), διαφορετική στο εσωτερικό του Βορρά (ανταγωνισμός και αντιπαράθεση ανάμεσα σε Η.Π.Α και Ρωσία, υπό αυτή την ιδεολογική προβιά, για παγκόσμια κυριαρχία) και διαφορετική στο Νότο (εθνικοαπελευθερωτικά και αντι-αποικιοκρατικά κινήματα). Υπήρξε άραγε για την Ινδία αυτή η ιδεολογική αντιπαράθεση όπως υπήρξε για τον «Βορρά» ή/και την «Δύση»; Η Ινδία, παρά τα κινήματα και το χάος στο εσωτερικό της, ανέκαθεν έβλεπε τη διαμάχη του 1/3 vs των 2/3 της ανθρωπότητας ως πιο σημαντική από τη διαμάχη καπιταλισμού-κομμουνισμού (επίσης η Κίνα έβλεπε συνεχώς τρεις κόσμους αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο που τους έβλεπε η «Δύση»).
(-) Και η αγγλοσαξονική όπως και η γαλλική σχολές «γεωπολιτικής» ήταν, όχι μονάχα η γερμανική.
Μακροδομές - Δημογραφία - Post-Secularism - Πλανητικός μετασχηματισμός - Δυτικοευρωκεντρισμός.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Από την εποχή της γεωπολιτικής, στην εποχή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού-κομμουνισμού για να φτάσουμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ορισμένοι ισχυρίζονται πως στις μέρες μας ζούμε το τέλος της εποχής της παγκοσμιοποίησης και την επιστροφή της γεωπολιτικής (θα παρουσιάσω μελλοντικά κείμενο επί του ζητήματος). Η γεωπολιτική οπωσδήποτε επιστρέφει, καθώς όλες οι διαμάχες από την Ουκρανία μέχρι τη Λιβύη και από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι την Υεμένη έχουν την γεωπολιτική ως κοινό τους παρονομαστή (ήδη από την δεκαετία του 1970 είχε επιστρέψει κάτω από τη προβιά της ιδεολογικής ψυχροπολεμικής διαμάχης και κλιμακώθηκε με τον μετα-διπολικό περί εκδημοκρατισμού λόγο). Ωστόσο δεν επιστρέφουμε, έτσι απλά και μονοδιάστατα, σε κάποια «εποχή της γεωπολιτικής» (ούτε φυσικά σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση καπιταλισμού-κομμουνισμού, μια μεσσιανική αναβίωση της οποίας αναμένουν ορισμένοι. Τα πρότυπα γίνονται όλο και πιο «μεικτά», δεν συναντάμε «καθαρές» μορφές). Όλες αυτές οι «εποχές» έχουν να κάνουν με την αυτοκατανόηση της λεγόμενης «Δύσης» (ή κέντρων στο εσωτερικό της) και τον τρόπο με τον οποίο η τελευταία αντιλαμβάνεται, προσλαμβάνει και προσπαθεί να διαμορφώσει τον κόσμο.
Στις μέρες μας εξελίσσονται πολλά περισσότερα από μια απλή επαναφορά της «γεωπολιτικής». 'Έχουμε και επαναφορά της «γεωπολιτικής» αλλά και ανάδυση νέων παγκόσμιων κέντρων με παράλληλη επιστροφή παλαιών παραδοσιακών κέντρων. Εισερχόμαστε, για πρώτη φορά εδώ και αιώνες, σε μια μετα-δυτικοκεντρική εποχή (το παγκόσμιο δεν μπορεί να είναι δυτικό ενώ το δυτικό δεν μπορεί να είναι παγκόσμιο) ενώ παράλληλα δεν μπορεί να αγνοηθεί πλέον το ζήτημα των πολιτισμών (τους οποίους εξαφάνισε η ιδεολογική αντιπαράθεση καπιταλισμού-κομμουνισμού καθώς οι τρελαμένοι και των δύο πλευρών προσπάθησαν να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν πολιτισμοί και πως οι τελευταίοι εξαφανίστηκαν. Υπό μια έννοια αυτό ήταν λογικό, αφού όλοι αυτοί μετέβαλλαν την οικονομία σε οντολογία). Έχουμε και οικονομικούς ανταγωνισμούς μεταξύ περιοχών πρώτιστα (η διάσταση ευρωπαϊκού και παγκόσμιου βορρά-νότου ή αφρικανικής και ευρωπαϊκής Μεσογείου ή βόρειας Αμερικής και Άπω Ασίας ξεπερνά κατά πολύ αυτή στο εσωτερικό ενός κράτους) αλλά και απίστευτη διάχυση της τεχνολογίας. Έχουμε και επιστροφή της θρησκείας που μας εισάγει σε μια εποχή μετα-εκκοσμίκευσης και αμφισβήτηση των βασικών αναπτυξιακών μοντέλων και θεωριών (modernisation, development, secularisation theories) και των εσωτερικών τους δεσμών. Έχουμε και μη αποκλειστικά αμερικανοκίνητη πλέον παγκοσμιοποίηση αλλά και φαινόμενα α-πολιτικότητας και πολυεδρικότητας σε παγκόσμια κλίμακα (με απίστευτη αύξηση του αριθμού των κρατών τις τελευταίες δεκαετίες). Last but not least, έχουμε τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης και συγκλονιστικότερης επανάστασης στην ιστορία της ανθρωπότητας (την οποία ορισμένοι συνεχώς υποβαθμίζουν και υποτιμούν): Της παγκόσμιας δημογραφικής επανάστασης των τελευταίων 50-60 χρόνων.
Σημειώσεις
(-) Έχουμε και πολλές ακόμα εξελίξεις τις οποίες έχω εξετάσει κατά καιρούς υπό διάφορες ετικέτες (Μακροδομές, Δημογραφία, Post-Secularism, Πλανητικός μετασχηματισμός, Δυτικοευρωκεντρισμός).(-) Υπήρξε άραγε ποτέ η εποχή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού-κομμουνισμού για την Κίνα όπως υπήρξε για τον «Βορρά» ή/και την «Δύση»; Για τη χώρα αυτή, η εποχή του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού είναι η εποχή της ενοποίησης και της ανεξαρτησίας, της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης της (άλλωστε από κάποια στιγμή και μετά η κομμουνιστική Κίνα προσέγγισε τις καπιταλιστικές Η.Π.Α, μη υπακούοντας στα κελεύσματα περί παγκοσμίου επαναστάσεως). Η λειτουργία του σοσιαλισμού ή/και του ρητορικού κομμουνισμού ήταν διαφορετική στο εσωτερικό της Δύσης (εσωτερική αντιπολίτευση που στόχευε σε μεροκάματα, ηθικά αιτήματα, δικαιώματα, εξασφάλιση αποδοχών κ.λπ), διαφορετική στο εσωτερικό του Βορρά (ανταγωνισμός και αντιπαράθεση ανάμεσα σε Η.Π.Α και Ρωσία, υπό αυτή την ιδεολογική προβιά, για παγκόσμια κυριαρχία) και διαφορετική στο Νότο (εθνικοαπελευθερωτικά και αντι-αποικιοκρατικά κινήματα). Υπήρξε άραγε για την Ινδία αυτή η ιδεολογική αντιπαράθεση όπως υπήρξε για τον «Βορρά» ή/και την «Δύση»; Η Ινδία, παρά τα κινήματα και το χάος στο εσωτερικό της, ανέκαθεν έβλεπε τη διαμάχη του 1/3 vs των 2/3 της ανθρωπότητας ως πιο σημαντική από τη διαμάχη καπιταλισμού-κομμουνισμού (επίσης η Κίνα έβλεπε συνεχώς τρεις κόσμους αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο που τους έβλεπε η «Δύση»).
(-) Και η αγγλοσαξονική όπως και η γαλλική σχολές «γεωπολιτικής» ήταν, όχι μονάχα η γερμανική.
.~`~.
Μακροδομές - Δημογραφία - Post-Secularism - Πλανητικός μετασχηματισμός - Δυτικοευρωκεντρισμός.
Δεν θα κάνω «ανάλυση» επί του συγκεκριμένου, απλά θα επισημάνω ορισμένα σημεία με αφορμή το αποτέλεσμα. Εν συντομία. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Αυστρία και την Γαλλία έχουν τις ρίζες τους στις δεκαετίες 1980-90. Τόσο το Freedom Party of Austria (FPÖ) όσο και το National Front γνώρισαν εκείνη την εποχή μια περίοδο ακμής για να ακολουθήσει ένα μεσοδιάστημα παρακμής και να επανέλθουν στις μέρες μας δυναμικά. Ήδη εκείνη την πρώτη περίοδο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε καταγράψει σε όλη τη δυτική Ευρώπη αλλαγές στη στάση των εκλογικών σωμάτων (θυμάται άραγε κανείς το γερμανικό Die Republikaner;), φαινόμενα γκετοποίησης ή/και επιθέσεων. Η ουσία όμως βρίσκεται αλλού. Στις διαφορές ανάμεσα στο τότε και το τώρα, στο χθες και το σήμερα.
Μετανάστευση, ανεργία (όπου υπήρχε) και εγκληματικότητα, ήταν συνήθως το πλέγμα γύρω από το οποίο υφαίνονταν αυτές οι ανησυχίες. Κατά την μετα-διπολική περίοδο, όμως, προστέθηκαν ορισμένα ακόμη ζητήματα σε αυτό το πλέγμα που δεν υπήρχαν πριν και οδήγησαν στην παγίωση, διεύρυνση και εμβάθυνση αυτών των φαινομένων και τάσεων: Πρώτον, η μεταψυχροπολεμική δυναμοποίηση του συνδυασμού «παγκοσμιοποίησης» και ελεύθερης μετα/διακίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Δεύτερον, το ζήτημα της τρομοκρατίας (το οποίο έθεσε στην ατζέντα την ασφάλεια). Τρίτον η μεγέθυνση των μεταναστευτικών ρευμάτων (η οποία είναι πολύ εντονότερη κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες). Τέταρτον, το θρησκευτικό ζήτημα (το οποίο παλαιότερα είχε περιορισμένη έκταση, όχι μονάχα λόγω των μικρότερων μεταναστευτικών ροών, αλλά και λόγω της ύπαρξης κοσμικών καθεστώτων στον αραβομουσουλμανικό κόσμο τα οποία αργότερα, είτε αποσταθεροποίηθηκαν, είτε σαρώθηκαν από το κύμα της ισλαμικής αναβίωσης - το οποίο ορισμένοι αρνούνταν να δουν γιατί έβλεπαν παντού ή επιδίωκαν global democratic revolutions). Πέμπτον, το ζήτημα της ιδεολογίας του «πολυ-πολιτισμού» (δηλαδή του τρόπου ενσωμάτωσης και μιας νέας citizenship). Έκτον, η οικονομική κρίση μέσω της οποίας φανερώθηκε με έντονο τρόπο και ένα ακόμη ζήτημα το οποίο συστηματικά θαβόταν και υποβαθμιζόταν, δηλαδή: Έβδομον, το ζήτημα της δημογραφικής συντριβής των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Και τέλος, Όγδοον, η εμβάθυνση της Ε.Ε σε πολλαπλά επίπεδα και η υπερ-εθνικοποίηση της με την παράλληλη τμηματική απώλεια κυριαρχίας των εθνικών κρατών (είτε μιλάμε για την Ευρωζώνη, είτε για υπερ-εθνικοποίηση πολιτικών συστημάτων και κομμάτων και την αποσύνδεση τους από τις κοινωνικές βάσεις τους, είτε για «διαμοιρασμό» κυριαρχίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο «διαμοιρασμός» λειτουργεί).
Όλα τα προηγούμενα αποτελούν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις που δεν υπήρχαν κατά την πρώτη περίοδο αυτών των κομμάτων (ή υπήρχαν κάποιες από αυτές σε πολύ περιορισμένο βαθμό) και οι οποίες σαφώς σχετίζονται και με το δημοψήφισμα περί Brexit.
Οι αντι-μεταναστευτικές τάσεις και τα ζητήματα συνόρων, οριοθέτησης και κυριαρχίας, θα ενταθούν μελλοντικά και θα αποτελέσουν βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής και των κομμάτων στο εσωτερικό της Ευρωατλαντικής δομής για έναν πολύ απλό λόγο: Όσα προπαγάνδισε η «Δύση» μεταδιπολικά-ψυχροπολεμικά, δηλαδή η ελεύθερη μετα/διακίνηση ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων, λειτούργησαν ως μπούμερανγκ και στράφηκαν εναντίον της. Πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά και δημογραφικά ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός από ότι ήταν το 1990. Είναι ενδεικτικό πως όταν κυκλοφόρησε το - αφελές - έργο του Francis Fukuyama, ''Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος'', ήμασταν κατά δύο, περίπου, δισεκατομμύρια λιγότεροι. Δε νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν προλάβει να αντιληφθούν - πόσο μάλλον να συνειδητοποιήσουν - την έκταση αυτών των αλλαγών.
Μπορούν να ειπωθούν πολλά ακόμα, για τη σχέση μητροπολιτικού κέντρου και επαρχιακής περιφέρειας (δύο παράλληλα πολιτικά σύστημα, κοινωνική σύνθεση), για την συντριβή των παραδοσιακών κομμάτων ή των «κομμάτων του κατεστημένου» κ.λπ. Όπως και να 'χει, όταν παρατηρείται τέτοιος βαθμός «μονοχρωματισμού» σε χάρτες ορισμένοι θα πρέπει να κάνουν αυτοκριτική και όχι να μιλάνε αφ'υψηλού. Δεν τους προβληματίζει άραγε που την ίδια στιγμή που τα μεσαία στρώματα κατακερματίζονται παρατηρείται κατάρρευση των πολιτικών δυνάμεων «αριστερά» του «κέντρου»; Δεν αποτελεί αυτό δική τους αποτυχία; Ας κατέβουν, λοιπόν, από το καλάμι τους και ας κοιταχτούν λίγο στον καθρέφτη.
Μετανάστευση, ανεργία (όπου υπήρχε) και εγκληματικότητα, ήταν συνήθως το πλέγμα γύρω από το οποίο υφαίνονταν αυτές οι ανησυχίες. Κατά την μετα-διπολική περίοδο, όμως, προστέθηκαν ορισμένα ακόμη ζητήματα σε αυτό το πλέγμα που δεν υπήρχαν πριν και οδήγησαν στην παγίωση, διεύρυνση και εμβάθυνση αυτών των φαινομένων και τάσεων: Πρώτον, η μεταψυχροπολεμική δυναμοποίηση του συνδυασμού «παγκοσμιοποίησης» και ελεύθερης μετα/διακίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Δεύτερον, το ζήτημα της τρομοκρατίας (το οποίο έθεσε στην ατζέντα την ασφάλεια). Τρίτον η μεγέθυνση των μεταναστευτικών ρευμάτων (η οποία είναι πολύ εντονότερη κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες). Τέταρτον, το θρησκευτικό ζήτημα (το οποίο παλαιότερα είχε περιορισμένη έκταση, όχι μονάχα λόγω των μικρότερων μεταναστευτικών ροών, αλλά και λόγω της ύπαρξης κοσμικών καθεστώτων στον αραβομουσουλμανικό κόσμο τα οποία αργότερα, είτε αποσταθεροποίηθηκαν, είτε σαρώθηκαν από το κύμα της ισλαμικής αναβίωσης - το οποίο ορισμένοι αρνούνταν να δουν γιατί έβλεπαν παντού ή επιδίωκαν global democratic revolutions). Πέμπτον, το ζήτημα της ιδεολογίας του «πολυ-πολιτισμού» (δηλαδή του τρόπου ενσωμάτωσης και μιας νέας citizenship). Έκτον, η οικονομική κρίση μέσω της οποίας φανερώθηκε με έντονο τρόπο και ένα ακόμη ζήτημα το οποίο συστηματικά θαβόταν και υποβαθμιζόταν, δηλαδή: Έβδομον, το ζήτημα της δημογραφικής συντριβής των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Και τέλος, Όγδοον, η εμβάθυνση της Ε.Ε σε πολλαπλά επίπεδα και η υπερ-εθνικοποίηση της με την παράλληλη τμηματική απώλεια κυριαρχίας των εθνικών κρατών (είτε μιλάμε για την Ευρωζώνη, είτε για υπερ-εθνικοποίηση πολιτικών συστημάτων και κομμάτων και την αποσύνδεση τους από τις κοινωνικές βάσεις τους, είτε για «διαμοιρασμό» κυριαρχίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο «διαμοιρασμός» λειτουργεί).
Όλα τα προηγούμενα αποτελούν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις που δεν υπήρχαν κατά την πρώτη περίοδο αυτών των κομμάτων (ή υπήρχαν κάποιες από αυτές σε πολύ περιορισμένο βαθμό) και οι οποίες σαφώς σχετίζονται και με το δημοψήφισμα περί Brexit.
Οι αντι-μεταναστευτικές τάσεις και τα ζητήματα συνόρων, οριοθέτησης και κυριαρχίας, θα ενταθούν μελλοντικά και θα αποτελέσουν βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής και των κομμάτων στο εσωτερικό της Ευρωατλαντικής δομής για έναν πολύ απλό λόγο: Όσα προπαγάνδισε η «Δύση» μεταδιπολικά-ψυχροπολεμικά, δηλαδή η ελεύθερη μετα/διακίνηση ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων, λειτούργησαν ως μπούμερανγκ και στράφηκαν εναντίον της. Πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά και δημογραφικά ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός από ότι ήταν το 1990. Είναι ενδεικτικό πως όταν κυκλοφόρησε το - αφελές - έργο του Francis Fukuyama, ''Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος'', ήμασταν κατά δύο, περίπου, δισεκατομμύρια λιγότεροι. Δε νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν προλάβει να αντιληφθούν - πόσο μάλλον να συνειδητοποιήσουν - την έκταση αυτών των αλλαγών.
Σημείωση
Η παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας - επειδή αρκετοί αναφέρονται σε αυτήν - είναι απλά ένας ακόμη παράγοντας. Η παρακμή της είχε ξεκινήσει ήδη από τις δεκαετίες 1970-80 (από τότε έχει αναγγελθεί το «τέλος της σοσιαλδημοκρατίας») και ολοκληρώθηκε με την μετατροπή της σε συνιστώσα της χριστιανοδημοκρατίας και, κυρίως, με την ολοκληρωτική αποδοχή από πλευράς της των υπερ-εθνικών ευρωπαϊκών λύσεων (θυμίζω πως κάποτε το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα τασσόταν υπέρ του διακυβερνητικού μοντέλου ενώ την ομοσπονδιακή θεώρηση παραδοσιακά υπερασπίζεται το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα). Από εκεί και πέρα, ουσιαστικά, η περίοδος της μονοπολικής στιγμής και κυριαρχίας των Η.Π.Α ήταν αυτή που προσέφερε στη σοσιαλδημοκρατία κάποιες παραπάνω ανάσες ζωής.Μπορούν να ειπωθούν πολλά ακόμα, για τη σχέση μητροπολιτικού κέντρου και επαρχιακής περιφέρειας (δύο παράλληλα πολιτικά σύστημα, κοινωνική σύνθεση), για την συντριβή των παραδοσιακών κομμάτων ή των «κομμάτων του κατεστημένου» κ.λπ. Όπως και να 'χει, όταν παρατηρείται τέτοιος βαθμός «μονοχρωματισμού» σε χάρτες ορισμένοι θα πρέπει να κάνουν αυτοκριτική και όχι να μιλάνε αφ'υψηλού. Δεν τους προβληματίζει άραγε που την ίδια στιγμή που τα μεσαία στρώματα κατακερματίζονται παρατηρείται κατάρρευση των πολιτικών δυνάμεων «αριστερά» του «κέντρου»; Δεν αποτελεί αυτό δική τους αποτυχία; Ας κατέβουν, λοιπόν, από το καλάμι τους και ας κοιταχτούν λίγο στον καθρέφτη.





























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου