- 01/21/16--13:17: _Μια φορά και έναν κ...
- 01/27/16--16:10: _Ι) Εξωτερική πίεση,...
- 01/31/16--03:27: _Επίκαιροι σχολιασμο...
- 02/01/16--03:33: _Πολύβιος, δημογραφί...
- 02/02/16--09:12: _Τρεις σχολιασμοί επ...
- 02/03/16--06:34: _Σύντομη αναφορά περ...
- 02/06/16--12:21: _How Did the Populat...
- 02/07/16--08:43: _Πέντε σχόλια (7 Φεβ...
- 02/10/16--11:21: _Πέντε σχολιασμοί γι...
- 02/11/16--10:41: _Επίκαιρες ενθυμήσεις.
- 02/12/16--07:43: _Περί του ελλαδικού ...
- 02/14/16--00:15: _I) «ακαδημαϊκοί νομ...
- 02/16/16--02:06: _Πέντε επίκαιροι σχο...
- 02/19/16--07:17: _Σχολιασμός (19 Φεβ ...
- 02/21/16--01:21: _Το επιμύθιο της Ελλ...
- 02/21/16--10:19: _I) Ο ισχυρότερος απ...
- 02/24/16--07:13: _Σύντομες αναφορές: ...
- 02/25/16--03:25: _Υπερεθνική διαδικασ...
- 02/26/16--02:50: _I) Προϋπολογισμός μ...
- 02/27/16--07:32: _Τέσσερις επίκαιροι ...
I
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- η «ανθρωπότητα», θα γινόταν «ευρωπαϊκή». Εκείνον τον καιρό (1900) υπήρχαν περίπου 1,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 25% -δηλαδή ένας στους τέσσερις- κατοικούσε στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας).
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- η «ανθρωπότητα» (*) εμάχετο για «τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό». Εκείνον τον καιρό (1950) υπήρχαν περίπου 2,55 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 21% κατοικούσε στην Ευρώπη, ομοίως).
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- η «ανθρωπότητα», έφτασε στο «Τέλος της Ιστορίας». Εκείνον τον καιρό (1989-1992) υπήρχαν περίπου 5,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 14% κατοικούσε στην Ευρώπη, ομοίως).
Σήμερα, υπάρχουν 7,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 10% -δηλαδή ένας στους δέκα- κατοικεί στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωσηνα αντιπροσωπεύσει περίπου το 7% και την Ευρωζώνη το 4,5% του παγκόσμιου πληθυσμού).
Το 2050 υπολογίζεται πως θα υπάρχουν περί τα 9,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 7,5% περίπου θα κατοικεί στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας).
(*) «Ανθρωπότητα», συνήθιζαν να ονομάζουν οι Δυτικοευρωπαίοι τον εαυτό τους.
Το 1991 μας «τελείωσε» ο Δεύτερος Κόσμος (ως διακριτή ιδεολογική δομή η οποία είχε νόημα και αποκτούσε τα περιεχόμενα της στα πλαίσια ενός διεθνούς συστήματος το οποίο δεν υπάρχει πια - οι χώρες που αποτελούσαν τμήμα του εξακολουθούν φυσικά να υφίστανται, οι περισσότερες). Και μαζί με τον Δεύτερο, μας «τέλειωσε» και ο Τρίτος Κόσμος (ομοίως). Την περίοδο που διανύουμε συνειδητοποιούμε πως έχει «τελειώσει» και ο Πρώτος Κόσμος (ομοίως).
Ο «Δεύτερος Κόσμος» αποτέλεσε στήριγμα και σταθεροποιητικό παράγοντα του «Πρώτου Κόσμου» (παρά την -υποτιθέμενη- υπαρξιακή τους διαμάχη). Ο Δεύτερος Κόσμος, σε ότι αφορά το εξωτερικό του, δεν κατέρρευσε λόγω του Πρώτου Κόσμου, αλλά λόγω των πιέσεων από τον Τρίτο. Όλα ξεκίνησαν περίπου τη δεκαετία 60'-70'. Δύο δεκαετίες μετά, φανερώθηκε η «κατάρρευση» του Δεύτερου Κόσμου. Δύο δεκαετίες μετά από τον Δεύτερο, φανερώθηκε η «κατάρρευση» του Πρώτου Κόσμου.
Η «πτώση» του Δεύτερου Κόσμου σηματοδότησε την «πτώση» του Πρώτου Κόσμου (ως διακριτή ιδεολογική δομή η οποία είχε νόημα και αποκτούσε τα περιεχόμενα της στα πλαίσια ενός διεθνούς συστήματος το οποίο δεν υπάρχει πια - οι χώρες που αποτελούσαν τμήμα του εξακολουθούν φυσικά να υφίστανται).
Ο Alfred Sauvy θεωρούσε το ζήτημα του «υπερπληθυσμού» εσφαλμένο και τάχθηκε κατά των πολιτικών πληθυσμιακού ελέγχου σε παγκόσμια κλίμακα (global population control), οι οποίες εν πολλοίς επιβλήθηκαν. ''He suggested examining countries on a case-by-case basis to see whether they lack the raw materials and natural resources that can support a larger population. Otherwise, he thought that we run the risk of underpopulating a country that could support a much larger population''.
Για να αντιληφθείτε τον ευρωκεντρισμόκαι τη δυσλειτουργικότητα του όρου «Τρίτος Κόσμος», ακόμα και κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, σκεφτείτε το εξής. Ο όρος ''Tiers Monde''είναι επηρεασμένος από την προ-επαναστατική Γαλλία και την αντίθεση προς τους ευγενείς (πρώτη τάξη) και τους ιερείς (δεύτερη τάξη). Και όμως σε ένα τόσο εξόφθαλμα ευρωκεντρικό νοητικό σχήμα -το οποίο ουσιαστικά μεταφέρει τη Γαλλική Επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα- εδραιώθηκαν συνειδήσεις, ταυτότητες και διαμορφώθηκε «κοινή γνώμη» για τουλάχιστον μισό αιώνα. Ακόμα εξακολουθεί αυτό να συμβαίνει.
(*) Τις ορολογίες τις χρησιμοποίησα -χάριν ευκολίας- καθώς δεν ανταποκρίνονται στο σήμερα, αποτελούν προϊόντα περασμένου διεθνούς συστήματος, αλλά συνεχίζουν να κυριαρχούν στην «κοινή γνώμη» για διάφορους λόγους (συνήθειας, αυτοκατανόησης/προσδιορισμού, ταυτότητας, πολεμικής, προπαγάνδας, ιδεολογικής ανυπαρξίας κ.λπ).
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- η «ανθρωπότητα» (*) εμάχετο για «τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό». Εκείνον τον καιρό (1950) υπήρχαν περίπου 2,55 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 21% κατοικούσε στην Ευρώπη, ομοίως).
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- η «ανθρωπότητα», έφτασε στο «Τέλος της Ιστορίας». Εκείνον τον καιρό (1989-1992) υπήρχαν περίπου 5,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 14% κατοικούσε στην Ευρώπη, ομοίως).
Σήμερα, υπάρχουν 7,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 10% -δηλαδή ένας στους δέκα- κατοικεί στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωσηνα αντιπροσωπεύσει περίπου το 7% και την Ευρωζώνη το 4,5% του παγκόσμιου πληθυσμού).
Το 2050 υπολογίζεται πως θα υπάρχουν περί τα 9,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (εκ των οποίων, το 7,5% περίπου θα κατοικεί στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας).
-----
Ο πληθυσμός της Ευρώπης, ως ποσοστό επί του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού, κορυφώθηκε μεταξύ 1910 και 1920, αγγίζοντας περίπου το 28%.(*) «Ανθρωπότητα», συνήθιζαν να ονομάζουν οι Δυτικοευρωπαίοι τον εαυτό τους.
II
Μια φορά και έναν καιρό -υποτίθεται πως- υπήρχαν «Δύο Κόσμοι». Ο «Πρώτος Κόσμος» και ο «Δεύτερος Κόσμος». Υπήρχε και ένας «Τρίτος Κόσμος» (*), εξωσυστημικός και πολυχρηστικός, που οι δύο προηγούμενοι τον αντιμετώπιζαν περίπου σαν να ήταν, κάτι μεταξύ playground, battleground και χωματερή - όπως περίπου, δηλαδή, αντιμετωπίζουν διαχρονικά διάφοροι Ευρωπαίοι τα Βαλκάνια (Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και Ρώσοι).Το 1991 μας «τελείωσε» ο Δεύτερος Κόσμος (ως διακριτή ιδεολογική δομή η οποία είχε νόημα και αποκτούσε τα περιεχόμενα της στα πλαίσια ενός διεθνούς συστήματος το οποίο δεν υπάρχει πια - οι χώρες που αποτελούσαν τμήμα του εξακολουθούν φυσικά να υφίστανται, οι περισσότερες). Και μαζί με τον Δεύτερο, μας «τέλειωσε» και ο Τρίτος Κόσμος (ομοίως). Την περίοδο που διανύουμε συνειδητοποιούμε πως έχει «τελειώσει» και ο Πρώτος Κόσμος (ομοίως).
Ο «Δεύτερος Κόσμος» αποτέλεσε στήριγμα και σταθεροποιητικό παράγοντα του «Πρώτου Κόσμου» (παρά την -υποτιθέμενη- υπαρξιακή τους διαμάχη). Ο Δεύτερος Κόσμος, σε ότι αφορά το εξωτερικό του, δεν κατέρρευσε λόγω του Πρώτου Κόσμου, αλλά λόγω των πιέσεων από τον Τρίτο. Όλα ξεκίνησαν περίπου τη δεκαετία 60'-70'. Δύο δεκαετίες μετά, φανερώθηκε η «κατάρρευση» του Δεύτερου Κόσμου. Δύο δεκαετίες μετά από τον Δεύτερο, φανερώθηκε η «κατάρρευση» του Πρώτου Κόσμου.
Η «πτώση» του Δεύτερου Κόσμου σηματοδότησε την «πτώση» του Πρώτου Κόσμου (ως διακριτή ιδεολογική δομή η οποία είχε νόημα και αποκτούσε τα περιεχόμενα της στα πλαίσια ενός διεθνούς συστήματος το οποίο δεν υπάρχει πια - οι χώρες που αποτελούσαν τμήμα του εξακολουθούν φυσικά να υφίστανται).
-----
Τον όρο «Τρίτος Κόσμος» ("Tiers Monde") τον εισήγαγε ο Γάλλος δημογράφος, ανθρωπολόγος, οικονομολόγος Alfred Sauvy τη δεκαετία του 1950.Ο Alfred Sauvy θεωρούσε το ζήτημα του «υπερπληθυσμού» εσφαλμένο και τάχθηκε κατά των πολιτικών πληθυσμιακού ελέγχου σε παγκόσμια κλίμακα (global population control), οι οποίες εν πολλοίς επιβλήθηκαν. ''He suggested examining countries on a case-by-case basis to see whether they lack the raw materials and natural resources that can support a larger population. Otherwise, he thought that we run the risk of underpopulating a country that could support a much larger population''.
Για να αντιληφθείτε τον ευρωκεντρισμόκαι τη δυσλειτουργικότητα του όρου «Τρίτος Κόσμος», ακόμα και κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, σκεφτείτε το εξής. Ο όρος ''Tiers Monde''είναι επηρεασμένος από την προ-επαναστατική Γαλλία και την αντίθεση προς τους ευγενείς (πρώτη τάξη) και τους ιερείς (δεύτερη τάξη). Και όμως σε ένα τόσο εξόφθαλμα ευρωκεντρικό νοητικό σχήμα -το οποίο ουσιαστικά μεταφέρει τη Γαλλική Επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα- εδραιώθηκαν συνειδήσεις, ταυτότητες και διαμορφώθηκε «κοινή γνώμη» για τουλάχιστον μισό αιώνα. Ακόμα εξακολουθεί αυτό να συμβαίνει.
(*) Τις ορολογίες τις χρησιμοποίησα -χάριν ευκολίας- καθώς δεν ανταποκρίνονται στο σήμερα, αποτελούν προϊόντα περασμένου διεθνούς συστήματος, αλλά συνεχίζουν να κυριαρχούν στην «κοινή γνώμη» για διάφορους λόγους (συνήθειας, αυτοκατανόησης/προσδιορισμού, ταυτότητας, πολεμικής, προπαγάνδας, ιδεολογικής ανυπαρξίας κ.λπ).
| 0 | 0 |
I
Όσο πιο δύσκολα θα γίνονται τα πράγματα σε διεθνές, διακρατικό και περιφερειακό επίπεδο και όσο πιο σημαντικές οι εξελίξεις, τόσο περισσότερο θα ενισχύεται η κομματική λύσσα και η παραταξιακή μανία. Η εξωτερική πίεση θα παίρνει τη μορφή της -τεχνητής- πόλωσης στο εσωτερικό και ο κομματικός και παραταξιακός φανατισμός και λαϊκισμός των ανίκανων αριστερό-δεξιών απατεώνισκων θα ενισχύεται προκειμένου να αποκρύβεται η ολοκληρωτική γύμνια, εξάρτηση και ανικανότητα (και ο ετεροκαθορισμός φυσικά).
Αυτά είναι τα κομματίδια, τα παραρτήματα, το πολιτικό προσωπικό και οι εξαρτημένες «ηγεσίες» που αρμόζουν σε κράτη-πελάτες (client/vassal states) που μετατρέπονται σε κράτη-μαριονέτες (puppet-state) και -νομοτελειακά- καταλήγουν έρμαια εκβιασμών και χειραγωγήσεων, μεταμοντέρνα εδαφικά νεο-αποικιακά σουρωτήρια, μετακυρίαρχες χωματερές και ημι-κρατικούς δρώντες κ.λπ (τα έχω γράψει εδώ και καιρό). Σε τέτοιο έσχατο σημείο κατάπτωσης και ξεφτίλας καταλήγεις όταν δεν ελέγχεις στοιχειωδώς την πορεία της χώρας σου (και βασίζεσαι σε «εταίρους»).
1960 - 2.23
1961 - 2.13
1962 - 2.16
1963 - 2.14
1964 - 2.24
1965 - 2.25
1966 - 2.32
1967 - 2.45
1968 - 2.42
1969 - 2.36
1970 - 2.40
1971 - 2.32
1972 - 2.32
1973 - 2.27
1974 - 2.38
1975 - 2.33
1976 - 2.35
1977 - 2.27
1978 - 2.28
1979 - 2.26
1980 - 2.23
1981 - 2.09
Πρώτη φορά κάτω από το 2.10 (ανανέωση πληθυσμού). Sub-replacement fertility αλλά εντός των «ορίων ασφαλείας».
1982 - 2.03
1983 - 1.94
1984 - 1.83
1985 - 1.67
1986 - 1.60
1987 - 1.50
1988 - 1.50
1989 - 1.40
1990 - 1.40
1991 - 1.38
1992 - 1.39
1993 - 1.34
1994 - 1.35
1995 - 1.31
1996 - 1.28
Πρώτη φορά κάτω από το 1.30, το οποίο θεωρείται «πάτος». Δεν γνωρίζουμε, εμπειρικά, καμία κοινωνία που να έφτασε σε τόσο χαμηλά επίπεδα ρυθμών γονιμότητας και να ανέκαμψε. Ναι μεν μπορεί να αυξηθεί λίγο (π.χ. από 1.3 σε 1.6) αλλά δεν γνωρίζουμε καμία περίπτωση που να άγγιξε «πάτο» και να επέστρεψε στο 2.10 (replacement fertility).
1997 - 1.28
1998 - 1.26
1999 - 1.24
Μικρότερος ρυθμός γονιμότητας ιστορικά. Το 1999, λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί ως η επίσημη δημογραφική ταφόπλακα της Ελλάδας (τουλάχιστον έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε).
2000 - 1.27
2001 - 1.25
2002 - 1.27
2003 - 1.28
2004 - 1.30
2005 - 1.32
2006 - 1.38
2007 - 1.38
2008 - 1.47
2009 - 1.49
2010 - 1.47
2011 - 1.40
Όταν στην Ελλάδα, το 1960, αντιστοιχούσαν περίπου 2.2 παιδιά ανά γυναίκα, στις Η.Π.Α αντιστοιχούσαν περίπου 3.5 παιδιά ανά γυναίκα (αυτό το στοιχείο έχει ενδιαφέρον προς εξέταση των κυρίαρχων ιδεολογικών και οικονομικών δογμάτων και ερμηνειών). Η δημογραφία θεωρείται μια από τις πλέον «σκληρές» κοινωνικές επιστήμες, την οποία -και αυτήν όπως όλες τις υπόλοιπες- προσπαθούν να αλώσουν οι οικονομιστές, κατά την κυρίαρχη τάση-μόδα οικονομικοποίησης της κοινωνικής θεωρίας στο σύνολο της.
Η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πέντε-δέκα πιο γερασμένες κοινωνίες στον πλανήτη με μέση ηλικία-median age τα 43,8 έτη (το 1960 η μέση ηλικία ήταν 29,1 έτη).
Ολοκληρωμένη η πρόταση: ''It is neither pleasing to Heaven nor creditable that our race should cease and the name of Romans meet extinguishment in us, and the city be given up to foreigners, - Greek or even barbarians. We liberate slaves chiefly for the purpose of making out of them as many citizens as possible; we give our allies a share in the government that our numbers may increase: yet you, Romans of the original stock, including Quintii, Valerii, Iulli, are eager that your families and names at once shall perish with you''.
56,7,5-8,1: οὐ γάρ που καὶ ἐκ τῆς γῆς προσδοκᾶτέ τινας ἀναφύσεσθαι τοὺς διαδεξομένους τά τε ὑμέτερα καὶ τὰ δημόσια, ὥσπερ οἱ μῦθοι λέγουσιν. οὐ μὴν οὐδ᾿ ὅσιον ἢ καὶ καλῶς ἔχον ἐστὶ τὸ μὲν ἡμέτερον γένος παύσασθαι καὶ τὸ ὄνομα τὸ Ῥωμαίων ἐν ἡμῖν ἀποσβῆναι, ἄλλοις δέ τισιν ἀνθρώποις Ἕλλησιν ἢ καὶ βαρβάροις τὴν πόλιν ἐκδοθῆναι. ἢ τοὺς μὲν δούλους δι᾿ αὐτὸ τοῦτο μάλιστα ἐλευθεροῦμεν, ὅπως ὡς πλείστους ἐξ αὐτῶν πολίτας ποιώμεθα, τοῖς τε συμμάχοις τῆς πολιτείας μεταδίδομεν ὅπως πληθύωμεν· αὐτοὶ δ᾿ ὑμεῖς οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς Ῥωμαῖοι, οἱ τοὺς προγόνους ἐκείνους τοὺς Μαρκίους, τοὺς Φαβίους, τοὺς Κυιντίους, τοὺς Οὐαλερίους τοὺς Ἰουλίους καταλέγοντες, ἐπιθυμεῖτε μεθ᾿ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τὰ γένη ἅμα καὶ τὰ ὀνόματα ἀπολέσαι; ἀλλ᾿ ἔγωγε αἰσχύνομαι καὶ ὅτι τοιοῦτον εἰπεῖν προήχθην. παύσασθε οὖν μαινόμενοι, καὶ λογίσασθε ἤδη ποτὲ ὅτι ἀδύνατόν ἐστι, πολλῶν μὲν ἐν ταῖς νόσοις πολλῶν δὲ καὶ ἐν τοῖς πολέμοις ἑκάστοτε τελευτώντων, σωθῆναι τὴν πόλιν, ἂν μὴ τὸ πλῆθος αὐτῆς ἐκ τῶν ἀεὶ ἐπιγιγνομένων ἀναπληρῶται.
Αυτά είναι τα κομματίδια, τα παραρτήματα, το πολιτικό προσωπικό και οι εξαρτημένες «ηγεσίες» που αρμόζουν σε κράτη-πελάτες (client/vassal states) που μετατρέπονται σε κράτη-μαριονέτες (puppet-state) και -νομοτελειακά- καταλήγουν έρμαια εκβιασμών και χειραγωγήσεων, μεταμοντέρνα εδαφικά νεο-αποικιακά σουρωτήρια, μετακυρίαρχες χωματερές και ημι-κρατικούς δρώντες κ.λπ (τα έχω γράψει εδώ και καιρό). Σε τέτοιο έσχατο σημείο κατάπτωσης και ξεφτίλας καταλήγεις όταν δεν ελέγχεις στοιχειωδώς την πορεία της χώρας σου (και βασίζεσαι σε «εταίρους»).
II
Οι ρυθμοί γονιμότητας (fertility rate), δηλαδή παιδιά ανά γυναίκα, στην Ελλάδα από το 1961 μέχρι το 2011. Τα στοιχεία είναι από τη Eurostat.1960 - 2.23
1961 - 2.13
1962 - 2.16
1963 - 2.14
1964 - 2.24
1965 - 2.25
1966 - 2.32
1967 - 2.45
1968 - 2.42
1969 - 2.36
1970 - 2.40
1971 - 2.32
1972 - 2.32
1973 - 2.27
1974 - 2.38
1975 - 2.33
1976 - 2.35
1977 - 2.27
1978 - 2.28
1979 - 2.26
1980 - 2.23
1981 - 2.09
Πρώτη φορά κάτω από το 2.10 (ανανέωση πληθυσμού). Sub-replacement fertility αλλά εντός των «ορίων ασφαλείας».
1982 - 2.03
1983 - 1.94
1984 - 1.83
1985 - 1.67
1986 - 1.60
1987 - 1.50
1988 - 1.50
1989 - 1.40
1990 - 1.40
1991 - 1.38
1992 - 1.39
1993 - 1.34
1994 - 1.35
1995 - 1.31
1996 - 1.28
Πρώτη φορά κάτω από το 1.30, το οποίο θεωρείται «πάτος». Δεν γνωρίζουμε, εμπειρικά, καμία κοινωνία που να έφτασε σε τόσο χαμηλά επίπεδα ρυθμών γονιμότητας και να ανέκαμψε. Ναι μεν μπορεί να αυξηθεί λίγο (π.χ. από 1.3 σε 1.6) αλλά δεν γνωρίζουμε καμία περίπτωση που να άγγιξε «πάτο» και να επέστρεψε στο 2.10 (replacement fertility).
1997 - 1.28
1998 - 1.26
1999 - 1.24
Μικρότερος ρυθμός γονιμότητας ιστορικά. Το 1999, λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί ως η επίσημη δημογραφική ταφόπλακα της Ελλάδας (τουλάχιστον έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε).
2000 - 1.27
2001 - 1.25
2002 - 1.27
2003 - 1.28
2004 - 1.30
2005 - 1.32
2006 - 1.38
2007 - 1.38
2008 - 1.47
2009 - 1.49
2010 - 1.47
2011 - 1.40
-----
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τα έτη 2012-2015 από τη Eurostat. Τα στοιχεία από index mundi αποτυπώνουν μικρότερους ρυθμούς γονιμότητας μεταξύ 2006 και 2011 (από 1.34 έως 1.38) και για τα επόμενα έτη δίνουν τα εξής νούμερα: 2011 - 1.38, 2012 - 1.39, 2013 - 1.40, 2014 - 1.41.Όταν στην Ελλάδα, το 1960, αντιστοιχούσαν περίπου 2.2 παιδιά ανά γυναίκα, στις Η.Π.Α αντιστοιχούσαν περίπου 3.5 παιδιά ανά γυναίκα (αυτό το στοιχείο έχει ενδιαφέρον προς εξέταση των κυρίαρχων ιδεολογικών και οικονομικών δογμάτων και ερμηνειών). Η δημογραφία θεωρείται μια από τις πλέον «σκληρές» κοινωνικές επιστήμες, την οποία -και αυτήν όπως όλες τις υπόλοιπες- προσπαθούν να αλώσουν οι οικονομιστές, κατά την κυρίαρχη τάση-μόδα οικονομικοποίησης της κοινωνικής θεωρίας στο σύνολο της.
Η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πέντε-δέκα πιο γερασμένες κοινωνίες στον πλανήτη με μέση ηλικία-median age τα 43,8 έτη (το 1960 η μέση ηλικία ήταν 29,1 έτη).
III
Η Ρώμη παραμονεύει: ''We liberate slaves chiefly for the purpose of making out of them as many citizens as possible; we give our allies a share in the government that our numbers may increase: yet you, Romans of the original stock, including Quintii, Valerii, Iulli, are eager that your families and names at once shall perish with you''.
Dio Cassius, Dio's Rome, Book 56, Boissevain [-7-]
Ολοκληρωμένη η πρόταση: ''It is neither pleasing to Heaven nor creditable that our race should cease and the name of Romans meet extinguishment in us, and the city be given up to foreigners, - Greek or even barbarians. We liberate slaves chiefly for the purpose of making out of them as many citizens as possible; we give our allies a share in the government that our numbers may increase: yet you, Romans of the original stock, including Quintii, Valerii, Iulli, are eager that your families and names at once shall perish with you''.
Δίων Κάσσιος. Ρωμαίος ιστορικός που έγραψε στα ελληνικά την ιστορία της Ρώμης
56,7,5-8,1: οὐ γάρ που καὶ ἐκ τῆς γῆς προσδοκᾶτέ τινας ἀναφύσεσθαι τοὺς διαδεξομένους τά τε ὑμέτερα καὶ τὰ δημόσια, ὥσπερ οἱ μῦθοι λέγουσιν. οὐ μὴν οὐδ᾿ ὅσιον ἢ καὶ καλῶς ἔχον ἐστὶ τὸ μὲν ἡμέτερον γένος παύσασθαι καὶ τὸ ὄνομα τὸ Ῥωμαίων ἐν ἡμῖν ἀποσβῆναι, ἄλλοις δέ τισιν ἀνθρώποις Ἕλλησιν ἢ καὶ βαρβάροις τὴν πόλιν ἐκδοθῆναι. ἢ τοὺς μὲν δούλους δι᾿ αὐτὸ τοῦτο μάλιστα ἐλευθεροῦμεν, ὅπως ὡς πλείστους ἐξ αὐτῶν πολίτας ποιώμεθα, τοῖς τε συμμάχοις τῆς πολιτείας μεταδίδομεν ὅπως πληθύωμεν· αὐτοὶ δ᾿ ὑμεῖς οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς Ῥωμαῖοι, οἱ τοὺς προγόνους ἐκείνους τοὺς Μαρκίους, τοὺς Φαβίους, τοὺς Κυιντίους, τοὺς Οὐαλερίους τοὺς Ἰουλίους καταλέγοντες, ἐπιθυμεῖτε μεθ᾿ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τὰ γένη ἅμα καὶ τὰ ὀνόματα ἀπολέσαι; ἀλλ᾿ ἔγωγε αἰσχύνομαι καὶ ὅτι τοιοῦτον εἰπεῖν προήχθην. παύσασθε οὖν μαινόμενοι, καὶ λογίσασθε ἤδη ποτὲ ὅτι ἀδύνατόν ἐστι, πολλῶν μὲν ἐν ταῖς νόσοις πολλῶν δὲ καὶ ἐν τοῖς πολέμοις ἑκάστοτε τελευτώντων, σωθῆναι τὴν πόλιν, ἂν μὴ τὸ πλῆθος αὐτῆς ἐκ τῶν ἀεὶ ἐπιγιγνομένων ἀναπληρῶται.
-----
Κατάληξη. Το δυτικόμεσογειακό λατινογενές τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρευσε. Το ανατολικόμεσογειακό ελληνογενές τμήμα, εγκαινιάζοντας μια χριστιανική -ορθόδοξη- περίοδο (διαφορετική οικογενειακή δομή), συνέχισε την ιστορική του πορεία για περίπου μια χιλιετία.
I
Μια πρώτη σύντομη αναφορά
περί μεταναστευτικού-προσφυγικού για το 2016
Μια πρώτη σύντομη αναφορά
περί μεταναστευτικού-προσφυγικού για το 2016
Πριν από αρκετό καιρό έγραφα για την«εισροή ενός άναρχου πεδίου σε ένα ιεραρχικό πεδίο και την μεταβολή του τελευταίου σε πεδίο αναρχίας. Αυτό μπορούμε να παρατηρήσουμε στη Λιβύη, τη Συρία και το Ιράκ αυτή την περίοδο με την μεταβολή τους -με ακραίο τρόπο- από χώρες σε χώρους, από κράτη σε εδαφικές περιοχές». Έγραφα επίσης πως«από το 2007 και ύστερα, στην Ελλάδα σταδιακά... αρχίζει η αποσύνθεση και ο κατακερματισμός της όποιας κυριαρχίας διαθέτει, των λειτουργιών και του ρόλου του κράτους, το ιεραρχικό πλαίσιο μεταβάλλεται σε άναρχο και σταδιακά μπορεί να οδηγηθούμε στην μεταβολή μιας χώρας σε χώρο ή σε καθαρό σύστημα αυτοβοήθειας (καληνύχτα ζωή) κ.λπ. Ένα καταρρέον κράτος είναι μια χώρα που μεταβάλλεται σε χώρο ή σε χωματερή της ''παγκοσμιοποίησης''».
Τα προηγούμενα πλέον δεν παρατηρούνται μονάχα στην Ελλάδα αλλά και στο εσωτερικό της Ε.Ε. Το φαινόμενο που παρατηρείται με το ύψωμα των φραχτών και τις αυτόνομες αποφάσεις κρατών (Σουηδία, Δανία, Αυστρία, Ουγγαρία κ.λπ) φανερώνει την σταδιακή μεταβολή του ιεραρχικού πεδίου σε άναρχο. Δηλαδή το εσωτερικό της Ε.Ε αποκτά χαρακτηριστικά διεθνούς περιβάλλοντος (η επιδίωξη της Ε.Ε ήταν/είναι να εγκαθιδρυθεί ένα ευρωπαϊκό ιεραρχικό σύστημα -δηλαδή να μετατραπεί το ευρωπαϊκό πεδίο από άναρχο που ήταν σε ιεραρχικό- και να εξομοιωθούν οι διεθνείς/κρατικές σχέσεις σε μια κατάσταση ευρωπαϊκής εσωτερικής πολιτικής). Εάν συνεχιστεί αυτή η πορεία το εσωτερικό της Ε.Ε ή το «ευρωπαϊκό σύστημα» θα μεταβληθεί σε κανονικότατο σύστημα αυτοβοήθειας (όποιος κατάλαβε, κατάλαβε).
Γι'αυτό ορισμένους φανατικούς, ανορθολογικούς και μισαλλόδοξους «ευρωπαϊστές» που δεν τους ενδιαφέρουν όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, κανονικά, έπρεπε να τους απασχολούν. Τώρα που η Ε.Ε αποκτά παρεμφερή χαρακτηριστικά ανησύχησαν όλοι οι υποκριτές (αυτό προϋποθέτει πως στην σκέψη τους η Ελλάδα ήταν ή/και παραμένει αναλώσιμη).
Τα προηγούμενα αποτελούν αδιαμφισβήτητα σημάδια μιας πρώιμης μορφής αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα προηγούμενα πλέον δεν παρατηρούνται μονάχα στην Ελλάδα αλλά και στο εσωτερικό της Ε.Ε. Το φαινόμενο που παρατηρείται με το ύψωμα των φραχτών και τις αυτόνομες αποφάσεις κρατών (Σουηδία, Δανία, Αυστρία, Ουγγαρία κ.λπ) φανερώνει την σταδιακή μεταβολή του ιεραρχικού πεδίου σε άναρχο. Δηλαδή το εσωτερικό της Ε.Ε αποκτά χαρακτηριστικά διεθνούς περιβάλλοντος (η επιδίωξη της Ε.Ε ήταν/είναι να εγκαθιδρυθεί ένα ευρωπαϊκό ιεραρχικό σύστημα -δηλαδή να μετατραπεί το ευρωπαϊκό πεδίο από άναρχο που ήταν σε ιεραρχικό- και να εξομοιωθούν οι διεθνείς/κρατικές σχέσεις σε μια κατάσταση ευρωπαϊκής εσωτερικής πολιτικής). Εάν συνεχιστεί αυτή η πορεία το εσωτερικό της Ε.Ε ή το «ευρωπαϊκό σύστημα» θα μεταβληθεί σε κανονικότατο σύστημα αυτοβοήθειας (όποιος κατάλαβε, κατάλαβε).
Γι'αυτό ορισμένους φανατικούς, ανορθολογικούς και μισαλλόδοξους «ευρωπαϊστές» που δεν τους ενδιαφέρουν όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, κανονικά, έπρεπε να τους απασχολούν. Τώρα που η Ε.Ε αποκτά παρεμφερή χαρακτηριστικά ανησύχησαν όλοι οι υποκριτές (αυτό προϋποθέτει πως στην σκέψη τους η Ελλάδα ήταν ή/και παραμένει αναλώσιμη).
Τα προηγούμενα αποτελούν αδιαμφισβήτητα σημάδια μιας πρώιμης μορφής αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
-----
Αυτή την περίοδο, με μόλις 60€ μπορείς να βγάλεις κανονικό εισιτήριο από το Μαρόκο και την Αλγερία για την Κωνσταντινούπολη. Κάθε μέρα φτάνουν περίπου 1600 άτομα στα ελληνικά νησιά (ενώ τις τελευταίες είκοσι μέρες έχουν επιστρέψει στην Τουρκία μόλις 130 άτομα). Οι ροές είναι απείρως αυξημένες σε σχέση με πέρυσι τον Ιανουάριο.
II
Απόσπασμα από βιβλίο
για την μετανάστευση στον 21ο αιώνα και σχολιασμός
Απόσπασμα από βιβλίο
για την μετανάστευση στον 21ο αιώνα και σχολιασμός
''Η διεθνής μετανάστευση, όπως και το εμπόριο, είναι ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής φιλελεύθερης τάξης. Αλλά, καθώς τα κράτη και οι κοινωνίες γίνονται πιο φιλελεύθερες και πιο ανοιχτές, η μετανάστευση αυξάνεται. Θα είναι αυτή η αύξηση -της μετανάστευσης- ένας ενάρετος ή ένας φαύλος κύκλος; Θα είναι αποσταθεροποιητική, οδηγώντας το διεθνές σύστημα σε μεγαλύτερη αναρχία, αταξία και πόλεμο, ή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανοικτότητα, πλούτο και ανθρώπινη ανάπτυξη;'' (*)
Με βάση τα αποσταθεροποιητικά φαινόμενα που παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνον, αλλά ας μείνουμε στην Ε.Ε), οδηγούμαστε σε μεγαλύτερη αναρχία και αταξία.
-----
Τα φαινόμενα που παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ε.Ε, αποτελούν συμπτώματα της σταδιακής αποσύνθεσης της μεταπολεμικής φιλελεύθερης ευρωπαϊκής τάξης. Δηλαδή, αποτελούν την τοπική-περιφερειακή έκφραση της αποσύνθεσης της μεταπολεμικής φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης.
III
Επαναφορά παλαιότερουσχολιασμού
Επαναφορά παλαιότερουσχολιασμού
Εν συντομία. Το επίδικο -για ορισμένους- ήταν η ενσωμάτωση «του Ισλάμ» στην «ευρωπαϊκή» παραγωγή -καθώς το πρώτο αποτελεί βασικό παράγοντα υπάρξεως της δεύτερης- όχι μονάχα ως «ενέργεια» (πετρέλαια κυρίως) και «εργασία» («φτηνά εργατικά χέρια») αλλά και ως «παιδιά και γεννήσεις» (υπογεννητικότητα και δημογραφία) προκειμένου να συνεχίσει ακάθεκτη η περίφημη «ανάπτυξη» κατά την εποχή της «παγκοσμιοποιήσεως».
Βέβαια όλα τα προηγούμενα δεν τα ήθελε «η Ευρώπη», έτσι γενικά και αόριστα, αλλά τα είχε ανάγκη το «φιλελεύθερο» κράτος της «αναπτύξεως», προκειμένου να συνεχίσει να υφίσταται και να υπερβεί το λεγόμενο «φιλελεύθερο παράδοξο» στο οποίο βρίσκονται παγιδευμένα τα -«φιλελεύθερα αναπτυξιακά»- κράτη. Εξ ου και αποτέλεσε απαραίτητη συνθήκη ο λεγόμενος μουλτικουλτουραλισμός («πολυπολιτισμός»), ο οποίος βρίσκεται σε υποχώρηση.
Στην πορεία, βέβαια, εδημιουργήθησαν ορισμένα «προβλήματα» καθώς οι άνθρωποι δεν είναι απλά «συντελεστές» (π.χ. εργασία) αλλά κουβαλούν μαζί τους ιδέες, νοοτροπίες, ηθικές στάσεις και διάφορα άλλα περίεργα και περιττά -για «την παραγωγή»- πράγματα. Εξ ου και αποτελεί απαραίτητη συνθήκη ο «εξευρωπαϊσμός» τους προκειμένου να προσανατολισθούν αποκλειστικά στην «παραγωγή».
Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Κάπως έτσι θέλησαν ορισμένοι τα πράγματα. Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώς.
Βέβαια όλα τα προηγούμενα δεν τα ήθελε «η Ευρώπη», έτσι γενικά και αόριστα, αλλά τα είχε ανάγκη το «φιλελεύθερο» κράτος της «αναπτύξεως», προκειμένου να συνεχίσει να υφίσταται και να υπερβεί το λεγόμενο «φιλελεύθερο παράδοξο» στο οποίο βρίσκονται παγιδευμένα τα -«φιλελεύθερα αναπτυξιακά»- κράτη. Εξ ου και αποτέλεσε απαραίτητη συνθήκη ο λεγόμενος μουλτικουλτουραλισμός («πολυπολιτισμός»), ο οποίος βρίσκεται σε υποχώρηση.
Στην πορεία, βέβαια, εδημιουργήθησαν ορισμένα «προβλήματα» καθώς οι άνθρωποι δεν είναι απλά «συντελεστές» (π.χ. εργασία) αλλά κουβαλούν μαζί τους ιδέες, νοοτροπίες, ηθικές στάσεις και διάφορα άλλα περίεργα και περιττά -για «την παραγωγή»- πράγματα. Εξ ου και αποτελεί απαραίτητη συνθήκη ο «εξευρωπαϊσμός» τους προκειμένου να προσανατολισθούν αποκλειστικά στην «παραγωγή».
Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Κάπως έτσι θέλησαν ορισμένοι τα πράγματα. Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώς.
IV
Όσες και όσοι έχουν ξεχάσει πως ήταν τα πράγματα προ του 2008 (και συνήθισαν την μετά 2008 εποχή), ας προσπαθήσουν τουλάχιστον να συγκρατήσουν την σημερινή εικόνα στο μυαλό τους, αυτή των αρχών του 2016. Η εντύπωση μου είναι πως μέχρι τις αρχές του 2020, η πολιτική κατάσταση στα εδάφη της -σημερινής- Ε.Εθα είναι αγνώριστη.
-----
Θα προσπαθούν άνθρωποι να θυμηθούν πως ήταν τα πράγματα το 2016 και δεν θα μπορούν.| 0 | 0 |
Μελετώντας το ζήτημα της δημογραφικής παρακμής και της υπογεννητικότητας, το οποίο θίγει ο Πολύβιος στις Ιστορίες του, διαπιστώνει κανείς πως η σκέψη του σύγχρονου «δυτικού» ανθρώπου είναι σαφώς πιο μαγική από την σκέψη του Πολύβιου.
Ο Πολύβιος παρατηρεί πως κυριαρχούσε αρνησιπαιδία και ολιγανθρωπία παρόλο που δεν συνέβαιναν πόλεμοι ή επιδημίες. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει πως είχε επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό η αλαζονεία, η επιδειξιμανία, ο εγωισμός, η ραθυμία και η φιλαργυρία που οι άνθρωποι δεν επιθυμούσαν να παντρευτούν, ή, εάν παντρεύονταν έκαναν το πολύ ένα ή δύο παιδιά [σημ. Προφανώς θα πρέπει να είχαν φτάσει στα ίδια επίπεδα «αναπτύξεως» με την σημερινή Σιγκαπούρη ή/και την Γερμανία, εάν πάρουμε στα σοβαρά τους οικονομολόγους μας] και γι'αυτούς τους λόγους το κακό συνεχώς μεγάλωνε.
Ούτε οι προφήτες ούτε η μαγεία, γράφει χαρακτηριστικά ο Πολύβιος, μπορούσαν να προσφέρουν λύση σε αυτή την κατάσταση. Σε αντίθεση με τον Πολύβιο, ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος της σημερινής «Δύσεως» πιστεύει στους προφήτες και στη μαγεία και αρέσκεται να ζει εντός του -τεχνολογικού μεσσιανικού- μύθου. Η μαγική σκέψη και η μεταφυσική ερμηνευτική της αρνησιπαιδίας ή/και της ολιγοπαιδίας είναι διάχυτη στις μέρες μας, αναμεμειγμένη με «αναπτυξιακά» δόγματα μιας θεολογίας μετά εξισώσεων («οικονομία»).
Η μελέτη του αρχαίου κόσμου πάντα συμβάλλει στο να αποφεύγεται η παθητική κατανάλωση σύγχρονων μυθολογημάτων του συρμού τα οποία είναι πασπαλισμένα με διάφορους «επιστημονισμούς». Όλη η μεταφυσική στις μέρες μας ενσωματώνεται στις «επιστήμες» (η «επιστήμη» ως ιδεολογία και σύγχρονη μαγεία). Και κυρίως στις «κοινωνικές επιστήμες».
- Ευτυχώς που ο Πολύβιος ήταν διαφορετικής ποιότητας «δυτικός». Ή μήπως τελικά ο Πολύβιος δεν ήταν «δυτικός»; Δηλαδή μεταφιλελεύθερος μεταφυσικός λάτρης της ''Προόδου''και του ''Τέλους της Ιστορίας''και post-humanist/μετα-ανθρωπιστής με ολίγον από τεχνολογικό μεσσιανισμό, μεταμοντερνισμό -υποβόσκον μαλθουσιανισμό- και ευρωκεντρισμό.
Ο Πολύβιος παρατηρεί πως κυριαρχούσε αρνησιπαιδία και ολιγανθρωπία παρόλο που δεν συνέβαιναν πόλεμοι ή επιδημίες. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει πως είχε επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό η αλαζονεία, η επιδειξιμανία, ο εγωισμός, η ραθυμία και η φιλαργυρία που οι άνθρωποι δεν επιθυμούσαν να παντρευτούν, ή, εάν παντρεύονταν έκαναν το πολύ ένα ή δύο παιδιά [σημ. Προφανώς θα πρέπει να είχαν φτάσει στα ίδια επίπεδα «αναπτύξεως» με την σημερινή Σιγκαπούρη ή/και την Γερμανία, εάν πάρουμε στα σοβαρά τους οικονομολόγους μας] και γι'αυτούς τους λόγους το κακό συνεχώς μεγάλωνε.
Ούτε οι προφήτες ούτε η μαγεία, γράφει χαρακτηριστικά ο Πολύβιος, μπορούσαν να προσφέρουν λύση σε αυτή την κατάσταση. Σε αντίθεση με τον Πολύβιο, ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος της σημερινής «Δύσεως» πιστεύει στους προφήτες και στη μαγεία και αρέσκεται να ζει εντός του -τεχνολογικού μεσσιανικού- μύθου. Η μαγική σκέψη και η μεταφυσική ερμηνευτική της αρνησιπαιδίας ή/και της ολιγοπαιδίας είναι διάχυτη στις μέρες μας, αναμεμειγμένη με «αναπτυξιακά» δόγματα μιας θεολογίας μετά εξισώσεων («οικονομία»).
Η μελέτη του αρχαίου κόσμου πάντα συμβάλλει στο να αποφεύγεται η παθητική κατανάλωση σύγχρονων μυθολογημάτων του συρμού τα οποία είναι πασπαλισμένα με διάφορους «επιστημονισμούς». Όλη η μεταφυσική στις μέρες μας ενσωματώνεται στις «επιστήμες» (η «επιστήμη» ως ιδεολογία και σύγχρονη μαγεία). Και κυρίως στις «κοινωνικές επιστήμες».
-----
- Δεν αναφέρομαι στο ζήτημα της αστικοποιήσης και της μετάβασης από την ύπαιθρο και την επαρχία στο άστυ. Σήμερα, περίπου το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αστικά κέντρα. Το 1960 το ποσοστό αστικοποίησης σε παγκόσμια κλίμακα κυμαινόταν περίπου στο 34%.- Ευτυχώς που ο Πολύβιος ήταν διαφορετικής ποιότητας «δυτικός». Ή μήπως τελικά ο Πολύβιος δεν ήταν «δυτικός»; Δηλαδή μεταφιλελεύθερος μεταφυσικός λάτρης της ''Προόδου''και του ''Τέλους της Ιστορίας''και post-humanist/μετα-ανθρωπιστής με ολίγον από τεχνολογικό μεσσιανισμό, μεταμοντερνισμό -υποβόσκον μαλθουσιανισμό- και ευρωκεντρισμό.
.~`~.
I
Μόλις προχθέςέγραφα πως: ''Τα φαινόμενα που παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ε.Ε, αποτελούν συμπτώματα της σταδιακής αποσύνθεσης της μεταπολεμικής φιλελεύθερης ευρωπαϊκής τάξης. Δηλαδή, αποτελούν την τοπική-περιφερειακή έκφραση της αποσύνθεσης της μεταπολεμικής φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης'', και σήμερα διαβάζω στο τελευταίο άρθρο του Joschka Fischer (project syndicate): ''Will the decline of Pax Americana, which has served for seven decades as a guarantor of Europe’s internal liberal order, unavoidably lead to crisis, if not conflict?''.
Η απάντηση είναι δεν είναι δύσκολη: ''Με βάση τα αποσταθεροποιητικά φαινόμενα που παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνον, αλλά ας μείνουμε στην Ε.Ε), οδηγούμαστε σε μεγαλύτερη αναρχία και αταξία''.
Ολοκληρώνει την παρέμβαση του ο Γερμανός πολιτικός γράφοντας: ''The bleak prospect of European suicide is no longer unthinkable. What will happen if German Chancellor Angela Merkel is brought down by her refugee policy, if the United Kingdom leaves the European Union, or if the French populist Marine Le Pen captures the presidency? A plunge into the abyss is the most dangerous outcome imaginable, if not the likeliest. Suicide, of course, can be prevented. But those who are happily chiseling away at Merkel’s position, the UK’s European identity, and France’s Enlightenment values threaten to undermine the ledge on which we’re all standing''.
Εκείνο που δεν γράφει ο Joschka Fischer είναι πως οι ''those who are happily chiseling away''δεν αποτελούν παρά το σύμπτωμα. Και όπως είναι της μόδας, φυσικά, συνεχίζουμε να ασχολούμαστε αποκλειστικά και μόνον με -και να καταπολεμούμε- τα συμπτώματα. Όταν ακόμα και γνωστοί πολιτικοί σκέφτονται κατά αυτόν τον τρόπο, τότε δεν μπορείς παρά -με μια δόση ανησυχίας και απαισιοδοξίας- να σκεφτείς: αλίμονο στους πολίτες (που έχουν τέτοιους πολιτικούς).
Τι είναι αυτό που οδήγησε στο σημείο, η Μέρκελ να κινδυνεύει «να πέσει», το Ηνωμένο Βασίλειο να υπάρχει περίπτωση να αποχωρήσει από την Ε.Ε και η Λε Πεν να διεκδικεί την Προεδρία της Γαλλίας; Τα προηγούμενα παραδείγματα, που αναφέρει ο Joschka Fischer, αποτελούν συμπτώματα, όχι αίτια. Όλες και όλοι επικρίνουν, καταπολεμούν ή/και ενοχοποιούν τα συμπτώματα (και επαναλαμβάνουν συνεχώς ευχολόγια προκειμένου τα τελευταία να εξαφανιστούν).
Επόμενο παράδειγμα συμπτωματολογίας (μιας και το συγκεκριμένο απασχολεί αρκετά την επικαιρότητα). Πολλοί επικρίνουν και απορρίπτουν μετά βδελυγμίας την άνοδο -έστω ως κλίμα και ατμόσφαιρα- των Τράμπ και Σάντερς στις Η.Π.Α (η άνοδος των οποίων σαφώς και αποτελεί ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο). Ομοίως, επικρίνουν και καταπολεμούν το σύμπτωμα. Δεν μας εξηγούν όμως το γιατί - προς τι. Φωνασκούν για την άνοδο του «λαϊκισμού» αλλά δεν μας εξηγούν γιατί -και πως- προέκυψε αυτός. Είναι οι λαϊκιστές που φταίνε για την άνοδο του λαϊκισμού... λένε.
Καληνύχτα, και καλή τύχη.
Η αμερικανοκεντρική παγκόσμια τάξη δεν υπάρχει πια.
Βέβαια είναι κατανοητό οι άνθρωποι να αναζητούν ένα αποκούμπι, ένα καταφύγιο ή μια σταθερά και οι συνήθειες ή/και οι φαντασιώσεις εκείνης της περιόδου να παραμένουν, αλλά δεν αποτελούν παρά ακριβώς αυτό: Συνήθειες και φαντασιώσεις. Όπως έγραφε και ο Ποιητής μας:
Η απάντηση είναι δεν είναι δύσκολη: ''Με βάση τα αποσταθεροποιητικά φαινόμενα που παρατηρούμε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνον, αλλά ας μείνουμε στην Ε.Ε), οδηγούμαστε σε μεγαλύτερη αναρχία και αταξία''.
Ολοκληρώνει την παρέμβαση του ο Γερμανός πολιτικός γράφοντας: ''The bleak prospect of European suicide is no longer unthinkable. What will happen if German Chancellor Angela Merkel is brought down by her refugee policy, if the United Kingdom leaves the European Union, or if the French populist Marine Le Pen captures the presidency? A plunge into the abyss is the most dangerous outcome imaginable, if not the likeliest. Suicide, of course, can be prevented. But those who are happily chiseling away at Merkel’s position, the UK’s European identity, and France’s Enlightenment values threaten to undermine the ledge on which we’re all standing''.
Εκείνο που δεν γράφει ο Joschka Fischer είναι πως οι ''those who are happily chiseling away''δεν αποτελούν παρά το σύμπτωμα. Και όπως είναι της μόδας, φυσικά, συνεχίζουμε να ασχολούμαστε αποκλειστικά και μόνον με -και να καταπολεμούμε- τα συμπτώματα. Όταν ακόμα και γνωστοί πολιτικοί σκέφτονται κατά αυτόν τον τρόπο, τότε δεν μπορείς παρά -με μια δόση ανησυχίας και απαισιοδοξίας- να σκεφτείς: αλίμονο στους πολίτες (που έχουν τέτοιους πολιτικούς).
-----
Κατά τα άλλα το άρθρο δεν προσφέρει κάτι καινούργιο. Κοινοτοπίες συμπυκνώνει και επαναλαμβάνει.
II
Πολιτικής συμπτωματολογίας συνέχεια.Τι είναι αυτό που οδήγησε στο σημείο, η Μέρκελ να κινδυνεύει «να πέσει», το Ηνωμένο Βασίλειο να υπάρχει περίπτωση να αποχωρήσει από την Ε.Ε και η Λε Πεν να διεκδικεί την Προεδρία της Γαλλίας; Τα προηγούμενα παραδείγματα, που αναφέρει ο Joschka Fischer, αποτελούν συμπτώματα, όχι αίτια. Όλες και όλοι επικρίνουν, καταπολεμούν ή/και ενοχοποιούν τα συμπτώματα (και επαναλαμβάνουν συνεχώς ευχολόγια προκειμένου τα τελευταία να εξαφανιστούν).
Επόμενο παράδειγμα συμπτωματολογίας (μιας και το συγκεκριμένο απασχολεί αρκετά την επικαιρότητα). Πολλοί επικρίνουν και απορρίπτουν μετά βδελυγμίας την άνοδο -έστω ως κλίμα και ατμόσφαιρα- των Τράμπ και Σάντερς στις Η.Π.Α (η άνοδος των οποίων σαφώς και αποτελεί ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο). Ομοίως, επικρίνουν και καταπολεμούν το σύμπτωμα. Δεν μας εξηγούν όμως το γιατί - προς τι. Φωνασκούν για την άνοδο του «λαϊκισμού» αλλά δεν μας εξηγούν γιατί -και πως- προέκυψε αυτός. Είναι οι λαϊκιστές που φταίνε για την άνοδο του λαϊκισμού... λένε.
Καληνύχτα, και καλή τύχη.
III
Μην έχετε και τόση αγωνία πια για τα αποτελέσματα των εσωκομματικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν ζούμε στην δεκαετία του 1990, κατά την οποία τα περισσότερα κόμματα (και κράτη) επηρεάζονταν από το ποιος θα ηγείται των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών (και τα αποτελέσματα λειτουργούσαν ως κατευθυντήριες γραμμές, επηρεάζοντας ακόμα και το περιεχόμενο ή τον γενικότερο προσανατολισμό κομμάτων).Η αμερικανοκεντρική παγκόσμια τάξη δεν υπάρχει πια.
Βέβαια είναι κατανοητό οι άνθρωποι να αναζητούν ένα αποκούμπι, ένα καταφύγιο ή μια σταθερά και οι συνήθειες ή/και οι φαντασιώσεις εκείνης της περιόδου να παραμένουν, αλλά δεν αποτελούν παρά ακριβώς αυτό: Συνήθειες και φαντασιώσεις. Όπως έγραφε και ο Ποιητής μας:
Δυστυχής! Παρηγορία, μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς, περασμένα μεγαλεῖα καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
Η ένταση στην γραφή προκύπτει από το μέγεθος του σοκ που έπαθα με διάφορα που διαβάζω.
Είναι αδιανόητο να υποστηρίζεται πως υπάρχει υπερπληθυσμός στον πλανήτη από την στιγμή που, πρώτον, δεν υπάρχουν μωρά, δεύτερον, πάνω από 70 κοινωνίες συνολικά βρίσκονται κάτω από τα όρια ανανέωσης-αντικατάστασης πληθυσμού (2,10 γεννήσεις ανά γυναίκα, replacement fertility) βιώνοντας συνθήκες δημογραφικής ύφεσης για δεκαετίες, τρίτον, ο μέσος όρος ηλικίας αυξάνεται σε πλανητική κλίμακα (ο πλανήτης γερνάει) και, τέταρτον, οι ρυθμοί γονιμότητας τα τελευταία 50-60 χρόνια μειώνονται (από 5,0 σε περίπου 2,5 παιδιά ανά γυναίκα).
Το πρόβλημα είναι οι κοινωνίες που δεν γεννάνε, όχι οι κοινωνίες που γεννάνε.
Ορισμένες κοινωνίες -κυρίως ευρωπαϊκές- που μέσω ενός μείγματος κοσμικισμού, παραγωγισμού, φιλελευθερισμού και οικονομισμού πυροβόλησαν τα πόδια τους, γέρασαν και έμειναν χωρίς παιδιά (κατασκευάζοντας μάλιστα μια ιδεολογία -μεταϋλιστικής παραμυθίας- που για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία εξιδανίκευσε αυτήν την κατάσταση), θα πρέπει να γνωρίζουν πως οι προσπάθειες να επιβάλουν μαλθουσιανισμό στους υπόλοιπους, θα οδηγήσει πρώτα και κύρια στην δική τους καταστροφή (πράγματι, αυτό συνέβη μέσω της αναβολής του γάμου ή/και της γέννησης του πρώτου παιδιού -αδιάκοπα για τρεις δεκαετίες σημειώνουν άνοδο στους μέσους όρους ηλικίας απόκτησης του πρώτου παιδιού και τους φταίνε οι άλλοι-, τις νέες και ποικίλες μεθόδους αντισύλληψης του «οικογενειακού προγραμματισμού» που συνέβαλλαν προς αυτή την κατεύθυνση, σε σημείο που να προσεγγίζονται οι μαλθουσιανές αντιλήψεις περί ανάγκης πληθυσμιακού ελέγχου. Μάλλον η ευγονική δεν έπαψε να υπάρχει αλλά ενσωματώθηκε αλλού).
Το πρόβλημα δεν είναι οι κοινωνίες που γεννάνε, αλλά οι κοινωνίες που δεν γεννάνε.
Όπως έγραψα πριν λίγο καιρό: ''Κοινωνίες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν και πιστεύουν πως θα τις σώσει «η τεχνολογία και η οικονομία» ή/και «η μετανάστευση», είναι φανερό πως είτε έχουν πέσει θύμα μιας προπαγάνδας που κινείται μεταξύ οικονομισμού, τεχνολογικού μεσσιανισμού και ευσεβών πόθων, είτε έχει κατισχύσει σε αυτές ένα πνεύμα ανορθολογισμού και λαϊκισμού'' (εξιδανικεύουν την αδυναμία τους: σε περίπτωση που δεν έχει γίνει αντιληπτό, προϋποθέτουν ότι θα παρασιτούν επί των παιδιών -και- των κοινωνιών που γεννάνε ή, για να το γράψουμε με δικούς τους όρους, επί των κοινωνιών που «παράγουν» τον σπουδαιότερο ανθρωπινό «πόρο»: τα παιδιά). Αυτές αποτελούν -ψευδοελιτίστικου- φαραωνικού τύπου σκέψεις και είναι δείγματα παρακμής.
Οι χαζοί, ανάμεσα σε οικονομία και παιδιάεπέλεξαν την οικονομία, και τελικά έμειναν χωρίς παιδιά - και θα μείνουν και χωρίς οικονομία.
Ορισμένοι ονειρεύονται την σύνθεση ενός μείγματος κοσμικισμού, μεταφιλελευθερισμού, οικονομισμού και μαλθουσιανισμού σε παγκόσμιο ολοκληρωτικό-φουτουριστικό-ευγονικο-μεταϋλιστικο και μετα-ανθρώπινο «προοδευτικό» (*) σύστημα.
Η ιδεολογία του πλανητικά ηλίθιου που νομίζει ότι είναι ξεχωριστός και έξυπνος.
Κατά βάθος, οι κοσμικιστές -ναυαρχίδα των οποίων αποτελούν οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι»- συνειδητοποίησαν πως ηττώνται (και πως εάν συνεχίσουν με αυτούς τους ρυθμούς θα εξαφανιστούν) και έχουν παρανοήσει.
2. Σε ότι αφορά την Ευρώπη ειδικότερα: Αυξήθηκε ο παγκόσμιος πληθυσμός τον τελευταίο αιώνα; Απίστευτα. Μετεβλήθησαν οι παγκόσμιοι δημογραφικοί συσχετισμοί (και μέσα από αυτό εδώ το ιστολόγιο εγώ είμαι αυτός που έχει τονίσει την σημασία αυτής της μεταβολής). Αλλά αυτή η αλλαγή-αύξηση απλά μας επαναφέρει εκεί που ήμασταν -σε ότι αφορά τις αναλογίες με τις «υπόλοιπες» περιοχές- περίπου τον 17ο αιώνα. Το 1600 η Αφρική αποτελούσε περίπου το 20% και η Ασία το 59% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η Ευρώπηπερίπου το 19%. Το 2012 η Αφρική αποτελούσε το 16% -θα αυξηθεί- και η Ασία το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Ευρώπη να βρίσκεται περίπου στο 10,5% (και να έχει μπει στο παιχνίδι η αμερικανική ήπειρος, η οποία ήταν δημογραφικά ανύπαρκτη παλαιότερα). Η Ευρώπη έχει το πρόβλημα γιατί είναι μεγάλη η δημογραφική της κατάρρευση - και σε μικρότερο βαθμό οι κοσμικοί πληθυσμοί των Η.Π.Α (*). Έχει υποστεί μια δημογραφική ήττα -την οποία προσπαθεί να εκλογικεύσει- ή ορθότερα μια δημογραφική συντριβή της οποίας τώρα αντιλαμβάνεται τις συνέπειες. Από περίπου 28% στις αρχές του 20ου αιώνα (κορύφωση μεταξύ 1910 και 1920), η ευρωπαϊκή ήπειρος έπεσε δημογραφικά περίπου στο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ορισμένοι θα αντιληφθούν πως η περίοδος που αποτελούσαν πάνω από το 1/4 του παγκόσμιου πληθυσμού (περίοδος που όλως τυχαίως κυριάρχησαν σε πλανητική κλίμακα), δηλαδή η περίοδος όπου ένας στους τέσσερις ανθρώπους στον πλανήτη προερχόταν από την Ευρώπη, αποτέλεσε ιστορική εξαίρεση. Ποτέ άλλοτε από το 1000 π.χ μέχρι το 1900 μ.Χ η Ευρώπη δεν προσέγγισε το 30% επί του παγκόσμιου πληθυσμού (η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία -υποτίθεται πως- άγγιξε ή ξεπέρασε το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού και ήταν πολύ λιγότερο «ευρωπαϊκή»).
(*) Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1950 και 2015 αύξησαν τον πληθυσμό τους κατά 164 εκατομμύρια (από 158 έφτασαν τα 322 εκατομμύρια), μέγεθος που αποτελεί την τέταρτη μεγαλύτερη αύξηση σε πλανητική κλίμακα για αυτή την περίοδο, ενώ οι μεγαλύτερες δυνάμεις της σημερινής Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) και οι πέντε μαζί, αύξησαν κατά μόλις 90 εκατομμύρια τον πληθυσμών τους μέσα σε 65 χρόνια (1950-2015). Η.Π.Α και Ευρώπη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το πρόβλημα είναι κυρίως της Ευρώπης, όχι των υπολοίπων.
Είναι αδιανόητο να υποστηρίζεται πως υπάρχει υπερπληθυσμός στον πλανήτη από την στιγμή που, πρώτον, δεν υπάρχουν μωρά, δεύτερον, πάνω από 70 κοινωνίες συνολικά βρίσκονται κάτω από τα όρια ανανέωσης-αντικατάστασης πληθυσμού (2,10 γεννήσεις ανά γυναίκα, replacement fertility) βιώνοντας συνθήκες δημογραφικής ύφεσης για δεκαετίες, τρίτον, ο μέσος όρος ηλικίας αυξάνεται σε πλανητική κλίμακα (ο πλανήτης γερνάει) και, τέταρτον, οι ρυθμοί γονιμότητας τα τελευταία 50-60 χρόνια μειώνονται (από 5,0 σε περίπου 2,5 παιδιά ανά γυναίκα).
Το πρόβλημα είναι οι κοινωνίες που δεν γεννάνε, όχι οι κοινωνίες που γεννάνε.
Ορισμένες κοινωνίες -κυρίως ευρωπαϊκές- που μέσω ενός μείγματος κοσμικισμού, παραγωγισμού, φιλελευθερισμού και οικονομισμού πυροβόλησαν τα πόδια τους, γέρασαν και έμειναν χωρίς παιδιά (κατασκευάζοντας μάλιστα μια ιδεολογία -μεταϋλιστικής παραμυθίας- που για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία εξιδανίκευσε αυτήν την κατάσταση), θα πρέπει να γνωρίζουν πως οι προσπάθειες να επιβάλουν μαλθουσιανισμό στους υπόλοιπους, θα οδηγήσει πρώτα και κύρια στην δική τους καταστροφή (πράγματι, αυτό συνέβη μέσω της αναβολής του γάμου ή/και της γέννησης του πρώτου παιδιού -αδιάκοπα για τρεις δεκαετίες σημειώνουν άνοδο στους μέσους όρους ηλικίας απόκτησης του πρώτου παιδιού και τους φταίνε οι άλλοι-, τις νέες και ποικίλες μεθόδους αντισύλληψης του «οικογενειακού προγραμματισμού» που συνέβαλλαν προς αυτή την κατεύθυνση, σε σημείο που να προσεγγίζονται οι μαλθουσιανές αντιλήψεις περί ανάγκης πληθυσμιακού ελέγχου. Μάλλον η ευγονική δεν έπαψε να υπάρχει αλλά ενσωματώθηκε αλλού).
Το πρόβλημα δεν είναι οι κοινωνίες που γεννάνε, αλλά οι κοινωνίες που δεν γεννάνε.
Όπως έγραψα πριν λίγο καιρό: ''Κοινωνίες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν και πιστεύουν πως θα τις σώσει «η τεχνολογία και η οικονομία» ή/και «η μετανάστευση», είναι φανερό πως είτε έχουν πέσει θύμα μιας προπαγάνδας που κινείται μεταξύ οικονομισμού, τεχνολογικού μεσσιανισμού και ευσεβών πόθων, είτε έχει κατισχύσει σε αυτές ένα πνεύμα ανορθολογισμού και λαϊκισμού'' (εξιδανικεύουν την αδυναμία τους: σε περίπτωση που δεν έχει γίνει αντιληπτό, προϋποθέτουν ότι θα παρασιτούν επί των παιδιών -και- των κοινωνιών που γεννάνε ή, για να το γράψουμε με δικούς τους όρους, επί των κοινωνιών που «παράγουν» τον σπουδαιότερο ανθρωπινό «πόρο»: τα παιδιά). Αυτές αποτελούν -ψευδοελιτίστικου- φαραωνικού τύπου σκέψεις και είναι δείγματα παρακμής.
Οι χαζοί, ανάμεσα σε οικονομία και παιδιάεπέλεξαν την οικονομία, και τελικά έμειναν χωρίς παιδιά - και θα μείνουν και χωρίς οικονομία.
Ορισμένοι ονειρεύονται την σύνθεση ενός μείγματος κοσμικισμού, μεταφιλελευθερισμού, οικονομισμού και μαλθουσιανισμού σε παγκόσμιο ολοκληρωτικό-φουτουριστικό-ευγονικο-μεταϋλιστικο και μετα-ανθρώπινο «προοδευτικό» (*) σύστημα.
Η ιδεολογία του πλανητικά ηλίθιου που νομίζει ότι είναι ξεχωριστός και έξυπνος.
Κατά βάθος, οι κοσμικιστές -ναυαρχίδα των οποίων αποτελούν οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι»- συνειδητοποίησαν πως ηττώνται (και πως εάν συνεχίσουν με αυτούς τους ρυθμούς θα εξαφανιστούν) και έχουν παρανοήσει.
-----
(*) Και όμως αυτό το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί «προοδευτικό». Μια από τις τέσσερις ιδεολογίες της Προόδου, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ο «επιστημονικός ρατσισμός» (Barry Buzan, George Lawson), ο οποίος έχει μια οργανική και βαθύτερη σύνδεση με τις περί Προόδου αντιλήψεις (συνδυαζόμενος δε με μαλθουσιανές θεωρίες δυναμοποιείται). Κανονικά προοδευτικοί πρέπει να ονομάζονται οι οπαδοί των ιδεολογιών της Προόδου (φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, εθνικισμός και «επιστημονικός ρατσισμός»).
Σημ.
1. Ο Αλ Γκορ είχε συνδέσει την κλιματική αλλαγή με τον υπερπληθυσμό και είχε μιλήσει για ανθρώπινο ολοκαύτωμα.2. Σε ότι αφορά την Ευρώπη ειδικότερα: Αυξήθηκε ο παγκόσμιος πληθυσμός τον τελευταίο αιώνα; Απίστευτα. Μετεβλήθησαν οι παγκόσμιοι δημογραφικοί συσχετισμοί (και μέσα από αυτό εδώ το ιστολόγιο εγώ είμαι αυτός που έχει τονίσει την σημασία αυτής της μεταβολής). Αλλά αυτή η αλλαγή-αύξηση απλά μας επαναφέρει εκεί που ήμασταν -σε ότι αφορά τις αναλογίες με τις «υπόλοιπες» περιοχές- περίπου τον 17ο αιώνα. Το 1600 η Αφρική αποτελούσε περίπου το 20% και η Ασία το 59% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η Ευρώπηπερίπου το 19%. Το 2012 η Αφρική αποτελούσε το 16% -θα αυξηθεί- και η Ασία το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Ευρώπη να βρίσκεται περίπου στο 10,5% (και να έχει μπει στο παιχνίδι η αμερικανική ήπειρος, η οποία ήταν δημογραφικά ανύπαρκτη παλαιότερα). Η Ευρώπη έχει το πρόβλημα γιατί είναι μεγάλη η δημογραφική της κατάρρευση - και σε μικρότερο βαθμό οι κοσμικοί πληθυσμοί των Η.Π.Α (*). Έχει υποστεί μια δημογραφική ήττα -την οποία προσπαθεί να εκλογικεύσει- ή ορθότερα μια δημογραφική συντριβή της οποίας τώρα αντιλαμβάνεται τις συνέπειες. Από περίπου 28% στις αρχές του 20ου αιώνα (κορύφωση μεταξύ 1910 και 1920), η ευρωπαϊκή ήπειρος έπεσε δημογραφικά περίπου στο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ορισμένοι θα αντιληφθούν πως η περίοδος που αποτελούσαν πάνω από το 1/4 του παγκόσμιου πληθυσμού (περίοδος που όλως τυχαίως κυριάρχησαν σε πλανητική κλίμακα), δηλαδή η περίοδος όπου ένας στους τέσσερις ανθρώπους στον πλανήτη προερχόταν από την Ευρώπη, αποτέλεσε ιστορική εξαίρεση. Ποτέ άλλοτε από το 1000 π.χ μέχρι το 1900 μ.Χ η Ευρώπη δεν προσέγγισε το 30% επί του παγκόσμιου πληθυσμού (η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία -υποτίθεται πως- άγγιξε ή ξεπέρασε το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού και ήταν πολύ λιγότερο «ευρωπαϊκή»).
(*) Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1950 και 2015 αύξησαν τον πληθυσμό τους κατά 164 εκατομμύρια (από 158 έφτασαν τα 322 εκατομμύρια), μέγεθος που αποτελεί την τέταρτη μεγαλύτερη αύξηση σε πλανητική κλίμακα για αυτή την περίοδο, ενώ οι μεγαλύτερες δυνάμεις της σημερινής Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) και οι πέντε μαζί, αύξησαν κατά μόλις 90 εκατομμύρια τον πληθυσμών τους μέσα σε 65 χρόνια (1950-2015). Η.Π.Α και Ευρώπη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το πρόβλημα είναι κυρίως της Ευρώπης, όχι των υπολοίπων.
| 0 | 0 |
About the Author
Matthew Connelly is an associate professor of history at Columbia University, works in international and global history. He received his B.A. from Columbia (1990) and his Ph.D. from Yale (1997). He completed his new book, Fatal Misconception: The Struggle to Control World Population (2008, Harvard University Press), as a Wilson Center fellow during 2006-2007 (Reviews για το βιβλίο στο τέλος).
Of all the 20th century’s great humanitarian ventures, none appears to have accomplished more than the campaign to control world population. Fertility rates have declined in every region of the world, and women now bear, on average, half as many children as they did 50 years ago. At a time when poor people are rioting over rising food prices, one could well imagine how many more hungry people there would be if the world’s population had continued to grow at its old rate.
Yet few of those who work in family planning today—almost no one uses the term “population control” anymore—are rushing to claim credit for averting disaster. In part that’s because studies show that their efforts account for only a very modest share of the decline in fertility. The movement itself is largely becalmed. Aid levels for family planning have been flat or declining since the mid-1990s, even though birthrates remain high in many countries and tens of millions of women in sub-Saharan Africa and other regions still lack access to birth control and safe abortion. Family planning workers in places such as Nigeria and India often find that the people they seek to help suspect their motives, doubt their assurances about the safety of contraceptives, and wonder whether they have a hidden agenda.
That skepticism, and the hesitation of family planning advocates to trumpet success, is in part the legacy of the movement’s own mixed history. As it gained momentum and a sense of urgency after World War II, the movement to reduce population growth encountered an unexpected array of complex practical and moral problems. What happens when a cause suddenly captures the public imagination and money pours in, along with demands for immediate action that can’t easily be satisfied? What should be done when ordinary people are reluctant to do what’s supposed to be good for them, or for humanity? What if they have more immediate needs that might impede achievement of the global goal? Especially in the 1960s and ’70s, the heyday of population control, the movement gave a lot of wrong answers.
Family planning was meant to help people take charge of their own lives, but in India and other developing countries it often came to mean applying varying degrees of coercion, from pushing risky contraceptives on reluctant clients to paying cash rewards to poor people who agreed to be sterilized. In the pursuit of their great goal, population controllers proved willing to sacrifice other efforts to improve the well-being of poor people around the world. And they were so persuaded of the necessity and rightness of their mission that they shielded much of their work from oversight and, more important, accountability to those they were supposed to serve. At a time when some are calling for a major new crusade against global poverty, their story provides a cautionary tale.
Family planning grew out of two somewhat contradictory movements. The eugenics movement, a creature of the 19th century, attracted those who were concerned not just about the numbers but the kind of people who might inherit the earth. Eugenicists aimed to breed better people by sterilizing the “unfit” and encouraging “fitter” parents to have more children. After World War I, feminists promoted birth control as a means of liberating women and preventing poverty and war. “No woman can call herself free who does not own and control her body,” declared birth control advocate Margaret Sanger. But Sanger, like many other progressives of the day, was sympathetic to eugenics, with its promise to attack the most basic causes of poverty and conflict, and in the 1930s she and others forged a broad alliance between feminists and eugenicists under the banner of “family planning”—a slogan that left unspecified who would do the planning.
At first, family planning involved purely voluntary efforts, but that approach looked increasingly inadequate as the Cold War began and national security arguments came to the fore. “We are not primarily interested in the sociological or humanitarian aspects of birth control,” wrote Hugh Moore, the cofounder of the Population Crisis Committee. “We are interested in the use which Communists make of hungry people in their drive to conquer the earth.” Even those who didn't share in such calculations were alarmed by the brute demographic facts. High birthrates in the world’s poor countries combined with declining death rates due to improved nutrition and health pointed ineluctably to rapid increases in population.
This sense of crisis nudged orthodox family planning in the direction of population control: Now contraception and sterilization would need to be aggressively promoted in poor countries, and specific goals for fertility reduction would need to be set. Population control would take priority over other uses of foreign aid, from education to public health. Research by Rand Corporation economist Stephen Enke purported to prove that paying poor people to agree to sterilization or insertion of an intrauterine device (IUD) would be 250 times more effective in promoting economic development than other kinds of aid. In 1965 one of Enke’s studies landed on the desk of President Lyndon B. Johnson, and it convinced him to withhold food aid to India despite the threat of famine. “I’m not going to piss away foreign aid in nations where they refuse to deal with their own population problems,” LBJ insisted. India was already committed to controlling population growth. Now it agreed to begin paying incentives to those who accepted sterilization or IUDs.
In 1968, Paul Ehrlich’s The Population Bomb made population control a national issue. (Ehrlich wrote the book on commission from the Sierra Club in just four weeks—not enough time to confirm some of his data or to notice that the cover’s image of a bomb with a burning fuse was captioned, “The population bomb keeps ticking.”) With its warning that hundreds of millions of people would starve to death during the 1970s, the book terrified many Americans. Money began pouring in to support population control. In 1969 Congress boosted the U.S. Agency for International Development’s budget for family planning to $50 million (about $275 million in today’s dollars), a 20-fold increase in three years. The USAID administrator, William Gaud, complained that his agency could not possibly spend this sum, but two years later Congress doubled the budget again.
As other Western governments, foundations, and nongovernmental organizations (NGOs) rushed to create programs, they looked to the new United Nations Fund for Population Activities (UNFPA) as the natural leader. Because family planning faced popular resistance in many poor countries, along with widespread suspicion that it was designed to limit the size and power of the Third World, it was thought that the UN imprimatur would show that population control was a worthy objective for all humanity. UNFPA got most of its money from foreign-aid donors such as USAID, and it was governed by an independent board rather than the UN member states, an arrangement that gave it great freedom of action. Rafael Salas of the Philippines was named the first UNFPA director, in no small part because he had been nominated by the philanthropist and population control advocate John D. Rockefeller 3rd and because the top UN development official wanted a front man who was “Catholic and brown.” Salas had only a single deputy, who, like him, had no experience organizing family planning programs.
By 1970, a total of 27 countries had announced that they aimed to cut birthrates. But only South Korea, Taiwan, Malaysia, India, and Pakistan had substantial programs. Everywhere, proponents claimed that there remained enormous “unmet need” for contraceptives. Sweden quadrupled its aid for family planning between 1971 and 1977. Starting at a lower level, Norway, Japan, and the Netherlands increased their budgets eightfold. “I traveled around with tens of millions of kroner in my pockets,” one Norwegian official recalls, “and I had to find a way of spending them.”
The biggest challenge was to establish and rapidly scale up programs in countries that lacked even rudimentary public-health services. “We are undertaking a virtually unprecedented effort at deliberate social change of a very great magnitude,” said Bernard Berelson, president of the Population Council. He lamented that some of the beneficiaries were slow to get with the program, blaming “illiterate and uninformed villagers” and “peasant resistance to change.”
Consultants tended to promote standardized techniques. In India, Indonesia, Tunisia, and the Dominican Republic, truck-borne mobile clinics were sent into the countryside, dispensing condoms and pills to anyone who would take them. But the consultants failed to reckon with inadequate roads that wreaked havoc on the trucks, not to mention the lack of interest in what the clinics had to offer. In poor rural societies, children provided parents with their only security in old age, and many died young in places where the water was alive with harmful microbes and the mosquitoes carried malaria. In the Punjab, anthropologist Mahmood Mamdani found parents grumbling that aid workers didn't help childless couples with their “family planning” or offer other kinds of health care.
Critics pointed out that better health care for mothers and infants, clean drinking water and improved nutrition, and other public-health services might have changed the equation for many poor people, but the aid givers were bent on their single-minded vision. Funding for already neglected public-health services was to be redirected toward population control, while other forms of aid were restricted. World Bank president Robert McNamara, recently arrived from the Pentagon, said in 1969 that the bank would not finance health care “unless it was very strictly related to population control, because usually health facilities contributed to the decline of the death rate, and thereby to the population explosion.” USAID kept spending more on population control even as it cut other kinds of aid. The head of its population program, Reimert Ravenholt, argued that helping women avoid unwanted childbirth in places with high maternal mortality rates would by itself save many lives. Some officials in the field didn't bother with such niceties. “It becomes increasingly important to show progress in the only terms which ultimately matter,” Ravenholt’s man in Manila declared, “births averted.”
The big question confronting leaders of the population control movement was whether they would need to resort to incentives and disincentives in order to persuade poor people to stop having so many children. Some contemplated going further. A Ford Foundation report speculated in 1967 about the potential of a technological breakthrough: “an annual application of a contraceptive aerial mist (from a single airplane over India), neutralized only by an annual antidotal pill on medical prescription.” Berelson favored research on a “mass involuntary method with individual reversibility.”
But most of the leading people in the field, including Berelson, doubted this would prove feasible. They demanded instead that family planning programs set numerical targets, either in terms of birthrates or the number of “acceptors.” By 1977 Bangladesh, Egypt, India, South Korea, Pakistan, Taiwan, and Tunisia were all paying family planning personnel according to the numbers of IUDs inserted. (In principle, clients were supposed to be offered a range of choices. But since administrators could not be sure people would use the condoms and pills they were given, they pushed IUDs and sterilization.) USAID was also offering to pay hospitals in Indonesia, Pakistan, and the Philippines a fee for each sterilization performed. In many countries, freelance “motivators” were paid to recruit patients.
In their haste to get the job done, many providers cut corners. India’s national program was the most closely studied because it had been the first country to commit to population control and absorbed the lion’s share of international aid. In the state of Maharashtra, a 1971 government study produced the surprising finding that three-quarters of husbands, who many supposed would object to having fewer children, were initially happy with their wives’ decision to adopt the IUD. But more than half changed their minds. Almost 58 percent of the women experienced pain after IUD insertion, and 43 percent had “severe” and “excessive” bleeding. Most fieldworkers, the study reported, had no training in family planning. Peace Corps volunteers in the state of Bihar saw firsthand one reason why so many women suffered side effects: Rather than sterilize the inserter after each procedure, workers would simply wipe it on their saris. When the volunteers alerted Ford Foundation consultants, they were told to stay focused on program targets. Indian women began refusing IUDs; it took nearly 20 years to restore the device’s popularity.
When programs failed to meet targets, consultants working for the UN, the World Bank, and the International Planned Parenthood Federation (IPPF) advised governments to provide “incentives” worth up to a month’s wages directly to “acceptors” who agreed to sterilization. In some areas, government officials were offered what amounted to bounties for finding volunteers, prompting some of them to mobilize the police and tax collectors. In the state of Kerala, local officials set up a sterilization camp and carried out some 60,000 procedures in a single month in 1971. It was hard to overlook the fact that many of those recruited were desperately poor people tempted by the cash incentives—the numbers of “acceptors” rose and fell with the level of incentive payments, and shot up in times when famine threatened.
Often, the programs attracted the wrong “acceptors.” In Uttar Pradesh, India’s most populous state, one study found that the ages of those undergoing vasectomies had been systematically falsified—almost half were more than 50 years old. But bribing people to agree to sterilization was not merely ineffective. It made family planning seem like an imposition, rather than something that served clients’ own interests.
In the 1970s, many more national governments adopted numerical targets, and a few went beyond incentives to disincentives. Indonesia denied public servants rations for younger children in large families. Anyone in Singapore who had more than three children was kicked out of public housing.
No government went further than India during the Emergency Period (1975–77). By 1975 Prime Minister Indira Gandhi’s corrupt Congress Party was becoming increasingly unpopular. Faced with mass demonstrations, Gandhi suspended the constitution and imprisoned more than 100,000 opponents. Her ne’er-do-well son Sanjay took charge of population control and other initiatives, raising incentive payments, ratcheting up disincentives, and encouraging states to consider compulsory sterilization for Indians with more than three children. “Our real enemy is poverty,” explained health minister Karan Singh, but to many the population effort looked like a war on the poor. Sanjay Gandhi launched an aggressive slum clearance program, and displaced Indians were told they would not be allowed to build new homes elsewhere unless they consented to sterilization. In several towns and cities, the police and army had to fire on crowds to keep the sterilization camps running.
McNamara flew to Delhi to offer his support. “At long last,” he wrote, “India is moving to effectively address its population problem.” Donors were well aware of what was happening. “Obviously the stories . . . on how young and unmarried men more or less are dragged to the sterilization premises are true in far too many cases,” a Swedish official acknowledged. He advised against compulsion, but suggested that “civilized and gentle pressure should be used.” The World Bank, Sweden, and the IPPF all decided to increase funding. Over 12 months, the government carried out more than eight million sterilizations. According to official statistics, 1,774 people died because of botched operations.
A chastened Indira Gandhi finally reined in the population control program, but it was too late. When she ended the Emergency and called elections in 1977, voters routed the Congress Party, ending its 30-year reign. In the states with the largest increase in the number of sterilizations, the party lost 141 out of 142 seats.
India was only the most dramatic instance of a growing international backlash against population control. In Pakistan, opponents of Prime Minister Zulfikar Ali Bhutto bitterly criticized contraception as “a filthy business and against the spirit of Islam.” When Bhutto was overthrown in a military coup in 1977, Pakistan’s family planning program was immediately suspended. From the Ayatollah Khomeini in Iran to Daniel Ortega in Nicaragua, revolutionaries attacked family planning as a form of imperialism. The Vatican seized the opportunity to organize conservative Muslims and Third World revolutionaries in a worldwide campaign against it. (Cardinal Alfonso López Trujillo of Colombia, a key adviser to Pope John Paul II, condemned one USAID-funded project as part of a program of “global castration.”) A crowning blow came in 1984, after UNFPA and the IPPF blundered into China and helped Communist leaders implement their draconian one-child policy, which in some cases led to forced abortions. President Ronald Reagan now had the excuse he needed to cut off U.S. funding to the two organizations and to put all others on notice that they would lose support if they helped make even voluntary abortion available.
Meanwhile, the movement was being transformed from within, as feminists working in international NGOs found their voice and women began to gain power within some of the leading organizations. At the UNFPA, Salas was succeeded in 1987 by a woman, Nafis Sadik, who insisted on a broader agenda devoted to the well-being of women, including efforts against female genital mutilation and the emerging plague of HIV/AIDS.
Feminists assailed abusive population control programs along with traditional means of coercing women into bearing unwanted children. It had been well known since the early 20th century that women with schooling and jobs overwhelmingly elected to have fewer children. But it was a lesson that few chose to hear in the post–Population Bomb crisis atmosphere, not only because it threatened to complicate the simpler prescriptions of population control but because it contradicted the eugenicist strand of the population movement, which saw the lower birthrates of educated people as something to be combated.
Population control finally met its formal end in 1994 at a UN-sponsored conference in Cairo. In what is now called the “Cairo Consensus,” 162 states rejected the use of population targets as well as the incentives and disincentives used to reach them, embracing instead a new focus on the well-being of individuals, including full reproductive rights, education for women, and health care for mothers and infants.
Family planning remains a gigantic enterprise. Through USAID, the United States gives more than $400 million to such efforts worldwide, still more than any other country. But the younger people who are passionately committed to the cause today tend to care most about extending reproductive rights—the idea that women everywhere should have the same freedom to control their fertility, regardless of what size family they choose to have. The tainted history of population control has bred a degree of ambivalence, while experience has brought more realistic attitudes about how much social change can be engineered.
At most, studies suggest, family planning programs account for about a quarter of the worldwide decline in fertility rates since the 1950s. Women can now choose from many methods of contraception—pills, IUDs, implants, and injectables—that might not exist had family planning organizations not pushed to develop them. But women had the means to regulate the number of children they bore long before these methods were available. What was lacking was the economic security, education, and basic health needed to persuade couples to have smaller families. Where those conditions occur, birthrates typically decline. Brazil, Algeria, and Turkey, for example, all made minimal efforts in family planning in the second half of the 20th century, yet fertility rates in all three declined dramatically.
But enthusiasm for the old ideas hasn't died. Economist Jeffrey Sachs, a leader of the campaign to “make poverty history” and combat global warming by implementing a crash program to achieve the UN’s Millennium Development Goals, has cited “population control” as a model, calling it “one of the great success stories of modern times.” Sachs says he favors purely voluntary methods, but he and his allies are playing with a dangerous formula. Declaring a “global crisis” can attract media attention and donors. It can also create pressure for quick results while increasing the temptation to resort to extraordinary measures. These sorts of pressures are already manifest in the current worldwide efforts to eradicate malaria and stop HIV/AIDS. The governments and organizations pouring money into these two great causes are insisting on short-term numerical targets—medications delivered, bed nets distributed—and those involved in combating HIV/AIDS are pondering the idea of compulsory testing.
Humanitarian challenges rightly create a sense of urgency. The problems begin when those who set out to save the human race refuse to be accountable to any humans in particular. Acting in the name of an abstract “humanity,” population controllers found it easier to think of the world as a laboratory populated by potential “acceptors,” and to believe they could manipulate millions in pursuit of a global goal. Rather than accept that the causes of poverty are many and complex, including the bad choices some people insist on making, they preferred to focus on neat technical fixes.
Global crises do not necessarily have global solutions. Would-be humanitarians must listen to what people actually want and develop answers appropriate to each need, without simply assuming they know best. A campaign to make poverty history will lead nowhere or worse if it starts with an impoverished understanding of the past.
Matthew Connelly is an associate professor of history at Columbia University. He completed his new book, Fatal Misconception: The Struggle to Control World Population (2008), as a Wilson Center fellow during 2006-2007.
Matthew Connelly offers the first global history of a movement that changed how people regard their children and ultimately the face of humankind. It was the most ambitious social engineering project of the twentieth century, one that continues to alarm the global community. Though promoted as a way to lift people out of poverty—perhaps even to save the earth—family planning became a means to plan other people‘s families.
“Mr. Connelly’s story is a global one, partly because so many of the groups seeking to influence the reproduction of others were transnational, but also because often it was those in one country who wished those in another to have fewer children… Mr. Connelly’s most devastating critique of population control is not that it destroyed lives, or was based on imperialist or eugenic ideas, but that it did not work.”—The Economist
“A devastating account of the population-control movement; he demonstrates, detail by shocking detail, how a movement that believed it was acting from the highest humanitarian ideals became responsible for callous abuses of human rights on a global scale, ruining millions of lives in a grotesque eugenic experiment.”—Dominic Lawson, The Sunday Times
“Connelly decisively confronts the historical baggage of reproductive rights by detailing the confluence of social Darwinists, Malthusians, racist eugenicists, public health advocates and feminists who coalesced around the century-long effort to control world population.”—James J. Hughes, The Times Higher Education Supplement
“[This] brilliant new history of the population control movement is useful not simply on its theme but for the light it sheds on the political corruption that inevitably accompanies these world-saving enthusiasms… As Connelly lays out in painstaking detail, population control programs, aimed chiefly at developing nations, proliferated despite clear human rights abuses and, more importantly, new data and information that called into question many of the fundamental assumptions of the crisis mongers.”—Steven F. Hayward, Claremont Review of Books
“The shocking theme of Connelly’s book is how Western governments—and most especially successive U.S. administrations—supported a policy which would have appalled them if it had been imposed on their own families.”—Dominic Lawson, The Independent
“Highlight[s] the importance of knowing who speaks for whom… Fatal Misconception describes a historic clash of opposed interest groups wrestling to impose their own population policies on the developing world.”—Michael Sargent, Nature
“Connelly’s book is an excellent work of reference on the history of the population-control movement… It gives important insights into the emergence and the workings of the population-control lobby.”—Frank Furedi, Spiked Review of Books
“Passionate and troubling… Connelly tells the story of the 20th-century international movement to control population, which he sees as an oppressive movement that failed to deliver the promised economic and environmental results… Ambitious, exhaustively researched and clearly written, this is a highly important book.”—Publishers Weekly (starred review)
“This is history written from the heart. The story it tells is of misplaced benevolence at best and biological totalitarianism at worst. Deeply researched and elegantly written, it is a disturbing, angry, combative, and important book, one which raises issues we ignore at our peril.”—Jay Winter, Yale University
.~`~.
How Did the Population Control Movement Go So Terribly Wrong?
How Did the Population Control Movement Go So Terribly Wrong?
Of all the 20th century’s great humanitarian ventures, none appears to have accomplished more than the campaign to control world population. Fertility rates have declined in every region of the world, and women now bear, on average, half as many children as they did 50 years ago. At a time when poor people are rioting over rising food prices, one could well imagine how many more hungry people there would be if the world’s population had continued to grow at its old rate.
Yet few of those who work in family planning today—almost no one uses the term “population control” anymore—are rushing to claim credit for averting disaster. In part that’s because studies show that their efforts account for only a very modest share of the decline in fertility. The movement itself is largely becalmed. Aid levels for family planning have been flat or declining since the mid-1990s, even though birthrates remain high in many countries and tens of millions of women in sub-Saharan Africa and other regions still lack access to birth control and safe abortion. Family planning workers in places such as Nigeria and India often find that the people they seek to help suspect their motives, doubt their assurances about the safety of contraceptives, and wonder whether they have a hidden agenda.
That skepticism, and the hesitation of family planning advocates to trumpet success, is in part the legacy of the movement’s own mixed history. As it gained momentum and a sense of urgency after World War II, the movement to reduce population growth encountered an unexpected array of complex practical and moral problems. What happens when a cause suddenly captures the public imagination and money pours in, along with demands for immediate action that can’t easily be satisfied? What should be done when ordinary people are reluctant to do what’s supposed to be good for them, or for humanity? What if they have more immediate needs that might impede achievement of the global goal? Especially in the 1960s and ’70s, the heyday of population control, the movement gave a lot of wrong answers.
Family planning was meant to help people take charge of their own lives, but in India and other developing countries it often came to mean applying varying degrees of coercion, from pushing risky contraceptives on reluctant clients to paying cash rewards to poor people who agreed to be sterilized. In the pursuit of their great goal, population controllers proved willing to sacrifice other efforts to improve the well-being of poor people around the world. And they were so persuaded of the necessity and rightness of their mission that they shielded much of their work from oversight and, more important, accountability to those they were supposed to serve. At a time when some are calling for a major new crusade against global poverty, their story provides a cautionary tale.
Family planning grew out of two somewhat contradictory movements. The eugenics movement, a creature of the 19th century, attracted those who were concerned not just about the numbers but the kind of people who might inherit the earth. Eugenicists aimed to breed better people by sterilizing the “unfit” and encouraging “fitter” parents to have more children. After World War I, feminists promoted birth control as a means of liberating women and preventing poverty and war. “No woman can call herself free who does not own and control her body,” declared birth control advocate Margaret Sanger. But Sanger, like many other progressives of the day, was sympathetic to eugenics, with its promise to attack the most basic causes of poverty and conflict, and in the 1930s she and others forged a broad alliance between feminists and eugenicists under the banner of “family planning”—a slogan that left unspecified who would do the planning.
At first, family planning involved purely voluntary efforts, but that approach looked increasingly inadequate as the Cold War began and national security arguments came to the fore. “We are not primarily interested in the sociological or humanitarian aspects of birth control,” wrote Hugh Moore, the cofounder of the Population Crisis Committee. “We are interested in the use which Communists make of hungry people in their drive to conquer the earth.” Even those who didn't share in such calculations were alarmed by the brute demographic facts. High birthrates in the world’s poor countries combined with declining death rates due to improved nutrition and health pointed ineluctably to rapid increases in population.
This sense of crisis nudged orthodox family planning in the direction of population control: Now contraception and sterilization would need to be aggressively promoted in poor countries, and specific goals for fertility reduction would need to be set. Population control would take priority over other uses of foreign aid, from education to public health. Research by Rand Corporation economist Stephen Enke purported to prove that paying poor people to agree to sterilization or insertion of an intrauterine device (IUD) would be 250 times more effective in promoting economic development than other kinds of aid. In 1965 one of Enke’s studies landed on the desk of President Lyndon B. Johnson, and it convinced him to withhold food aid to India despite the threat of famine. “I’m not going to piss away foreign aid in nations where they refuse to deal with their own population problems,” LBJ insisted. India was already committed to controlling population growth. Now it agreed to begin paying incentives to those who accepted sterilization or IUDs.
In 1968, Paul Ehrlich’s The Population Bomb made population control a national issue. (Ehrlich wrote the book on commission from the Sierra Club in just four weeks—not enough time to confirm some of his data or to notice that the cover’s image of a bomb with a burning fuse was captioned, “The population bomb keeps ticking.”) With its warning that hundreds of millions of people would starve to death during the 1970s, the book terrified many Americans. Money began pouring in to support population control. In 1969 Congress boosted the U.S. Agency for International Development’s budget for family planning to $50 million (about $275 million in today’s dollars), a 20-fold increase in three years. The USAID administrator, William Gaud, complained that his agency could not possibly spend this sum, but two years later Congress doubled the budget again.
As other Western governments, foundations, and nongovernmental organizations (NGOs) rushed to create programs, they looked to the new United Nations Fund for Population Activities (UNFPA) as the natural leader. Because family planning faced popular resistance in many poor countries, along with widespread suspicion that it was designed to limit the size and power of the Third World, it was thought that the UN imprimatur would show that population control was a worthy objective for all humanity. UNFPA got most of its money from foreign-aid donors such as USAID, and it was governed by an independent board rather than the UN member states, an arrangement that gave it great freedom of action. Rafael Salas of the Philippines was named the first UNFPA director, in no small part because he had been nominated by the philanthropist and population control advocate John D. Rockefeller 3rd and because the top UN development official wanted a front man who was “Catholic and brown.” Salas had only a single deputy, who, like him, had no experience organizing family planning programs.
By 1970, a total of 27 countries had announced that they aimed to cut birthrates. But only South Korea, Taiwan, Malaysia, India, and Pakistan had substantial programs. Everywhere, proponents claimed that there remained enormous “unmet need” for contraceptives. Sweden quadrupled its aid for family planning between 1971 and 1977. Starting at a lower level, Norway, Japan, and the Netherlands increased their budgets eightfold. “I traveled around with tens of millions of kroner in my pockets,” one Norwegian official recalls, “and I had to find a way of spending them.”
The biggest challenge was to establish and rapidly scale up programs in countries that lacked even rudimentary public-health services. “We are undertaking a virtually unprecedented effort at deliberate social change of a very great magnitude,” said Bernard Berelson, president of the Population Council. He lamented that some of the beneficiaries were slow to get with the program, blaming “illiterate and uninformed villagers” and “peasant resistance to change.”
Consultants tended to promote standardized techniques. In India, Indonesia, Tunisia, and the Dominican Republic, truck-borne mobile clinics were sent into the countryside, dispensing condoms and pills to anyone who would take them. But the consultants failed to reckon with inadequate roads that wreaked havoc on the trucks, not to mention the lack of interest in what the clinics had to offer. In poor rural societies, children provided parents with their only security in old age, and many died young in places where the water was alive with harmful microbes and the mosquitoes carried malaria. In the Punjab, anthropologist Mahmood Mamdani found parents grumbling that aid workers didn't help childless couples with their “family planning” or offer other kinds of health care.
Critics pointed out that better health care for mothers and infants, clean drinking water and improved nutrition, and other public-health services might have changed the equation for many poor people, but the aid givers were bent on their single-minded vision. Funding for already neglected public-health services was to be redirected toward population control, while other forms of aid were restricted. World Bank president Robert McNamara, recently arrived from the Pentagon, said in 1969 that the bank would not finance health care “unless it was very strictly related to population control, because usually health facilities contributed to the decline of the death rate, and thereby to the population explosion.” USAID kept spending more on population control even as it cut other kinds of aid. The head of its population program, Reimert Ravenholt, argued that helping women avoid unwanted childbirth in places with high maternal mortality rates would by itself save many lives. Some officials in the field didn't bother with such niceties. “It becomes increasingly important to show progress in the only terms which ultimately matter,” Ravenholt’s man in Manila declared, “births averted.”
The big question confronting leaders of the population control movement was whether they would need to resort to incentives and disincentives in order to persuade poor people to stop having so many children. Some contemplated going further. A Ford Foundation report speculated in 1967 about the potential of a technological breakthrough: “an annual application of a contraceptive aerial mist (from a single airplane over India), neutralized only by an annual antidotal pill on medical prescription.” Berelson favored research on a “mass involuntary method with individual reversibility.”
But most of the leading people in the field, including Berelson, doubted this would prove feasible. They demanded instead that family planning programs set numerical targets, either in terms of birthrates or the number of “acceptors.” By 1977 Bangladesh, Egypt, India, South Korea, Pakistan, Taiwan, and Tunisia were all paying family planning personnel according to the numbers of IUDs inserted. (In principle, clients were supposed to be offered a range of choices. But since administrators could not be sure people would use the condoms and pills they were given, they pushed IUDs and sterilization.) USAID was also offering to pay hospitals in Indonesia, Pakistan, and the Philippines a fee for each sterilization performed. In many countries, freelance “motivators” were paid to recruit patients.
In their haste to get the job done, many providers cut corners. India’s national program was the most closely studied because it had been the first country to commit to population control and absorbed the lion’s share of international aid. In the state of Maharashtra, a 1971 government study produced the surprising finding that three-quarters of husbands, who many supposed would object to having fewer children, were initially happy with their wives’ decision to adopt the IUD. But more than half changed their minds. Almost 58 percent of the women experienced pain after IUD insertion, and 43 percent had “severe” and “excessive” bleeding. Most fieldworkers, the study reported, had no training in family planning. Peace Corps volunteers in the state of Bihar saw firsthand one reason why so many women suffered side effects: Rather than sterilize the inserter after each procedure, workers would simply wipe it on their saris. When the volunteers alerted Ford Foundation consultants, they were told to stay focused on program targets. Indian women began refusing IUDs; it took nearly 20 years to restore the device’s popularity.
When programs failed to meet targets, consultants working for the UN, the World Bank, and the International Planned Parenthood Federation (IPPF) advised governments to provide “incentives” worth up to a month’s wages directly to “acceptors” who agreed to sterilization. In some areas, government officials were offered what amounted to bounties for finding volunteers, prompting some of them to mobilize the police and tax collectors. In the state of Kerala, local officials set up a sterilization camp and carried out some 60,000 procedures in a single month in 1971. It was hard to overlook the fact that many of those recruited were desperately poor people tempted by the cash incentives—the numbers of “acceptors” rose and fell with the level of incentive payments, and shot up in times when famine threatened.
Often, the programs attracted the wrong “acceptors.” In Uttar Pradesh, India’s most populous state, one study found that the ages of those undergoing vasectomies had been systematically falsified—almost half were more than 50 years old. But bribing people to agree to sterilization was not merely ineffective. It made family planning seem like an imposition, rather than something that served clients’ own interests.
In the 1970s, many more national governments adopted numerical targets, and a few went beyond incentives to disincentives. Indonesia denied public servants rations for younger children in large families. Anyone in Singapore who had more than three children was kicked out of public housing.
No government went further than India during the Emergency Period (1975–77). By 1975 Prime Minister Indira Gandhi’s corrupt Congress Party was becoming increasingly unpopular. Faced with mass demonstrations, Gandhi suspended the constitution and imprisoned more than 100,000 opponents. Her ne’er-do-well son Sanjay took charge of population control and other initiatives, raising incentive payments, ratcheting up disincentives, and encouraging states to consider compulsory sterilization for Indians with more than three children. “Our real enemy is poverty,” explained health minister Karan Singh, but to many the population effort looked like a war on the poor. Sanjay Gandhi launched an aggressive slum clearance program, and displaced Indians were told they would not be allowed to build new homes elsewhere unless they consented to sterilization. In several towns and cities, the police and army had to fire on crowds to keep the sterilization camps running.
McNamara flew to Delhi to offer his support. “At long last,” he wrote, “India is moving to effectively address its population problem.” Donors were well aware of what was happening. “Obviously the stories . . . on how young and unmarried men more or less are dragged to the sterilization premises are true in far too many cases,” a Swedish official acknowledged. He advised against compulsion, but suggested that “civilized and gentle pressure should be used.” The World Bank, Sweden, and the IPPF all decided to increase funding. Over 12 months, the government carried out more than eight million sterilizations. According to official statistics, 1,774 people died because of botched operations.
A chastened Indira Gandhi finally reined in the population control program, but it was too late. When she ended the Emergency and called elections in 1977, voters routed the Congress Party, ending its 30-year reign. In the states with the largest increase in the number of sterilizations, the party lost 141 out of 142 seats.
India was only the most dramatic instance of a growing international backlash against population control. In Pakistan, opponents of Prime Minister Zulfikar Ali Bhutto bitterly criticized contraception as “a filthy business and against the spirit of Islam.” When Bhutto was overthrown in a military coup in 1977, Pakistan’s family planning program was immediately suspended. From the Ayatollah Khomeini in Iran to Daniel Ortega in Nicaragua, revolutionaries attacked family planning as a form of imperialism. The Vatican seized the opportunity to organize conservative Muslims and Third World revolutionaries in a worldwide campaign against it. (Cardinal Alfonso López Trujillo of Colombia, a key adviser to Pope John Paul II, condemned one USAID-funded project as part of a program of “global castration.”) A crowning blow came in 1984, after UNFPA and the IPPF blundered into China and helped Communist leaders implement their draconian one-child policy, which in some cases led to forced abortions. President Ronald Reagan now had the excuse he needed to cut off U.S. funding to the two organizations and to put all others on notice that they would lose support if they helped make even voluntary abortion available.
Meanwhile, the movement was being transformed from within, as feminists working in international NGOs found their voice and women began to gain power within some of the leading organizations. At the UNFPA, Salas was succeeded in 1987 by a woman, Nafis Sadik, who insisted on a broader agenda devoted to the well-being of women, including efforts against female genital mutilation and the emerging plague of HIV/AIDS.
Feminists assailed abusive population control programs along with traditional means of coercing women into bearing unwanted children. It had been well known since the early 20th century that women with schooling and jobs overwhelmingly elected to have fewer children. But it was a lesson that few chose to hear in the post–Population Bomb crisis atmosphere, not only because it threatened to complicate the simpler prescriptions of population control but because it contradicted the eugenicist strand of the population movement, which saw the lower birthrates of educated people as something to be combated.
Population control finally met its formal end in 1994 at a UN-sponsored conference in Cairo. In what is now called the “Cairo Consensus,” 162 states rejected the use of population targets as well as the incentives and disincentives used to reach them, embracing instead a new focus on the well-being of individuals, including full reproductive rights, education for women, and health care for mothers and infants.
Family planning remains a gigantic enterprise. Through USAID, the United States gives more than $400 million to such efforts worldwide, still more than any other country. But the younger people who are passionately committed to the cause today tend to care most about extending reproductive rights—the idea that women everywhere should have the same freedom to control their fertility, regardless of what size family they choose to have. The tainted history of population control has bred a degree of ambivalence, while experience has brought more realistic attitudes about how much social change can be engineered.
At most, studies suggest, family planning programs account for about a quarter of the worldwide decline in fertility rates since the 1950s. Women can now choose from many methods of contraception—pills, IUDs, implants, and injectables—that might not exist had family planning organizations not pushed to develop them. But women had the means to regulate the number of children they bore long before these methods were available. What was lacking was the economic security, education, and basic health needed to persuade couples to have smaller families. Where those conditions occur, birthrates typically decline. Brazil, Algeria, and Turkey, for example, all made minimal efforts in family planning in the second half of the 20th century, yet fertility rates in all three declined dramatically.
But enthusiasm for the old ideas hasn't died. Economist Jeffrey Sachs, a leader of the campaign to “make poverty history” and combat global warming by implementing a crash program to achieve the UN’s Millennium Development Goals, has cited “population control” as a model, calling it “one of the great success stories of modern times.” Sachs says he favors purely voluntary methods, but he and his allies are playing with a dangerous formula. Declaring a “global crisis” can attract media attention and donors. It can also create pressure for quick results while increasing the temptation to resort to extraordinary measures. These sorts of pressures are already manifest in the current worldwide efforts to eradicate malaria and stop HIV/AIDS. The governments and organizations pouring money into these two great causes are insisting on short-term numerical targets—medications delivered, bed nets distributed—and those involved in combating HIV/AIDS are pondering the idea of compulsory testing.
Humanitarian challenges rightly create a sense of urgency. The problems begin when those who set out to save the human race refuse to be accountable to any humans in particular. Acting in the name of an abstract “humanity,” population controllers found it easier to think of the world as a laboratory populated by potential “acceptors,” and to believe they could manipulate millions in pursuit of a global goal. Rather than accept that the causes of poverty are many and complex, including the bad choices some people insist on making, they preferred to focus on neat technical fixes.
Global crises do not necessarily have global solutions. Would-be humanitarians must listen to what people actually want and develop answers appropriate to each need, without simply assuming they know best. A campaign to make poverty history will lead nowhere or worse if it starts with an impoverished understanding of the past.
Matthew Connelly
Matthew Connelly is an associate professor of history at Columbia University. He completed his new book, Fatal Misconception: The Struggle to Control World Population (2008), as a Wilson Center fellow during 2006-2007.
Matthew Connelly offers the first global history of a movement that changed how people regard their children and ultimately the face of humankind. It was the most ambitious social engineering project of the twentieth century, one that continues to alarm the global community. Though promoted as a way to lift people out of poverty—perhaps even to save the earth—family planning became a means to plan other people‘s families.
Reviews
“Mr. Connelly’s story is a global one, partly because so many of the groups seeking to influence the reproduction of others were transnational, but also because often it was those in one country who wished those in another to have fewer children… Mr. Connelly’s most devastating critique of population control is not that it destroyed lives, or was based on imperialist or eugenic ideas, but that it did not work.”—The Economist
“A devastating account of the population-control movement; he demonstrates, detail by shocking detail, how a movement that believed it was acting from the highest humanitarian ideals became responsible for callous abuses of human rights on a global scale, ruining millions of lives in a grotesque eugenic experiment.”—Dominic Lawson, The Sunday Times
“Connelly decisively confronts the historical baggage of reproductive rights by detailing the confluence of social Darwinists, Malthusians, racist eugenicists, public health advocates and feminists who coalesced around the century-long effort to control world population.”—James J. Hughes, The Times Higher Education Supplement
“[This] brilliant new history of the population control movement is useful not simply on its theme but for the light it sheds on the political corruption that inevitably accompanies these world-saving enthusiasms… As Connelly lays out in painstaking detail, population control programs, aimed chiefly at developing nations, proliferated despite clear human rights abuses and, more importantly, new data and information that called into question many of the fundamental assumptions of the crisis mongers.”—Steven F. Hayward, Claremont Review of Books
“The shocking theme of Connelly’s book is how Western governments—and most especially successive U.S. administrations—supported a policy which would have appalled them if it had been imposed on their own families.”—Dominic Lawson, The Independent
“Highlight[s] the importance of knowing who speaks for whom… Fatal Misconception describes a historic clash of opposed interest groups wrestling to impose their own population policies on the developing world.”—Michael Sargent, Nature
“Connelly’s book is an excellent work of reference on the history of the population-control movement… It gives important insights into the emergence and the workings of the population-control lobby.”—Frank Furedi, Spiked Review of Books
“Passionate and troubling… Connelly tells the story of the 20th-century international movement to control population, which he sees as an oppressive movement that failed to deliver the promised economic and environmental results… Ambitious, exhaustively researched and clearly written, this is a highly important book.”—Publishers Weekly (starred review)
“This is history written from the heart. The story it tells is of misplaced benevolence at best and biological totalitarianism at worst. Deeply researched and elegantly written, it is a disturbing, angry, combative, and important book, one which raises issues we ignore at our peril.”—Jay Winter, Yale University
.~`~.
I
Οι ροές -προσφυγικές, μεταναστευτικές, εμπορικές και άλλες- ποτέ δεν σταματούν στη θάλασσα, παρά στη στεριά. Αυτό είναι γνωστό από υπάρξεως κόσμου, αλλά μας το υπενθύμισαν πρόσφατα οι αντιφάσεις και οι ανεπάρκειες -όπως επίσης η κατάρρευση- της Ευρωμεσογειακής πολιτικής της Ε.Ε (στην οποία έχω αναφερθεί παλαιότερα).
Αν δείτε όλα τα κείμενα της ευρωμεσογειακής συνεργασίας από τις αρχές της δεκαετίας του '70, πάντοτε μιλούσαν για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών αλλαγών, αλλά στην ουσία αυτό που ενδιέφερε ήταν η ασφάλεια (αυτό εντάσσεται στις αντιφάσεις και την ασυνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων της Ε.Ε). Με δυο λόγια, το ζήτημα ήταν να διατηρηθούν κοσμικά ολοκληρωτικά καθεστώτα τα οποία θα έχουν ανάγκη την Ε.Ε και η Ε.Ε θα τα έχει ανάγκη, τα οποία μέσω της επιβολής ενός αστυνομικού κράτους θα είναι σε θέση να ανασχέσουν την ισλαμική άνοδο (μια άνοδος που στην ουσία ήταν λαϊκά κινήματα στις χώρες αυτές) και τις μεταναστευτικές ροές (γιατί πολύ απλά οι ροές δεν σταματούν στη θάλασσα).
Και μετά ήρθε η «Αραβική Άνοιξη». Αυτό ήταν το σημείο όπου μάλλον πίστευαν -ή φαντασιώνονταν- πως τα ολοκληρωτικά κοσμικά καθεστώτα θα έφταναν και αυτά με την σειρά τους στο «Τέλος της Ιστορίας» μετασχηματιζόμενα σε «δημοκρατίες» και πως η ισλαμική λαϊκή-μαζική άνοδος, κατά κάποιον μαγικό τρόπο, θα μετασχηματίζονταν σε «δημοκρατική». Αυτή ήταν η «δυτική» φαντασίωση και προπαγάνδα (κάτι τέτοιο φυσικά δεν συνέβη ούτε στην Ανατολική Ευρώπη ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο καθώς το «Τέλος της Ιστορίας» δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την τελευταία έκφραση της «δυτικής εκκοσμικευμένης» εσχατολογίας). Μια τέτοια κατάληξη θα αποτελούσε την κορύφωση μιας πολιτικής, η οποία παραδοσιακά μέσα από την αιρεσιμότητα και τις αξίες της Ε.Ε επιδίωκε να εξευρωπαϊσει τις μεσογειακές χώρες, αλλά στην ουσία να δημιουργήσει μια νέα αυτοκρατορία, με την έννοια της ασύμμετρης σχέσης με τους γείτονες της (Ε.Ε των 28 από την μια, με Τυνησία, Αίγυπτο ή Τουρκία ξεχωριστά, από την άλλη), όπου θα επιβάλλει τις δικές της αξίες φαινομενικά, αλλά στην ουσία τη δική της πολιτική.
Η αποτυχία αυτή οδήγησε από τα αναχωματικά κράτη-μαξιλάρια (buffer state/État tampon) της ΒορειοΑφρικανικής και ΜεσαΑνατολικής περιφέρειας στον μετασχηματισμό του δορυφορικού κράτους-κράτους πελάτη (client-satellite state) που ονομάζεται Ελλάδα σε αναχωματικό κράτος-μαξιλάρι (buffer state/État tampon) στο εσωτερικό πλέον της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Όταν τα αναχωματικά κράτη είναι ανεξάρτητα ακολουθούν συνήθως πολιτική ουδετερότητας (Ελβετία, και κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου η Αυστρία), γεγονός που τα ξεχωρίζει από τα δορυφορικά κράτη-πελάτες που είναι εξαρτημένα (όπως η Ελλάδα).
Επειδή, όμως, οι ροές δεν σταματούν στη θάλασσα, το δορυφορικό κράτος-πελάτης (client-satellite state) Ελλάδα -το οποίο βιώνει την ασύμμετρη αυτοκρατορική σχέση εδώ και ορισμένα χρόνια στο εσωτερικό της Ευρωζώνης- δεν μπορεί να αναλάβει τον ρόλο του buffer state/État tampon και παίρναμε στην πρωτοβουλία Ολλανδίας και Γερμανίας περί «Μικρής Σένγκεν» (στην οποία αντιδρά η Πολωνία) και Π.Γ.Δ.Μ (πρωτοβουλία Γερμανίας και Αυστρίας με την Ουγγαρία, την Τσεχία και τη Σλοβακία να υποστηρίζουν).
Έτσι, παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια την σταδιακή μετακίνηση του «εξωτερικού συνόρου» της Ε.Ε -μαζί με τις πολιτικές που το συνοδεύουν- στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου. Συγκεκριμένα τα φαινόμενα της ασύμμετρης σχέσης και των αναχωματικών κρατών-μαξιλάριών από τη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή φτάνουν στην Ελλάδα και την Π.Γ.Δ.Μ (ήταν πασιφανές -και το είχα γράψει- ότι θα μας ρούφαγαν οι «μαύρες τρύπες» όπως τις ονόμαζα). Σε αυτό το σημείο παρατηρούμε, πρώτον, πως οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μέσω της συζήτησης περί Π.Γ.Δ.Μ, στην πράξη παραδέχονται πως οι ροές δεν μπορούν να σταματήσουν στη θάλασσα (τα περί ferry boat που πηγαινοέρχονται είναι για μικρά παιδιά), και δεύτερον, την υποκρισία και τον λαϊκισμό τους καθώς στα λόγια το αποκρύπτουν (φταίει μόνον η Ελλάδα, ενώ το κλειδί το κρατάει στη στεριά η Τουρκία, όπως παλαιότερα η Λιβύη, ή σε δεύτερο επίπεδο τώρα, εκτός Σένγκεν η Π.Γ.Δ.Μ και εντός Σένγκεν η Σλοβενία και η Ουγγαρία - η οποία Ουγγαρία δεν έχει άσχημες σχέσεις με την Τουρκία. Για τον ρόλο της Τουρκίας θα επανέλθω).
Πρέπει να δούμε, πρώτον, το περιφερειακό επίπεδο -της κατάρρευσης- των Ευρωμεσογειακών σχέσεων, δεύτερον, τις σχέσεις Ε.Ε-Τουρκίας (οι οποίες σχετίζονται με τις Διατλαντικές σχέσεις και τα πάρε-δώσε), τρίτον, τις εσωτερικές σχέσεις στην Ε.Ε, και τέλος, το επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και τις ευθύνες της κυβέρνησης.
Βέβαια, μια τέτοιας μορφής εξέλιξη -από ότι φαίνεται- θα συναντούσε αντιστάσεις στην ευρύτερη ευρωπαϊκή γεωγραφία και θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αποσύνθεση την Ε.Ε. Προκειμένου να αποφευχθούν οι ανεξέλεγκτες εγχώριες πολιτικές αντιδράσεις εναντίον της μετανάστευσης σε αυτά τα κράτη, πιθανότερη θα ήταν η δημιουργία ενός διεθνούς περιφερειακού μεταναστευτικού καθεστώτος. Την Ελλάδα, η οποία ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε πεδίο εξωτερίκευσης της πίεσης που νιώθουν πολλές κυβερνήσεις στο εσωτερικό τους, από ότι φαίνεται την προορίζουν για μετακύριαρχο εδαφικό τμήμα -χωματερή- αυτού του διεθνούς περιφερειακού μεταναστευτικού καθεστώτος. Αυτό είναι άλλωστε το μέλλον των δορυφορικών κρατών-πελατών (client-satellite states).
Προσεγγίζοντας ανιστορικά και επιφανειακά την περιοχή αυτή της (Κεντρο)Ανατολικής Ευρώπης, πολλά πράγματα μπορεί να πει κανείς και πολλές κατηγορίες μπορεί να εξαπολύσει (ιδιαίτερα από τη δική μας σκοπιά, καθώς η πορεία των προηγούμενων κρατών προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» λειτουργεί εις βάρος της μεσογείου, κυρίως εις βάρος της Ελλάδας και σε μικρότερο βαθμό της Ιταλίας). Το ζήτημα είναι πως η Πολωνία έχει διαμελιστεί τρεις φορές ιστορικά, και πως γενικότερα η περιοχή αποτέλεσε το ατυχές πειραματικό εργαστήριο και των τριών ιδεολογικών πειραμάτων του 20ου αιώνα (φιλελευθερισμός μετά το 1918, εθνικοσοσιαλισμός έπειτα και τέλος σοβιετικός σοσιαλισμός). Μετά την «πτώση», η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην δημογραφική κατάρρευση των κοινωνιών αυτών, όλοι φαντάζονταν πως θα δημιουργούνταν στην ευρύτερη περιοχή μικρές «Αγγλίες, Γαλλίες και Αμερικές». Τι άραγε πήγε τόσο στραβά και δεν ενστερνίστηκαν αυτοί οι λαοί το ''Τέλος της Ιστορίας'';
Υπάρχει μια γενικότερη φράση που λέει: ''Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, η ατλαντική Ευρώπη ήταν η αυτοκρατορική καρδιά του κόσμου. Οι ΚεντροΕυρωπαίοι (άξονας) ήρθαν να διεκδικήσουν την ισχύ. Οι ΑνατολικοΕυρωπαίοι ήταν τα θύματα''. Αυτή την φράση θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας.
Είναι φανερό πως αρκετοί δεν πείστηκαν ότι όλα τα ιστορικά ζήτημα της περιοχής θα λύνονταν δια της -οικονομικής- απορροφήσεως στον υπερεθνικό γραφειοκρατικό μηχανισμό των Βρυξελλών (ο οποίος θα απορροφούσε και τους όποιους φόβους και κραδασμούς). Είναι φανερό, επίσης, πως αυτή η περιοχή της (Κεντρο)Ανατολικής Ευρώπης δεν επιθυμεί να εξανεμίσει την πολιτιστική της ιδιομορφία (*) σε στατιστικά νούμερα και σε υπολογιστές «οργανώσεως» της παραγωγής. Κρατώντας λοιπόν αυτή η περιοχή την πολιτιστική της ιδιομορφία (η οποία ουδόλως «δυτική» είναι με τον τρόπο που ορίζουν οι λιμπεραλιστές την «Δύση»), το πιθανότερο είναι πως θα ανοίξει τον δρόμο -αν δεν το έχει ήδη κάνει- για την δημιουργία μιας «ασύμμετρης Ευρώπης».
Έπεται να δούμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η -κυρίως ειπείν- «δυτική» Ευρώπη, δηλαδή η Γαλλία (βλέπε Λε Πεν) και η Αγγλία (βλέπε δημοψήφισμα). Οι εξελίξεις αυτές μάλλον θα καθορίσουν και την μελλοντική πορεία της -κυρίως ειπείν- κεντρικής Ευρώπης, δηλαδή του κάθετου γεωγραφικού άξονα Γερμανίας, Αυστρίας, Ιταλίας. Η Γερμανία, και να ήθελε δεν μπορεί να αγνοήσει τον φυσικό της ρόλο ως γεωγραφικού και πολιτιστικού συνδέσμου μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης (της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας).
Αν δείτε όλα τα κείμενα της ευρωμεσογειακής συνεργασίας από τις αρχές της δεκαετίας του '70, πάντοτε μιλούσαν για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών αλλαγών, αλλά στην ουσία αυτό που ενδιέφερε ήταν η ασφάλεια (αυτό εντάσσεται στις αντιφάσεις και την ασυνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων της Ε.Ε). Με δυο λόγια, το ζήτημα ήταν να διατηρηθούν κοσμικά ολοκληρωτικά καθεστώτα τα οποία θα έχουν ανάγκη την Ε.Ε και η Ε.Ε θα τα έχει ανάγκη, τα οποία μέσω της επιβολής ενός αστυνομικού κράτους θα είναι σε θέση να ανασχέσουν την ισλαμική άνοδο (μια άνοδος που στην ουσία ήταν λαϊκά κινήματα στις χώρες αυτές) και τις μεταναστευτικές ροές (γιατί πολύ απλά οι ροές δεν σταματούν στη θάλασσα).
Και μετά ήρθε η «Αραβική Άνοιξη». Αυτό ήταν το σημείο όπου μάλλον πίστευαν -ή φαντασιώνονταν- πως τα ολοκληρωτικά κοσμικά καθεστώτα θα έφταναν και αυτά με την σειρά τους στο «Τέλος της Ιστορίας» μετασχηματιζόμενα σε «δημοκρατίες» και πως η ισλαμική λαϊκή-μαζική άνοδος, κατά κάποιον μαγικό τρόπο, θα μετασχηματίζονταν σε «δημοκρατική». Αυτή ήταν η «δυτική» φαντασίωση και προπαγάνδα (κάτι τέτοιο φυσικά δεν συνέβη ούτε στην Ανατολική Ευρώπη ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο καθώς το «Τέλος της Ιστορίας» δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την τελευταία έκφραση της «δυτικής εκκοσμικευμένης» εσχατολογίας). Μια τέτοια κατάληξη θα αποτελούσε την κορύφωση μιας πολιτικής, η οποία παραδοσιακά μέσα από την αιρεσιμότητα και τις αξίες της Ε.Ε επιδίωκε να εξευρωπαϊσει τις μεσογειακές χώρες, αλλά στην ουσία να δημιουργήσει μια νέα αυτοκρατορία, με την έννοια της ασύμμετρης σχέσης με τους γείτονες της (Ε.Ε των 28 από την μια, με Τυνησία, Αίγυπτο ή Τουρκία ξεχωριστά, από την άλλη), όπου θα επιβάλλει τις δικές της αξίες φαινομενικά, αλλά στην ουσία τη δική της πολιτική.
Η αποτυχία αυτή οδήγησε από τα αναχωματικά κράτη-μαξιλάρια (buffer state/État tampon) της ΒορειοΑφρικανικής και ΜεσαΑνατολικής περιφέρειας στον μετασχηματισμό του δορυφορικού κράτους-κράτους πελάτη (client-satellite state) που ονομάζεται Ελλάδα σε αναχωματικό κράτος-μαξιλάρι (buffer state/État tampon) στο εσωτερικό πλέον της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Όταν τα αναχωματικά κράτη είναι ανεξάρτητα ακολουθούν συνήθως πολιτική ουδετερότητας (Ελβετία, και κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου η Αυστρία), γεγονός που τα ξεχωρίζει από τα δορυφορικά κράτη-πελάτες που είναι εξαρτημένα (όπως η Ελλάδα).
Επειδή, όμως, οι ροές δεν σταματούν στη θάλασσα, το δορυφορικό κράτος-πελάτης (client-satellite state) Ελλάδα -το οποίο βιώνει την ασύμμετρη αυτοκρατορική σχέση εδώ και ορισμένα χρόνια στο εσωτερικό της Ευρωζώνης- δεν μπορεί να αναλάβει τον ρόλο του buffer state/État tampon και παίρναμε στην πρωτοβουλία Ολλανδίας και Γερμανίας περί «Μικρής Σένγκεν» (στην οποία αντιδρά η Πολωνία) και Π.Γ.Δ.Μ (πρωτοβουλία Γερμανίας και Αυστρίας με την Ουγγαρία, την Τσεχία και τη Σλοβακία να υποστηρίζουν).
Έτσι, παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια την σταδιακή μετακίνηση του «εξωτερικού συνόρου» της Ε.Ε -μαζί με τις πολιτικές που το συνοδεύουν- στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου. Συγκεκριμένα τα φαινόμενα της ασύμμετρης σχέσης και των αναχωματικών κρατών-μαξιλάριών από τη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή φτάνουν στην Ελλάδα και την Π.Γ.Δ.Μ (ήταν πασιφανές -και το είχα γράψει- ότι θα μας ρούφαγαν οι «μαύρες τρύπες» όπως τις ονόμαζα). Σε αυτό το σημείο παρατηρούμε, πρώτον, πως οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μέσω της συζήτησης περί Π.Γ.Δ.Μ, στην πράξη παραδέχονται πως οι ροές δεν μπορούν να σταματήσουν στη θάλασσα (τα περί ferry boat που πηγαινοέρχονται είναι για μικρά παιδιά), και δεύτερον, την υποκρισία και τον λαϊκισμό τους καθώς στα λόγια το αποκρύπτουν (φταίει μόνον η Ελλάδα, ενώ το κλειδί το κρατάει στη στεριά η Τουρκία, όπως παλαιότερα η Λιβύη, ή σε δεύτερο επίπεδο τώρα, εκτός Σένγκεν η Π.Γ.Δ.Μ και εντός Σένγκεν η Σλοβενία και η Ουγγαρία - η οποία Ουγγαρία δεν έχει άσχημες σχέσεις με την Τουρκία. Για τον ρόλο της Τουρκίας θα επανέλθω).
Πρέπει να δούμε, πρώτον, το περιφερειακό επίπεδο -της κατάρρευσης- των Ευρωμεσογειακών σχέσεων, δεύτερον, τις σχέσεις Ε.Ε-Τουρκίας (οι οποίες σχετίζονται με τις Διατλαντικές σχέσεις και τα πάρε-δώσε), τρίτον, τις εσωτερικές σχέσεις στην Ε.Ε, και τέλος, το επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και τις ευθύνες της κυβέρνησης.
-----
Χυδαίο λαϊκισμό, χειραγώγηση και προπαγάνδα μικροκομματικών συμφερόντων προς άγρα ψήφων, αποτελεί η απόκρυψη της εξελικτικής πορείας των προηγούμενων διαστάσεων και ο μετασχηματισμός τους σε απλή εσωτερική διακομματική ή διαπαραταξιακή διαμάχη, η οποία βέβαια εξυπηρετεί την απόκρυψη της υποτακτικότητας και της εξάρτησης των κομματικών ηγεσιών (το εθελόδουλο ποντικάκι στο εξωτερικό που το παίζει περήφανο λιοντάρι στο εσωτερικό). Για τις ευθύνες της κυβέρνησης, θα επανέλθω.
II
Κατά τα λοιπά, μελλοντικά θα μπορούσε να συμβεί το εξής: Όπως εργαλειοποιήθηκε η οικονομική κρίση, θα μπορούσε να εργαλειοποιηθεί και η μεταναστευτική-προσφυγική προκειμένου να προχωρήσει ο σταδιακός μετασχηματισμός των εθνικών κρατών και να παγιωθεί η δημιουργία μεταεθνικών οντοτήτων, παράλληλα με την μεταφορά εξουσιών και κυριαρχίας από το εθνικό στο υπερεθνικό, μη εδαφικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτός ο μετασχηματισμός θα μπορούσε εκβιαστικά να προταθεί ως -η μόνη- λύση αντιμετώπισης της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης.Βέβαια, μια τέτοιας μορφής εξέλιξη -από ότι φαίνεται- θα συναντούσε αντιστάσεις στην ευρύτερη ευρωπαϊκή γεωγραφία και θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αποσύνθεση την Ε.Ε. Προκειμένου να αποφευχθούν οι ανεξέλεγκτες εγχώριες πολιτικές αντιδράσεις εναντίον της μετανάστευσης σε αυτά τα κράτη, πιθανότερη θα ήταν η δημιουργία ενός διεθνούς περιφερειακού μεταναστευτικού καθεστώτος. Την Ελλάδα, η οποία ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε πεδίο εξωτερίκευσης της πίεσης που νιώθουν πολλές κυβερνήσεις στο εσωτερικό τους, από ότι φαίνεται την προορίζουν για μετακύριαρχο εδαφικό τμήμα -χωματερή- αυτού του διεθνούς περιφερειακού μεταναστευτικού καθεστώτος. Αυτό είναι άλλωστε το μέλλον των δορυφορικών κρατών-πελατών (client-satellite states).
-----
Η λεγόμενη ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε -παλαιότερα- υποτίθεται πως θα λειτουργούσε παράλληλα με την χαλάρωση των συνόρων μεταξύ των εθνικών κρατών. Ενίσχυση εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε με παράλληλη χαλάρωση εσωτερικών -διακρατικών- συνόρων (και άνοδο ιεραρχίας). Είδαμε πως η αθρόα εισροή μεταναστών-προσφύγων (χαλάρωση εξωτερικών συνόρων) οδήγησε αμέσως στην ενίσχυση των εσωτερικών διακρατικών συνόρων (και την άνοδο της αναρχίας) εντός της Ε.Ε. Αυτή την πορεία επιδιώκουν να αντιστρέψουν. Δεν θα είναι εύκολο διότι έχει αποσταθεροποιηθεί -μετά από την «απελευθέρωση» και τον «εκδημοκρατισμό» της- όλη η περιφέρεια, από τη Βόρεια Αφρική (πυρήνας-Λιβύη) και την Μέση Ανατολή (πυρήνας-Συρία, Ιράκ), μέχρι την ανατολική Ευρώπη (πυρήνας-Ουκρανία).
III
Εάν και εφόσον -και μόνον τότε- στο Ηνωμένο Βασίλειο νιώθουν πως έχουν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση και τον κατάλληλο δυναμισμό (προφανώς και ορισμένα ακόμα στοιχεία στα οποία δεν θα επεκταθώ αυτή την στιγμή) για τον νέο παγκόσμιο ιστορικό κύκλο, θα πρέπει να αποκαταστήσουν την εθνική τους κυριαρχία (*), αποκηρύσσοντας την απατηλή προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσηςνα κατασκευάσει ένα μεταεθνικό υπερκράτος (στο οποίο δεν θα αποτελούν παρά μια μετακυρίαρχη -«ιστορική»- επαρχία). Η πιο ασφαλής λύση για το Ηνωμένο Βασίλειο θα ήταν να διατηρήσει για όσο δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί, το «δίπορτο». Άλλωστε όσους περισσότερους αστερίσκους και εξαιρέσεις επιτυγχάνει τόσο μεγαλύτερη ευελιξία και βαθμούς ελευθερίας κερδίζει.
-----
(*) Η -εθνική- κυριαρχία είναι απολύτως απαραίτητη για κράτη πρώτης γραμμής ή κομβικά κράτη (Κίνα, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Ινδία, Ιράν, Βραζιλία, Ινδονησία, Καζακστάν, Ιαπωνία κ.λπ) ή για μικρά και μεσαία κράτη που επιθυμούν να έχουν μεγάλους βαθμούς ελευθερίας και υψηλά επίπεδα ευελιξίας (Νορβηγία, Σιγκαπούρη, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Νότια Κορέα, Μαλαισία, Νότια Αφρική, Αυστραλία). Τα ευέλικτα κράτη που έχουν μεγάλους βαθμούς ελευθερίας και «πιβοτάρουν» έχουν μέλλον λαμπρό. Υπάρχουν περιοχές που η -εθνική- κυριαρχία είναι απαραίτητη και μπορεί να λειτουργήσει και περιοχές όπου κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
IV
Μπορείς να σκέφτεσαι με όρους «Δύσης» -την ίδια ώρα που οι Διατλαντικές σχέσεις είναι πιο αδύναμες από ποτέ και στο χειρότερο σημείο τους!- ή να σκέφτεσαι με όρους G-Zero world, multiplex world, pivot state ή άλλους. Οι άνθρωποι που σκέφτονται με όρους «Δύσης» δεν σκέφτονται με όρους πραγματικότητας αλλά με όρους ιδεολογίας. Ο όρος «Δύση», στις μέρες μας, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πολιτιστική προβιά ενός κάποιου «φιλελευθερισμού» (λιμπεραλισμού).
V
Αφήνοντας για λίγο στην άκρη τον περί αποσυνθέσεως της Ε.Ε προβληματισμό, ας σκεφτούμε την πιθανότητα δημιουργίας μιας «ασύμμετρης Ευρώπης». Είναι φανερό πως τα κράτη της ομάδας Βίζενγκραντ (Visegrád Group), δηλαδή η Πολωνία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία, κατά την πορεία τους προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» δεν κατευθύνονται προς την Ευρώπη του λιμπεραλισμού, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση.Προσεγγίζοντας ανιστορικά και επιφανειακά την περιοχή αυτή της (Κεντρο)Ανατολικής Ευρώπης, πολλά πράγματα μπορεί να πει κανείς και πολλές κατηγορίες μπορεί να εξαπολύσει (ιδιαίτερα από τη δική μας σκοπιά, καθώς η πορεία των προηγούμενων κρατών προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» λειτουργεί εις βάρος της μεσογείου, κυρίως εις βάρος της Ελλάδας και σε μικρότερο βαθμό της Ιταλίας). Το ζήτημα είναι πως η Πολωνία έχει διαμελιστεί τρεις φορές ιστορικά, και πως γενικότερα η περιοχή αποτέλεσε το ατυχές πειραματικό εργαστήριο και των τριών ιδεολογικών πειραμάτων του 20ου αιώνα (φιλελευθερισμός μετά το 1918, εθνικοσοσιαλισμός έπειτα και τέλος σοβιετικός σοσιαλισμός). Μετά την «πτώση», η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην δημογραφική κατάρρευση των κοινωνιών αυτών, όλοι φαντάζονταν πως θα δημιουργούνταν στην ευρύτερη περιοχή μικρές «Αγγλίες, Γαλλίες και Αμερικές». Τι άραγε πήγε τόσο στραβά και δεν ενστερνίστηκαν αυτοί οι λαοί το ''Τέλος της Ιστορίας'';
Υπάρχει μια γενικότερη φράση που λέει: ''Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, η ατλαντική Ευρώπη ήταν η αυτοκρατορική καρδιά του κόσμου. Οι ΚεντροΕυρωπαίοι (άξονας) ήρθαν να διεκδικήσουν την ισχύ. Οι ΑνατολικοΕυρωπαίοι ήταν τα θύματα''. Αυτή την φράση θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας.
Είναι φανερό πως αρκετοί δεν πείστηκαν ότι όλα τα ιστορικά ζήτημα της περιοχής θα λύνονταν δια της -οικονομικής- απορροφήσεως στον υπερεθνικό γραφειοκρατικό μηχανισμό των Βρυξελλών (ο οποίος θα απορροφούσε και τους όποιους φόβους και κραδασμούς). Είναι φανερό, επίσης, πως αυτή η περιοχή της (Κεντρο)Ανατολικής Ευρώπης δεν επιθυμεί να εξανεμίσει την πολιτιστική της ιδιομορφία (*) σε στατιστικά νούμερα και σε υπολογιστές «οργανώσεως» της παραγωγής. Κρατώντας λοιπόν αυτή η περιοχή την πολιτιστική της ιδιομορφία (η οποία ουδόλως «δυτική» είναι με τον τρόπο που ορίζουν οι λιμπεραλιστές την «Δύση»), το πιθανότερο είναι πως θα ανοίξει τον δρόμο -αν δεν το έχει ήδη κάνει- για την δημιουργία μιας «ασύμμετρης Ευρώπης».
Έπεται να δούμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η -κυρίως ειπείν- «δυτική» Ευρώπη, δηλαδή η Γαλλία (βλέπε Λε Πεν) και η Αγγλία (βλέπε δημοψήφισμα). Οι εξελίξεις αυτές μάλλον θα καθορίσουν και την μελλοντική πορεία της -κυρίως ειπείν- κεντρικής Ευρώπης, δηλαδή του κάθετου γεωγραφικού άξονα Γερμανίας, Αυστρίας, Ιταλίας. Η Γερμανία, και να ήθελε δεν μπορεί να αγνοήσει τον φυσικό της ρόλο ως γεωγραφικού και πολιτιστικού συνδέσμου μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης (της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας).
-----
(*) Εάν σκεφτεί κανείς πως είναι αυτή η ίδια περιοχή που δυσκόλεψε αρκετά το σοβιετικό σύστημα που τώρα αντιδρά στο «ευρωπαϊκό», μάλλον θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως η πολιτιστική της ιδιομορφία είναι αρκούντως... υποτιμημένη από την «δυτική» ιστοριογραφία.
I
Ένα νέο 2012 προ των πυλών;
Αρκετοί υποθέτουν πως, με αφορμή την εκλογή Μητσοτάκη, η Ν.Δ θα ανακάμψει δυναμικά, οδηγώντας σε μια «πανστρατιά» τις δυνάμεις μιας κάποιας «δεξιάς» υπό την ηγεσία «του εκσυγχρονισμού και του μεταρρυθμισμού» κ.λπ. Κάτι τέτοιο αποτελεί όμως περισσότερο αφήγηση, επιθυμία και τεχνητά κατασκευασμένο κλίμα, παρά ορθολογικό συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένα. Εάν βάλουμε κάτω τα δεδομένα, μάλλον θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα δύο αδύναμων κομμάτων (ανεξάρτητα από το εάν η Ν.Δ ξεπεράσει τον Συ.Ριζ.Α), ενός ανίσχυρου ψοφοδεούς ψευτοδικομματισμού (απολύτως ευάλωτου ή εξαρτημένου από εξωεθνικούς παράγοντες ή στηρίγματα) και ενός κομματικού συστήματος που βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Είναι φανερό πως παράλληλα με την απώλεια και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων, παρατηρείται η συρρίκνωση και ο περιορισμός των εδαφικών βάσεων των κυβερνήσεων και των παραδοσιακών κομμάτων (ή των «κομμάτων του κατεστημένου» όπως ονομάζονται από αρκετούς αναλυτές) στις πρωτεύουσες των κρατών - ή σε ένα πολύ περιορισμένο δίκτυο αστικών κέντρων. Στην περιφέρεια είναι εξαφανισμένα. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, την δημιουργία δύο παράλληλων κόσμων (και εν πολλοίς δύο παράλληλων πολιτικών συστημάτων). Η πρωτεύουσα ή το κέντρο από την μια μεριά (εδώ έχουμε και τα μεγάλα μήντια), και από την άλλη η επαρχία ή η περιφέρεια (όπου η αποχή ήταν και αρκετά μεγαλύτερη). Τα κόμματα του κατεστημένου, μαζί με τους αριστεροδεξιούς στρατούς τους, κατασκευάζουν τους γυάλινους πύργους τους και οχυρώνονται στο κέντρο ή συσπειρώνονται στις πρωτεύουσες. Ουσιαστικά αυτό αποτελεί εσωτερίκευση εντός των εθνικών κρατών του σχήματος Υπερεθνική Γραφειοκρατία-Βρυξέλλες το οποίο μετασχηματίζεται σε Κόμματα Κατεστημένου-Πρωτεύουσα.
Η Αθήνα, το κέντρο, με την διαφορετική της κοινωνική σύσταση, καθημερινότητα και ιδεολογική ετερογένεια, δείχνει να ζει στην -παγκοσμιοποιημένη και ευρωγενή- κοσμάρα της. Η ατμόσφαιρα στην περιφέρεια είναι περίεργη -ίσως αντιπολιτική-, απροσδιόριστη και μάλλον υπόρρητα ριζοσπαστικοποιήμενη.
Η απονομιμοποίηση του κομματικού συστήματος, η ανυπαρξία συναίνεσης (η οποία κατασκευάζεται με τεχνητό τρόπο ενδο-κοινοβουλευτικά με τη βοήθεια των μήντια και όχι μέσω της σχέσης πολιτών-κομμάτων) και το κενό αντιπροσώπευσης, δηλαδή τα τρία σημαντικότερα χαρακτηριστικά της περιόδου που εγκαινιάζεται με την εγκαθίδρυση του μεταπτωχευτικού καθεστώτος, από ότι φαίνεται θα συναντηθούν με το σχήμα κέντρο-περιφέρεια ή πρωτεύουσα-επαρχία.
Βρισκόμαστε άραγε μπροστά σε ένα νέο 2012, που θα έχει έντονο το άρωμα της αντίθεσης κέντρου-πρωτεύουσας από τη μια μεριά και περιφέρειας-επαρχίας από την άλλη; (οι διαμαρτυρίες των κατοίκων μέρους της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας για διαφορετικά ζητήματα -αγροτικό, μεταναστευτικό- είναι μονάχα φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους). Θα δούμε.
Για την κατάσταση αυτή, εγκλωβισμού, αδιεξόδου, ''lose-lose''και αποσύνθεσης, υπάρχουν ευθύνες. Οι ευθύνες αυτές πρέπει να αποδοθούν προκειμένου η Ελλάδα να έχει πιθανότητες να προχωρήσει (η παρωδία που ζούμε από το 2008 και μετά, έχει να κάνει με την μη απόδοση ευθυνών, την διάσωση, αυτοαθώωση, ανακύκλωση και επανανομιμοποίηση του κομματικού συστήματος, το οποίο αποσυντίθεται παρασύροντας τη χώρα μαζί του).
Η Ελλάδα θα έχει πιθανότητες να δει φως στο τούνελ, όταν οι ένοχοι δεν θα τολμούν να το παίζουν κριτές και τιμητές (όταν για παράδειγμα ο κ. Σημίτης, ο οποίος είναι υπόλογος, θα σκέφτεται περισσότερο πριν μιλήσει και δεν θα βρίσκεται στο απυρόβλητο). Όσο οι ένοχοι θα το παίζουν κριτές και τιμητές, και η μίζα και η διαφθορά θα παρουσιάζεται ως κάθαρση και μεταρρύθμιση, η Ελλάδα θα σέρνεται και θα αποσυντίθεται.
Η διαφορά στις εκλογές του 2000 ήταν 72.373 ψήφοι στο σύνολο της χώρας, η μικρότερη ιστορικά, ενώ παράλληλα είχαμε 158.516 άκυρες ψήφους. Το πρώτο κόμμα έλαβε 3.007.596 ψήφους και το δεύτερο 2.935.196. Τότε είχαμε την αλλοίωση του πολιτικού συστήματος και τη νόθευση της λαϊκής βούλησης που μας εισήγαγε στον αυτόματο ευρωπαϊκό πιλότο (κατά τα άλλα ορισμένοι αναρωτιούνται πως φτάσαμε εδώ). Τότε είχαμε την εγκαθίδρυση της εξωεθνικά και εξωθεσμικά καθοδηγούμενης και ελεγχόμενης ευρω«τριτοκοσμικής» δημοκρατίας εν μέσω αποθέωσης του ψευδο-εκσυγχρονισμού και ψευδο-ευρωπαϊσμού (μεγαλύτερη απάτη από την προβολή του -συστήματος του- σημιτισμού ως «εκσυγχρονισμού» δεν έχει υπάρξει στη νεώτερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας).
Βλέπετε το «πρότζεκτ», η πορεία της χώρας, βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή και έπρεπε να συνεχιστεί ''πάση θυσία'' (από τον κ. Σημίτη). Και φυσικά από το ''πάση θυσία''του 2000 φτάσαμε στο σημερινό ''πάση θυσία''. Μονάχα άσχετα δεν είναι αυτά τα δύο μεταξύ τους. Χαρακτηρίζονται από εσωτερική λογική συνοχή, συνέπεια και συνέχεια. Ο εκφυλισμός και η ατιμωρησία του ''πάση θυσία''το 2000, η μη κάθαρση και ο εξωθεσμικός και εξωεθνικός έλεγχος διόγκωσαν τη διαφθορά και το δανεισμό το 2004, προετοίμασαν το 2008-9 και οδήγησαν στο σημερινό ''πάση θυσία''.
Η επιχείρηση αποκλεισμού και απομόνωσης της Ελλάδας αποτελεί πρώτον, προσπάθεια απαγκίστρωσης ενός τμήματος της ηπειρωτικής Ευρώπης από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων (δηλαδή τάση για περιορισμό στην κεντρική της γεωγραφία) και δεύτερον, σύμπτωμα της αποσύνθεσης ή/και του κατακερματισμού του «δυτικού» -ευρωατλαντικού- συστήματος της μεταδιπολικής περιόδου.
Σε ότι αφορά εμάς, μας επαναφέρει στην περίοδο του πρώτου «ευχαριστώ» και στην κληρονομία του.
Το κύριο σύνθημα του πολιτικού συστήματος πως «η Ελλάδα είναι μέρος του ''σκληρού πυρήνα''της Ευρώπης» αποτελεί νεκρό γράμμα. Η περιφερειοποίηση της Ελλάδας δεν εξαρτάται από κάποια φαντασιακή και υποτιθέμενη «αποφασιστικότητα ή θέληση» της να «ανήκει στην Ευρώπη». Η περίοδος της «ισχυρής Ελλάδας ''μέσα''στην Ευρώπη» ξεκίνησε με ένα «ευχαριστώ» και ολοκληρώνεται με ένα ακόμα (τα δύο αυτά «ευχαριστώ» χαρακτηρίζονται από εσωτερική λογική συνοχή, συνέπεια και συνέχεια). Απλά στο ενδιάμεσο υπήρξαν πολλές «λογιστικές μονάδες» και πολύ «Ευρώλογία».
Ποντάροντας όλα τους τα λεφτά «στην Ευρώπη» πίστευαν πως θα απέφευγαν την περιφερειοποίηση σε σχέση με την Τουρκία και τον αναθεωρητισμό της. Και τώρα είναι η ίδια «η Ευρώπη» που τους οδηγεί σε περιφερειοποίηση (η οποία «Ευρώπη» κατά τη διάρκεια των Ιμίων σφύριζε κλέφτικα ή έβλεπε όνειρα).
Εκείνη την περίοδο, του πρώτου «ευχαριστώ», σηματοδοτήθηκαν τα εξής (αντιγράφω από Η προίκα των Ιμίων - Γιώργος Βοσκόπουλος): Πρώτον, η Ελλάδα εξήλθε της κρίσης έχοντας καταγράψει απώλεια κυριαρχίας επί εθνικού εδάφους (στα ίδια οδηγούμαστε τώρα). Εκτοτε, στη διεθνή βιβλιογραφία τα Ίμια αναφέρονται ως «αμφισβητούμενη περιοχή» (disputed area). Δεύτερον, η χώρα επλήγη σε επίπεδο διεθνούς κύρους, αφού η ηγεσία της κατέδειξε εμφανή αδυναμία να διαχειριστεί την κρίση με τρόπο που να προστατεύσει στοιχειωδώς ζωτικά εθνικά συμφέροντα (ομοίως). Τρίτον, φάνηκε η ανεπάρκεια -και ηθική υπόσταση- του πολιτικού προσωπικού (η οποία συνεχίζεται). Έγινε απόπειρα σπίλωσης της μνήμης των νεκρών και απόδοσης της πτώσης του ελικοπτέρου σε vertigo που έπαθαν οι δύο πιλότοι. Η γραμμή άμυνας των Κ. Σημίτη και Θ. Πάγκαλου θεμελιώθηκε στην καταδίκη των επικριτών τους ως ακραίων εθνικιστών (η γραμμή τώρα είναι πως «ο λαός δεν μπορεί», «τα φάγαμε όλοι μαζί», «το εμπόδιο είναι ο εθνολαϊκισμός» - εν τω μεταξύ θα ήθελα να ήξερα στην «προστασία του συντηρητικού κατεστημένου» μεταξύ 1996-2016 ποιες κυβερνήσεις συνέβαλλαν, οι εθνολαϊκιστικές; Είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με μια αμετανόητη στάση μη παραδοχής λαθών, αποτυχιών και αποδοχής ευθυνών - σε πολλαπλά επίπεδα, στο οικονομικό επίσης). Τέταρτον, η ελληνική ηγεσία παραβίασε έναν κανόνα που διδάσκεται σε όλα τα τμήματα στρατηγικών σπουδών ανά τον κόσμο. Ότι η πολιτική ηγεσία δεν επιρρίπτει τις ευθύνες μίας εθνικής αποτυχίας στη στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και σε περίπτωση επιχειρησιακής αδυναμίας προστατεύει το κύρος των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η προίκα των Ιμίων είναι η εθνική μας ηττοπάθεια, η κατάρρευση σε συνθήκες πολιτικο-στρατιωτικής (οικονομικής τώρα) πίεσης, ο ερασιτεχνισμός, η ανούσια ομφαλοσκόπηση, η αποποίηση ευθυνών, πράξη πολιτικά άνανδρη και συνταγματικά ανήθικη (όλα ισχύουν στο έπακρο). Οι μικροί ηγέτες προκαλούν μεγάλες απώλειες, οι μεγάλοι μικρές ή μεγάλες νίκες. Ας τους θυμόμαστε και τους δύο.
Μέσω του ''ρυθμιστικού''καθεστώτος μεταναστών και προσφύγων που ξεκινούν από τη Συρία και φτάνουν στην Ελλάδα, η Τουρκία -εν τέλει- μάλλον θα καταφέρει να βάλει πόδι τόσο σε τμήμα της βόρειας Συρίας -αν και δύσκολα λόγω Ρώσίας και της υφής της Μέσης Ανατολής- όσο και στο ανατολικό Αιγαίο (στο βόρειο Ιράκ έχει ήδη βάλει). Η διαφορά είναι πως στην περίπτωση της Συρίας -εφόσον τα καταφέρει- θα είναι μετά από τεράστιο κόπο και βάσανα, απώλεια διπλωματικού κεφαλαίου και πιθανή εσωτερική αποσταθεροποίηση της, ενώ στην περίπτωση του Αιγαίου -όλα δείχνουν πως- θα είναι «ευκολάκι» (εάν δε, συνυπολογίσουμε και την επίλυση του Κυπριακού που έρχεται τους επόμενους μήνες, όλα βαίνουν «ομαλά»).
[2] Η πλάκα είναι πως οι μαρξιστικές αναλύσεις περισσότερο συνέβαλαν σε μια κάποια μυθοποίηση της λεγόμενης «αστικής τάξης» στην Ελλάδα παρά σε κάποια -υποτιθέμενη- «καταπολέμηση» της.
Αρκετοί υποθέτουν πως, με αφορμή την εκλογή Μητσοτάκη, η Ν.Δ θα ανακάμψει δυναμικά, οδηγώντας σε μια «πανστρατιά» τις δυνάμεις μιας κάποιας «δεξιάς» υπό την ηγεσία «του εκσυγχρονισμού και του μεταρρυθμισμού» κ.λπ. Κάτι τέτοιο αποτελεί όμως περισσότερο αφήγηση, επιθυμία και τεχνητά κατασκευασμένο κλίμα, παρά ορθολογικό συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένα. Εάν βάλουμε κάτω τα δεδομένα, μάλλον θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα δύο αδύναμων κομμάτων (ανεξάρτητα από το εάν η Ν.Δ ξεπεράσει τον Συ.Ριζ.Α), ενός ανίσχυρου ψοφοδεούς ψευτοδικομματισμού (απολύτως ευάλωτου ή εξαρτημένου από εξωεθνικούς παράγοντες ή στηρίγματα) και ενός κομματικού συστήματος που βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Είναι φανερό πως παράλληλα με την απώλεια και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων, παρατηρείται η συρρίκνωση και ο περιορισμός των εδαφικών βάσεων των κυβερνήσεων και των παραδοσιακών κομμάτων (ή των «κομμάτων του κατεστημένου» όπως ονομάζονται από αρκετούς αναλυτές) στις πρωτεύουσες των κρατών - ή σε ένα πολύ περιορισμένο δίκτυο αστικών κέντρων. Στην περιφέρεια είναι εξαφανισμένα. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, την δημιουργία δύο παράλληλων κόσμων (και εν πολλοίς δύο παράλληλων πολιτικών συστημάτων). Η πρωτεύουσα ή το κέντρο από την μια μεριά (εδώ έχουμε και τα μεγάλα μήντια), και από την άλλη η επαρχία ή η περιφέρεια (όπου η αποχή ήταν και αρκετά μεγαλύτερη). Τα κόμματα του κατεστημένου, μαζί με τους αριστεροδεξιούς στρατούς τους, κατασκευάζουν τους γυάλινους πύργους τους και οχυρώνονται στο κέντρο ή συσπειρώνονται στις πρωτεύουσες. Ουσιαστικά αυτό αποτελεί εσωτερίκευση εντός των εθνικών κρατών του σχήματος Υπερεθνική Γραφειοκρατία-Βρυξέλλες το οποίο μετασχηματίζεται σε Κόμματα Κατεστημένου-Πρωτεύουσα.
Η Αθήνα, το κέντρο, με την διαφορετική της κοινωνική σύσταση, καθημερινότητα και ιδεολογική ετερογένεια, δείχνει να ζει στην -παγκοσμιοποιημένη και ευρωγενή- κοσμάρα της. Η ατμόσφαιρα στην περιφέρεια είναι περίεργη -ίσως αντιπολιτική-, απροσδιόριστη και μάλλον υπόρρητα ριζοσπαστικοποιήμενη.
Η απονομιμοποίηση του κομματικού συστήματος, η ανυπαρξία συναίνεσης (η οποία κατασκευάζεται με τεχνητό τρόπο ενδο-κοινοβουλευτικά με τη βοήθεια των μήντια και όχι μέσω της σχέσης πολιτών-κομμάτων) και το κενό αντιπροσώπευσης, δηλαδή τα τρία σημαντικότερα χαρακτηριστικά της περιόδου που εγκαινιάζεται με την εγκαθίδρυση του μεταπτωχευτικού καθεστώτος, από ότι φαίνεται θα συναντηθούν με το σχήμα κέντρο-περιφέρεια ή πρωτεύουσα-επαρχία.
Βρισκόμαστε άραγε μπροστά σε ένα νέο 2012, που θα έχει έντονο το άρωμα της αντίθεσης κέντρου-πρωτεύουσας από τη μια μεριά και περιφέρειας-επαρχίας από την άλλη; (οι διαμαρτυρίες των κατοίκων μέρους της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας για διαφορετικά ζητήματα -αγροτικό, μεταναστευτικό- είναι μονάχα φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους). Θα δούμε.
-----
Σημ. Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρήθηκαν στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία κ.λπ. Διαβάζοντας ένα κείμενο σχετικά με το Brexit (στο project syndicate, αν θυμάμαι καλά), στα σχόλια υπήρξε το εξής ερώτημα: ''Συμφέρει άραγε κανέναν εκτός Λονδίνου να παραμείνει το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ε.Ε''; Στα πλαίσια αυτά καλό είναι να θυμηθούμε πως ο σημερινός Πρωθυπουργός στις ομιλίες του μεταξύ δημοψηφίσματος και εκλογών τόνισε αρκετές φορές το ''Πολίτες της Αθήνας''. Όλο και περισσότερο τα κόμματα του κέντρου, μέσω της αποσύνδεσης κράτους-κοινωνίας, θα βασίζονται στους ''Πολίτες της Αθήνας''. Όπως τα εθνικά κράτη και τα πολιτικά συστήματα αυτών επιβαρύνονται και αναλαμβάνουν όλη τη φθορά και τα βάρη -της ανεπάρκειας και των πολιτικών επιλογών- της υπερεθνικής γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, έτσι και οι επαρχίες και οι περιφέρειες των εθνικών κρατών επιβαρύνονται και αναλαμβάνουν όλη τη φθορά και τα βάρη -της ανεπάρκειας και των πολιτικών επιλογών- του κομματικού κατεστημένου των πρωτευουσών των εθνικών κρατών. Οι οποίες πρωτεύουσες σαφώς και παρασιτούν επί -και ζουν εις βάρος- των ιστορικών περιφερειών τους (από τις οποίες είναι απολύτως εξαρτώμενες). Όπως και να 'χει. Το -παλαιό- «αριστερά-δεξιά» αποτελεί κενό γράμμα (όσο και εάν δεν θέλει το «κέντρο» να το παραδεχτεί).
II
Η φράση ''πάση θυσία''καθρεφτίζει το αδιέξοδο που προέκυψε από εσφαλμένες επιλογές. Η φράση ''πάση θυσία''φανερώνει τον εγκλωβισμό σε μια κατάσταση ''lose-lose''.Για την κατάσταση αυτή, εγκλωβισμού, αδιεξόδου, ''lose-lose''και αποσύνθεσης, υπάρχουν ευθύνες. Οι ευθύνες αυτές πρέπει να αποδοθούν προκειμένου η Ελλάδα να έχει πιθανότητες να προχωρήσει (η παρωδία που ζούμε από το 2008 και μετά, έχει να κάνει με την μη απόδοση ευθυνών, την διάσωση, αυτοαθώωση, ανακύκλωση και επανανομιμοποίηση του κομματικού συστήματος, το οποίο αποσυντίθεται παρασύροντας τη χώρα μαζί του).
Η Ελλάδα θα έχει πιθανότητες να δει φως στο τούνελ, όταν οι ένοχοι δεν θα τολμούν να το παίζουν κριτές και τιμητές (όταν για παράδειγμα ο κ. Σημίτης, ο οποίος είναι υπόλογος, θα σκέφτεται περισσότερο πριν μιλήσει και δεν θα βρίσκεται στο απυρόβλητο). Όσο οι ένοχοι θα το παίζουν κριτές και τιμητές, και η μίζα και η διαφθορά θα παρουσιάζεται ως κάθαρση και μεταρρύθμιση, η Ελλάδα θα σέρνεται και θα αποσυντίθεται.
-----
1. Για το αδιέξοδο και την κατάσταση ''lose-lose'' (και τους εκβιασμούς που προκύπτούν από αυτήν), για την ένταση και την σφοδρότητα της κρίσης, δεν φταίνε οι νεκροί αλλά οι ζωντανοί 2. Όσοι επιθυμούν εξεταστικές για την τελευταία περίοδο, να τις επεκτείνουν και για τις περιόδους Καραμανλή και Σημίτη 3. Οποιαδήποτε πολιτική κίνηση θα πρέπει να ενσωματώνει στην ταυτότητα της -ανάμεσα σε άλλα φυσικά- το στοιχείο της αντι-διαφθοράς (η διαφθορά δεν σχετίζεται μονάχα με τις εσωτερικές, αλλά και με τις εξωτερικές σχέσεις μιας χώρας).
III
Στις εκλογές του 2000 ψήφισαν -όχι οι πολίτες άλλα- η siemens και οι δημοσκοπήσεις, το χρηματιστήριο και οι μίζες, για να έρχεται προκλητικά το 2016 ο κ. Σημίτης να μας μιλά για «εκσυγχρονισμό και μεταρρύθμιση», για «διαφθορά και διαπλοκή».Η διαφορά στις εκλογές του 2000 ήταν 72.373 ψήφοι στο σύνολο της χώρας, η μικρότερη ιστορικά, ενώ παράλληλα είχαμε 158.516 άκυρες ψήφους. Το πρώτο κόμμα έλαβε 3.007.596 ψήφους και το δεύτερο 2.935.196. Τότε είχαμε την αλλοίωση του πολιτικού συστήματος και τη νόθευση της λαϊκής βούλησης που μας εισήγαγε στον αυτόματο ευρωπαϊκό πιλότο (κατά τα άλλα ορισμένοι αναρωτιούνται πως φτάσαμε εδώ). Τότε είχαμε την εγκαθίδρυση της εξωεθνικά και εξωθεσμικά καθοδηγούμενης και ελεγχόμενης ευρω«τριτοκοσμικής» δημοκρατίας εν μέσω αποθέωσης του ψευδο-εκσυγχρονισμού και ψευδο-ευρωπαϊσμού (μεγαλύτερη απάτη από την προβολή του -συστήματος του- σημιτισμού ως «εκσυγχρονισμού» δεν έχει υπάρξει στη νεώτερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας).
Βλέπετε το «πρότζεκτ», η πορεία της χώρας, βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή και έπρεπε να συνεχιστεί ''πάση θυσία'' (από τον κ. Σημίτη). Και φυσικά από το ''πάση θυσία''του 2000 φτάσαμε στο σημερινό ''πάση θυσία''. Μονάχα άσχετα δεν είναι αυτά τα δύο μεταξύ τους. Χαρακτηρίζονται από εσωτερική λογική συνοχή, συνέπεια και συνέχεια. Ο εκφυλισμός και η ατιμωρησία του ''πάση θυσία''το 2000, η μη κάθαρση και ο εξωθεσμικός και εξωεθνικός έλεγχος διόγκωσαν τη διαφθορά και το δανεισμό το 2004, προετοίμασαν το 2008-9 και οδήγησαν στο σημερινό ''πάση θυσία''.
IV
Αυτό που επιχειρείται, δηλαδή, πρώτον, η μεταβολή της χώρας σε κλοτσοσκούφι, αποδιοπομπαίο τράγο και «νεκρό σημείο» ή πεδίο εξωτερίκευσης της πίεσης που νιώθουν στο εσωτερικό τους πολλά ευρωπαϊκά καθεστώτα σε σχέση με το προσφυγικό-μεταναστευτικό, και δεύτερον, η μετατροπή της σε αποθήκη ή καταυλισμό, χωματερή ή στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων παράλληλα με την απομόνωση της και τον περιορισμό της κυριαρχίας της (σύνορα, φράχτες, παραχωρήσεις, περιπολίες), αποτελεί το επόμενο στάδιο της περιφερειοποίησης και απομάκρυνσης της Ελλάδας από τον κυρίως «ευρωπαϊκό πυρήνα». Αυτό δεν είναι πρόσφατο. Αποτελεί συνέχεια και αποκορύφωση της κατάστασης που ξεκίνησε με την οικονομική διαχείριση της κρίσης και το ύψωμα των οικονομικών «φραχτών» προς αποκλεισμό και απομόνωση της -«μολυσμένης»- Ελλάδας. Καυτηριάστηκε και απομονώθηκε το άκρο οικονομικά. Το ίδιο συμβαίνει, τώρα, σε επίπεδο ασφαλείας.Η επιχείρηση αποκλεισμού και απομόνωσης της Ελλάδας αποτελεί πρώτον, προσπάθεια απαγκίστρωσης ενός τμήματος της ηπειρωτικής Ευρώπης από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων (δηλαδή τάση για περιορισμό στην κεντρική της γεωγραφία) και δεύτερον, σύμπτωμα της αποσύνθεσης ή/και του κατακερματισμού του «δυτικού» -ευρωατλαντικού- συστήματος της μεταδιπολικής περιόδου.
Σε ότι αφορά εμάς, μας επαναφέρει στην περίοδο του πρώτου «ευχαριστώ» και στην κληρονομία του.
Το κύριο σύνθημα του πολιτικού συστήματος πως «η Ελλάδα είναι μέρος του ''σκληρού πυρήνα''της Ευρώπης» αποτελεί νεκρό γράμμα. Η περιφερειοποίηση της Ελλάδας δεν εξαρτάται από κάποια φαντασιακή και υποτιθέμενη «αποφασιστικότητα ή θέληση» της να «ανήκει στην Ευρώπη». Η περίοδος της «ισχυρής Ελλάδας ''μέσα''στην Ευρώπη» ξεκίνησε με ένα «ευχαριστώ» και ολοκληρώνεται με ένα ακόμα (τα δύο αυτά «ευχαριστώ» χαρακτηρίζονται από εσωτερική λογική συνοχή, συνέπεια και συνέχεια). Απλά στο ενδιάμεσο υπήρξαν πολλές «λογιστικές μονάδες» και πολύ «Ευρώλογία».
Ποντάροντας όλα τους τα λεφτά «στην Ευρώπη» πίστευαν πως θα απέφευγαν την περιφερειοποίηση σε σχέση με την Τουρκία και τον αναθεωρητισμό της. Και τώρα είναι η ίδια «η Ευρώπη» που τους οδηγεί σε περιφερειοποίηση (η οποία «Ευρώπη» κατά τη διάρκεια των Ιμίων σφύριζε κλέφτικα ή έβλεπε όνειρα).
Εκείνη την περίοδο, του πρώτου «ευχαριστώ», σηματοδοτήθηκαν τα εξής (αντιγράφω από Η προίκα των Ιμίων - Γιώργος Βοσκόπουλος): Πρώτον, η Ελλάδα εξήλθε της κρίσης έχοντας καταγράψει απώλεια κυριαρχίας επί εθνικού εδάφους (στα ίδια οδηγούμαστε τώρα). Εκτοτε, στη διεθνή βιβλιογραφία τα Ίμια αναφέρονται ως «αμφισβητούμενη περιοχή» (disputed area). Δεύτερον, η χώρα επλήγη σε επίπεδο διεθνούς κύρους, αφού η ηγεσία της κατέδειξε εμφανή αδυναμία να διαχειριστεί την κρίση με τρόπο που να προστατεύσει στοιχειωδώς ζωτικά εθνικά συμφέροντα (ομοίως). Τρίτον, φάνηκε η ανεπάρκεια -και ηθική υπόσταση- του πολιτικού προσωπικού (η οποία συνεχίζεται). Έγινε απόπειρα σπίλωσης της μνήμης των νεκρών και απόδοσης της πτώσης του ελικοπτέρου σε vertigo που έπαθαν οι δύο πιλότοι. Η γραμμή άμυνας των Κ. Σημίτη και Θ. Πάγκαλου θεμελιώθηκε στην καταδίκη των επικριτών τους ως ακραίων εθνικιστών (η γραμμή τώρα είναι πως «ο λαός δεν μπορεί», «τα φάγαμε όλοι μαζί», «το εμπόδιο είναι ο εθνολαϊκισμός» - εν τω μεταξύ θα ήθελα να ήξερα στην «προστασία του συντηρητικού κατεστημένου» μεταξύ 1996-2016 ποιες κυβερνήσεις συνέβαλλαν, οι εθνολαϊκιστικές; Είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με μια αμετανόητη στάση μη παραδοχής λαθών, αποτυχιών και αποδοχής ευθυνών - σε πολλαπλά επίπεδα, στο οικονομικό επίσης). Τέταρτον, η ελληνική ηγεσία παραβίασε έναν κανόνα που διδάσκεται σε όλα τα τμήματα στρατηγικών σπουδών ανά τον κόσμο. Ότι η πολιτική ηγεσία δεν επιρρίπτει τις ευθύνες μίας εθνικής αποτυχίας στη στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και σε περίπτωση επιχειρησιακής αδυναμίας προστατεύει το κύρος των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η προίκα των Ιμίων είναι η εθνική μας ηττοπάθεια, η κατάρρευση σε συνθήκες πολιτικο-στρατιωτικής (οικονομικής τώρα) πίεσης, ο ερασιτεχνισμός, η ανούσια ομφαλοσκόπηση, η αποποίηση ευθυνών, πράξη πολιτικά άνανδρη και συνταγματικά ανήθικη (όλα ισχύουν στο έπακρο). Οι μικροί ηγέτες προκαλούν μεγάλες απώλειες, οι μεγάλοι μικρές ή μεγάλες νίκες. Ας τους θυμόμαστε και τους δύο.
-----
Το «εθνικό συμφέρον», σε ολόκληρο τον πλανήτη, αποτελεί εξωτερίκευση του «δημοσίου συμφέροντος» και όχι «εθνολαϊκισμό», όπως λέει το κυρίαρχο σύνθημα. Τα ίδια ισχύουν και με την «κυριαρχία».
V
Είναι πραγματικά «απίστευτο» αυτό που συμβαίνει. Από τη μία μεριά, παρατηρείς την Τουρκία να επιχειρεί την εργαλειοποίηση του ΝΑΤΟ [1] προς όφελος της (τόσο στην περίπτωση της Συρίας -αποτυχημένα- όσο και στην περίπτωση της Ελλάδας) και από την άλλη, την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η περίφημη «αστική τάξη» [2] και οι κρατικές ελίτ -τρόπος του λέγειν- της Ελλάδας και δεν ξέρεις εάν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις.
-----
[1] Στην περίπτωση της Συρίας, η Τουρκία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει -αποτυχημένα- το ΝΑΤΟ για τη ''ρύθμιση''των πτήσεων, ουσιαστικά για την επιβολή εναέριου ελέγχου (no-fly zone) σε τμήμα των τουρκο-συριακών συνόρων το οποίο ήταν “highly unstable” (*), τελικά δεν τα κατάφερε και μετά άρχισαν να πέφτουν αεροπλάνα. Στην περίπτωση της Ελλάδας επιχειρείται η χρησιμοποίηση του ΝΑΤΟ σε τμήμα των ελληνο-τουρκικών συνόρων για τη ''ρύθμιση''των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών στο Αιγαίο προκειμένου η κατάσταση να «σταθεροποιηθεί» (επειδή είναι “highly unstable”).Μέσω του ''ρυθμιστικού''καθεστώτος μεταναστών και προσφύγων που ξεκινούν από τη Συρία και φτάνουν στην Ελλάδα, η Τουρκία -εν τέλει- μάλλον θα καταφέρει να βάλει πόδι τόσο σε τμήμα της βόρειας Συρίας -αν και δύσκολα λόγω Ρώσίας και της υφής της Μέσης Ανατολής- όσο και στο ανατολικό Αιγαίο (στο βόρειο Ιράκ έχει ήδη βάλει). Η διαφορά είναι πως στην περίπτωση της Συρίας -εφόσον τα καταφέρει- θα είναι μετά από τεράστιο κόπο και βάσανα, απώλεια διπλωματικού κεφαλαίου και πιθανή εσωτερική αποσταθεροποίηση της, ενώ στην περίπτωση του Αιγαίου -όλα δείχνουν πως- θα είναι «ευκολάκι» (εάν δε, συνυπολογίσουμε και την επίλυση του Κυπριακού που έρχεται τους επόμενους μήνες, όλα βαίνουν «ομαλά»).
[2] Η πλάκα είναι πως οι μαρξιστικές αναλύσεις περισσότερο συνέβαλαν σε μια κάποια μυθοποίηση της λεγόμενης «αστικής τάξης» στην Ελλάδα παρά σε κάποια -υποτιθέμενη- «καταπολέμηση» της.
-----
(*) 12 October 2015: US Secretary of State John Kerry last week reportedly instructed his staff to revisit plans for the establishment of a no-fly zone over Syria. Influential figures such as former US Secretary of State Hillary Clinton and Turkish President Recep Tayyip Erdogan have long supported the establishment of a no-fly zone, but the White House has been reticent. (bbc)
Κατά πασά πιθανότητα, τα σπασμένα αυτού του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα µέλη της), μη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει µε ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν αυτό πράγματι συμβεί, όπως φοβούμαι εντονώτατα, τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η Ιστορία.
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά - κάπως μετριασμένη - μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν'αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Η τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά µε τις ελπίδες και με τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το ομολογεί συνεχώς και άθελά της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη μια μεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισμένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάμα από την άλλη είναι υποχρεωμένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν µε άνεση οπότε το κρίνουν συµφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ'εαυτήν τα ήθη. Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα.
∆εν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ό,τι περισσότερο μπορεί· όμως για την ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια δεν έχει ούτε την οικονοµική ούτε τη στρατιωτική δύναμη να παίξει ηγεμονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουµανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο σύνθετη απ'ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα μιας Τουρκίας σήμερα 62 και αύριο 100 εκατομμυρίων κατοίκων, παράλληλα όμως τα ζωτικά της συµφέροντα δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η Τουρκία παραμένει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα όµως τα δικά της ζωτικά συμφέροντα τής υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονομικά αιτήματα.
Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή θα διεξάγεται στις επόμενες μία ή δύο δεκαετίες ένα συνεχές παζάρι, με εντάσεις και με υφέσεις, όπου τα τουρκικά αιτήματα συχνά θα υποστηρίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες άλλωστε μόλις πρόσφατα ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες μέλος. Κατά πασά πιθανότητα, τα σπασμένα αυτού του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα µέλη της), µη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει µε ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν αυτό πράγματι συμβεί, όπως φοβούμαι εντονώτατα, τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η Ιστορία.
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά - κάπως μετριασμένη - μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν'αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα...
Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων...
Η ανάρτηση αυτή έχει απλά το χαρακτήρα υπενθύμισης. Γι'αυτό και το πιθανότερο είναι πως θα αποσυρθεί. Όλα αυτά έχουν γραφεί κατ'επανάληψη.
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά - κάπως μετριασμένη - μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν'αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα.
.~`~.
Το απόσπασμα
Το απόσπασμα
Η τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά µε τις ελπίδες και με τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το ομολογεί συνεχώς και άθελά της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη μια μεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισμένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάμα από την άλλη είναι υποχρεωμένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν µε άνεση οπότε το κρίνουν συµφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ'εαυτήν τα ήθη. Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα.
∆εν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ό,τι περισσότερο μπορεί· όμως για την ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια δεν έχει ούτε την οικονοµική ούτε τη στρατιωτική δύναμη να παίξει ηγεμονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουµανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο σύνθετη απ'ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα μιας Τουρκίας σήμερα 62 και αύριο 100 εκατομμυρίων κατοίκων, παράλληλα όμως τα ζωτικά της συµφέροντα δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η Τουρκία παραμένει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα όµως τα δικά της ζωτικά συμφέροντα τής υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονομικά αιτήματα.
Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή θα διεξάγεται στις επόμενες μία ή δύο δεκαετίες ένα συνεχές παζάρι, με εντάσεις και με υφέσεις, όπου τα τουρκικά αιτήματα συχνά θα υποστηρίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες άλλωστε μόλις πρόσφατα ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες μέλος. Κατά πασά πιθανότητα, τα σπασμένα αυτού του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα µέλη της), µη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει µε ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν αυτό πράγματι συμβεί, όπως φοβούμαι εντονώτατα, τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η Ιστορία.
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά - κάπως μετριασμένη - μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν'αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα...
Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων...
Παναγιώτης Κονδύλης
Τέλη 20ου αιώνα
(1997)
Τέλη 20ου αιώνα
(1997)
Η ανάρτηση αυτή έχει απλά το χαρακτήρα υπενθύμισης. Γι'αυτό και το πιθανότερο είναι πως θα αποσυρθεί. Όλα αυτά έχουν γραφεί κατ'επανάληψη.
Η Ελλάδα, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και ύστερα, έστριψε το τιμόνι υπερβολικά ηπειρωτικό-ευρωπαϊκά. Και όπως ήταν αναμενόμενο, συνετρίβη. Η πλήρης σύνδεση και ενσωμάτωση της Ελλάδας σε μια ηπειρωτική ευρωπαϊκή υπερδομή που έχει ως κέντρο της τον άξονα Φρανκφούρτη, Βερολίνο, Βρυξέλλες, αποτέλεσε ανωμαλία και στρατηγικό σφάλμα πρώτου μεγέθους. Ο ηπειρωτισμός, σε μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας, μπορεί να λειτουργήσει γόνιμα μονάχα στα πλαίσια μιας ναυτικής-νησιωτικής εξισορρόπησης.
Ο ελλαδικός ευρωπαϊκός ηπειρωτισμός, ο οποίος απέκτησε μορφή, κατευθύνσεις και περιεχόμενα γύρω από έναν άξονα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ευρωκεντρικός γερμανοκίνητος εκσυγχρονισμός», κατέστρεψε τη χώρα (*).
Η υπερβολική στοχοπροσήλωση και μονομέρεια προς την Ευρώπη του Ρήνου διέλυσε την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο (όπως ισχυρίζονται). Η εμμονή με τον ευρωπαϊκό ηπειρωτισμό, η με πάθος επιδίωξη της Ευρώπης του Ρήνου ως μοναδικού στόχου, οδήγησε στον εγκλωβισμό, στην απομόνωση και τη συντριβή μας. Εμβαθύναμε υπερβολικά και βιαστικά και για αυτό εγκλωβιστήκαμε.
Αυτό, εν τέλει, συμβολίζει ή φανερώνει η όλη συζήτηση γύρω από το ευρωνομίσμα.
Η γεωγραφία της χώρας «φώναζε» πως η θεσμική σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη του Ρήνου, δηλαδή την Ε.Ε, όφειλε να είναι παρεμφερής ή ανάλογη με αυτή της Νορβηγίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Σουηδίας, της Δανίας, της Πολωνίας ή της Ελβετίας (**).
Οι οικονομιστές έχουν την τάση να αγνοούν και να υποτιμούν τη γεωγραφία. Η γεωγραφία όμως -και μαζί της η ιστορία- επιστρέφει και εκδικείται. Αυτό φανερώνει ένας χάρτης των χωρών της ζώνης Σένγκεν ή της ευρωζώνης (όπου η Ελλάδα δεν συνορεύει με καμία χώρα). Το ζήτημα της Σένγκεν ή του ευρώ δεν προκύπτει τυχαία. Φανερώνει την κατάρρευση της θεσμοκεντρικής λογικής.
Επιστρέφουμε σταδιακά στη σχέση που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα είχαμε με την Ευρώπη του Ρήνου (και που έχουν η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία κ.λπ), μετά από υπερβολικά μεγάλο κόστος και καταβάλλοντας δυσανάλογο τίμημα. Είναι πασιφανές, όχι μονάχα οικονομικά, πως το επίπεδο της καταστροφής θα ήταν μικρότερο εάν δεν είχαμε εισέλθει, δεν είχαμε εγκλωβιστεί, στην ευρωζώνη (δεν υπάρχει κανένα εσωτερικό κριτήριο ορθολογικής ερμηνείας της έντασης, της έκτασης και του βάθους της κρίσης - γι'αυτό άλλωστε αρκετοί ευρωκεντριστές καταλήγουν σε έναν κεκαλυμμένο ρατσισμό). Μάλιστα τώρα λένε πως δεν μπορούμε να φύγουμε! (δηλαδή εγκλωβιστήκαμε εις τον αιώνα τον άπαντα!). Αυτής της μορφής τα αδιέξοδα δεν προκύπτουν από έλλειψη «μεταρρυθμίσεων» (δεν καταρρέει απλά η οικονομία), προκύπτουν από σφάλματα στρατηγικού χαρακτήρα.
Οι δυνάμεις του -λεγόμενου- μεταρρυθμιστικού και εκσυγχρονιστικού κέντρου, της γαλλο-γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και δεξιάς (ευρωφιλελεύθερης ή χριστιανοδημοκρατικής), μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια -και λιγότερο- διέλυσαν τη χώρα ολοκληρωτικά, οδηγώντας τη στη μεγαλύτερη μεταπολεμική καταστροφή της. Η αποτυχία και η ήττα τους είναι στρατηγική και είτε θα συνθλίβουν -ή θα αλλάξουν μυαλά- είτε θα συνθλίψουν και θα πολτοποιήσουν ολοκληρωτικά την Ελλάδα.
(*) Δεν επιθυμώ να το εξειδικεύσω εθνοκεντρικά (π.χ, με τι καταστροφές βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, μόλις εισρέει σε υπερβολικό βαθμό η γερμανική ισχύ υπό διάφορες μορφές). Γενικά, οι εγκλωβισμοί και οι μονομέρειες οδηγούν νομοτελειακά σε ανωμαλίες και συντριβές, ενώ η εξισορρόπηση δύναμης προσφέρει βαθμούς ελευθερίας και περιθώρια ευελιξίας.
(**) Η Ελλάδα, μια χώρα «οντολογικά» νησιωτική, στα πλαίσια της εθνοκρατικής της συγκρότησης θα μπορούσε να έχει ως δέον, για παράδειγμα, την μετατροπή της σε Ελβετία της Μεσογείου, στη βάση της ουδετερότητας ενός ναυτιλιακού -αντί τραπεζικού της Ελβετίας των Άλπεων- κέντρου, το οποίο θα συνδυάζει ορισμένα ακόμα στοιχεία: π.χ. ουδέτερο διπλωματικά έδαφος (Δύση-Ρωσία, Ισραήλ-Άραβες, Σουνίτες-Σιίτες, Ε.Ε-Αραβικός Σύνδεσμος, αναπτυγμένοι-αναπτυσσόμενοι κ.α, η ίδια η ιστορική και γεωγραφική θέση, πολιτισμική συγκρότηση και ταυτότητα της Ελλάδας την οδηγεί να μην μπορεί να έχει ξεκάθαρη τοποθέτηση σε όλες αυτές τις αντιθέσεις και να αναπτύσσει σχιζοφρενικές τάσεις), πεδίο διαθρησκευτικού και διαπολιτισμικού διαλόγου, πολιτιστική οικονομία, διπλωματία και γλωσσομάθεια, σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς κ.λπ. Δηλαδή μια διαφορετικού τύπου παγκοσμιοποίηση, διεθνοποίηση ή οικουμενικοποίηση. Αυτή είναι μια προσέγγιση, όχι η μόνη. Θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες, περισσότερο «εδαφικές».
Η ουδετερότητα μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη και για το εσωτερικό μιας χώρας. Λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης της εξάρτησης, του ελέγχου και της αλλοίωσης του πολιτικού της συστήματος. «Καθαρίζει» και εξυγιαίνει το εσωτερικό της. Επίσης, αναπτύσσονται ελεύθερα όλες οι πνευματικές τάσεις και αποφεύγονται οι πολιτιστικοί ακρωτηριασμοί που επιβάλλονται για λόγους γεωπολιτικού ελέγχου. Τέλος, σε μια τρομερά ασταθής και επικίνδυνη περιοχή, η ουδετερότητα αποτελεί την πλέον ασφαλή επιλογή (ουδετερότητα δεν σημαίνει ανυπαρξία ενόπλων δυνάμεων. Ίσως μάλιστα, υπό τις παρούσες συνθήκες, να αποτελεί και τη μόνη οδό προς -στοιχειώδη- κυριαρχία και ανεξαρτησία). Η Ελβετία αποτελεί το γνωστότερο παράδειγμα χώρας υπό καθεστώς ουδετερότητας. Ιστορικά, η Σουηδία και η Αυστρία επίσης έχουν υιοθετήσει στάση ουδετερότητας στις διεθνείς τους σχέσεις.
Ο ελλαδικός ευρωπαϊκός ηπειρωτισμός, ο οποίος απέκτησε μορφή, κατευθύνσεις και περιεχόμενα γύρω από έναν άξονα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ευρωκεντρικός γερμανοκίνητος εκσυγχρονισμός», κατέστρεψε τη χώρα (*).
Η υπερβολική στοχοπροσήλωση και μονομέρεια προς την Ευρώπη του Ρήνου διέλυσε την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο (όπως ισχυρίζονται). Η εμμονή με τον ευρωπαϊκό ηπειρωτισμό, η με πάθος επιδίωξη της Ευρώπης του Ρήνου ως μοναδικού στόχου, οδήγησε στον εγκλωβισμό, στην απομόνωση και τη συντριβή μας. Εμβαθύναμε υπερβολικά και βιαστικά και για αυτό εγκλωβιστήκαμε.
Αυτό, εν τέλει, συμβολίζει ή φανερώνει η όλη συζήτηση γύρω από το ευρωνομίσμα.
Η γεωγραφία της χώρας «φώναζε» πως η θεσμική σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη του Ρήνου, δηλαδή την Ε.Ε, όφειλε να είναι παρεμφερής ή ανάλογη με αυτή της Νορβηγίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Σουηδίας, της Δανίας, της Πολωνίας ή της Ελβετίας (**).
Οι οικονομιστές έχουν την τάση να αγνοούν και να υποτιμούν τη γεωγραφία. Η γεωγραφία όμως -και μαζί της η ιστορία- επιστρέφει και εκδικείται. Αυτό φανερώνει ένας χάρτης των χωρών της ζώνης Σένγκεν ή της ευρωζώνης (όπου η Ελλάδα δεν συνορεύει με καμία χώρα). Το ζήτημα της Σένγκεν ή του ευρώ δεν προκύπτει τυχαία. Φανερώνει την κατάρρευση της θεσμοκεντρικής λογικής.
Επιστρέφουμε σταδιακά στη σχέση που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα είχαμε με την Ευρώπη του Ρήνου (και που έχουν η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία κ.λπ), μετά από υπερβολικά μεγάλο κόστος και καταβάλλοντας δυσανάλογο τίμημα. Είναι πασιφανές, όχι μονάχα οικονομικά, πως το επίπεδο της καταστροφής θα ήταν μικρότερο εάν δεν είχαμε εισέλθει, δεν είχαμε εγκλωβιστεί, στην ευρωζώνη (δεν υπάρχει κανένα εσωτερικό κριτήριο ορθολογικής ερμηνείας της έντασης, της έκτασης και του βάθους της κρίσης - γι'αυτό άλλωστε αρκετοί ευρωκεντριστές καταλήγουν σε έναν κεκαλυμμένο ρατσισμό). Μάλιστα τώρα λένε πως δεν μπορούμε να φύγουμε! (δηλαδή εγκλωβιστήκαμε εις τον αιώνα τον άπαντα!). Αυτής της μορφής τα αδιέξοδα δεν προκύπτουν από έλλειψη «μεταρρυθμίσεων» (δεν καταρρέει απλά η οικονομία), προκύπτουν από σφάλματα στρατηγικού χαρακτήρα.
Οι δυνάμεις του -λεγόμενου- μεταρρυθμιστικού και εκσυγχρονιστικού κέντρου, της γαλλο-γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και δεξιάς (ευρωφιλελεύθερης ή χριστιανοδημοκρατικής), μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια -και λιγότερο- διέλυσαν τη χώρα ολοκληρωτικά, οδηγώντας τη στη μεγαλύτερη μεταπολεμική καταστροφή της. Η αποτυχία και η ήττα τους είναι στρατηγική και είτε θα συνθλίβουν -ή θα αλλάξουν μυαλά- είτε θα συνθλίψουν και θα πολτοποιήσουν ολοκληρωτικά την Ελλάδα.
Σημειώσεις
(*) Δεν επιθυμώ να το εξειδικεύσω εθνοκεντρικά (π.χ, με τι καταστροφές βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, μόλις εισρέει σε υπερβολικό βαθμό η γερμανική ισχύ υπό διάφορες μορφές). Γενικά, οι εγκλωβισμοί και οι μονομέρειες οδηγούν νομοτελειακά σε ανωμαλίες και συντριβές, ενώ η εξισορρόπηση δύναμης προσφέρει βαθμούς ελευθερίας και περιθώρια ευελιξίας.
(**) Η Ελλάδα, μια χώρα «οντολογικά» νησιωτική, στα πλαίσια της εθνοκρατικής της συγκρότησης θα μπορούσε να έχει ως δέον, για παράδειγμα, την μετατροπή της σε Ελβετία της Μεσογείου, στη βάση της ουδετερότητας ενός ναυτιλιακού -αντί τραπεζικού της Ελβετίας των Άλπεων- κέντρου, το οποίο θα συνδυάζει ορισμένα ακόμα στοιχεία: π.χ. ουδέτερο διπλωματικά έδαφος (Δύση-Ρωσία, Ισραήλ-Άραβες, Σουνίτες-Σιίτες, Ε.Ε-Αραβικός Σύνδεσμος, αναπτυγμένοι-αναπτυσσόμενοι κ.α, η ίδια η ιστορική και γεωγραφική θέση, πολιτισμική συγκρότηση και ταυτότητα της Ελλάδας την οδηγεί να μην μπορεί να έχει ξεκάθαρη τοποθέτηση σε όλες αυτές τις αντιθέσεις και να αναπτύσσει σχιζοφρενικές τάσεις), πεδίο διαθρησκευτικού και διαπολιτισμικού διαλόγου, πολιτιστική οικονομία, διπλωματία και γλωσσομάθεια, σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς κ.λπ. Δηλαδή μια διαφορετικού τύπου παγκοσμιοποίηση, διεθνοποίηση ή οικουμενικοποίηση. Αυτή είναι μια προσέγγιση, όχι η μόνη. Θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες, περισσότερο «εδαφικές».
Η ουδετερότητα μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη και για το εσωτερικό μιας χώρας. Λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης της εξάρτησης, του ελέγχου και της αλλοίωσης του πολιτικού της συστήματος. «Καθαρίζει» και εξυγιαίνει το εσωτερικό της. Επίσης, αναπτύσσονται ελεύθερα όλες οι πνευματικές τάσεις και αποφεύγονται οι πολιτιστικοί ακρωτηριασμοί που επιβάλλονται για λόγους γεωπολιτικού ελέγχου. Τέλος, σε μια τρομερά ασταθής και επικίνδυνη περιοχή, η ουδετερότητα αποτελεί την πλέον ασφαλή επιλογή (ουδετερότητα δεν σημαίνει ανυπαρξία ενόπλων δυνάμεων. Ίσως μάλιστα, υπό τις παρούσες συνθήκες, να αποτελεί και τη μόνη οδό προς -στοιχειώδη- κυριαρχία και ανεξαρτησία). Η Ελβετία αποτελεί το γνωστότερο παράδειγμα χώρας υπό καθεστώς ουδετερότητας. Ιστορικά, η Σουηδία και η Αυστρία επίσης έχουν υιοθετήσει στάση ουδετερότητας στις διεθνείς τους σχέσεις.
| 0 | 0 |
I
«ακαδημαϊκοί νομάδες» και απάτριδες του ευρωπαϊσμού
«ακαδημαϊκοί νομάδες» και απάτριδες του ευρωπαϊσμού
Αν στην πρώτη φάση της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δόθηκε έμφαση στην ίδρυση και τη σταθερότητα των θεσμών, από τη δεκαετία του ’90 και εξής το ενδιαφέρον μετακινήθηκε προς τη δόμηση μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η καλλιέργεια μιας πανευρωπαϊκής ταυτότητας δίπλα στις εθνικές ταυτότητες των πολιτών σε όλες τις χώρες-μέλη θεωρήθηκε προϋπόθεση για τη δημοκρατία και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης... Όλα αυτά μεταφράστηκαν σε συγκεκριμένες πολιτικές: ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα (Erasmus, Marie Curie Training Programs), οργανισμοί χρηματοδότησης (European Research Council, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης), ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά ιδρύματα (European University Institute) και διδακτορικά προγράμματα (European Doctorate).
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τα πρώτα χρόνια ακόμα του νέου αιώνα, η Ευρώπη θεωρούνταν η πιο σίγουρη επένδυση, μια προοπτική όλο υποσχέσεις: «Στην Ευρώπη και με θέματα ευρωπαϊκά! Εκεί ανοίγονται οι πόρτες του μέλλοντος!» μας συμβούλευαν οι καθηγητές μας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν προβληματιζόμασταν για τις μεταπτυχιακές μας σπουδές. Ήταν πράγματι η εποχή που άνοιγαν τμήματα ευρωπαϊκών σπουδών, δομούνταν η ευρωπαϊκή ιδέα και σφυρηλατούνταν η ιστορία της.
Μέσα σε αυτό το τοπίο δεν φτιάχτηκαν μόνο επιστημονικοί κλάδοι. Φτιάχτηκαν και άνθρωποι, ένα είδος Homo europeus. Είναι άνθρωποι που ζουν και κινούνται έξω από το στενό εθνικό τους πλαίσιο, που έχουν σπουδάσει σε τρία-τέσσερα διαφορετικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, που μιλούν άλλες τόσες ευρωπαϊκές γλώσσες και που μελετούν θέματα διεθνικά, συγκριτικά και διαπολιτισμικά. Είναι μια τάξη ανθρώπων που δεν ανήκει στα ξεχωριστά της εθνοκράτη, αλλά στην υποτιθέμενη Ευρώπητου αύριο. Τα προγράμματα ενδοευρωπαϊκής κινητικότητας ήταν πράγματι επιτυχή στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής επιστημονικής κοινότητας, μιας διανοητικής ελίτ που θα έθετε τις πολιτισμικές βάσεις της Ευρώπης του μέλλοντος. Οι πρώτοι πολίτες της μελλοντικής Ευρώπης.
Ενώ όμως έγιναν οι πολίτες, δεν έγινε η πολιτεία. Αυτοί όλοι δημιουργήθηκαν, αλλά δεν δημιουργήθηκε το πλαίσιο για να τους δεχτεί... Οι «ακαδημαϊκοί νομάδες» («scholar gypsies»), όπως εύστοχα τους αποκαλεί ο Lorenz, ανήκουν στο ευρωπαϊκό «πρεκαριάτο», είναι δηλαδή η ακαδημαϊκή εκδοχή της χαμένης γενιάς της ευρωπαϊκής κρίσης.
Τι έγινε λοιπόν με την πρώην διανοητική ελίτ της μελλοντικής Ευρώπης; Αυτοί οι άνθρωποι είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που έμεινε στη μέση. Αντιπροσωπεύουν τα προϊόντα της ευρωπαϊκής ιδέας που δεν ολοκληρώθηκε, τα ανθρώπινα παραλειπόμενα της αποτυχίας του ευρωπαϊσμού. Δημιουργήθηκε δηλαδή μια κοινωνική ομάδα απάτριδων Ευρωπαίων· νέοι και νέες οι οποίοι στολίστηκαν και ετοιμάστηκαν για έναν γάμο που δεν έγινε ποτέ. Και τώρα κρατάνε τη βαλίτσα τους και σέρνονται από πρότζεκτ σε πρότζεκτ και από χώρα σε χώρα, με απώτερο ίσως στόχο να φύγουν για άλλες «μελλοντικές Ευρώπες»...
Το βασικό έλλειμμα της Ελλάδος είναι ότι δεν έχει ελίτ. Αυτό που σε άλλες χώρες, μεσαίες ή μεγάλες, ονομάζεται εθνική ελίτ. Σαράντα χρόνια μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας του Συντάγματος του 1975, εύκολα είναι ορατό ότι η πολιτική, η οικονομική - επιχειρηματική και φυσικά η τραπεζική ολιγαρχία της χώρας δεν μπόρεσαν να δομήσουν σύστημα διακυβέρνησης, κράτος, οικονομία, μαζική κουλτούρα, απασχόληση, που θα έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα είτε εντός ευρωζώνης είτε με καθεστώς ναυτικής χώρας, μέρος της διεθνούς οικονομίας, να είναι όχι μόνον βιώσιμη, αλλά σε κάθε περίπτωση λειτουργική εθνική δομή. Ολόκληρο το σύστημα ολιγαρχίας της χώρας αποτελούσε και αποτελεί και σήμερα ένα σύνολο ιδιωτών.
Ακόμη και αυτοί που είχαν ως κύριο έργο και καθήκον τους την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος -πρωθυπουργοί, κοινοβουλευτικοί, στελέχη της Διοίκησης, κομματικοί και συνδικαλιστικοί παράγοντες, δημόσιοι διανοούμενοι, προβεβλημένοι άνθρωποι του Τύπου και των μίντια- χειρίστηκαν την ελληνική υπόθεση αμιγώς ως ιδιώτες. Επιχειρηματίες της πολιτικής, ευκαιριακοί μεταπράτες των προσδοκιών των έθνους και του λαού, καιροσκόποι με σκοπό τον προσωπικό και τον φατριαστικό πλουτισμό, απολύτως ελεγχόμενοι παράγοντες από κέντρα επιρροής και χειραγώγησης του εξωτερικού και του εσωτερικού, εξωμότες της ευθύνης διαχείρισης της κρατικής συγκρότησης και της δημιουργίας σοβαρού πλαισίου λειτουργίας της αγοράς και της οικονομίας. Ο πολιτισμός της ολιγαρχίας στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια υπήρξε τόσο ευτελής όσο και το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα των πολιτικών και της ισχύος του τραπεζικού και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας. Η προαναγγελθείσα δομική χρεοκοπία από τη δεκαετία του 1980, που συνέβη τελικά το 2009-2010, είναι η εμπέδωση της πραγματικότητας αυτής.
Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, που ξεκινά από το 1975 και συνεχίζεται έως και σήμερα, δεν μπορεί να αναφέρεται μόνον στους δύο πόλους του δικομματισμού και του παλαιοκομματισμού, που είναι η διαχείριση της διακυβέρνησης και η άσκηση της απόλυτης κομματικής εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. Στην ουσία είναι ένας ολόκληρος κύκλος, από την ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981, την ένταξη μας στην ΟΝΕ το 2001 και τελικά τη συνεχιζόμενη χρεοκοπία μας εντός ευρώ μέσω των Μνημονίων από τον Μάιο του 2010 και μετά, που συνεχίζεται έως σήμερα. Οι τρεις φάσεις καθορίστηκαν στη βάση του συστήματος από τους «γεννήτορες» Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο και Α. Παπανδρέου, εξελίχθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη μετεξέλιξη της Ευρώπης σε γερμανική περιοχή στη βάση της συνθήκης του Μάαστριχτ από τους Κ. Μητσοτάκη και Κ. Σημίτη, για να φτάσουμε στην τελική φάση εντός ευρώ, με συνθήκες εθνικής κυριαρχίας που καθορίστηκε από την πολιτεία του Κ. Καραμανλή του νεότερου.
Ο έσχατος τρίτος κύκλος -εντός ευρώ- εξελίχτηκε με εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε συνθήκες χρεοκοπίας από τις κυβερνήσεις διαδοχικά των Γ. Παπανδρέου, Λ. Παπαδήμου, τη συγκυβέρνηση Α. Σαμαρά - Ευ. Βενιζέλου και τελικά την πρώτη κυβέρνηση με κορμό της Αριστεράς του Α. Τσίπρα, στο σχήμα αρμονικής συνεργασίας με τον Π. Καμμένο από την πλευρά της Δεξιάς, που σήμανε και το τέλος της μακράς εποχής των μετεμφυλιακών συνδρόμων. Ολες οι διαφορετικές αυτές ιστορικές περίοδοι και σχήματα διακυβέρνησης έχουν τελικά έναν κοινό τόπο και μια ενότητα. Την εμμονή στην ευρωπαϊκή ένταξη, που λειτούργησε σαν «χωνευτήρι» της βιωσιμότητας του εθνικού κράτους.
Ο δε πακτωλός των επιδοτήσεων και των δανείων, ως υποσχετική της απαξίωσης της συγκρότησης του κράτους, της αγοράς και των πολιτών με ελληνική εθνικότητα. Η Ευρώπη κατέληξε η χρεοκοπία μας, με τον πλήρη ορισμό της δομικής χρεοκοπίας. Αυτό συνέβη γιατί πολύ απλά η εγχώρια ολιγαρχία θέλησε την ένταξη στην Ευρώπη για να βρει πόρους και κεφάλαια προκειμένου να εξυπηρετήσει την πολιτική κυριαρχία της και τον εύκολο, αντιπαραγωγικό και σε πολλές περιπτώσεις «βρόμικο» πλουτισμό της.
Δεν διαθέτω σήμερα απαντήσεις, έχω μόνον ερωτήματα ως προς την εξέλιξη της ελληνικής πολυδιάστατης και πολυσήμαντης κρίσης.
Τι συμβαίνει εδώ, γιατί οι εταίροι, σύμμαχοι και σύγχρονοι «προστάτες» της Ελλάδας κλιμακώνουν την απομόνωση της χώρας, λαμβάνοντας μάλιστα πρωτοβουλίες που αντικειμενικά «γκριζάρουν» το Αιγαίο με πρόσχημα την προσφυγική κρίση;
Πώς συμβαίνει η Ελλάδα να περνά από την εντατική της τρόικας σε μια γενικευμένη απομόνωση, με τα βόρεια σύνορά της να σφραγίζονται και την ελληνική κυβέρνηση να έχει περιθωριακό ρόλο σε ευρωπαϊκές και νατοϊκές αποφάσεις που αφορούν σε ζωτικά ζητήματα εθνικού συμφέροντος; Αποφάσεις που διευρύνουν την ιδιότυπη καραντίνα της χώρας από τον οικονομικό χώρο σε εκείνο της ευρωπαϊκής και γεωπολιτικής διάστασης.
Ξέρεις, αναγνώστη μου, πως σιχαίνομαι τη συνωμοσιολογία, όπως επίσης αποστρέφομαι κάθε είδους συνωμότη, και αντιπαθώ τις απλοϊκές προσεγγίσεις κάθε μορφής... θα πρέπει να δούμε και να μελετήσουμε τον σημερινό απομονωτισμό της Ελλάδας ως πολιτικό φαινόμενο που υπερβαίνει τα αυτονόητα και τους αυτοματισμούς στην παραγωγή γνώσης, όλων των γνωστών και κατεστημένων «-ισμών»...
Το δύσκολο, αλλά πραγματικά προοδευτικό και δημιουργικό είναι να ερμηνεύσουμε τον καταστατικό χαρακτήρα της πραγματικότητας της «καραντίνας» της Ελλάδας και την σοβαρή αλλαγή - έμμεση αναθεώρηση του καθεστώτος στο Αιγαίο - από το ίδιο το ΝΑΤΟ και με πρωτοβουλία της γερμανικής κυβέρνησης. Γιατί ακολουθούν αυτή τη στρατηγική ετούτη την περίοδο; Ποιος είναι ο στόχος και ποιών, τελικά;
Αν πεις, δεν υπάρχει συγκεκριμένος στόχος, πολιτικού ασφαλώς χαρακτήρα, αλλά αυτό που διαπιστώνεις είναι αποτέλεσμα κυβερνητικών αδυναμιών στην Ελλάδα και αντινομιών σε ό, τι αφορά στην εσωτερική, κοινωνική, πολιτική, δημοσιονομική και διοικητική διάθρωση, θα είναι σαν να έχεις σπουδάσει σε κάτι «μοντέρνα» πανεπιστήμια - εγώ έχω κάνει μεταπτυχιακά σε δύο από αυτά – όπου η εμπειρική μεθοδολογία ταυτίζεται με έναν τυφλό ποζιτιβισμό, σαν η πολιτική και η οικονομία να είναι κλάδοι της μηχανικής: δεν δουλεύει καλά ο μηχανισμός προσαρμογής ενός υποσυστήματος στο γενικό σύστημα, άρα τον απομονώνουμε για να συνεχιστεί η λειτουργία της μηχανής!
Λυπάμαι, αυτό είναι αφήγημα πολιτικής νομιμοποίησης του αποκλεισμού με στοιχεία ολοκληρωτισμού και σίγουρα δεν σχηματίζει γνώση από την αρχαιολογία και γενεαλογία της ίδιας της γνώσης ως ανθρώπινη εμπειρία, ιστορικά δομημένη. Θα το αποκαλούσα επιστημονική χυδαιότητα και αφορισμό της ιστορικά εξελισσόμενης αντίληψης περί οντολογίας και επιστημολογίας. Αυτό και αν είναι πολιτισμικό πισωγύρισμα και ευνουχισμός της ανθρωπότητας!...
Η Ελλάδα, λοιπόν, περνά από την εντατική στην απομόνωση, στο πλαίσιο μιας διεθνούς στρατηγικής που έρχεται να ικανοποιήσει κάποιον στόχο. Ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός; Σίγουρα κάποιος στόχος που δεν είναι μεταφυσικός, μηχανιστικός, ή … out there! Αυτός συναρτάται με την αναμόρφωση ή μεταμόρφωση (εδώ, σηκώνει μπόλικη συζήτηση) της γεωπολιτικής περιοχής της ΕΕ, από μια πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία εμφανίζεται σήμερα με διάφορα πρόσωπα τυπικού ή άτυπου θεσμικού χαρακτήρα.
Η απομόνωση της Ελλάδας είναι τμήμα της στρατηγικής για αναμόρφωση ή μεταμόρφωση ολόκληρου του ευρωπαϊκού πόλου ηγεμονίας. Αυτό είναι το βέβαιον και από εκεί και έπειτα οφείλουμε να αναζητήσουμε τις δομικές - ηγεμονικού χαρακτήρα - μεταβολές αυτής της μετεξελισσόμενης περιοχής, για να προσεγγίσουμε δημιουργικά και ασφαλώς πολιτικά το ερώτημα «γιατί η Ελλάδα απομονώνεται, αυτή την περίοδο». Μόνον αυτή η προσέγγιση θα μας βοηθούσε να αντιμετωπίσουμε ώριμα και πραγματιστικά αυτή την αρνητική σε κάθε περίπτωση εξέλιξη για την Ελλάδα και θα έδειχνε εναλλακτικές πολιτικές δράσεις για να αποφευχθεί επιδείνωση του Κοινωνικού Ζητήματος και σοβαρή ζημία στο λεγόμενο εθνικό συμφέρον της πατρίδας μας.
1. Από τη μια μεριά ο κ. Παπαχελάς (Η Ευρώπη μπροστά σε ιστορικό σταυροδρόμι). Κυριαρχούν οι αδιαφόριστες έννοιες-συνθήματα «Ευρώπη, ευρωπαϊκές αξίες, δυτικός τρόπος ζωής», δηλαδή όλη η αόριστη υψηλή μπουρδολογική του «ευρωπαϊκού φιλελεύθερου Κέντρου -που- αποδυναμώνεται», όπως γράφει ο κ. Παπαχελάς, δίχως να εντάσσονται σε κάποιο ιδιαίτερο αναλυτικό-ερμηνευτικό πλαίσιο. Ξυπνώντας από τον λήθαργο ο κύριος δημοσιογράφος μας ενημερώνει μάλιστα «ότι ο πληθυσμός της Ευρώπης θα μειωθεί» όπως θα διαβάσουμε σε άλλη σελίδα της «Κ» (ευτυχώς όμως, δεν περιμέναμε τον κύριο δημοσιογράφο και την «Κ» για να ενημερωθούμε για τα δημογραφικά δεδομένα - όταν η «Κ» πήγαινε εμείς ερχόμασταν), και ότι εφόσον η «Γηραιά Ήπειρος και ιδιαιτέρως χώρες όπως η Γερμανία χρειάζονται επειγόντως ''νέο αίμα''»... «η κρίση στη Συρία και στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή μπορεί να αποδειχθεί θεόσταλτη ευκαιρία» (το αναλυτικό-ερμηνευτικό πλαίσιο της αποσταθεροποίσης της περιοχής είναι αυτό του «θεού», επίσης δεν υφίσταται κανένα πλαίσιο ερμηνείας για τη μείωση του πληθυσμού). Εννοείται πως Ελλάδα δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο (πύλες της Βιέννης όμως υπάρχουν!). Έχουμε να κάνουμε με έναν δημοσιογράφο-εκπρόσωπο τύπου της «Ευρώπης» και της «Γερμανίας».
2. Από την άλλη μεριά έχουμε τον -τουλάχιστον- σοβαρό και αξιοπρεπή κ. Πρεβελάκη (Η εκδίκηση της Γεωπολιτικής). Μας γράφει για την «εκδίκηση της Γεωπολιτικής» και τα γεωπολιτικά ζητήματα που απωθήθηκαν στο «όνομα της λήθης» και της προσπάθειας επέκτασης της «ψυχροπολεμικής σταθερότητας». Για τα εξήντα χρόνια μιας ουτοπίας και «το τέλος της Ιστορίας» και την «εγκατάλειψη της γεωπολιτικής παιδείας, τόσο στο πεδίο της έρευνας όσο και της εκλαΐκευσης», η οποία πληρώνεται ακριβά, καθώς, «Μπροστά στην κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, οι λαοί αντιδρούν σπασμωδικά και επιθετικά». Με τον τρόπο αυτό «εντείνουν τους κινδύνους για αποσταθεροποίηση· συμβάλλουν, δηλαδή, στη μεταφορά της αστάθειας από τις ευρωπαϊκές περιφέρειες στο εσωτερικό της ηπείρου» (όπως παρατήρησα πρόσφατα).
Διαβάζω ακόμα για την «μουσουλμανική γεωπολιτική παράδοση, όπως η δικτυωτή πολυκεντρική οργάνωση και η κινητικότητα» την οποία αντιπαραβάλει με τη «δυτική χριστιανική παράδοση της εδαφικής σταθερότητας». Ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος, ιδιαιτέρως ο μεσογειακός -εξαφανισμένος από τα μάτια του κ. Παπαχελά-, τοποθετείται ανάμεσα στις δύο παραδόσεις, μας πληροφορεί ο κ. Πρεβελάκης. Σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή «περιπέτεια», συνεχίζει, δηλαδή την αναστροφή των ιστορικών τάσεων, η Ελλάδα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση (επίσης εξαφανισμένη από τα μάτια του κ. Παπαχελά).
Ενώ η γενικότερη ανάλυση οδηγεί σε απαισιοδοξία, «Ορισμένες ελληνικές ιδιαιτερότητες, δυσθεώρητες μέσα από το πρίσμα της ευρωπαϊκής κανονικότητας, όπως η ναυτιλία και η διασπορά, αποτελούν σήμερα αναξιοποίητες εφεδρείες, καθώς, όσο διαρκούσε η ευρωπαϊκή προστασία, το ελληνικό κατεστημένο δεν είχε κίνητρο να συνδιαλλαγεί μαζί τους». Η βίαιη είσοδος των νέων γεωπολιτικών διακυβευμάτων στην Ελλάδα «θα διαρρήξει τις οικονομίστικες υπεραπλουστεύσεις»... «Η επιστροφή της Γεωπολιτικής θα είναι επώδυνη για όλους και θα προκαλέσει σημαντική οπισθοδρόμηση, ίσως και ανατροπή, στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Ομως, θα επιτρέψει, ενδεχομένως, στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό να ανακτήσουν χαμένο έδαφος» (αδιανόητη αντίθεση για τους περισσότερους - το κείμενο του κ. Παπαχελά τελειώνει ακριβώς απλά απεύχόμενο το «τέλος του ευρωπαϊκού πρότζεκτ»). Κατά τας Γραφάς, «οι έσχατοι έσονται πρώτοι», ολοκληρώνει ο κ. Πρεβελάκης.
Συντομότατο ανέκδοτο που θα λέγεται μελλοντικά σχετικά με τα μυθολογήματα που κυριάρχησαν -και στα οποία οι άνθρωποι πίστευαν- στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα:
Αυτές οι μονομερείς αντιλήψεις περί της βαρύτητας ή της αποκλειστικότητας της «γεωοικονομίας», που κυριάρχησαν μετά το «Τέλος της Ιστορίας», έχουν απομυθοποιηθεί ή αποδομηθεί πριν καν επικρατήσουν.
Αυτό ήταν το παραμύθι που πούλησαν κάποιοι στην Ιαπωνία και τη Γερμάνια (και με τη σειρά τους οι ηγεσίες αυτών των χωρών πούλησαν στους πολίτες τους - η Ιαπωνία βέβαια προσπαθεί να το αλλάξει). Ο ρηχός και απλουστευτικός οικονομισμός σε συνδυασμό με την €υρωζώνη αποκρύπτει τις αδυναμίες και την πραγματική κατάσταση -σε ότι αφορά τη δυνητική ισχύ- της Γερμανίας και θολώνει την εικόνα για την πιθανή θέση της στον νέο ιστορικό αιώνα.
Και η θέση της, υπό καμία έννοια δεν θα είναι αυτή της πλανητικής υπερδύναμης ή της μεγάλης δύναμης πρώτης κατηγορίας.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τα πρώτα χρόνια ακόμα του νέου αιώνα, η Ευρώπη θεωρούνταν η πιο σίγουρη επένδυση, μια προοπτική όλο υποσχέσεις: «Στην Ευρώπη και με θέματα ευρωπαϊκά! Εκεί ανοίγονται οι πόρτες του μέλλοντος!» μας συμβούλευαν οι καθηγητές μας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν προβληματιζόμασταν για τις μεταπτυχιακές μας σπουδές. Ήταν πράγματι η εποχή που άνοιγαν τμήματα ευρωπαϊκών σπουδών, δομούνταν η ευρωπαϊκή ιδέα και σφυρηλατούνταν η ιστορία της.
Μέσα σε αυτό το τοπίο δεν φτιάχτηκαν μόνο επιστημονικοί κλάδοι. Φτιάχτηκαν και άνθρωποι, ένα είδος Homo europeus. Είναι άνθρωποι που ζουν και κινούνται έξω από το στενό εθνικό τους πλαίσιο, που έχουν σπουδάσει σε τρία-τέσσερα διαφορετικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, που μιλούν άλλες τόσες ευρωπαϊκές γλώσσες και που μελετούν θέματα διεθνικά, συγκριτικά και διαπολιτισμικά. Είναι μια τάξη ανθρώπων που δεν ανήκει στα ξεχωριστά της εθνοκράτη, αλλά στην υποτιθέμενη Ευρώπητου αύριο. Τα προγράμματα ενδοευρωπαϊκής κινητικότητας ήταν πράγματι επιτυχή στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής επιστημονικής κοινότητας, μιας διανοητικής ελίτ που θα έθετε τις πολιτισμικές βάσεις της Ευρώπης του μέλλοντος. Οι πρώτοι πολίτες της μελλοντικής Ευρώπης.
Ενώ όμως έγιναν οι πολίτες, δεν έγινε η πολιτεία. Αυτοί όλοι δημιουργήθηκαν, αλλά δεν δημιουργήθηκε το πλαίσιο για να τους δεχτεί... Οι «ακαδημαϊκοί νομάδες» («scholar gypsies»), όπως εύστοχα τους αποκαλεί ο Lorenz, ανήκουν στο ευρωπαϊκό «πρεκαριάτο», είναι δηλαδή η ακαδημαϊκή εκδοχή της χαμένης γενιάς της ευρωπαϊκής κρίσης.
Τι έγινε λοιπόν με την πρώην διανοητική ελίτ της μελλοντικής Ευρώπης; Αυτοί οι άνθρωποι είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που έμεινε στη μέση. Αντιπροσωπεύουν τα προϊόντα της ευρωπαϊκής ιδέας που δεν ολοκληρώθηκε, τα ανθρώπινα παραλειπόμενα της αποτυχίας του ευρωπαϊσμού. Δημιουργήθηκε δηλαδή μια κοινωνική ομάδα απάτριδων Ευρωπαίων· νέοι και νέες οι οποίοι στολίστηκαν και ετοιμάστηκαν για έναν γάμο που δεν έγινε ποτέ. Και τώρα κρατάνε τη βαλίτσα τους και σέρνονται από πρότζεκτ σε πρότζεκτ και από χώρα σε χώρα, με απώτερο ίσως στόχο να φύγουν για άλλες «μελλοντικές Ευρώπες»...
II
Ο ρόλος της Ε.Ε οδήγησε στην ελληνική χρεοκοπία
Ο ρόλος της Ε.Ε οδήγησε στην ελληνική χρεοκοπία
Το βασικό έλλειμμα της Ελλάδος είναι ότι δεν έχει ελίτ. Αυτό που σε άλλες χώρες, μεσαίες ή μεγάλες, ονομάζεται εθνική ελίτ. Σαράντα χρόνια μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας του Συντάγματος του 1975, εύκολα είναι ορατό ότι η πολιτική, η οικονομική - επιχειρηματική και φυσικά η τραπεζική ολιγαρχία της χώρας δεν μπόρεσαν να δομήσουν σύστημα διακυβέρνησης, κράτος, οικονομία, μαζική κουλτούρα, απασχόληση, που θα έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα είτε εντός ευρωζώνης είτε με καθεστώς ναυτικής χώρας, μέρος της διεθνούς οικονομίας, να είναι όχι μόνον βιώσιμη, αλλά σε κάθε περίπτωση λειτουργική εθνική δομή. Ολόκληρο το σύστημα ολιγαρχίας της χώρας αποτελούσε και αποτελεί και σήμερα ένα σύνολο ιδιωτών.
Ακόμη και αυτοί που είχαν ως κύριο έργο και καθήκον τους την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος -πρωθυπουργοί, κοινοβουλευτικοί, στελέχη της Διοίκησης, κομματικοί και συνδικαλιστικοί παράγοντες, δημόσιοι διανοούμενοι, προβεβλημένοι άνθρωποι του Τύπου και των μίντια- χειρίστηκαν την ελληνική υπόθεση αμιγώς ως ιδιώτες. Επιχειρηματίες της πολιτικής, ευκαιριακοί μεταπράτες των προσδοκιών των έθνους και του λαού, καιροσκόποι με σκοπό τον προσωπικό και τον φατριαστικό πλουτισμό, απολύτως ελεγχόμενοι παράγοντες από κέντρα επιρροής και χειραγώγησης του εξωτερικού και του εσωτερικού, εξωμότες της ευθύνης διαχείρισης της κρατικής συγκρότησης και της δημιουργίας σοβαρού πλαισίου λειτουργίας της αγοράς και της οικονομίας. Ο πολιτισμός της ολιγαρχίας στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια υπήρξε τόσο ευτελής όσο και το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα των πολιτικών και της ισχύος του τραπεζικού και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας. Η προαναγγελθείσα δομική χρεοκοπία από τη δεκαετία του 1980, που συνέβη τελικά το 2009-2010, είναι η εμπέδωση της πραγματικότητας αυτής.
Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, που ξεκινά από το 1975 και συνεχίζεται έως και σήμερα, δεν μπορεί να αναφέρεται μόνον στους δύο πόλους του δικομματισμού και του παλαιοκομματισμού, που είναι η διαχείριση της διακυβέρνησης και η άσκηση της απόλυτης κομματικής εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. Στην ουσία είναι ένας ολόκληρος κύκλος, από την ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981, την ένταξη μας στην ΟΝΕ το 2001 και τελικά τη συνεχιζόμενη χρεοκοπία μας εντός ευρώ μέσω των Μνημονίων από τον Μάιο του 2010 και μετά, που συνεχίζεται έως σήμερα. Οι τρεις φάσεις καθορίστηκαν στη βάση του συστήματος από τους «γεννήτορες» Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο και Α. Παπανδρέου, εξελίχθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη μετεξέλιξη της Ευρώπης σε γερμανική περιοχή στη βάση της συνθήκης του Μάαστριχτ από τους Κ. Μητσοτάκη και Κ. Σημίτη, για να φτάσουμε στην τελική φάση εντός ευρώ, με συνθήκες εθνικής κυριαρχίας που καθορίστηκε από την πολιτεία του Κ. Καραμανλή του νεότερου.
Ο έσχατος τρίτος κύκλος -εντός ευρώ- εξελίχτηκε με εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε συνθήκες χρεοκοπίας από τις κυβερνήσεις διαδοχικά των Γ. Παπανδρέου, Λ. Παπαδήμου, τη συγκυβέρνηση Α. Σαμαρά - Ευ. Βενιζέλου και τελικά την πρώτη κυβέρνηση με κορμό της Αριστεράς του Α. Τσίπρα, στο σχήμα αρμονικής συνεργασίας με τον Π. Καμμένο από την πλευρά της Δεξιάς, που σήμανε και το τέλος της μακράς εποχής των μετεμφυλιακών συνδρόμων. Ολες οι διαφορετικές αυτές ιστορικές περίοδοι και σχήματα διακυβέρνησης έχουν τελικά έναν κοινό τόπο και μια ενότητα. Την εμμονή στην ευρωπαϊκή ένταξη, που λειτούργησε σαν «χωνευτήρι» της βιωσιμότητας του εθνικού κράτους.
Ο δε πακτωλός των επιδοτήσεων και των δανείων, ως υποσχετική της απαξίωσης της συγκρότησης του κράτους, της αγοράς και των πολιτών με ελληνική εθνικότητα. Η Ευρώπη κατέληξε η χρεοκοπία μας, με τον πλήρη ορισμό της δομικής χρεοκοπίας. Αυτό συνέβη γιατί πολύ απλά η εγχώρια ολιγαρχία θέλησε την ένταξη στην Ευρώπη για να βρει πόρους και κεφάλαια προκειμένου να εξυπηρετήσει την πολιτική κυριαρχία της και τον εύκολο, αντιπαραγωγικό και σε πολλές περιπτώσεις «βρόμικο» πλουτισμό της.
III
Ελλάδα, από την εντατική στην απομόνωση!
Ελλάδα, από την εντατική στην απομόνωση!
Δεν διαθέτω σήμερα απαντήσεις, έχω μόνον ερωτήματα ως προς την εξέλιξη της ελληνικής πολυδιάστατης και πολυσήμαντης κρίσης.
Τι συμβαίνει εδώ, γιατί οι εταίροι, σύμμαχοι και σύγχρονοι «προστάτες» της Ελλάδας κλιμακώνουν την απομόνωση της χώρας, λαμβάνοντας μάλιστα πρωτοβουλίες που αντικειμενικά «γκριζάρουν» το Αιγαίο με πρόσχημα την προσφυγική κρίση;
Πώς συμβαίνει η Ελλάδα να περνά από την εντατική της τρόικας σε μια γενικευμένη απομόνωση, με τα βόρεια σύνορά της να σφραγίζονται και την ελληνική κυβέρνηση να έχει περιθωριακό ρόλο σε ευρωπαϊκές και νατοϊκές αποφάσεις που αφορούν σε ζωτικά ζητήματα εθνικού συμφέροντος; Αποφάσεις που διευρύνουν την ιδιότυπη καραντίνα της χώρας από τον οικονομικό χώρο σε εκείνο της ευρωπαϊκής και γεωπολιτικής διάστασης.
Ξέρεις, αναγνώστη μου, πως σιχαίνομαι τη συνωμοσιολογία, όπως επίσης αποστρέφομαι κάθε είδους συνωμότη, και αντιπαθώ τις απλοϊκές προσεγγίσεις κάθε μορφής... θα πρέπει να δούμε και να μελετήσουμε τον σημερινό απομονωτισμό της Ελλάδας ως πολιτικό φαινόμενο που υπερβαίνει τα αυτονόητα και τους αυτοματισμούς στην παραγωγή γνώσης, όλων των γνωστών και κατεστημένων «-ισμών»...
Το δύσκολο, αλλά πραγματικά προοδευτικό και δημιουργικό είναι να ερμηνεύσουμε τον καταστατικό χαρακτήρα της πραγματικότητας της «καραντίνας» της Ελλάδας και την σοβαρή αλλαγή - έμμεση αναθεώρηση του καθεστώτος στο Αιγαίο - από το ίδιο το ΝΑΤΟ και με πρωτοβουλία της γερμανικής κυβέρνησης. Γιατί ακολουθούν αυτή τη στρατηγική ετούτη την περίοδο; Ποιος είναι ο στόχος και ποιών, τελικά;
Αν πεις, δεν υπάρχει συγκεκριμένος στόχος, πολιτικού ασφαλώς χαρακτήρα, αλλά αυτό που διαπιστώνεις είναι αποτέλεσμα κυβερνητικών αδυναμιών στην Ελλάδα και αντινομιών σε ό, τι αφορά στην εσωτερική, κοινωνική, πολιτική, δημοσιονομική και διοικητική διάθρωση, θα είναι σαν να έχεις σπουδάσει σε κάτι «μοντέρνα» πανεπιστήμια - εγώ έχω κάνει μεταπτυχιακά σε δύο από αυτά – όπου η εμπειρική μεθοδολογία ταυτίζεται με έναν τυφλό ποζιτιβισμό, σαν η πολιτική και η οικονομία να είναι κλάδοι της μηχανικής: δεν δουλεύει καλά ο μηχανισμός προσαρμογής ενός υποσυστήματος στο γενικό σύστημα, άρα τον απομονώνουμε για να συνεχιστεί η λειτουργία της μηχανής!
Λυπάμαι, αυτό είναι αφήγημα πολιτικής νομιμοποίησης του αποκλεισμού με στοιχεία ολοκληρωτισμού και σίγουρα δεν σχηματίζει γνώση από την αρχαιολογία και γενεαλογία της ίδιας της γνώσης ως ανθρώπινη εμπειρία, ιστορικά δομημένη. Θα το αποκαλούσα επιστημονική χυδαιότητα και αφορισμό της ιστορικά εξελισσόμενης αντίληψης περί οντολογίας και επιστημολογίας. Αυτό και αν είναι πολιτισμικό πισωγύρισμα και ευνουχισμός της ανθρωπότητας!...
Η Ελλάδα, λοιπόν, περνά από την εντατική στην απομόνωση, στο πλαίσιο μιας διεθνούς στρατηγικής που έρχεται να ικανοποιήσει κάποιον στόχο. Ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός; Σίγουρα κάποιος στόχος που δεν είναι μεταφυσικός, μηχανιστικός, ή … out there! Αυτός συναρτάται με την αναμόρφωση ή μεταμόρφωση (εδώ, σηκώνει μπόλικη συζήτηση) της γεωπολιτικής περιοχής της ΕΕ, από μια πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία εμφανίζεται σήμερα με διάφορα πρόσωπα τυπικού ή άτυπου θεσμικού χαρακτήρα.
Η απομόνωση της Ελλάδας είναι τμήμα της στρατηγικής για αναμόρφωση ή μεταμόρφωση ολόκληρου του ευρωπαϊκού πόλου ηγεμονίας. Αυτό είναι το βέβαιον και από εκεί και έπειτα οφείλουμε να αναζητήσουμε τις δομικές - ηγεμονικού χαρακτήρα - μεταβολές αυτής της μετεξελισσόμενης περιοχής, για να προσεγγίσουμε δημιουργικά και ασφαλώς πολιτικά το ερώτημα «γιατί η Ελλάδα απομονώνεται, αυτή την περίοδο». Μόνον αυτή η προσέγγιση θα μας βοηθούσε να αντιμετωπίσουμε ώριμα και πραγματιστικά αυτή την αρνητική σε κάθε περίπτωση εξέλιξη για την Ελλάδα και θα έδειχνε εναλλακτικές πολιτικές δράσεις για να αποφευχθεί επιδείνωση του Κοινωνικού Ζητήματος και σοβαρή ζημία στο λεγόμενο εθνικό συμφέρον της πατρίδας μας.
IV
Διαφορά ποιότητας και νοοτροπίας. Με αφορμή δύο κείμενα της «Κ»
Διαφορά ποιότητας και νοοτροπίας. Με αφορμή δύο κείμενα της «Κ»
1. Από τη μια μεριά ο κ. Παπαχελάς (Η Ευρώπη μπροστά σε ιστορικό σταυροδρόμι). Κυριαρχούν οι αδιαφόριστες έννοιες-συνθήματα «Ευρώπη, ευρωπαϊκές αξίες, δυτικός τρόπος ζωής», δηλαδή όλη η αόριστη υψηλή μπουρδολογική του «ευρωπαϊκού φιλελεύθερου Κέντρου -που- αποδυναμώνεται», όπως γράφει ο κ. Παπαχελάς, δίχως να εντάσσονται σε κάποιο ιδιαίτερο αναλυτικό-ερμηνευτικό πλαίσιο. Ξυπνώντας από τον λήθαργο ο κύριος δημοσιογράφος μας ενημερώνει μάλιστα «ότι ο πληθυσμός της Ευρώπης θα μειωθεί» όπως θα διαβάσουμε σε άλλη σελίδα της «Κ» (ευτυχώς όμως, δεν περιμέναμε τον κύριο δημοσιογράφο και την «Κ» για να ενημερωθούμε για τα δημογραφικά δεδομένα - όταν η «Κ» πήγαινε εμείς ερχόμασταν), και ότι εφόσον η «Γηραιά Ήπειρος και ιδιαιτέρως χώρες όπως η Γερμανία χρειάζονται επειγόντως ''νέο αίμα''»... «η κρίση στη Συρία και στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή μπορεί να αποδειχθεί θεόσταλτη ευκαιρία» (το αναλυτικό-ερμηνευτικό πλαίσιο της αποσταθεροποίσης της περιοχής είναι αυτό του «θεού», επίσης δεν υφίσταται κανένα πλαίσιο ερμηνείας για τη μείωση του πληθυσμού). Εννοείται πως Ελλάδα δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο (πύλες της Βιέννης όμως υπάρχουν!). Έχουμε να κάνουμε με έναν δημοσιογράφο-εκπρόσωπο τύπου της «Ευρώπης» και της «Γερμανίας».
2. Από την άλλη μεριά έχουμε τον -τουλάχιστον- σοβαρό και αξιοπρεπή κ. Πρεβελάκη (Η εκδίκηση της Γεωπολιτικής). Μας γράφει για την «εκδίκηση της Γεωπολιτικής» και τα γεωπολιτικά ζητήματα που απωθήθηκαν στο «όνομα της λήθης» και της προσπάθειας επέκτασης της «ψυχροπολεμικής σταθερότητας». Για τα εξήντα χρόνια μιας ουτοπίας και «το τέλος της Ιστορίας» και την «εγκατάλειψη της γεωπολιτικής παιδείας, τόσο στο πεδίο της έρευνας όσο και της εκλαΐκευσης», η οποία πληρώνεται ακριβά, καθώς, «Μπροστά στην κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, οι λαοί αντιδρούν σπασμωδικά και επιθετικά». Με τον τρόπο αυτό «εντείνουν τους κινδύνους για αποσταθεροποίηση· συμβάλλουν, δηλαδή, στη μεταφορά της αστάθειας από τις ευρωπαϊκές περιφέρειες στο εσωτερικό της ηπείρου» (όπως παρατήρησα πρόσφατα).
Διαβάζω ακόμα για την «μουσουλμανική γεωπολιτική παράδοση, όπως η δικτυωτή πολυκεντρική οργάνωση και η κινητικότητα» την οποία αντιπαραβάλει με τη «δυτική χριστιανική παράδοση της εδαφικής σταθερότητας». Ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος, ιδιαιτέρως ο μεσογειακός -εξαφανισμένος από τα μάτια του κ. Παπαχελά-, τοποθετείται ανάμεσα στις δύο παραδόσεις, μας πληροφορεί ο κ. Πρεβελάκης. Σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή «περιπέτεια», συνεχίζει, δηλαδή την αναστροφή των ιστορικών τάσεων, η Ελλάδα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση (επίσης εξαφανισμένη από τα μάτια του κ. Παπαχελά).
Ενώ η γενικότερη ανάλυση οδηγεί σε απαισιοδοξία, «Ορισμένες ελληνικές ιδιαιτερότητες, δυσθεώρητες μέσα από το πρίσμα της ευρωπαϊκής κανονικότητας, όπως η ναυτιλία και η διασπορά, αποτελούν σήμερα αναξιοποίητες εφεδρείες, καθώς, όσο διαρκούσε η ευρωπαϊκή προστασία, το ελληνικό κατεστημένο δεν είχε κίνητρο να συνδιαλλαγεί μαζί τους». Η βίαιη είσοδος των νέων γεωπολιτικών διακυβευμάτων στην Ελλάδα «θα διαρρήξει τις οικονομίστικες υπεραπλουστεύσεις»... «Η επιστροφή της Γεωπολιτικής θα είναι επώδυνη για όλους και θα προκαλέσει σημαντική οπισθοδρόμηση, ίσως και ανατροπή, στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Ομως, θα επιτρέψει, ενδεχομένως, στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό να ανακτήσουν χαμένο έδαφος» (αδιανόητη αντίθεση για τους περισσότερους - το κείμενο του κ. Παπαχελά τελειώνει ακριβώς απλά απεύχόμενο το «τέλος του ευρωπαϊκού πρότζεκτ»). Κατά τας Γραφάς, «οι έσχατοι έσονται πρώτοι», ολοκληρώνει ο κ. Πρεβελάκης.
-----
Η αντιπαραβολή των δύο προηγούμενων κειμένων φανερώνει γιατί ορισμένοι «Ευρωπαϊστές», οικονομιστές, παπαγάλοι και διάφορα -μηντιακά, κομματικά, δημοσιογραφικά ή ακαδημαϊκά- παραρτήματα, που χαρακτηρίζονται από μεταπρατισμό και πολιτιστικό γενιτσαρισμό, στειρότητα και ευρωεγκλωβισμό (και ειρωνεύονται μάλιστα την έννοια του «εθνικού συμφέροντος»), δεν έχουν τίποτα γόνιμο να προτείνουν για -και να προσφέρουν σε- αυτόν εδώ τον τόπο και το μέλλον του.
V
Δ`~. Μη σχόλιο για τη Deutsche Bank
Δ`~. Μη σχόλιο για τη Deutsche Bank
Συντομότατο ανέκδοτο που θα λέγεται μελλοντικά σχετικά με τα μυθολογήματα που κυριάρχησαν -και στα οποία οι άνθρωποι πίστευαν- στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα:
''Η Γερμανία ως πιθανή πλανητική υπερδύναμη ή μεγάλη δύναμη πρώτης κατηγορίας''
Αυτές οι μονομερείς αντιλήψεις περί της βαρύτητας ή της αποκλειστικότητας της «γεωοικονομίας», που κυριάρχησαν μετά το «Τέλος της Ιστορίας», έχουν απομυθοποιηθεί ή αποδομηθεί πριν καν επικρατήσουν.
''Το ότι οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να είναι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις μπορεί να φαίνεται πλεονασμός, ωστόσο το 1970 ο Ιάπωνας πρωθυπουργός κύριος Sato απέρριψε την άποψη αυτή ισχυριζόμενος ότι η Ιαπωνία θα γινόταν η πρώτη χώρα στην ιστορία που θα γινόταν μεγάλη, χωρίς να έχει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς που είχαν πάντα αυτού του είδους οι δυνάμεις στο παρελθόν [το ίδιο δόγμα υποστήριξε, ο έτερος πρώην αμφισβητίας του status quo, υπονομευτής της διεθνούς τάξης και ηττημένος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, η Γερμανία]. Ο κύριος Sato, για να υποστηρίξει την άποψη του, θα μπορούσε να τονίσει τη μεγάλη πολιτική επιρροή που είχε αρχίσει τότε να ασκεί η Ιαπωνία λόγω της οικονομικήςτης δύναμης καθώς και τους περιορισμούς που υπάρχουν πλέον στη χρήση βίας ως οργάνου της εξωτερικής πολιτικής. Δεν υπάρχει ωστόσο κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η Ιαπωνία ή κάποια άλλη χώρα [όπως η Γερμανία] μπορούν να ανέλθουν στη πρώτη κατηγορία δυνάμεων πολιτικά, χωρίς να λάβουν επίσης μέτρα που είναι απαραίτητα, για να ανέλθουν στην πρώτη κατηγορία των δυνάμεων στρατιωτικά...'' - Hedley Bull
Αυτό ήταν το παραμύθι που πούλησαν κάποιοι στην Ιαπωνία και τη Γερμάνια (και με τη σειρά τους οι ηγεσίες αυτών των χωρών πούλησαν στους πολίτες τους - η Ιαπωνία βέβαια προσπαθεί να το αλλάξει). Ο ρηχός και απλουστευτικός οικονομισμός σε συνδυασμό με την €υρωζώνη αποκρύπτει τις αδυναμίες και την πραγματική κατάσταση -σε ότι αφορά τη δυνητική ισχύ- της Γερμανίας και θολώνει την εικόνα για την πιθανή θέση της στον νέο ιστορικό αιώνα.
Και η θέση της, υπό καμία έννοια δεν θα είναι αυτή της πλανητικής υπερδύναμης ή της μεγάλης δύναμης πρώτης κατηγορίας.
-----
Στα προηγούμενα τρία πεδία (πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό) θα πρέπει -πλέον- να προστεθούν δύο ακόμα. Το πολιτισμικόκαι το δημογραφικό. Το στρατιωτικόπεδίο πάντα σχετίζεται με το τεχνολογικό (έμμεσα ή κεκαλυμμένα).
I
Η Ελλάδα ούτε ήταν, ούτε πρόκειται «να γίνει» Βουλγαρία (είτε με €υρώ είτε χωρίς €υρώ). Τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα θα έχει εδάφη στην Θράκη και την Μακεδονία (δηλαδή για όσο χρονικό διάστημα δεν θα έχουν οι βόρειοι γείτονες μας έξοδο στο Αιγαίο ή, για να το θέσω ειδικά ως προς την συγκεκριμένη χώρα, για όσο χρονικό διάστημα η Βουλγαρία δεν θα αποτελεί γεωγραφικό, πολιτικό και οικονομικό σύνδεσμο μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Αιγαίου). Έτσι ήταν εδώ και περίπου έναν αιώνα -δηλαδή από την περίοδο μεταξύ των Συνθηκών του Βουκουρεστίου, των Σεβρών και της Λωζάνης- και έτσι θα παραμείνει.
Εάν τα σύνορα της Ελλάδας έφταναν μεταξύ Νέστου, Στρυμόνα και Αλιάκμονα, προφανώς και θα μπορούσε να υπάρξει σύγκριση.
Τα προηγούμενα δεν έχουν να κάνουν τόσο με τα εδάφη καθεαυτά, όσο με την -γεωπολιτική/οικονομική και όχι μόνον- καρδιά της «οντότητας» που ονομάζουμε Ελλάδα. Και εννοείται, φυσικά, πως η καρδιά της Ελλάδας είναι το Αιγαίο (ούτε η Αθήνα -η οποία κατέστρεψε, απομύζησε και παρασίτησε επί του συνόλου της χώρας-, ούτε η Θεσσαλονίκη, ούτε η Αλεξανδρούπολη).
Γι'αυτόν τον λαϊκισμό όμως («μη γίνουμε Βουλγαρία» ή «η Βουλγαρία αυτό ή το άλλο») ουδείς ομιλεί. Αυτός ο (€υρώ)λαϊκισμός -μαζί με τις απειλές, την προπαγάνδα και τους ανορθολογισμούς που τον συνοδεύουν- που σχιζοφρενικά μεταβάλει την συγκεκριμένη χώρα πότε σε αντι-παράδειγμα και πότε σε «πρότυπο», βρίσκεται στο απυρόβλητο. Η ιστορία δεν ξεκίνησε το 1999-2002. Εμένα πρώτιστα με ενδιαφέρει το πολιτικό σύστημα και όχι «το νόμισμα», αλλά δεν αντέχω αυτό το μείγμα προπαγάνδας, λαϊκισμού και ασύμμετρου ψυχολογικού πολέμου.
Ίσως οι μόνοι που θα μπορούσαν με αξιώσεις να καταφέρουν -για πρώτη φορά μετά από περίπου έναν αιώνα- να προσεγγίσουμε κατά οποιονδήποτε τρόπο την συγκεκριμένη χώρα, είναι αυτοί οι προπαγανδιστές που την χρησιμοποιούν σχιζοφρενικά πότε ως αντι-παράδειγμα και πότε ως «πρότυπο» [II]. Η ρίζα αυτής της σαχλαμάρας βρίσκεται στον economist, ο οποίος είχε γράψει πριν λίγα χρόνια, συγκεκριμένα το 2012, πως οι αισιόδοξοι Βούλγαροι όταν έκαναν προβλέψεις πριν 20 χρόνια, ήλπιζαν, η Βουλγαρία να γίνει σαν την Ελλάδα, ενώ σήμερα ελπίζουν η Ελλάδα να γίνει σαν τη Βουλγαρία. Το προηγούμενο, οι εγχώριοι άθλιοι το μετέτρεψαν σε προπαγάνδα για εσωτερική κατανάλωση.
Εξυπηρετείτε τα σχέδια του Schäuble!, φωνάζουν οι μεν. Όχι εσείς τα εξυπηρετείτε!, απαντούν οι δε (παίζοντας την κολοκυθιά).
Τα περί Schäuble, με τα οποία άρχισε να «παίζει» το κομματικό, δημοσιογραφικό και μηντιακό κατεστημένο μόλις το περασμένο καλοκαίρι (ενώ γνωρίζουμε πως το ζήτημα είναι παλαιότερο), αποτελούν τέχνασμα και ευφυολόγημα υπό την εξής έννοια. Οποιαδήποτε επιλογή, είτε παραμονής εντός ευρωζώνης, είτε -υπό τις παρούσες συνθήκες και το υπάρχον πολιτικό προσωπικό- εκτός, επιλογή Schäuble είναι.
Είναι φανερό πως ο Schäuble έχει μεταβληθεί σε instrumentarium νομιμοποίησης εκχώρησης κυριαρχίας, διαιώνισης της εξάρτησης και του ετεροκαθορισμού της Ελλάδας, στα πλαίσια διαμόρφωσης της «κοινής γνώμης» και του διακομματικού και παραταξιακού παιγνίου. Αποτελεί το σκιάχτρο πίσω από το οποίο κρύβονται νομιμοποιώντας τις απόψεις και τις πράξεις τους.
Την ίδια στιγμή, ο παραλογισμός και ο σουρεαλισμός συνεχίζεται στη μεταπτωχευμένη μας χώρα, με την «αριστερά» να μας φέρνει σε στενές επαφές τρίτου τύπου με το ΝΑΤΟ, και τη «δεξιά» να την εγκαλεί εξαπολύοντας αντι-ΝΑΤΟϊκές κορώνες! Το ότι θα ζούσα να δω τη Ν.Δ αντι-ΝΑΤΟϊκή και παράλληλα τους απόγονους του Κ.Κ.Ε εσωτερικού -και του''Ρήγα Φεραίου''- να εγκαλούν κόμμα της «δεξιάς» για λαϊκισμό, υπερασπιζόμενοι το ΝΑΤΟ, «δεν το περίμενα». Είναι κάτι που με ξεπερνά...
Η Ε.Ε μέσω της αδυναμίας, της ανεπάρκειας, της ανικανότητας ή της σκοπιμότητας της, εξάγει «ξενοφοβία» και ρατσισμό εδώ και χρόνια στην περιφερειακή της χωματερή. Κι όμως αντέχουμε και δεν γίναμε ανθρωποφάγοι.
Και έχουμε τον κάθε πικραμένο να μιλά για τους «ακροδεξιούς και ξενόφοβους» κατοίκους των νησιών. Αυτό που γίνεται στην περιφέρεια σε νησιά του Αιγαίου να γίνει στο Κέντρο, στις Βρυξέλλες ή στο Στρασβούργο και το Ρήνο, να δείτε πως θα συμπεριφερθούν κάποιοι ευρωπαϊστές του υπερεθνικού Κέντρου. Πιο συγκεκριμένα στον περιβάλλοντα χώρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιου. Να μαζευτούν όλοι, εκεί δίπλα στο ποτάμι, μαζί με τους Ευρωβουλευτές να κάνουν πικ-νικ.
Οι δικοί μας υποτακτικοί γελοίοι νομιμοποιούν την ασύμμετρη νεο-αυτοκρατορική σχέση, ολόκληρης της Ε.Ε των 500 εκατομμύριων ανθρώπων από τη μια μεριά, και από την άλλη πέντε νησιών με λιγότερο από 200.000 κατοίκους. Ντροπή τους. Γελοίοι, ανήθικοι και άθλιοι ευρωλαϊκιστές.
Η ηθική ανεντιμότητα και ανευθυνότητα αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό όσων θέλουν να εξαπατήσουν και να χειραγωγήσουν. Η ανηθικότητα, η χυδαιότητα και η μετακύλιση ευθυνών και βαρών από το υπερ-εθνικό και κεντρικό γεωγραφικά στο υπο-εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αποτελεί την πάγια τακτική και το κύριο μέσο αποσιώπησης των ενοχών και των ευθυνών του Κέντρου.
Άνθρωποι που πίσω από την φαινομενική εφαρμογή αξιών στην πραγματικότητα επιβάλλουν την πολιτική του ισχυρού και του κυρίαρχου, αθωώνοντας τον. Άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν (φαντασιώνονται όμως, τρομάρα τους, ότι έχουν) με την ανθρώπινη σταθερά γνωστή ως «αίσθημα δικαίου». Δουλικοί υπηρέτες και παραρτήματα του ισχυρού και κυρίαρχου Κέντρου, νεο-δαρβινιστές/αυτοκρατοριστές και ψυχικά ανέστιοι που απαρνήθηκαν τις εδαφικές τους ανθρώπινες σχέσεις, βάσεις, συνδέσεις και επαφές και παρασιτούν επί -ή καταστρέφουν- αυτές των υπολοίπων, των περιφερειακά αναλώσιμων.
Στη Ρωσία ήταν το δίπολο Zapadniki (δυτικιστές) - Slavophiles. Η Γερμανία χρειάστηκε να ηττηθεί σε δύο ευρωπαϊκούς πολέμους -τους λεγόμενους παγκόσμιους- προκειμένου να γίνει «δυτική» και να ενταχθεί στη «Δύση» (δηλαδή να ενσωματωθεί θεσμικά, οικονομικά, πολιτικά στο φιλελεύθερο πρότζεκτ). Η Ιαπωνία επιδίωξε να εγκαθιδρύσει μια «αυτοκρατορία στα πρότυπα των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων», αρχικά μέσω ενός «εκδυτικισμού» τον οποίον αργότερα χρησιμοποίησε ως μάσκα. Στην Τουρκία ήταν ο Κεμαλισμός. Στην Ελλάδα ο Βενιζελισμός. Αλλού ήταν μοναρχίες, σοσιαλιστικά αυταρχικά καθεστώτα και πάει λέγοντας.
Η εποχή αυτή, που ξεκίνησε κάποια στιγμή μέσα στον 19ο αιώνα, φτάνει σιγά, σιγά στο τέλος της. Όχι όμως όπως φαντάζονταν πολλοί. Το ''Τέλος της Ιστορίας''προϋπέθετε πως οι παρατάξεις των απανταχού Zapadniki («αριστερών και δεξιών»), θα επικρατούσαν σε ολόκληρο τον πλανήτη, και έτσι η Ιστορία, όπως ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, θα έφτανε στο τέλος της.
Το αντίθετο συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει. Μετά τον «εμφύλιο» του Σάχη Παχλαβί με τον Μοσαντεκ (ενδοπαραταξιακη αντιπαράθεση των ΙρανοΠερσών Zapadniki), ήρθε ο Χομεϊνί. Μετά τον Μουμπάρακ δεν ήρθε η «δημοκρατία» στην Αίγυπτο, αλλά ο Μόρσι (και μετά τον αλ-Σίσι κάτι αντίστοιχο θα συμβεί). Μετά τον Ερντογάν δεν θα επιστρέψουν οι κεμαλιστές (ή θα επιστρέψουν τρομερά αποδυναμωμένοι και εκτός εποχής, διχάζοντας περαιτέρω). Μετά τον Πούτιν δεν θα έρθει ο φιλελευθερισμός και η «δημοκρατία» στη Ρωσία. Και μετά τον Μόντι δεν θα έρθει ένας νέος Νεχρού. Μετά το κομμουνιστικό κόμμα στην Κίνα θα έρθει ένας κινεζικός νεο-αυτοκρατορισμός και όχι μια μεγενθυμένη Αμερική. Και μέσα στις επόμενες δύο εκλογικές αναμετρήσεις, οι Η.Π.Α θα γίνουν πιο εσωστρεφείς και πιο επαρχιώτικες, χάνοντας αρκετά στοιχεία από το οικουμενιστικό-αυτοκρατορικό τους προφίλ.
Zapadniki (Westernizers) όλων των χωρών ενωθείτε -γιατί χανόμαστε-, ακούγεται μια φωνή να λέει (και ο Μάρξ σε αυτούς άνηκε). Το ζήτημα είναι πως ενώ οι Zapadniki παντού υποχωρούν, ακόμα και στις κοιτίδες τους (Η.Π.Α, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο), αυτοί που τους αντιπαρατίθενται ή καλύπτουν το κενό, δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν να κάνουν (πλην ίσως των Κινέζων), δεν έχουν ολοκληρωμένη πρόταση και σχέδιο, και κινούνται σε ένα πειραματικό ή/και υβριδικό στάδιο.
Τους τελευταίους δύο αιώνες, οι προηγούμενες εξελίξεις αποτέλεσαν Ύβρεις απέναντι στον ανθρώπινο πολιτισμό, την ιστορία και την κληρονομία του (''εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας''τα ονομάζουν στις μέρες μας). Τα κέντρα ισχύος που διέπραξαν αυτές τις Ύβρεις -ή συνέβαλλαν καθοριστικά στην πραγματοποίηση τους-, θα κλιθούν να τοποθετηθούν γύρω από τις νέες πλανητικές εξελίξεις που οδηγούν στην αυγή μιας νέας εποχής. Της εποχής -της επιστροφής- των αναγεννημένων παραδοσιακών ιστορικών, πολιτισμικών και γεωγραφικών κέντρων της ανθρώπινης ιστορίας. Έχουν την επιλογή, είτε να αιματοκυλήσουν την ανθρωπότητα, είτε να συμμετέχουν στη διαμόρφωση αυτή της νέας παγκόσμιας τάξης (αποτελώντας οργανικά μέρη της).
Ένα είναι σίγουρο. Η ιστορία δεν τελείωσε, ούτε ο κόσμος οδεύει προς το τέλος του (παρά τον κοσμικής μορφής μεσσιανισμό που πάντοτε υποβόσκει στο νεωτεριστικό ευρωκεντρικο μυαλό). Όπως λέει και μια φράση:
(*) Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί πως η ανατολική Μεσόγειος κατάντησε η «Νεκρά Θάλασσα» ή τα υδάτινα «Βαλκάνια» του ηπειρωτικού ευρωπαϊσμού. Το Αιγαίο, φυσικά αποτελεί οργανικό μέρος και ενοποιητικό παράγοντα μεταξύ ανατολικής Μεσόγειου και Εύξεινου Πόντου.
Εάν τα σύνορα της Ελλάδας έφταναν μεταξύ Νέστου, Στρυμόνα και Αλιάκμονα, προφανώς και θα μπορούσε να υπάρξει σύγκριση.
Τα προηγούμενα δεν έχουν να κάνουν τόσο με τα εδάφη καθεαυτά, όσο με την -γεωπολιτική/οικονομική και όχι μόνον- καρδιά της «οντότητας» που ονομάζουμε Ελλάδα. Και εννοείται, φυσικά, πως η καρδιά της Ελλάδας είναι το Αιγαίο (ούτε η Αθήνα -η οποία κατέστρεψε, απομύζησε και παρασίτησε επί του συνόλου της χώρας-, ούτε η Θεσσαλονίκη, ούτε η Αλεξανδρούπολη).
Γι'αυτόν τον λαϊκισμό όμως («μη γίνουμε Βουλγαρία» ή «η Βουλγαρία αυτό ή το άλλο») ουδείς ομιλεί. Αυτός ο (€υρώ)λαϊκισμός -μαζί με τις απειλές, την προπαγάνδα και τους ανορθολογισμούς που τον συνοδεύουν- που σχιζοφρενικά μεταβάλει την συγκεκριμένη χώρα πότε σε αντι-παράδειγμα και πότε σε «πρότυπο», βρίσκεται στο απυρόβλητο. Η ιστορία δεν ξεκίνησε το 1999-2002. Εμένα πρώτιστα με ενδιαφέρει το πολιτικό σύστημα και όχι «το νόμισμα», αλλά δεν αντέχω αυτό το μείγμα προπαγάνδας, λαϊκισμού και ασύμμετρου ψυχολογικού πολέμου.
Ίσως οι μόνοι που θα μπορούσαν με αξιώσεις να καταφέρουν -για πρώτη φορά μετά από περίπου έναν αιώνα- να προσεγγίσουμε κατά οποιονδήποτε τρόπο την συγκεκριμένη χώρα, είναι αυτοί οι προπαγανδιστές που την χρησιμοποιούν σχιζοφρενικά πότε ως αντι-παράδειγμα και πότε ως «πρότυπο» [II]. Η ρίζα αυτής της σαχλαμάρας βρίσκεται στον economist, ο οποίος είχε γράψει πριν λίγα χρόνια, συγκεκριμένα το 2012, πως οι αισιόδοξοι Βούλγαροι όταν έκαναν προβλέψεις πριν 20 χρόνια, ήλπιζαν, η Βουλγαρία να γίνει σαν την Ελλάδα, ενώ σήμερα ελπίζουν η Ελλάδα να γίνει σαν τη Βουλγαρία. Το προηγούμενο, οι εγχώριοι άθλιοι το μετέτρεψαν σε προπαγάνδα για εσωτερική κατανάλωση.
-----
Συγκρίνετε, για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν Α.Ε.Π της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, το 1999 -δηλαδή πριν την υιοθέτηση του €υρώ- ή το 1992 (ή/και μετά από την σημερινή καταστροφή). Εδώ και περίπου έναν αιώνα, δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση. Και ως προς άλλους δείκτες, η Ελλάδα βρισκόταν σε διαφορετικά επίπεδα ανταγωνισμού πριν έναν αιώνα. Ανταγωνιζόταν άλλες περιοχές, κοινωνίες και κράτη: ''Ανά χίλιους κατοίκους πήγαιναν στο Ελληνικό (Μέσο) σχολείο 27 μαθητές (στη Γαλλία 26, στη Ρουμανία 15). Η Ελλάδα είχε παγκοσμίως το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών: 10,9 φοιτητές ανά 10.000 κατοίκους (δεύτερο το Βέλγιο με 9,6'η Γερμανία είχε 5,6 φοιτητές ανά 10.000 κατοίκους, η Αυστροουγγαρία 4,5, η Σερβία 1,3 και η Ρωσία 0,8). Το 1912/1913 μόνο οι Η.Π.Α με 38,6 φοιτητές ανά 10.000 κατοίκους ξεπερνούσαν την Ελλάδα (12,6 φοιτητές), ενώ η Γερμανία είχε ανέβει στους 11,5 φοιτητές'' (Για την παλαιότερη διάψευση των προσδοκιών, τη κρίση των κομμάτων κατά τη περίοδο ανάμεσα στην τότε χρεοκοπία και τον πόλεμο).
II
Η Ελλάδα του Συ.Ριζ.Α και του Φίλη χέρι, χέρι με την Ελλάδα της Ν.Δ και του Γεωργιάδη, δίνουν τον νυν υπέρ πάντων αγών(α) προκειμένου, η Ελλάδα ως όλον, να μην είναι -στοιχειωδώς- κυρίαρχη, να μην αποφασίζει η ίδια, και να ετεροκαθορίζεται (ακριβώς όπως κάνουν τα δύο αυτά κόμματα), διεκδικώντας «το δικαίωμα της» να είναι εξαρτημένη και υπό καθεστώς επικυριαρχίας, χρησιμοποιώντας ως σκιάχτρο τον Schäuble.Εξυπηρετείτε τα σχέδια του Schäuble!, φωνάζουν οι μεν. Όχι εσείς τα εξυπηρετείτε!, απαντούν οι δε (παίζοντας την κολοκυθιά).
Τα περί Schäuble, με τα οποία άρχισε να «παίζει» το κομματικό, δημοσιογραφικό και μηντιακό κατεστημένο μόλις το περασμένο καλοκαίρι (ενώ γνωρίζουμε πως το ζήτημα είναι παλαιότερο), αποτελούν τέχνασμα και ευφυολόγημα υπό την εξής έννοια. Οποιαδήποτε επιλογή, είτε παραμονής εντός ευρωζώνης, είτε -υπό τις παρούσες συνθήκες και το υπάρχον πολιτικό προσωπικό- εκτός, επιλογή Schäuble είναι.
Είναι φανερό πως ο Schäuble έχει μεταβληθεί σε instrumentarium νομιμοποίησης εκχώρησης κυριαρχίας, διαιώνισης της εξάρτησης και του ετεροκαθορισμού της Ελλάδας, στα πλαίσια διαμόρφωσης της «κοινής γνώμης» και του διακομματικού και παραταξιακού παιγνίου. Αποτελεί το σκιάχτρο πίσω από το οποίο κρύβονται νομιμοποιώντας τις απόψεις και τις πράξεις τους.
Την ίδια στιγμή, ο παραλογισμός και ο σουρεαλισμός συνεχίζεται στη μεταπτωχευμένη μας χώρα, με την «αριστερά» να μας φέρνει σε στενές επαφές τρίτου τύπου με το ΝΑΤΟ, και τη «δεξιά» να την εγκαλεί εξαπολύοντας αντι-ΝΑΤΟϊκές κορώνες! Το ότι θα ζούσα να δω τη Ν.Δ αντι-ΝΑΤΟϊκή και παράλληλα τους απόγονους του Κ.Κ.Ε εσωτερικού -και του''Ρήγα Φεραίου''- να εγκαλούν κόμμα της «δεξιάς» για λαϊκισμό, υπερασπιζόμενοι το ΝΑΤΟ, «δεν το περίμενα». Είναι κάτι που με ξεπερνά...
III
Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 κρατών και των πεντακοσίων (500) -και πλέον- εκατομμυρίων ανθρώπων, είναι ανίκανη ή δεν έχει καν τη βούληση να εφαρμόσει λύσεις και όλο το βάρος έχει πέσει σε πέντε νησιά του Αιγαίου.Η Ε.Ε μέσω της αδυναμίας, της ανεπάρκειας, της ανικανότητας ή της σκοπιμότητας της, εξάγει «ξενοφοβία» και ρατσισμό εδώ και χρόνια στην περιφερειακή της χωματερή. Κι όμως αντέχουμε και δεν γίναμε ανθρωποφάγοι.
Και έχουμε τον κάθε πικραμένο να μιλά για τους «ακροδεξιούς και ξενόφοβους» κατοίκους των νησιών. Αυτό που γίνεται στην περιφέρεια σε νησιά του Αιγαίου να γίνει στο Κέντρο, στις Βρυξέλλες ή στο Στρασβούργο και το Ρήνο, να δείτε πως θα συμπεριφερθούν κάποιοι ευρωπαϊστές του υπερεθνικού Κέντρου. Πιο συγκεκριμένα στον περιβάλλοντα χώρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιου. Να μαζευτούν όλοι, εκεί δίπλα στο ποτάμι, μαζί με τους Ευρωβουλευτές να κάνουν πικ-νικ.
Οι δικοί μας υποτακτικοί γελοίοι νομιμοποιούν την ασύμμετρη νεο-αυτοκρατορική σχέση, ολόκληρης της Ε.Ε των 500 εκατομμύριων ανθρώπων από τη μια μεριά, και από την άλλη πέντε νησιών με λιγότερο από 200.000 κατοίκους. Ντροπή τους. Γελοίοι, ανήθικοι και άθλιοι ευρωλαϊκιστές.
Η ηθική ανεντιμότητα και ανευθυνότητα αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό όσων θέλουν να εξαπατήσουν και να χειραγωγήσουν. Η ανηθικότητα, η χυδαιότητα και η μετακύλιση ευθυνών και βαρών από το υπερ-εθνικό και κεντρικό γεωγραφικά στο υπο-εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αποτελεί την πάγια τακτική και το κύριο μέσο αποσιώπησης των ενοχών και των ευθυνών του Κέντρου.
Άνθρωποι που πίσω από την φαινομενική εφαρμογή αξιών στην πραγματικότητα επιβάλλουν την πολιτική του ισχυρού και του κυρίαρχου, αθωώνοντας τον. Άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν (φαντασιώνονται όμως, τρομάρα τους, ότι έχουν) με την ανθρώπινη σταθερά γνωστή ως «αίσθημα δικαίου». Δουλικοί υπηρέτες και παραρτήματα του ισχυρού και κυρίαρχου Κέντρου, νεο-δαρβινιστές/αυτοκρατοριστές και ψυχικά ανέστιοι που απαρνήθηκαν τις εδαφικές τους ανθρώπινες σχέσεις, βάσεις, συνδέσεις και επαφές και παρασιτούν επί -ή καταστρέφουν- αυτές των υπολοίπων, των περιφερειακά αναλώσιμων.
-----
Η συγκεκριμένη παρατήρηση δεν τοποθετείται καν σε επίπεδο καθαρά εθνικό, όπου -μπορεί να ειπωθεί πως- η Ελλάδα, ή περιοχές της, συνθλίβονται ανάμεσα σε Ε.Ε, Γερμανία και Τουρκία. Τοποθετείται στο επίπεδο της ανισοβαρούς και ασύμμετρης, εκμεταλλευτικής και νεο-αυτοκρατορικής σχέσης της Ε.Ε με ένα τμήμα μιας περιφέρειας της (ούτε καν με ολόκληρη περιφέρεια).
IV
Από τον 19ο αιώνα και ύστερα υπήρξαν δύο, και μόνον δύο, «παρατάξεις» σε κάθε χώρα (με τη μια να είναι κοινή παντού).Στη Ρωσία ήταν το δίπολο Zapadniki (δυτικιστές) - Slavophiles. Η Γερμανία χρειάστηκε να ηττηθεί σε δύο ευρωπαϊκούς πολέμους -τους λεγόμενους παγκόσμιους- προκειμένου να γίνει «δυτική» και να ενταχθεί στη «Δύση» (δηλαδή να ενσωματωθεί θεσμικά, οικονομικά, πολιτικά στο φιλελεύθερο πρότζεκτ). Η Ιαπωνία επιδίωξε να εγκαθιδρύσει μια «αυτοκρατορία στα πρότυπα των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων», αρχικά μέσω ενός «εκδυτικισμού» τον οποίον αργότερα χρησιμοποίησε ως μάσκα. Στην Τουρκία ήταν ο Κεμαλισμός. Στην Ελλάδα ο Βενιζελισμός. Αλλού ήταν μοναρχίες, σοσιαλιστικά αυταρχικά καθεστώτα και πάει λέγοντας.
Η εποχή αυτή, που ξεκίνησε κάποια στιγμή μέσα στον 19ο αιώνα, φτάνει σιγά, σιγά στο τέλος της. Όχι όμως όπως φαντάζονταν πολλοί. Το ''Τέλος της Ιστορίας''προϋπέθετε πως οι παρατάξεις των απανταχού Zapadniki («αριστερών και δεξιών»), θα επικρατούσαν σε ολόκληρο τον πλανήτη, και έτσι η Ιστορία, όπως ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, θα έφτανε στο τέλος της.
Το αντίθετο συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει. Μετά τον «εμφύλιο» του Σάχη Παχλαβί με τον Μοσαντεκ (ενδοπαραταξιακη αντιπαράθεση των ΙρανοΠερσών Zapadniki), ήρθε ο Χομεϊνί. Μετά τον Μουμπάρακ δεν ήρθε η «δημοκρατία» στην Αίγυπτο, αλλά ο Μόρσι (και μετά τον αλ-Σίσι κάτι αντίστοιχο θα συμβεί). Μετά τον Ερντογάν δεν θα επιστρέψουν οι κεμαλιστές (ή θα επιστρέψουν τρομερά αποδυναμωμένοι και εκτός εποχής, διχάζοντας περαιτέρω). Μετά τον Πούτιν δεν θα έρθει ο φιλελευθερισμός και η «δημοκρατία» στη Ρωσία. Και μετά τον Μόντι δεν θα έρθει ένας νέος Νεχρού. Μετά το κομμουνιστικό κόμμα στην Κίνα θα έρθει ένας κινεζικός νεο-αυτοκρατορισμός και όχι μια μεγενθυμένη Αμερική. Και μέσα στις επόμενες δύο εκλογικές αναμετρήσεις, οι Η.Π.Α θα γίνουν πιο εσωστρεφείς και πιο επαρχιώτικες, χάνοντας αρκετά στοιχεία από το οικουμενιστικό-αυτοκρατορικό τους προφίλ.
Zapadniki (Westernizers) όλων των χωρών ενωθείτε -γιατί χανόμαστε-, ακούγεται μια φωνή να λέει (και ο Μάρξ σε αυτούς άνηκε). Το ζήτημα είναι πως ενώ οι Zapadniki παντού υποχωρούν, ακόμα και στις κοιτίδες τους (Η.Π.Α, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο), αυτοί που τους αντιπαρατίθενται ή καλύπτουν το κενό, δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν να κάνουν (πλην ίσως των Κινέζων), δεν έχουν ολοκληρωμένη πρόταση και σχέδιο, και κινούνται σε ένα πειραματικό ή/και υβριδικό στάδιο.
V
Η ανατολική Μεσόγειος, φυσική κοίτη συσσώρευσης και κατάληξης των παγκόσμιων εμπορικών ροών, λίκνο και πυρήνας των μεγάλων θρησκειών και πολιτισμών, κατάντησε -μετεβλήθη σε- αποχωρητήριο ή χωματερή του Ρήνου και της Μάγχης (*). Η ευρύτερη Μέση Ανατολή, διαχρονική χερσαία γέφυρα ανταλλαγής και διακίνησης ιδεών και εμπορευμάτων, κόμβος και σημείο συνάντησης των καραβανιών και των σπαθιών της μιας και μόνης παγκόσμιας ηπείρου, κατάντησε -μετεβλήθη σε- μια κατακερματισμένη και άναρχη υπανάπτυκτη βυθισμένη στο χάος περιοχή. Η Κίνα και οι Ινδίες, αυτές οι «Οικουμένες» που στέκουν σταθερές μέσα στο πέρασμα των αιώνων, πάντα αυθύπαρκτες, αυτόνομες και αυτόβουλες, διαχρονικά κέντρα παραγωγής και κατασκευής πνευματικών-άυλων και υλικών προϊόντων της ανθρώπινης ιστορίας, κατάντησαν -μετεβλήθησαν σε- αδιάφορες υποβαθμισμένες και απόμακρες περιφέρειες.Τους τελευταίους δύο αιώνες, οι προηγούμενες εξελίξεις αποτέλεσαν Ύβρεις απέναντι στον ανθρώπινο πολιτισμό, την ιστορία και την κληρονομία του (''εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας''τα ονομάζουν στις μέρες μας). Τα κέντρα ισχύος που διέπραξαν αυτές τις Ύβρεις -ή συνέβαλλαν καθοριστικά στην πραγματοποίηση τους-, θα κλιθούν να τοποθετηθούν γύρω από τις νέες πλανητικές εξελίξεις που οδηγούν στην αυγή μιας νέας εποχής. Της εποχής -της επιστροφής- των αναγεννημένων παραδοσιακών ιστορικών, πολιτισμικών και γεωγραφικών κέντρων της ανθρώπινης ιστορίας. Έχουν την επιλογή, είτε να αιματοκυλήσουν την ανθρωπότητα, είτε να συμμετέχουν στη διαμόρφωση αυτή της νέας παγκόσμιας τάξης (αποτελώντας οργανικά μέρη της).
Ένα είναι σίγουρο. Η ιστορία δεν τελείωσε, ούτε ο κόσμος οδεύει προς το τέλος του (παρά τον κοσμικής μορφής μεσσιανισμό που πάντοτε υποβόσκει στο νεωτεριστικό ευρωκεντρικο μυαλό). Όπως λέει και μια φράση:
It's Not the End of the World, It's Just the End of You.
-----
Οι παγκόσμιες εξελίξεις που οδηγούσαν στον νέο ιστορικό κύκλο ήταν -και παραμένουν- ευνοϊκές για εμάς (ως ιστορική αναφορά και ανθρωπολογική ετερότητα, ως κοινωνία, ως έθνος, ως διακριτή οντότητα ή όπως αλλιώς θέλετε). Αλλά κάποιοι φρόντισαν να μας ρίξουν στο βάραθρο, όχι να μας συγχρονίσουν με αυτές. Πρέπει, οφείλουμε να είμαστε παρόντες (''πάση θυσία''που λέει και η συνθηματολογία των χυδαίων) σε αυτή την νέα εποχή, σε αυτόν τον νέο -πραγματικά παγκόσμιο-, ιστορικό αιώνα. Και θα είμαστε. Είτε υπό κρατική μορφή οργάνωσης, είτε χωρίς (καθόλου απίθανο έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα). Το περιφερειακό και παραδοσιακά εξαρτημένο δορυφορικό κράτος-πελάτης και οι μεταπρατικές «ελίτ» του μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα.(*) Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί πως η ανατολική Μεσόγειος κατάντησε η «Νεκρά Θάλασσα» ή τα υδάτινα «Βαλκάνια» του ηπειρωτικού ευρωπαϊσμού. Το Αιγαίο, φυσικά αποτελεί οργανικό μέρος και ενοποιητικό παράγοντα μεταξύ ανατολικής Μεσόγειου και Εύξεινου Πόντου.
Διαβάζω στον Guardian πως οι προοδευτικοί θα πρέπει να νιώθουν αποτροπιασμό για την καταστροφή και την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας -μια κατάρρευση που έχουμε να δούμε από την εποχή της μεγάλης ύφεσης- την οποία προκάλεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση (μέσω των τραπεζών του κέντρου), και πως ήρθε η ώρα, με αφορμή την πιθανή απόσυρση της Βρετανίας από την Ε.Ε, η «αριστερά» να διεκδικήσει τον «ευρωσκεπτικισμό» (αναφέρεται σε “Le(ft)xit”).
Διαβάζω επίσης για την καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας που επιτεύχθηκε μέσω οικονομικού στραγγαλισμού. Εθνική κυριαρχία; ''Τι είναι αυτά που γράφονται στον Guardian;'', αναρωτιούνται ορισμένοι «προοδευτικοί», ''υπάρχει μόνον «ευρωπαϊκό» συμφέρον και «ευρωπαϊκή» αλληλεγγύη'' (δηλαδή το συμφέρον και η αλληλεγγύη του Κέντρου). Αλλά μήπως τα πράγματα σε μια κάποια «δεξιά» είναι πολύ διαφορετικά; Σε αυτό το σημείο πετάγεται από μια γωνιά ο πρόμαχος του Έθνους (του ευρωπαϊκού), κ. Γεωργιάδης, ενημερώνοντας μας πως στις νέες παγκόσμιες συνθήκες η εθνική κυριαρχία -αλλά και η κυριαρχία γενικότερα- αποτελεί μια έννοια ξεπερασμένη και... τρε μπανάλ (ακαδημαϊκοί, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες συρρέουν μαζικά από όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, προκειμένου να ακούσουν τα επιχειρήματα του νέου αστέρα της ελλαδικής «δεξιάς»).
Ας μην ξεχνάμε πως όχι μονάχα το Κολωνάκι, αλλά και τα Εξάρχεια ψήφισαν ''Ναι''στο δημοψήφισμα. Παγωμάρα, ανατριχίλα και αποτροπιασμός θα πρέπει να κατέκλυσε τις δύο αυτές περιοχές των Αθηνών κατά την πρόσφατη κάθοδο των βαρβάρων της περιφέρειας και την εισβολή των τριχωτών ''μικροαστών'' -όπως τους αποκαλούν- και των αγροτών (δηλαδή, μέρους αυτού που ονομάζουμε ''λαός'') στο Πολιτισμένο Κέντρο. Η συσπείρωση όλων των πολιτισμένων ανθρώπων του κέντρου των Αθηνών αποτελεί καθήκον και θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και αυτονόητη. Αγκαλιασμένοι με τους -υποτιθέμενους- εχθρούς τους, όλοι μαζί οι προηγούμενοι αναφωνούν: Κοινός εχθρός είναι ο «εθνολαϊκισμός» και η «εδαφικότητα».
Μια κάποια «αριστερά», ψύχραιμη και ηθική, περί άλλων τυρβάζει (συγκεκριμένα περί του «παγκόσμιου καπιταλισμού»), θεωρώντας τον ''πληθυσμό''της Ελλάδας αναλώσιμο μέσα στο μεγάλο πλανητικό παίγνιο. Δεν είναι μόνη όμως. Έχει τη συντροφιά μιας κάποιας «δεξιάς» που προσπαθεί να μας πείσει πως για όσα συμβαίνουν, φταίνε τα... γονίδια των Ελλήνων (άρα νομιμοποίημενα στη συνείδηση της είναι -ορισμένοι από αυτούς- αναλώσιμοι).
Το υπερεθνικό -εξωχώριο, ευρωπαϊκό ή ευρωατλαντικό- Κέντρο όμως, δηλαδή το σημείο αναφοράς και στήριξης τους, τραντάζεται και ίσως να μην αντέξει. Και εάν δεν αντέξει, τότε τι θα κάνουν οι Βρυξέλλες, το Στρασβούργο και η Φρανκφούρτη των Αθηνών;
Περισσότερα: 1) Ένα νέο 2012 προ των πυλών;, 2) «ακαδημαϊκοί νομάδες» και απάτριδες του ευρωπαϊσμού, 3) Επίπεδα, 4) Αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο εντός της Ε.Ε, 5) Υπερεθνικότητα (supranationalism), διακυβερνητισμός (intergovernmentalism), κυριαρχία (sovereignty) και αυτοδιάθεση (self-determination). Εισαγωγή, 6) Τρία επίπεδα και «αριστερά» και «δεξιά»και γενικότερα τις ετικέτες Ευρώπηκαι Ε.Ε.
Διαβάζω επίσης για την καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας που επιτεύχθηκε μέσω οικονομικού στραγγαλισμού. Εθνική κυριαρχία; ''Τι είναι αυτά που γράφονται στον Guardian;'', αναρωτιούνται ορισμένοι «προοδευτικοί», ''υπάρχει μόνον «ευρωπαϊκό» συμφέρον και «ευρωπαϊκή» αλληλεγγύη'' (δηλαδή το συμφέρον και η αλληλεγγύη του Κέντρου). Αλλά μήπως τα πράγματα σε μια κάποια «δεξιά» είναι πολύ διαφορετικά; Σε αυτό το σημείο πετάγεται από μια γωνιά ο πρόμαχος του Έθνους (του ευρωπαϊκού), κ. Γεωργιάδης, ενημερώνοντας μας πως στις νέες παγκόσμιες συνθήκες η εθνική κυριαρχία -αλλά και η κυριαρχία γενικότερα- αποτελεί μια έννοια ξεπερασμένη και... τρε μπανάλ (ακαδημαϊκοί, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες συρρέουν μαζικά από όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, προκειμένου να ακούσουν τα επιχειρήματα του νέου αστέρα της ελλαδικής «δεξιάς»).
Ας μην ξεχνάμε πως όχι μονάχα το Κολωνάκι, αλλά και τα Εξάρχεια ψήφισαν ''Ναι''στο δημοψήφισμα. Παγωμάρα, ανατριχίλα και αποτροπιασμός θα πρέπει να κατέκλυσε τις δύο αυτές περιοχές των Αθηνών κατά την πρόσφατη κάθοδο των βαρβάρων της περιφέρειας και την εισβολή των τριχωτών ''μικροαστών'' -όπως τους αποκαλούν- και των αγροτών (δηλαδή, μέρους αυτού που ονομάζουμε ''λαός'') στο Πολιτισμένο Κέντρο. Η συσπείρωση όλων των πολιτισμένων ανθρώπων του κέντρου των Αθηνών αποτελεί καθήκον και θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και αυτονόητη. Αγκαλιασμένοι με τους -υποτιθέμενους- εχθρούς τους, όλοι μαζί οι προηγούμενοι αναφωνούν: Κοινός εχθρός είναι ο «εθνολαϊκισμός» και η «εδαφικότητα».
Μια κάποια «αριστερά», ψύχραιμη και ηθική, περί άλλων τυρβάζει (συγκεκριμένα περί του «παγκόσμιου καπιταλισμού»), θεωρώντας τον ''πληθυσμό''της Ελλάδας αναλώσιμο μέσα στο μεγάλο πλανητικό παίγνιο. Δεν είναι μόνη όμως. Έχει τη συντροφιά μιας κάποιας «δεξιάς» που προσπαθεί να μας πείσει πως για όσα συμβαίνουν, φταίνε τα... γονίδια των Ελλήνων (άρα νομιμοποίημενα στη συνείδηση της είναι -ορισμένοι από αυτούς- αναλώσιμοι).
Το υπερεθνικό -εξωχώριο, ευρωπαϊκό ή ευρωατλαντικό- Κέντρο όμως, δηλαδή το σημείο αναφοράς και στήριξης τους, τραντάζεται και ίσως να μην αντέξει. Και εάν δεν αντέξει, τότε τι θα κάνουν οι Βρυξέλλες, το Στρασβούργο και η Φρανκφούρτη των Αθηνών;
-----
Σημ. Όταν γράφω για Βρυξέλλες, Στρασβούργο και Φρανκφούρτη των Αθηνών, εννοώ την εσωτερίκευση και τοπικοποίηση -σε μικρογραφία- του υπερεθνικού αυτού «ευρωπαϊκού» Κέντρου και τους φυσικούς εκπροσώπους του στο εσωτερικό κάθε κράτους και κυρίως στην πρωτεύουσα του, η οποία αποτελεί την κύρια -αν όχι τη μόνη- εδαφική τους βάση.Περισσότερα: 1) Ένα νέο 2012 προ των πυλών;, 2) «ακαδημαϊκοί νομάδες» και απάτριδες του ευρωπαϊσμού, 3) Επίπεδα, 4) Αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο εντός της Ε.Ε, 5) Υπερεθνικότητα (supranationalism), διακυβερνητισμός (intergovernmentalism), κυριαρχία (sovereignty) και αυτοδιάθεση (self-determination). Εισαγωγή, 6) Τρία επίπεδα και «αριστερά» και «δεξιά»και γενικότερα τις ετικέτες Ευρώπηκαι Ε.Ε.
Το παρακάτω κείμενο συμπυκνώνει αρκετές από τις θεματολογίες και τους προβληματισμούς που έχουν εξεταστεί εκτεταμένα στο ιστολόγιο: 1) Μακροδομές, 2) Δυτικοευρωκεντρισμός ή Eurocentrism, 3) Πλανητικός μετασχηματισμός 4) Δημογραφία 5) Μετα-Εκκοσμίκευση ή Post-Secularism. Αποτελεί αναδημοσίευση και παρά τις όποιες επιμέρους ασυμφωνίες το προτείνω ως ανάγνωσμα.
Όταν λέγεται ότι έχουμε πάψει να παράγουμε πολιτική σκέψη και λόγο, εννοείται ότι σκεφτόμαστε και ενεργούμε είτε μεταπρατικά (εισάγουμε θεωρίες και τις φτιάχνουμε, τις προσαρμόζουμε, τις κόβουμε και ράβουμε για να ταιριάξουν με το ελληνικό καλούπι) είτε αναχρονιστικά (αναλωνόμαστε σε ρητορική και προβλήματα του περασμένος αιώνος).
Σε έναν κόσμο που πρόκειται να γνωρίσει σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές και μετατόπιση/διάχυση της ισχύος, η Ελλάδα συνεχίζει να κινείται εκτός πραγματικότητας. Είναι κυριολεκτικά εγκλωβισμένη στο πολιτικό σύστημα που μάχεται – μάταια – να διατηρηθεί/ανανεωθεί/ανακυκλωθεί σε ιδεολογικά μανιφέστα που υπόσχονται τα Νησιά των Μακάρων άπαξ και εφαρμοστούν.
Για να καταστεί σαφές, ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας που θα χάσει η Δύση την παγκόσμια κυριαρχία της. Σύμφωνα με τον καθηγητή Angus Maddison «η Βιομηχανική Επανάσταση και η επεκτατική αποικιακή πολιτική των Ευρωπαίων οδήγησαν την Ευρώπη το 1870 στην πρώτη θέση διαμορφώνοντας περίπου το 28% του παγκόσμιου ΑΕΠ». Ως εκ τούτου, ο 19ος αιώνας ανήκει αποκλειστικά στην Ευρώπη και ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι επίσης ο αιώνας, κατά τον Oswald Spengler, όπου αρχίζει να επικρατεί η δυτικοκεντρική αντίληψη της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Η Δύση έφτασε στο αποκορύφωμά της με την άνοδο των ΗΠΑ ως παγκόσμια δύναμη μετά το τέλος του Β” Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η οικονομική της κυριαρχία έφθασε στο μέγιστο επίπεδο την περίοδο 1950 – 1970 με ποσοστό συμμετοχής στο παγκόσμιο ΑΕΠ που άγγιζε το 30%. Η αύξηση του πλούτου στις ΗΠΑ προήλθε κυρίως από τη μετανάστευση των ικανότερων και των πρωτοπόρων (είναι πραγματικά μοναδικό το brain drain από τις υπόλοιπες χώρες με προορισμό τις ΗΠΑ), την δημιουργία κινήτρων για την προσέλκυσή τους, από τους πλούσιους φυσικούς τους πόρους (πετρέλαιο, χρυσός κ.ά.), αλλά και από τη μείωση του ΑΕΠ στην Ευρώπη, το οποίο από το 1913 συρρικνώνεται διαρκώς. Η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της Δύσης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ήταν και ο κύριος λόγος που τα κράτη, το ένα μετά το άλλο, έθεταν ως μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο την ένταξη στη συμμαχία των δυτικών κρατών, υπέγραφαν συμφωνίες σε πολλά επίπεδα, ανέπτυσσαν μαζί τους εμπορικές σχέσεις κλπ. Όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει σήμερα.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το μερίδιο των αναδυόμενων οικονομιών στο παγκόσμιο ΑΕΠ ξεπερνά ήδη το 48%, δηλαδή είναι 13 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το World Economic Outlook αναφέρει ότι την τρέχουσα δεκαετία θα υπερβεί το 50%. Το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο ΑΕΠ αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 20% μέχρι το 2020, ενώ της Ινδίας ενδέχεται να διπλασιαστεί από 7% που είναι σήμερα και να προσεγγίσει τα επίπεδα των ΗΠΑ μέχρι τα μισά του τρέχοντος αιώνος. Το συνολικό μερίδιο των ΗΠΑ μειώνεται σταδιακά, από 17% που είναι σήμερα μέχρι 14% το 2050. Το μερίδιο της Ε.Ε. θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη μείωση, από 17,5% που είναι σήμερα σε περίπου 12% το 2050.
Κατά τον καθηγητή, Ν. Φίλιππα, «μετά από διάλειμμα δύο αιώνων, Κίνα και Ινδία επιστρέφουν ως ηγέτιδες στη γεωπολιτική σκακιέρα, απειλώντας τον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ». Η υπερχρέωση της Δύσης, σε αντίθεση με την αυξανόμενη αποταμίευση των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς και η γήρανση του δυτικού πληθυσμού και η υπογεννητικότητα που δεν αναμένεται να αναστραφούν, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Ο αναπτυσσόμενος κόσμος εκπροσωπεί το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού, το CIA World Factbook καταγράφει ότι ο πληθυσμός των αναδυόμενων οικονομιών ανήκει στη κατηγορία Twenties, στις ΗΠΑ και την Ρωσία ανήκει στη κατηγορία Thirties και στη γερασμένη Ευρώπη ο πληθυσμός ανήκει στη τελευταία ηλικιακή βαθμίδα Forties.
Δεδομένων των ανωτέρω, καθίσταται εύκολα αντιληπτή η κοντόθωρη και μυωπική πολιτική που ασκείται από το ελληνικό σύστημα, το οποίο ενεργεί, σκέφτεται και υπολογίζει με τους όρους που ίσχυαν τον 20ο αιώνα, ήτοι παραμένουν προσδεδεμένοι στη παραπαίουσα Δύση. Όμως, το χειρότερο είναι ότι εκτός από τον αναχρονισμό, τον επαρχιωτισμό και την πλήρη απουσία του ελληνικού πολιτικού κόσμου από τις διεθνείς εξελίξεις, είναι το γεγονός ότι υιοθετείται και το ιδεολογικοπολιτικό μοντέλο του 20ου αιώνα, το οποίο θεωρείται ήδη ξεπερασμένο. Ο 19ος και 20ος αιώνας, εκτός από αιώνες της Δύσης, ήταν επίσης και αιώνες των ιδεολογιών που δημιουργήθηκαν στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, στον 21ο αιώνα, καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι έτοιμες να πάρουν την σκυτάλη και εισερχόμαστε μάλλον προς έναν πολυπολικό κόσμο, θεωρείται δεδομένο ότι οι ιδεολογίες θα πάψουν να έχουν πρωτεύοντα ρόλο. Οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι βαθιά θρησκευόμενες και παραδοσιακές, έχουν δικούς τους θεσμούς, πράγμα που σημαίνει ότι είναι είναι δύσκολο να προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές και να ασχοληθούν με ιδεολογικούς πειραματισμούς, όπως επιχειρήθηκε τον 20ο αιώνα. Δεν υπάρχει αντιπαλότητα για το αδιαμφισβήτητο δίκαιο της εκάστοτε ιδεολογίας. Επίσης, η πεποίθηση περί δυτικής πολιτιστικής ανωτερότητας που ενέπνευσε πολλούς θεωρητικούς ιδεολογιών και οδήγησε στην ευρωπαϊκή – και μετέπειτα αμερικανική – πολιτιστική σταυροφορία «εκπολιτισμού», «εκδυτικισμού» και «εκδημοκρατισμού» των κατώτερων λαών, βρίσκεται ήδη σε φάση υποχώρησης. Η Δύση δεν επηρεάζει πλέον πολιτιστικά, οι δυτικότροποι Ινδοί, Κορεάτες και Ιάπωνες αποτελούν παρελθόν. Ο 21ος αιώνας δεν θα σηματοδοτήσει μόνο γεωπολιτικές αλλαγές, αλλά θα κλείσει και το κεφάλαιο της ιδεολογίας όπως αυτή χρησιμοποιήθηκε στη Δύση – στην καλύτερη περίπτωση θα υποβαθμιστεί.
Η Ελλάδα που μάχεται ακόμη με τους δικούς της ιδεολογικούς δαίμονες και με ένα πολιτικό σύστημα που έχει απεμπολήσει την κυριαρχία του – και ίσως γι” αυτό τον λόγο να μην ενδιαφέρεται για τις διεθνείς εξελίξεις – φαίνεται ότι έχει παραιτηθεί από την Ιστορία, καθότι παρουσιάζει όλα τα σημάδια ενός έθνους που βρίσκεται στη δύση του. Υπογεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού, παρακμή, απώλεια κυριαρχίας, έλλειψη θεσμών, διάλυση της εθνικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνοχής, όλα αυτά αποτελούν το επιμύθιο ενός έθνους που ξεκίνησε τον 20ο αιώνα την καταστρεπτική πορεία του (συρρίκνωση του έθνους που εκτείνονταν από την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια μέχρι την Ανατολία και τον Καύκασο) και θα τελειώσει στον 21ο αιώνα.
Το The Mermaid Tavernείναι ηλεκτρονικό περιοδικό ποικίλης ύλης προσανατολισμένο στις πολιτισμικές μορφές.
Σε έναν κόσμο που πρόκειται να γνωρίσει σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές και μετατόπιση/διάχυση της ισχύος, η Ελλάδα συνεχίζει να κινείται εκτός πραγματικότητας. Είναι κυριολεκτικά εγκλωβισμένη στο πολιτικό σύστημα που μάχεται – μάταια – να διατηρηθεί/ανανεωθεί/ανακυκλωθεί σε ιδεολογικά μανιφέστα που υπόσχονται τα Νησιά των Μακάρων άπαξ και εφαρμοστούν.
Για να καταστεί σαφές, ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας που θα χάσει η Δύση την παγκόσμια κυριαρχία της. Σύμφωνα με τον καθηγητή Angus Maddison «η Βιομηχανική Επανάσταση και η επεκτατική αποικιακή πολιτική των Ευρωπαίων οδήγησαν την Ευρώπη το 1870 στην πρώτη θέση διαμορφώνοντας περίπου το 28% του παγκόσμιου ΑΕΠ». Ως εκ τούτου, ο 19ος αιώνας ανήκει αποκλειστικά στην Ευρώπη και ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι επίσης ο αιώνας, κατά τον Oswald Spengler, όπου αρχίζει να επικρατεί η δυτικοκεντρική αντίληψη της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Η Δύση έφτασε στο αποκορύφωμά της με την άνοδο των ΗΠΑ ως παγκόσμια δύναμη μετά το τέλος του Β” Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η οικονομική της κυριαρχία έφθασε στο μέγιστο επίπεδο την περίοδο 1950 – 1970 με ποσοστό συμμετοχής στο παγκόσμιο ΑΕΠ που άγγιζε το 30%. Η αύξηση του πλούτου στις ΗΠΑ προήλθε κυρίως από τη μετανάστευση των ικανότερων και των πρωτοπόρων (είναι πραγματικά μοναδικό το brain drain από τις υπόλοιπες χώρες με προορισμό τις ΗΠΑ), την δημιουργία κινήτρων για την προσέλκυσή τους, από τους πλούσιους φυσικούς τους πόρους (πετρέλαιο, χρυσός κ.ά.), αλλά και από τη μείωση του ΑΕΠ στην Ευρώπη, το οποίο από το 1913 συρρικνώνεται διαρκώς. Η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της Δύσης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ήταν και ο κύριος λόγος που τα κράτη, το ένα μετά το άλλο, έθεταν ως μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο την ένταξη στη συμμαχία των δυτικών κρατών, υπέγραφαν συμφωνίες σε πολλά επίπεδα, ανέπτυσσαν μαζί τους εμπορικές σχέσεις κλπ. Όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει σήμερα.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το μερίδιο των αναδυόμενων οικονομιών στο παγκόσμιο ΑΕΠ ξεπερνά ήδη το 48%, δηλαδή είναι 13 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το World Economic Outlook αναφέρει ότι την τρέχουσα δεκαετία θα υπερβεί το 50%. Το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο ΑΕΠ αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 20% μέχρι το 2020, ενώ της Ινδίας ενδέχεται να διπλασιαστεί από 7% που είναι σήμερα και να προσεγγίσει τα επίπεδα των ΗΠΑ μέχρι τα μισά του τρέχοντος αιώνος. Το συνολικό μερίδιο των ΗΠΑ μειώνεται σταδιακά, από 17% που είναι σήμερα μέχρι 14% το 2050. Το μερίδιο της Ε.Ε. θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη μείωση, από 17,5% που είναι σήμερα σε περίπου 12% το 2050.
Κατά τον καθηγητή, Ν. Φίλιππα, «μετά από διάλειμμα δύο αιώνων, Κίνα και Ινδία επιστρέφουν ως ηγέτιδες στη γεωπολιτική σκακιέρα, απειλώντας τον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ». Η υπερχρέωση της Δύσης, σε αντίθεση με την αυξανόμενη αποταμίευση των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς και η γήρανση του δυτικού πληθυσμού και η υπογεννητικότητα που δεν αναμένεται να αναστραφούν, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Ο αναπτυσσόμενος κόσμος εκπροσωπεί το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού, το CIA World Factbook καταγράφει ότι ο πληθυσμός των αναδυόμενων οικονομιών ανήκει στη κατηγορία Twenties, στις ΗΠΑ και την Ρωσία ανήκει στη κατηγορία Thirties και στη γερασμένη Ευρώπη ο πληθυσμός ανήκει στη τελευταία ηλικιακή βαθμίδα Forties.
Δεδομένων των ανωτέρω, καθίσταται εύκολα αντιληπτή η κοντόθωρη και μυωπική πολιτική που ασκείται από το ελληνικό σύστημα, το οποίο ενεργεί, σκέφτεται και υπολογίζει με τους όρους που ίσχυαν τον 20ο αιώνα, ήτοι παραμένουν προσδεδεμένοι στη παραπαίουσα Δύση. Όμως, το χειρότερο είναι ότι εκτός από τον αναχρονισμό, τον επαρχιωτισμό και την πλήρη απουσία του ελληνικού πολιτικού κόσμου από τις διεθνείς εξελίξεις, είναι το γεγονός ότι υιοθετείται και το ιδεολογικοπολιτικό μοντέλο του 20ου αιώνα, το οποίο θεωρείται ήδη ξεπερασμένο. Ο 19ος και 20ος αιώνας, εκτός από αιώνες της Δύσης, ήταν επίσης και αιώνες των ιδεολογιών που δημιουργήθηκαν στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, στον 21ο αιώνα, καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι έτοιμες να πάρουν την σκυτάλη και εισερχόμαστε μάλλον προς έναν πολυπολικό κόσμο, θεωρείται δεδομένο ότι οι ιδεολογίες θα πάψουν να έχουν πρωτεύοντα ρόλο. Οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι βαθιά θρησκευόμενες και παραδοσιακές, έχουν δικούς τους θεσμούς, πράγμα που σημαίνει ότι είναι είναι δύσκολο να προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές και να ασχοληθούν με ιδεολογικούς πειραματισμούς, όπως επιχειρήθηκε τον 20ο αιώνα. Δεν υπάρχει αντιπαλότητα για το αδιαμφισβήτητο δίκαιο της εκάστοτε ιδεολογίας. Επίσης, η πεποίθηση περί δυτικής πολιτιστικής ανωτερότητας που ενέπνευσε πολλούς θεωρητικούς ιδεολογιών και οδήγησε στην ευρωπαϊκή – και μετέπειτα αμερικανική – πολιτιστική σταυροφορία «εκπολιτισμού», «εκδυτικισμού» και «εκδημοκρατισμού» των κατώτερων λαών, βρίσκεται ήδη σε φάση υποχώρησης. Η Δύση δεν επηρεάζει πλέον πολιτιστικά, οι δυτικότροποι Ινδοί, Κορεάτες και Ιάπωνες αποτελούν παρελθόν. Ο 21ος αιώνας δεν θα σηματοδοτήσει μόνο γεωπολιτικές αλλαγές, αλλά θα κλείσει και το κεφάλαιο της ιδεολογίας όπως αυτή χρησιμοποιήθηκε στη Δύση – στην καλύτερη περίπτωση θα υποβαθμιστεί.
Η Ελλάδα που μάχεται ακόμη με τους δικούς της ιδεολογικούς δαίμονες και με ένα πολιτικό σύστημα που έχει απεμπολήσει την κυριαρχία του – και ίσως γι” αυτό τον λόγο να μην ενδιαφέρεται για τις διεθνείς εξελίξεις – φαίνεται ότι έχει παραιτηθεί από την Ιστορία, καθότι παρουσιάζει όλα τα σημάδια ενός έθνους που βρίσκεται στη δύση του. Υπογεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού, παρακμή, απώλεια κυριαρχίας, έλλειψη θεσμών, διάλυση της εθνικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνοχής, όλα αυτά αποτελούν το επιμύθιο ενός έθνους που ξεκίνησε τον 20ο αιώνα την καταστρεπτική πορεία του (συρρίκνωση του έθνους που εκτείνονταν από την Αν. Μεσόγειο και τα Βαλκάνια μέχρι την Ανατολία και τον Καύκασο) και θα τελειώσει στον 21ο αιώνα.
Πηγή
Το The Mermaid Tavernείναι ηλεκτρονικό περιοδικό ποικίλης ύλης προσανατολισμένο στις πολιτισμικές μορφές.
.~`~.
| 0 | 0 |
I
Ο ισχυρότερος αποτρεπτικός παράγοντας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι φυσικά κάποιου είδους «απομόνωση» - και όλες αυτές οι απίστευτες σαχλαμάρες, αηδίες και φαιδρότητες που γράφονται και ξεστομίζονται ως προειδοποιήσεις και απειλές, οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά μορφές προπαγάνδας και ψυχολογικού πολέμου - αλλά μια πιθανή αυτονόμηση της Σκωτίας και παράλληλη (επαν)ένταξη της στην Ε.Ε και κυρίως στην €υρωζώνη, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε το ιστορικά αδιανόητο: Μετά από αιώνες ανεξαρτησίας και μη κατάκτησης, κυριαρχίας και μη κατοχής, ο ηπειρωτικό-ευρωπαϊσμός και οι απόγονοι των Φράγκων - και ειδικότερα το «Germanicum» της Αγίας ΝεοΡωμαιοΓερμανικής αυτοκρατορίας - θα πατούσαν πόδι στο νησί. Και όχι απλά θα πατούσαν πόδι στο νησί, αλλά θα αποκτούσαν νόμιμο και μόνιμο προγεφύρωμα.
Και κάτι τέτοιο μάλιστα θα είχε γίνει κατορθωτό αντί δια στρατιωτικών μέσω οικονομικών και πολιτικών μέσων, υπό τη συμβολή του σημαντικά υπερεθνικού χαρακτήρα των συμφερόντων που επηρεάζουν σήμερα τη διαμόρφωση και άσκηση πολιτικής στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής ή της «Δύσεως». Ο δε υπερεθνικός χαρακτήρας αυτών των συμφερόντων συνέβαλλε - σε όχι αμελητέο βαθμό - και στην αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών δια της ώθησης των τελευταίων σε ανορθολογικές επιλογές, όπως η εις βάρος του εθνικού τους συμφέροντος (raison d'État) απόλυτη υιοθέτηση και συστηματική προώθηση της επιβολής των παγκοσμίων επιδιώξεων που εξυπηρετούν αυτούς τους παράγοντες οι οποίοι, μη διαθέτοντας εδαφικές βάσεις που να τους ικανοποιούν, παρασίτησαν επί της αμερικανικής - και όχι μόνον - κοινωνίας, την λεηλάτησαν και την απομύζησαν, οδηγώντας το εθνικό και δημοκρατικά κυρίαρχο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (μια χώρα με εξαιρετικές δυνατότητες) όχι μονάχα σε παραγωγική ερημοποίηση αλλά και σε ανυπολόγιστη φθορά του παγκόσμιου κύρους και της αξιοπιστίας του, συμβάλλοντας κατά αυτόν τον τρόπο στην υλική και ηθική παρακμή και κρίση του.
Πιεζόμενοι ιστορικά από συνεχείς εισβολές και εξωτερικές δυνάμεις προερχόμενες από τη μεγάλη ευρωπαϊκή πεδιάδα, την ασιατική στέπα, την αφρικανική και αραβo-συριακή έρημο, αναγκαστήκαμε να αναπτύξουμε αμυντικούς μηχανισμούς. Από τους Πέρσες, τους Άραβες -τους ΛατινοΡωμανς- και τους Ρως, μέχρι τους Φράγκους, τους Σλάβους -τους Βούλγάρους- και τους Τούρκους, για να φτάσουμε στους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Γερμανούς, εξωχώριες δυνάμεις πάντα έρχονταν κατά κύματα (και πάντα θα έρχονται γιατί αυτή είναι η μοίρα των μεσογειακών περιοχών και ιδιαίτερα της ανατολικής Μεσογείου, καθώς είναι η μόνη που περιβάλλεται και από τους τέσσερις αυτούς μεγάλους εδαφικούς χώρους που προανέφερα). Πως αντιμετωπίσαμε αυτή την κατάσταση; Αναπτύξαμε τη λογική του σύννεφου, της δικτυωτής δομής, της διασποράς. Το δικτυωτό χώρο ή το σύννεφο δεν μπορείς ούτε να το πιάσεις, ούτε να το σπάσεις, ούτε να το κατέχεις, σε αντίθεση με το κλαδί και τον εδαφικό χώρο.
Η ελληνική διασπορά που υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων περιφερειακά της ανατολικής Μεσογείου, στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια, το Λεβάντε και τη βόρεια Αφρική, καταστράφηκε τον προηγούμενο αιώνα. Και τι έγινε; Ξαναδημιουργήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα.
Ορισμένοι θα σκεφτούν αμέσως πως τα σύνορα θα τα γκρεμίσει -ή τα έχει γκρεμίσει- η ίδια η πραγματικότητα. Δεν σταθμίζουν κάτι πολύ απλό. Αυτό συνέβαινε πάντα. Τα σύνορα πάντα τα γκρέμιζε η πραγματικότητα, απλά είχαμε νεκρούς.
Και έπειτα, ξανά είχαμε σύνορα διαφορετικής μορφής. Το αξιοπερίεργο μάλιστα είναι πως το πλέον παροδικό, το λιγότερο σταθερό στοιχείο ιστορικά, είναι τα πολιτικά σύνορα. Κάθε λίγες δεκαετίες αλλάζουν.
Σύνορα, σημαίνει πως κάποιος είναι κυρίαρχος σε μια οριοθετημένη επικράτεια υπό μια διακριτή ταυτότητα.
Και κάτι τέτοιο μάλιστα θα είχε γίνει κατορθωτό αντί δια στρατιωτικών μέσω οικονομικών και πολιτικών μέσων, υπό τη συμβολή του σημαντικά υπερεθνικού χαρακτήρα των συμφερόντων που επηρεάζουν σήμερα τη διαμόρφωση και άσκηση πολιτικής στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής ή της «Δύσεως». Ο δε υπερεθνικός χαρακτήρας αυτών των συμφερόντων συνέβαλλε - σε όχι αμελητέο βαθμό - και στην αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών δια της ώθησης των τελευταίων σε ανορθολογικές επιλογές, όπως η εις βάρος του εθνικού τους συμφέροντος (raison d'État) απόλυτη υιοθέτηση και συστηματική προώθηση της επιβολής των παγκοσμίων επιδιώξεων που εξυπηρετούν αυτούς τους παράγοντες οι οποίοι, μη διαθέτοντας εδαφικές βάσεις που να τους ικανοποιούν, παρασίτησαν επί της αμερικανικής - και όχι μόνον - κοινωνίας, την λεηλάτησαν και την απομύζησαν, οδηγώντας το εθνικό και δημοκρατικά κυρίαρχο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (μια χώρα με εξαιρετικές δυνατότητες) όχι μονάχα σε παραγωγική ερημοποίηση αλλά και σε ανυπολόγιστη φθορά του παγκόσμιου κύρους και της αξιοπιστίας του, συμβάλλοντας κατά αυτόν τον τρόπο στην υλική και ηθική παρακμή και κρίση του.
-----
Περισσότερα: Cultural Diplomacy, Global Governance, and Democratic Sovereignty. A Lecture by John D. Fonte (ICD - Institute for Cultural Diplomacy). Author of "Sovereignty or Submission: Will Americans Rule Themselves or be Ruled by Others?".
II
Η ορεινή και ηπειρωτική αντίληψη της μεγάλης ευρωπαϊκής πεδιάδας περί άμυνας, είναι αυτή της Ευρώπης Φρούριο, μέσω της οποίας υποτίθεται πως θα αντιμετωπιστούν οι εξωτερικές απειλές. Η θαλασσινή αντίληψη είναι η άμυνα και η επιβίωση μέσα από τη διασπορά, την κινητικότητα και την ευελιξία, τα Ξύλινα Τείχη.Πιεζόμενοι ιστορικά από συνεχείς εισβολές και εξωτερικές δυνάμεις προερχόμενες από τη μεγάλη ευρωπαϊκή πεδιάδα, την ασιατική στέπα, την αφρικανική και αραβo-συριακή έρημο, αναγκαστήκαμε να αναπτύξουμε αμυντικούς μηχανισμούς. Από τους Πέρσες, τους Άραβες -τους ΛατινοΡωμανς- και τους Ρως, μέχρι τους Φράγκους, τους Σλάβους -τους Βούλγάρους- και τους Τούρκους, για να φτάσουμε στους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Γερμανούς, εξωχώριες δυνάμεις πάντα έρχονταν κατά κύματα (και πάντα θα έρχονται γιατί αυτή είναι η μοίρα των μεσογειακών περιοχών και ιδιαίτερα της ανατολικής Μεσογείου, καθώς είναι η μόνη που περιβάλλεται και από τους τέσσερις αυτούς μεγάλους εδαφικούς χώρους που προανέφερα). Πως αντιμετωπίσαμε αυτή την κατάσταση; Αναπτύξαμε τη λογική του σύννεφου, της δικτυωτής δομής, της διασποράς. Το δικτυωτό χώρο ή το σύννεφο δεν μπορείς ούτε να το πιάσεις, ούτε να το σπάσεις, ούτε να το κατέχεις, σε αντίθεση με το κλαδί και τον εδαφικό χώρο.
Η ελληνική διασπορά που υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων περιφερειακά της ανατολικής Μεσογείου, στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια, το Λεβάντε και τη βόρεια Αφρική, καταστράφηκε τον προηγούμενο αιώνα. Και τι έγινε; Ξαναδημιουργήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα.
III
Όταν στα θαλάσσια σύνορα πνίγονται άνθρωποι, τότε τα σύνορα είναι εθνικά (και οι πνιγμοί οφείλονται στην εθνική κυριαρχία). Όταν στα θαλάσσια σύνορα σώζονται άνθρωποι από πνιγμό, τότε τα σύνορα είναι ευρωπαϊκά (και το σώσιμο -η φροντίδα κ.λπ- οφείλεται στις «ευρωπαϊκές αξίες» και στα ανθρώπινα δικαιώματα).
IV
Αυτό που ζούμε είναι η διάψευση, με απολύτως εμφατικό και εκκωφαντικό τρόπο, του συνθήματος πως τα σύνορα έχουν ξεπεραστεί ή/και δεν έχουν σημασία.Ορισμένοι θα σκεφτούν αμέσως πως τα σύνορα θα τα γκρεμίσει -ή τα έχει γκρεμίσει- η ίδια η πραγματικότητα. Δεν σταθμίζουν κάτι πολύ απλό. Αυτό συνέβαινε πάντα. Τα σύνορα πάντα τα γκρέμιζε η πραγματικότητα, απλά είχαμε νεκρούς.
Και έπειτα, ξανά είχαμε σύνορα διαφορετικής μορφής. Το αξιοπερίεργο μάλιστα είναι πως το πλέον παροδικό, το λιγότερο σταθερό στοιχείο ιστορικά, είναι τα πολιτικά σύνορα. Κάθε λίγες δεκαετίες αλλάζουν.
Σύνορα, σημαίνει πως κάποιος είναι κυρίαρχος σε μια οριοθετημένη επικράτεια υπό μια διακριτή ταυτότητα.
.~`~.
| 0 | 0 |
I
Ο λεγόμενος «ευρωσκεπτικισμός» στην Ελλάδα δεν έχει ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Είναι εμπειρικός και πραγματιστικός, και όχι ιδεολογικός (μας ξέσκισαν και δεν αντέχουμε, ποιοι είναι αυτοί τέλοσπάντων;). Οι Έλληνες ήταν από τους πλέον «φιλοευρωπαϊστές» λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όσο και εάν προσπαθούν ορισμένοι, όψιμα, να μας παρουσιάσουν ως δήθεν διαχρονικά και ιδεολογικά «αντιευρωπαϊστές»). Δεν είναι τυχαίο πως ήταν πιο ενθουσιώδεις από τους λαούς του ευρωπαϊκού κέντρου. Ο Έλληνας θέλησε να ανοιχτεί και να κινηθεί μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, ο «φιλοευρωπαϊσμός» του ελληνικού λαού φανέρωνε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, την αφέλεια του, την έλλειψη γεωπολιτικής παιδείας και ιστορικής αυτοσυνειδησίας του. Ο ελληνικός λαός ήταν - και εν πολλοίς παραμένει - αγαθοβιόλης και μωρόπιστος. Τα προηγούμενα δεν αποτελούν κατηγορία. Αποτελούν, σε έναν ορισμένο βαθμό, κληρονομιά του περίφημου Φιλότιμου, το οποίο μαζί με άλλα στοιχεία, όπως αυτό της Ανιδιοτέλειας, είναι στοιχεία των ηθικών μας καθηκόντων και έκφραση του πολιτισμού μας (όχι πως τον γνωρίζουμε ιδιαίτερα, απλά έτσι έχουμε μάθει, μέσα από την εμπειρία και τις σχέσεις μας, να συμπεριφερόμαστε). Αποτελούν δηλαδή υποχρεώσεις του ηθικού μας περιβάλλοντος - της ιδιοπροσωπίας - και της ανθρωπολογίας μας. Εξ ου και καταφέραμε, μέχρι στιγμής, να μην γίνουμε ανθρωποφάγοι (ενώ άλλοι, με πολύ λιγότερα δεινά από τα δικά μας, δείχνουν πιο έτοιμοι να γίνουν. Ξαφνιαζόμαστε μάλιστα με αυτή την εξέλιξη - κάτι που επιβεβαιώνει την αφέλεια μας -, μια εξέλιξη που δεν μας αρέσει και μας απωθεί, καθώς αποπνέει οσμή απανθρωπιάς και δαρβινισμού).
Το φιλότιμο και όλες αυτές οι ηθικές υποχρεώσεις είναι καταπληκτικές και αξεπέραστες εκφράσεις πολιτισμού σε επίπεδο κοινωνικής ηθικής και αξιακής συνοχής (επίσης παραμερισμού και υπέρβασης του κράτους, των μηχανισμών εξουσίας και ισχύος), όχι όμως σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων και εξουσιαστικών δομών, συμφερόντων και συσχετισμών εντός της Ε.Ε και της Ευρωζώνης.
Το νόμισμα όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν έχει απαραίτητα και αυτονόητα στιβαρό γεωπολιτικό αντίκρισμα. Τίποτα συγκλονιστικό δεν άλλαξε σε αυτόν τον τομέα από το 1999-2002 και ύστερα. Απόδειξη αποτελεί το εξής. Την περίοδο που η Ελλάδα - υποτίθεται πως - ήταν ισχυρή και σε κορύφωση από απόψεως μαλακής και οικονομικής ισχύος (ας αφήσουμε για μια στιγμή στην άκρη το πως και το γιατί), η Τουρκία ανάρρωνε από την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης εξερχόμενη από το Δ.Ν.Τ. Αυτή η αντίθεση - σε επίπεδο «μαλακής» και οικονομικής ισχύος - ουδόλως επηρέασε το περιεχόμενο του σχεδίου Ανάν το 2004 (αλλά και ευρύτερα των ελληνοτουρκικών σχέσεων).
Στην Ελλάδα νόμιζαν ή νομίζουν πως σε όσο περισσότερα «δυτικά» ή «ευρωπαϊκά» θεσμικά πλαίσια και οργανισμούς εντάσσεται μια χώρα ή όσες περισσότερες συνθήκες υπογράφει, τόσο περισσότερο «δυτική» ή «ευρωπαϊκή» γίνεται.
Ούτε πιο «δυτική», όμως, από την Αυστρία και τη Φινλανδία (που δεν μετέχουν στο ΝΑΤΟ), ούτε πιο «ευρωπαϊκή» από τη Τσεχία και την Πολωνία (που δεν μετέχουν στην Ευρωζώνη) είναι η Ελλάδα. Η Σουηδία και η Νορβηγία είναι ενταγμένες σε λιγότερα «δυτικά» όργανα και θεσμούς (εκτός Ευρωζώνης και ΝΑΤΟ η πρώτη, εκτός Ε.Ε και Ευρωζώνης η δεύτερη) αλλά να είναι σαφώς πιο «δυτικές» και «ευρωπαϊκές».
Οι χώρες που σταθμίζουν σε ποιους οργανισμούς και σε ποια θεσμικά πλαίσια θα ενταχθούν, και δεν εντάσσονται αδιακρίτως σε όλα τα «ευρωπαϊκά» ή δεν υπογράφουν όλες τις συνθήκες, αποφασίζουν με βάση το συμφέρον τους, ενδογενείς ανάγκες, τις ιδιαίτερες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν, τη γεωγραφία τους και άλλους παράγοντες, δηλαδή, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως διακριτή οντότητα και αυτοτελές υποκείμενο και όχι ως «τμήμα» ή αντικείμενο «επιδιόρθωσης». Τα προηγούμενα αποτελούν προϋποθέσεις.
Στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης» (αυτό το ευφυολόγημα-σύνθημα) δεν ''μένεις''με το να υιοθετείς το ευρώ και να φορτώνεσαι αδιακρίτως θεσμικά πλαίσια.
Η Ελλάδα πληρώνει στρατηγικά εσφαλμένες επιλογές (των νομισματολόγων, των γεωοικονομιστών και των νέων «ελίτ» της μεταδιπολικής εποχής, οι οποίες απέτυχαν και αποδείχθηκαν ανεπαρκείς). Και τα στρατηγικά σφάλματα δεν διορθώνονται με «μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμούς» - υπό συνθήκες εσωτερικής κατάρρευσης και εξωτερικής αποσταθεροποίησης -, ούτε με ευχολόγια από υποτιθέμενους «εκσυγχρονιστές και μεταρρυθμιστές» και αλλαλάζοντες «ευρωπαϊστές». Τα στρατηγικά σφάλματα οδηγούν σε μη επιλύσιμα αδιέξοδα τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε καταστροφές. Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ήδη από το 2007, η Ελλάδα είχε απολέσει κάθε πιθανό «γεωπολιτικό» ατού που - υποτίθεται πως - προσέφερε το ευρωνόμισμα ή σταδιακά οδηγούνταν με γοργά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ιδιαίτερα δε, από το 2009 και μετά, το νόμισμα κατέστη το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο, δηλαδή παράγοντας «δεσίματος», εκβιασμού και ντε φάκτο περιθωριοποίησης της Ελλάδας (*). Η χώρα έπρεπε - για αυτονόητους λόγους - να υπακούει, έχασε βαθμούς ελευθερίας και απώλεσε κυριαρχικά δικαιώματα. Η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία, η Σουηδία, και γενικότερα οι χώρες εκτός ευρωζώνης, είχαν περισσότερους βαθμούς ελευθερίας και μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας, και ήταν περισσότερο πολιτικά ανυπάκουες προς - και ανεξάρτητες από - το ευρωπαικό κέντρο. Αντίθετα εμείς, λόγω ακριβώς του νομίσματος ήμασταν και παραμένουμε υποχρεωμένοι να υπακούμε, και φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, κυριολεκτικά, δεμένοι χειροπόδαρα.
Το προσφυγικό-μεταναστευτικό (και ο τρόπος χειρισμού του από την Τουρκία) εκμηδένισε ολοκληρωτικά κάθε πιθανό γεωπολιτικό πλεονέκτημα που - υποτίθεται πως - προσέφερε το νόμισμα στη χωρά, το οποίο νόμισμα κατέστη μέσο χειραγώγησης, άμεσου ελέγχου και εκβιασμού της.
Δεν ξέρω εάν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης - ο μη γένοιτο - η Ελλάδα δεν θα έχει ιδιαίτερα περιθώρια άμυνας (θα παίρνει τηλέφωνα ο Μητσοτάκης τον Βαρουφάκη, προκειμένου ο τελευταίος να επικοινωνήσει με τον φίλο του Ντράγκι. Τραγέλαφος).
Δεν υπάρχει λόγος πλέον να μαλώνετε μεταξύ σας για ''το νόμισμα''ή για το αν θέλετε να ''μείνουμε -ή όχι- Ευρώπη''.
Η χώρα οδεύει σταδιακά στο να καταστεί κάτι μεταξύ κυματοθραύστη, μετανεωτερικής χωματερής, κέντρου περισυλλογής-διαλογής και ενδιάμεσης ζώνης-κράτος μαξιλάρι (buffer zone-state), προκειμένου μεσήλικες του ευρωπαϊκού κέντρου να πίνουν τον καφέ τους ανέμελα στις Κάτω Χώρες και στο Ρήνο ή να κάνουν σκι στα Σαλέ των Άλπεων.
- Και επειδή οι νομισματολόγοι θυμήθηκαν τάχα τη «γεωπολιτική». Δεν υπάρχει γεωπολιτική προσέγγιση που να ισχυρίζεται πως το νόμισμα μπορεί να υπερβεί τη γεωγραφία (τη δημογραφία, πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις κ.λπ). Αυτά είναι δόγματα του φιλελεύθερου θεσμοκεντρισμού - και οικονομισμού -, οι οπαδοί του οποίου, τάχα θυμήθηκαν και επικαλούνται το «γεωπολιτικό» επιχείρημα περί νομίσματος, επειδή διαπιστώνουν πως καταρρέουν τα δόγματα τους, οι καταστάσεις παίρνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις και βρίσκονται υπό καθεστώς πανικού.
Όταν άρχισα να αναδεικνύω το ζήτημα, δεν το έκανα επειδή ήμουν εναντίον των ανθρώπων αυτών (όπως νομίζουν διάφοροι κινητρολογοι), αλλά επειδή ήταν φανερό ποια θα είναι η εξέλιξη του (και προς τα που οδηγούσε η εργαλειοποίηση του). Πριν ακόμα από το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχαν ξεχαστεί τόσο η Λιβύη και εν πολλοίς και η Συρία, ορισμένοι παρατηρούσαμε τα μεγέθη των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν στα νοτιο-ανατολικά σύνορα της Τουρκίας. Η Τουρκία βέβαια, όπως και οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν έκανε ανθρωπισμό, συγκέντρωνε ηθικό και διπλωματικό κεφάλαιο το οποίο θα χρησιμοποιούσε ως μοχλό άσκησης πίεσης. Έτσι αποφάσισα να κάνω τον Ιούλιο παρουσίαση το βιβλίο της Kelly M. Greenhill ''Weapons of Mass Migration. Forced Displacement, Coercion, and Foreign Policy'' (Forced Displacement as an Instrument of Coercion). Όταν ασχολήθηκα ξανά με το ζήτημα, ήδη από τις πρώτες μέρες του Αυγούστου - πριν κορυφωθούν οι ροές -, ορισμένοι μας μίλαγαν για την «οικονομία» και άλλοι μας έλεγαν «τι σας πειράζει, θα φύγουν».
Οι άνθρωποι που καλοπροαίρετα ισχυρίζονταν το τελευταίο, νόμιζαν ότι η Ε.Ε αποτελεί φορέα κοινής βούλησης. Η Ε.Ε, όμως - και αυτό αποτελεί μια κριτική καθόλα θεμιτή και ας μην αρέσει -, έχει αποδειχθεί κατ'επανάληψη ανεπαρκής και ανίκανη να συνθέσει τα εθνικά συμφέροντα των χωρών σε κάτι το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί «κοινό ευρωπαικό συμφέρον». Το ΝΑΤΟ, αυτή την περίοδο, γίνεται προσπάθεια να μεταβληθεί σε εργαλείο-όργανο της Πολωνίας (για τη Ρωσία) και της Τουρκίας (για τη Συρία), με την πρώτη να εκβιάζει τη Γερμανία, η οποία με τη σειρά της - πέρα από το ότι έχει εκβιάσει κατ'επανάληψη την Ελλάδα να - εκβιάζει ή παρέχει «διαβεβαιώσεις» σε άλλες χώρες (όπως η Π.Γ.Δ.Μ και η Σερβία) ενώ παράλληλα Σουηδία, Δανία και Βέλγιο επαναφέρουν συνοριακούς ελέγχους κ.λπ. Η δε Γαλλία, βρίσκεται στο απυρόβλητο εδώ και μήνες (θα δεχθεί λέει 30.000 ανθρώπους σε δύο χρόνια!). Αυτή είναι η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντελώς επιγραμματικά.
Δυστυχώς, θα φανεί πως η «οικονομία» αποτελεί νανο-ζήτημα, δηλαδή ένα ζήτημα σημαντικότητας και επιπέδου νάνου, σε σχέση με το προσφυγικό-μεταναστευτικό.
Όσο και να αυξήσουν τους φόρους, όσο και να αναβάλουν τις συνταξιοδοτήσεις, όσο και να ωθήσουν όλο και περισσότερες γυναίκες στην αγορά εργασίας (παρέχοντας τους κίνητρα), όσο και να υποκαταστήσουν τα εργαζόμενα ανδρόγυνα, τις γυναίκες-εργαζόμενες και τα -μη- παιδιά των προηγούμενων, με εισαγόμενα ανδρόγυνα, με εισαγόμενες γυναίκες-μητέρες και εισαγόμενα παιδιά, δεν πρόκειται να υπερβούν τις οικονομικές επιπτώσεις των δραματικών δημογραφικών αλλαγών.
Οι φθίνουσες σε ενεργό «πληθυσμό» και «εργατικό δυναμικό» ευρωπαϊκές κοινωνίες, που θέλουν να ανανεώσουν το «ανθρώπινο δυναμικό» τους, θα πρέπει να θυσιάσουν ένα μέρος της καλοζωίας τους, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται σήμερα, προκειμένου να κάνουν παιδιά (α - β), τουλάχιστον - και σε αυτό το σημείο ειρωνεύομαι - μέχρι η ιδεολογία του «μετα-ανθρωπισμού» και της «υπέρβασης της ύλης»να έχει πρακτικά αποτελέσματα για τον τρόπο αναπαραγωγής των κοινωνιών. Μέχρι στιγμής δεν έχει. Απλά εισάγουν ανθρώπους. Και μαζί με τους ανθρώπους εισάγουν και τις ιδέες τους. Βέβαια ορισμένοι βαυκαλίζονται πως θα τους «εξευρωπαΐσουν» προκείμενου να ενσωματωθούν ομαλά στην «κοινωνία» (δηλαδή στην παραγωγή). Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Τα έχω εξετάσει αυτά στην ετικέτα δημογραφία.
Ορισμένες κοινωνίες - μάλλον - θα καταστραφούν ή θα φτάσουν στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης, ενώ κάποιες άλλες θα καταπιούν και θα ποδοπατήσουν τις ελίτ τους (μαζί με το κομματικό και μηντιακό σύστημα).
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, ο «φιλοευρωπαϊσμός» του ελληνικού λαού φανέρωνε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, την αφέλεια του, την έλλειψη γεωπολιτικής παιδείας και ιστορικής αυτοσυνειδησίας του. Ο ελληνικός λαός ήταν - και εν πολλοίς παραμένει - αγαθοβιόλης και μωρόπιστος. Τα προηγούμενα δεν αποτελούν κατηγορία. Αποτελούν, σε έναν ορισμένο βαθμό, κληρονομιά του περίφημου Φιλότιμου, το οποίο μαζί με άλλα στοιχεία, όπως αυτό της Ανιδιοτέλειας, είναι στοιχεία των ηθικών μας καθηκόντων και έκφραση του πολιτισμού μας (όχι πως τον γνωρίζουμε ιδιαίτερα, απλά έτσι έχουμε μάθει, μέσα από την εμπειρία και τις σχέσεις μας, να συμπεριφερόμαστε). Αποτελούν δηλαδή υποχρεώσεις του ηθικού μας περιβάλλοντος - της ιδιοπροσωπίας - και της ανθρωπολογίας μας. Εξ ου και καταφέραμε, μέχρι στιγμής, να μην γίνουμε ανθρωποφάγοι (ενώ άλλοι, με πολύ λιγότερα δεινά από τα δικά μας, δείχνουν πιο έτοιμοι να γίνουν. Ξαφνιαζόμαστε μάλιστα με αυτή την εξέλιξη - κάτι που επιβεβαιώνει την αφέλεια μας -, μια εξέλιξη που δεν μας αρέσει και μας απωθεί, καθώς αποπνέει οσμή απανθρωπιάς και δαρβινισμού).
Το φιλότιμο και όλες αυτές οι ηθικές υποχρεώσεις είναι καταπληκτικές και αξεπέραστες εκφράσεις πολιτισμού σε επίπεδο κοινωνικής ηθικής και αξιακής συνοχής (επίσης παραμερισμού και υπέρβασης του κράτους, των μηχανισμών εξουσίας και ισχύος), όχι όμως σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων και εξουσιαστικών δομών, συμφερόντων και συσχετισμών εντός της Ε.Ε και της Ευρωζώνης.
-----
Κατά τα λοιπά, προφανώς και το ξέσκισμα, οι συνεχείς απειλές, ο εκχυδαϊσμός, ο ψυχολογικός πόλεμος και οι... οσμές απανθρωπιάς και δαρβινισμού, κινητοποίησαν - επαναφέροντας στην επιφάνεια - βαθύτερα αντανακλαστικά και ιστορικές μνήμες.
II
Το γεωπολιτικό επιχείρημα για το νόμισμα - αν και το γνωρίζαμε όσοι είχαμε ασχοληθεί -, άρχισαν να το επικαλούνται μόλις το τελευταίο χρόνο (πρόσφατα το επικαλέστηκε και ο Πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης). Αυτό συμβαίνει επειδή, πλέον, το οικονομικό επιχείρημα διαπιστώνουν πως δεν αρκεί και πως χάνεται το παιχνίδι στο πεδίο αυτό.Το νόμισμα όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν έχει απαραίτητα και αυτονόητα στιβαρό γεωπολιτικό αντίκρισμα. Τίποτα συγκλονιστικό δεν άλλαξε σε αυτόν τον τομέα από το 1999-2002 και ύστερα. Απόδειξη αποτελεί το εξής. Την περίοδο που η Ελλάδα - υποτίθεται πως - ήταν ισχυρή και σε κορύφωση από απόψεως μαλακής και οικονομικής ισχύος (ας αφήσουμε για μια στιγμή στην άκρη το πως και το γιατί), η Τουρκία ανάρρωνε από την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης εξερχόμενη από το Δ.Ν.Τ. Αυτή η αντίθεση - σε επίπεδο «μαλακής» και οικονομικής ισχύος - ουδόλως επηρέασε το περιεχόμενο του σχεδίου Ανάν το 2004 (αλλά και ευρύτερα των ελληνοτουρκικών σχέσεων).
Στην Ελλάδα νόμιζαν ή νομίζουν πως σε όσο περισσότερα «δυτικά» ή «ευρωπαϊκά» θεσμικά πλαίσια και οργανισμούς εντάσσεται μια χώρα ή όσες περισσότερες συνθήκες υπογράφει, τόσο περισσότερο «δυτική» ή «ευρωπαϊκή» γίνεται.
Ούτε πιο «δυτική», όμως, από την Αυστρία και τη Φινλανδία (που δεν μετέχουν στο ΝΑΤΟ), ούτε πιο «ευρωπαϊκή» από τη Τσεχία και την Πολωνία (που δεν μετέχουν στην Ευρωζώνη) είναι η Ελλάδα. Η Σουηδία και η Νορβηγία είναι ενταγμένες σε λιγότερα «δυτικά» όργανα και θεσμούς (εκτός Ευρωζώνης και ΝΑΤΟ η πρώτη, εκτός Ε.Ε και Ευρωζώνης η δεύτερη) αλλά να είναι σαφώς πιο «δυτικές» και «ευρωπαϊκές».
Οι χώρες που σταθμίζουν σε ποιους οργανισμούς και σε ποια θεσμικά πλαίσια θα ενταχθούν, και δεν εντάσσονται αδιακρίτως σε όλα τα «ευρωπαϊκά» ή δεν υπογράφουν όλες τις συνθήκες, αποφασίζουν με βάση το συμφέρον τους, ενδογενείς ανάγκες, τις ιδιαίτερες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν, τη γεωγραφία τους και άλλους παράγοντες, δηλαδή, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως διακριτή οντότητα και αυτοτελές υποκείμενο και όχι ως «τμήμα» ή αντικείμενο «επιδιόρθωσης». Τα προηγούμενα αποτελούν προϋποθέσεις.
Στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης» (αυτό το ευφυολόγημα-σύνθημα) δεν ''μένεις''με το να υιοθετείς το ευρώ και να φορτώνεσαι αδιακρίτως θεσμικά πλαίσια.
Η Ελλάδα πληρώνει στρατηγικά εσφαλμένες επιλογές (των νομισματολόγων, των γεωοικονομιστών και των νέων «ελίτ» της μεταδιπολικής εποχής, οι οποίες απέτυχαν και αποδείχθηκαν ανεπαρκείς). Και τα στρατηγικά σφάλματα δεν διορθώνονται με «μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμούς» - υπό συνθήκες εσωτερικής κατάρρευσης και εξωτερικής αποσταθεροποίησης -, ούτε με ευχολόγια από υποτιθέμενους «εκσυγχρονιστές και μεταρρυθμιστές» και αλλαλάζοντες «ευρωπαϊστές». Τα στρατηγικά σφάλματα οδηγούν σε μη επιλύσιμα αδιέξοδα τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε καταστροφές. Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ήδη από το 2007, η Ελλάδα είχε απολέσει κάθε πιθανό «γεωπολιτικό» ατού που - υποτίθεται πως - προσέφερε το ευρωνόμισμα ή σταδιακά οδηγούνταν με γοργά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ιδιαίτερα δε, από το 2009 και μετά, το νόμισμα κατέστη το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο, δηλαδή παράγοντας «δεσίματος», εκβιασμού και ντε φάκτο περιθωριοποίησης της Ελλάδας (*). Η χώρα έπρεπε - για αυτονόητους λόγους - να υπακούει, έχασε βαθμούς ελευθερίας και απώλεσε κυριαρχικά δικαιώματα. Η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία, η Σουηδία, και γενικότερα οι χώρες εκτός ευρωζώνης, είχαν περισσότερους βαθμούς ελευθερίας και μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας, και ήταν περισσότερο πολιτικά ανυπάκουες προς - και ανεξάρτητες από - το ευρωπαικό κέντρο. Αντίθετα εμείς, λόγω ακριβώς του νομίσματος ήμασταν και παραμένουμε υποχρεωμένοι να υπακούμε, και φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, κυριολεκτικά, δεμένοι χειροπόδαρα.
Το προσφυγικό-μεταναστευτικό (και ο τρόπος χειρισμού του από την Τουρκία) εκμηδένισε ολοκληρωτικά κάθε πιθανό γεωπολιτικό πλεονέκτημα που - υποτίθεται πως - προσέφερε το νόμισμα στη χωρά, το οποίο νόμισμα κατέστη μέσο χειραγώγησης, άμεσου ελέγχου και εκβιασμού της.
Δεν ξέρω εάν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης - ο μη γένοιτο - η Ελλάδα δεν θα έχει ιδιαίτερα περιθώρια άμυνας (θα παίρνει τηλέφωνα ο Μητσοτάκης τον Βαρουφάκη, προκειμένου ο τελευταίος να επικοινωνήσει με τον φίλο του Ντράγκι. Τραγέλαφος).
Δεν υπάρχει λόγος πλέον να μαλώνετε μεταξύ σας για ''το νόμισμα''ή για το αν θέλετε να ''μείνουμε -ή όχι- Ευρώπη''.
Η χώρα οδεύει σταδιακά στο να καταστεί κάτι μεταξύ κυματοθραύστη, μετανεωτερικής χωματερής, κέντρου περισυλλογής-διαλογής και ενδιάμεσης ζώνης-κράτος μαξιλάρι (buffer zone-state), προκειμένου μεσήλικες του ευρωπαϊκού κέντρου να πίνουν τον καφέ τους ανέμελα στις Κάτω Χώρες και στο Ρήνο ή να κάνουν σκι στα Σαλέ των Άλπεων.
-----
(*) Ήδη από την περίοδο Παπανδρέου, για όσες και όσους θυμούνται, το κλίμα ήταν εξαιρετικά - και «ανεξήγητα» - αρνητικό και επιθετικό απέναντι στην Ελλάδα. Τον δε Σαμαρά, ο οποίος ακολούθησε την - φιλο/ευρωγερμανική - τακτική του υπάκουου και καλού παιδιού (σκύψτε το κεφάλι, βουλώστε το και μη μιλάτε), τον έφτυσαν κανονικότατα εγκαταλείποντας τον, ήδη από το φθινόπωρο του 2014. Προφανώς και ο Τσίπρας ήταν πιο χρήσιμος για να προχωρήσει το επόμενο μνημόνιο και το προσφυγικό-μεταναστευτικό, καθώς η Γερμανία προϋπολογίζει τα μεγέθη και τους αριθμούς ανθρώπων που χρειάζεται να εισάγει προκειμένου να καλύψει τις δημογραφικές της ανάγκες. Ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού διαβάζαμε άρθρα π.χ. στον Guardian ή στην D.W που έλεγαν πως η Γερμανία «αναμένεται» να υποδεχθεί περίπου 800.000 με ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Απλά το όλον πράγμα, οι εξελίξεις - και κυρίως οι δημοσκοπήσεις - ξέφυγαν και όλοι άρχισαν να τρέχουν (θυμηθείτε πως μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο δεν υπήρχε ιδιαίτερος αρνητισμός, προβληματισμός ή/και ανησυχία για το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα. Μετά τον Νοέμβριο, την επίθεση στο Παρίσι, την πίεση που δέχθηκε η Μέρκελ στο εσωτερικό της, την Κολωνία κ.λπ, άρχισε να αλλάζει το κλίμα).- Και επειδή οι νομισματολόγοι θυμήθηκαν τάχα τη «γεωπολιτική». Δεν υπάρχει γεωπολιτική προσέγγιση που να ισχυρίζεται πως το νόμισμα μπορεί να υπερβεί τη γεωγραφία (τη δημογραφία, πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις κ.λπ). Αυτά είναι δόγματα του φιλελεύθερου θεσμοκεντρισμού - και οικονομισμού -, οι οπαδοί του οποίου, τάχα θυμήθηκαν και επικαλούνται το «γεωπολιτικό» επιχείρημα περί νομίσματος, επειδή διαπιστώνουν πως καταρρέουν τα δόγματα τους, οι καταστάσεις παίρνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις και βρίσκονται υπό καθεστώς πανικού.
III
Μου προξενεί εντύπωση που ορισμένοι ξύπνησαν, τώρα, με το προσφυγικό-μεταναστευτικό. Και ιδιαίτερα ορισμένοι οικονομιστές που μας έλεγαν εφαρμόστε τα συμπεφωνημένα γιατί «θα κοπεί η χρηματοδότηση, η δόση» ή «θα μας πετάξουν έξω από το ευρώ». Τώρα, οι ίδιοι λένε, εφαρμόστε τα συμπεφωνημένα γιατί... Και πάντα τα ίδια θα λένε γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να πουν (εν τω μεταξύ η Ε.Ε χρώσταγε - ίσως χρωστάει ακόμα - χρήματα στην Ελλάδα που σχετίζονται με τη διαχείριση της μεταναστευτικής-προσφυγικής κρίσης).Όταν άρχισα να αναδεικνύω το ζήτημα, δεν το έκανα επειδή ήμουν εναντίον των ανθρώπων αυτών (όπως νομίζουν διάφοροι κινητρολογοι), αλλά επειδή ήταν φανερό ποια θα είναι η εξέλιξη του (και προς τα που οδηγούσε η εργαλειοποίηση του). Πριν ακόμα από το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχαν ξεχαστεί τόσο η Λιβύη και εν πολλοίς και η Συρία, ορισμένοι παρατηρούσαμε τα μεγέθη των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν στα νοτιο-ανατολικά σύνορα της Τουρκίας. Η Τουρκία βέβαια, όπως και οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν έκανε ανθρωπισμό, συγκέντρωνε ηθικό και διπλωματικό κεφάλαιο το οποίο θα χρησιμοποιούσε ως μοχλό άσκησης πίεσης. Έτσι αποφάσισα να κάνω τον Ιούλιο παρουσίαση το βιβλίο της Kelly M. Greenhill ''Weapons of Mass Migration. Forced Displacement, Coercion, and Foreign Policy'' (Forced Displacement as an Instrument of Coercion). Όταν ασχολήθηκα ξανά με το ζήτημα, ήδη από τις πρώτες μέρες του Αυγούστου - πριν κορυφωθούν οι ροές -, ορισμένοι μας μίλαγαν για την «οικονομία» και άλλοι μας έλεγαν «τι σας πειράζει, θα φύγουν».
Οι άνθρωποι που καλοπροαίρετα ισχυρίζονταν το τελευταίο, νόμιζαν ότι η Ε.Ε αποτελεί φορέα κοινής βούλησης. Η Ε.Ε, όμως - και αυτό αποτελεί μια κριτική καθόλα θεμιτή και ας μην αρέσει -, έχει αποδειχθεί κατ'επανάληψη ανεπαρκής και ανίκανη να συνθέσει τα εθνικά συμφέροντα των χωρών σε κάτι το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί «κοινό ευρωπαικό συμφέρον». Το ΝΑΤΟ, αυτή την περίοδο, γίνεται προσπάθεια να μεταβληθεί σε εργαλείο-όργανο της Πολωνίας (για τη Ρωσία) και της Τουρκίας (για τη Συρία), με την πρώτη να εκβιάζει τη Γερμανία, η οποία με τη σειρά της - πέρα από το ότι έχει εκβιάσει κατ'επανάληψη την Ελλάδα να - εκβιάζει ή παρέχει «διαβεβαιώσεις» σε άλλες χώρες (όπως η Π.Γ.Δ.Μ και η Σερβία) ενώ παράλληλα Σουηδία, Δανία και Βέλγιο επαναφέρουν συνοριακούς ελέγχους κ.λπ. Η δε Γαλλία, βρίσκεται στο απυρόβλητο εδώ και μήνες (θα δεχθεί λέει 30.000 ανθρώπους σε δύο χρόνια!). Αυτή είναι η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντελώς επιγραμματικά.
Δυστυχώς, θα φανεί πως η «οικονομία» αποτελεί νανο-ζήτημα, δηλαδή ένα ζήτημα σημαντικότητας και επιπέδου νάνου, σε σχέση με το προσφυγικό-μεταναστευτικό.
IV
Η μετανάστευση δεν επιλύει το δημογραφικό (ούτε σχετιζόμενα με αυτό θέματα, ορισμένα μονάχα από τα οποία είναι το ασφαλιστικό και η γήρανση), απλά μεταθέτει το πρόβλημα για το μέλλον.Όσο και να αυξήσουν τους φόρους, όσο και να αναβάλουν τις συνταξιοδοτήσεις, όσο και να ωθήσουν όλο και περισσότερες γυναίκες στην αγορά εργασίας (παρέχοντας τους κίνητρα), όσο και να υποκαταστήσουν τα εργαζόμενα ανδρόγυνα, τις γυναίκες-εργαζόμενες και τα -μη- παιδιά των προηγούμενων, με εισαγόμενα ανδρόγυνα, με εισαγόμενες γυναίκες-μητέρες και εισαγόμενα παιδιά, δεν πρόκειται να υπερβούν τις οικονομικές επιπτώσεις των δραματικών δημογραφικών αλλαγών.
Οι φθίνουσες σε ενεργό «πληθυσμό» και «εργατικό δυναμικό» ευρωπαϊκές κοινωνίες, που θέλουν να ανανεώσουν το «ανθρώπινο δυναμικό» τους, θα πρέπει να θυσιάσουν ένα μέρος της καλοζωίας τους, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται σήμερα, προκειμένου να κάνουν παιδιά (α - β), τουλάχιστον - και σε αυτό το σημείο ειρωνεύομαι - μέχρι η ιδεολογία του «μετα-ανθρωπισμού» και της «υπέρβασης της ύλης»να έχει πρακτικά αποτελέσματα για τον τρόπο αναπαραγωγής των κοινωνιών. Μέχρι στιγμής δεν έχει. Απλά εισάγουν ανθρώπους. Και μαζί με τους ανθρώπους εισάγουν και τις ιδέες τους. Βέβαια ορισμένοι βαυκαλίζονται πως θα τους «εξευρωπαΐσουν» προκείμενου να ενσωματωθούν ομαλά στην «κοινωνία» (δηλαδή στην παραγωγή). Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Τα έχω εξετάσει αυτά στην ετικέτα δημογραφία.
Ορισμένες κοινωνίες - μάλλον - θα καταστραφούν ή θα φτάσουν στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης, ενώ κάποιες άλλες θα καταπιούν και θα ποδοπατήσουν τις ελίτ τους (μαζί με το κομματικό και μηντιακό σύστημα).
-----
Η μέση ηλικία στις 19 χώρες που είναι μέλη της Ευρωζώνης είναι πάνω από 41,0 έτη, ενώ η μέση ηλικία σε ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη - συμπεριλαμβανομένων και ανεπτυγμένων χωρών - είναι κάτω από τα 28,0 έτη (αποτύπωση σε χάρτη σε επόμενο σχολιασμό). Εάν δε αφαιρέσουμε την Ιρλανδία και την Κύπρο, η μέση ηλικία στις χώρες της Ευρωζώνης ανεβαίνει στα 42,2 έτη. Έχουμε να κάνουμε με τη γεροντοκρατία της ανθρωπότητας, την ιδεολογία και τον τρόπο αναπαραγώγης της.| 0 | 0 |
Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση - όπως γίνεται αντιληπτή στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής ή της «Δύσεως» - έχει μια «σκληρή» πλευρά, που περιλαμβάνει κυρίως την οικονομική διάσταση (η οποία μικρή σχέση έχει με την παραδοσιακή λογική του ελεύθερου εμπορίου), και μια «μαλακή» πλευρά, που αφορά κυρίως την ηθική ή/και πολιτισμική διάσταση. Στο εσωτερικό αυτής της δομής, την «σκληρή» πλευρά με την οικονομική της διάσταση πρεσβεύει μια κάποια «δεξιά», ενώ τη «μαλακή» πλευρά με την ηθική ή/και πολιτισμική της διάσταση μια κάποια «αριστερά». Αυτές οι δύο, δηλαδή, μια κάποια «αριστερά» και μια κάποια «δεξιά», είναι συμπληρωματικές και όχι εναλλακτικές η μια προς την άλλη.
Συμβάλλουν και οι δύο σε μια υπερεθνική ομογενοποιητική διαδικασία και επιβολή που, συνεπικουρούμενη από τη μεθοδευμένη μετατροπή των κρατών και των κομμάτων σε μηχανισμούς τοπικής διαχείρισης και παραρτήματα επιβολής υπερεθνικά δομημένων συμφερόντων, αντιστρέφει τη φορά νομιμοποίησης (bottom-up/top-down). Η επιβολή αυτής της εξουσιαστικής δομής, ερήμην των λαών και των κοινωνιών, παρά την κατά καιρούς εκφρασμένη αντίθεση τους, μαζί με την αποσύνδεση των πολιτικών συστημάτων από τις εδαφικές κοινωνικές τους βάσεις και την αγνόησή των συμφερόντων των συλλογικοτήτων που - υποτίθεται πως - δημοκρατικά εκπροσωπούν, οδηγεί στη διάρρηξη των δεσμών ανάμεσα σε εντολέα και εντολοδόχο, στη δημιουργία κρίσης νομιμοποίησης, ανυπαρξίας συναίνεσης, κενού αντιπροσώπευσης και γενικότερα συμβάλλει στη διεύρυνση του χάσματος κοινωνίας-κράτους (αυτή είναι μια από τις πηγές του περίφημου «λαϊκισμού», ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα και τον οποίον πολλοί επικρίνουν, απορρίπτουν ή δαιμονοποιούν, αλλά ουδείς ερμηνεύει). Οι διαδικασίες εξελίσσονται και οι αποφάσεις λαμβάνονται εξωκοινωνικά σε υπερεθνικό επίπεδο, με τους λαούς και τα έθνη να έχουν πάψει ουσιαστικά να αποτελούν πολιτικό υποκείμενο και να αντιμετωπίζονται βαθμιαία ως «πληθυσμοί».
Τα πολιτικά φαινόμενα που παρατηρούμε τόσο στις Η.Π.Α όσο και στην Ε.Ε, σε μεγάλο βαθμό πηγάζουν από αυτή την πραγματικότητα, και φανερώνουν πως οι κοινωνίες, αργά αλλά σταθερά, συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο - αντιδρώντας με σπασμωδικό τρόπο - πως βρίσκονται στον αντίποδα αυτών των υπερεθνικών παραγόντων και ελίτ.
Συμβάλλουν και οι δύο σε μια υπερεθνική ομογενοποιητική διαδικασία και επιβολή που, συνεπικουρούμενη από τη μεθοδευμένη μετατροπή των κρατών και των κομμάτων σε μηχανισμούς τοπικής διαχείρισης και παραρτήματα επιβολής υπερεθνικά δομημένων συμφερόντων, αντιστρέφει τη φορά νομιμοποίησης (bottom-up/top-down). Η επιβολή αυτής της εξουσιαστικής δομής, ερήμην των λαών και των κοινωνιών, παρά την κατά καιρούς εκφρασμένη αντίθεση τους, μαζί με την αποσύνδεση των πολιτικών συστημάτων από τις εδαφικές κοινωνικές τους βάσεις και την αγνόησή των συμφερόντων των συλλογικοτήτων που - υποτίθεται πως - δημοκρατικά εκπροσωπούν, οδηγεί στη διάρρηξη των δεσμών ανάμεσα σε εντολέα και εντολοδόχο, στη δημιουργία κρίσης νομιμοποίησης, ανυπαρξίας συναίνεσης, κενού αντιπροσώπευσης και γενικότερα συμβάλλει στη διεύρυνση του χάσματος κοινωνίας-κράτους (αυτή είναι μια από τις πηγές του περίφημου «λαϊκισμού», ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα και τον οποίον πολλοί επικρίνουν, απορρίπτουν ή δαιμονοποιούν, αλλά ουδείς ερμηνεύει). Οι διαδικασίες εξελίσσονται και οι αποφάσεις λαμβάνονται εξωκοινωνικά σε υπερεθνικό επίπεδο, με τους λαούς και τα έθνη να έχουν πάψει ουσιαστικά να αποτελούν πολιτικό υποκείμενο και να αντιμετωπίζονται βαθμιαία ως «πληθυσμοί».
Τα πολιτικά φαινόμενα που παρατηρούμε τόσο στις Η.Π.Α όσο και στην Ε.Ε, σε μεγάλο βαθμό πηγάζουν από αυτή την πραγματικότητα, και φανερώνουν πως οι κοινωνίες, αργά αλλά σταθερά, συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο - αντιδρώντας με σπασμωδικό τρόπο - πως βρίσκονται στον αντίποδα αυτών των υπερεθνικών παραγόντων και ελίτ.
.~`~.
Παραπομπές
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Παραπομπές
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο εντός της Ε.Ε.
- Τρία επίπεδα και «αριστερά» και «δεξιά».
- Left And Right: The Great Dichotomy Revisited. Critical Junctures By João Cardoso Rosas And Ana Rita Ferreira.
- Ανάμεσα στην Σκύλλα και τη Χάρυβδη.
- J’accuse: Leftist intellectuals turn right. Unusual ideological bedfellows in France are uniting against globalization and the euro.
- The Left-Right Political Spectrum Is Bogus.
- Τρία επίπεδα και «αριστερά» και «δεξιά».
- Left And Right: The Great Dichotomy Revisited. Critical Junctures By João Cardoso Rosas And Ana Rita Ferreira.
- Ανάμεσα στην Σκύλλα και τη Χάρυβδη.
- J’accuse: Leftist intellectuals turn right. Unusual ideological bedfellows in France are uniting against globalization and the euro.
- The Left-Right Political Spectrum Is Bogus.
- Είπαν ή έγραψαν... Ser da esquerda é, como ser da direita.
- Επίπεδα.
- The Greatest ΠαραμυθοStory Ever Told I.
- The Greatest ΠαραμυθοStory Ever Told II.
- Περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» (global governance) - μέρος α´.
- Ο «κεντρισμός» ως οικονομικο-πολιτικός μονόλογος και η πολιτιστική αυτοχθονία ως πολιτική πολυφωνία. Εισαγωγή στις έννοιες του πολιτικού και πολιτιστικού «προστατευτισμού».
- Υπερεθνικότητα (supranationalism), διακυβερνητισμός (intergovernmentalism), κυριαρχία (sovereignty) και αυτοδιάθεση (self-determination). Εισαγωγή.
- Περί «λαϊκισμού». Σύντομη αναφορά.
| 0 | 0 |
I
Η Γερμανία - όπως και άλλα κράτη - προϋπολογίζει τα μεγέθη και τους αριθμούς των ανθρώπων που χρειάζεται να εισάγει προκειμένου να καλύψει τις οικονομικές της ανάγκες (δημογραφικές είναι οι ανάγκες αλλά οι οικονομιστές προϋποθέτουν δημογραφικά μεγέθη: από τις «προϋποθέσεις» θα την πατήσουν). Ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού - πριν καν οι ροές αρχίσουν να εκτοξεύονται με πρώτο μήνα τον Αύγουστο - διαβάζαμε άρθρα π.χ. στον Guardian ή στην D.W που έλεγαν πως η Γερμανία «αναμένεται» να υποδεχθεί φέτος περίπου 800.000 με ένα εκατομμύριο ανθρώπους (εμβαθύνω μια πρόσφατη αναφορά). Από που προέκυπτε το «αναμένεται»; Πως - και και από που- προέκυπτε ο αριθμός; Από όσα σας ανέφερα.
Απλά το όλον πράγμα, οι εξελίξεις - και κυρίως οι δημοσκοπήσεις - ξέφυγαν και όλοι άρχισαν να τρέχουν. Θυμηθείτε πως μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο δεν υπήρχε ιδιαίτερος αρνητισμός, προβληματισμός ή/και ανησυχία για το μεταναστευτικό-προσφυγικό στα mainstream media, αντίθετα όλοι θρηνούσαν για το παιδάκι που πνίγηκε. Ο πνιγμός του μικρού παιδιού συνέβη στις 2 Σεπτεμβρίου (ήδη από τις 28 Αυγούστου είχε αναλάβει υπηρεσιακή κυβέρνηση στην Ελλάδα και η θέση του αναπληρωτή υπουργού μεταναστευτικής πολιτικής έχει αλλάξει). Ο Σεπτέμβριος ήταν ο μήνας των selfies. Ο Οκτώβριος ήταν ο μήνας κορύφωσης των ροών. Μετά τον Νοέμβριο, την επίθεση στο Παρίσι, την πτώση στις δημοσκοπήσεις, την πίεση που δέχθηκε η Μέρκελ στο εσωτερικό της, τα γεγονότα στην Κολωνία κ.λπ, άρχισε να αλλάζει το κλίμα.
Αυτές τις μέρες - το reuters αναφέρει πως - το υπουργείο οικονομικών της Γερμανίας σε συνεργασία με άλλα κυβερνητικά όργανα, ανακοίνωσε πως η Γερμανία «αναμένει» περίπου 3,6 εκατομμύρια ανθρώπους μέχρι το 2020. Και μπορεί Γερμανός αξιωματούχος να δήλωσε πως δεν αναμένονται τέτοια νούμερα - σε μια προσπάθεια μάλλον να καθησυχάσει -, αλλά εγώ έχω διαβάσει πως η Γερμανία έχει ανάγκη 4 με 5 εκατομμύρια ανθρώπους μέσα στα επόμενα χρόνια προκειμένου να εξυπηρετήσει τις δημογραφικές της ανάγκες. Τα νούμερα προϋπολογίζονται.
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει ούτε έχουν καταλάβει πως λειτουργεί το «πράγμα» (ή καλύτερα η βιομηχανία). Τώρα αρχίζουν κάπως να αντιλαμβάνονται και αντιδρούν σπασμωδικά (σε εμάς εδώ ορισμένοι νομίζουν πως μπορεί η αναπληρωτής υπουργός μιας μικρής χώρας να καθορίσει το migration net της Γερμανίας). Δεν υπάρχει περίπτωση (σχήμα λόγου), με το κλίμα που επικρατεί, να συνειδητοποιήσει μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας πως αναμένονται 3 ή 5 εκατομμύρια επιπλέον νέοι πρόσφυγες και μετανάστες τα επόμενα χρόνια και η κ. Μέρκελ να παραμείνει αταλάντευτη στη θέση της.
- Εν τω μεταξύ, η Γερμανία παλεύει εδώ και καμιά εικοσαριά - και πλέον - χρόνια με τα 80 εκατομμύρια. Δηλαδή επί 25 περίπου χρόνια προσπαθεί να διατηρήσει σταθερό τον «πληθυσμό» της (ο οποίος υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να είχε αυξηθεί κατά πολύ). Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση πάνω από πενήντα (50) εκατομμύρια.
Ορισμένοι ήθελαν να αναδεικνύουν μόνον το γκρούπ των χωρών Βίζενγκραντ - για να το συνδέσουν ιδεολογικά με την «ακροδεξιά» -, ενώ την Αυστρία και τη Γερμανία τις άφηναν στο απυρόβλητο. Φάτε τώρα μια Αυστρία και ηρεμήστε (ίσως θυμάστε πως από το καλοκαίρι έριχνα σπόντες για τον ευνοϊκό τρόπο με τον οποίον η ύπατη αρμοστεία του Ο.Η.Ε για τους πρόσφυγες, αντιμετώπιζε την Αυστρία I - II - III). Η Ολλανδία και η Γερμανία ήταν αυτές που είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία περί «Μικρής Σένγκεν» (στην οποία αντιδρούσε η Πολωνία) ενώ τα περί Π.Γ.Δ.Μ αποτελούσαν πρωτοβουλία της Γερμανίας και της Αυστρίας με την Ουγγαρία, την Τσεχία και τη Σλοβακία να υποστηρίζουν. Με τη δε Σλοβενία, η Ελλάδα είχε ανταγωνιστικές σχέσεις ως προς το ποια από τις δυο χώρες θα γινόταν κύριος φορέας και παράγοντας ενσωμάτωσης των δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. Η Αυστρία με τη Γερμανία, ήδη από νωρίς το καλοκαίρι συνεχώς «έπαιζαν» με τη Π.Γ.Δ.Μ (αυτό είναι ένα σημείο που δεν έχει αναδειχθεί, δηλαδή πότε άνοιξε τα σύνορα της η τελευταία, με τι διαβεβαιώσεις και από ποιους).
Η Ελλάδα, έχει ανά τακτά χρονικά διαστήματα διατελέσει το ρόλο του νάνου πίσω από τον οποίο (προσπαθούν να) κρύβονται οι γίγαντες. Η Ελλάδα έφταιγε κάποτε για την καθυστέρηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ε.Ε (και πολύ ορθά, η Ελλάδα επέλεξε να είναι θετική στην ενταξιακή πορεία της Άγκυρας προκειμένου να φανεί ποιοι ήταν αυτοί που πραγματικά δεν επιθυμούσαν την είσοδο της συγκεκριμένης χώρας). Η Ελλάδα, επίσης, έφταιγε για την οικονομική κρίση και μετεβλήθη σε αποδιοπομπαίο τράγο (ακόμα και για κατασκοπία κατηγορήθηκε πριν λίγο καιρό). Η Ελλάδα τώρα φταίει και για την προσφυγική-μεταναστευτική κρίση.
Και κάπως έτσι, επειδή «η Ελλάδα φταίει», το ερμηνευτικό αφήγημα της προσφυγικής-μεταναστευτικής «κρίσης και απειλής» - πιθανόν - θα μετασχηματιστεί σε ερμηνευτικό αφήγημα με πυρήνα του τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο. Για το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα και την μη επαρκή αντιμετώπιση του, λοιπόν, θα φταίει το καθεστώς που υπάρχει στο Αιγαίο. Και κάπως έτσι θα - μπορούσε να - παρουσιαστεί ως «επιτακτική» η ανάγκη αναθεώρησης των συνθηκών από «τα πάνω» και «τα έξω». Θα μάθουμε όλοι ξαφνικά, πως για την αντιμετώπιση «της κρίσης και της απειλής» (η οποία έχει τις ρίζες της αλλού, αλλά αυτό δεν θα έχει καμία σημασία), πρέπει άμεσα να αντιμετωπισθούν οι ρίζες μιας πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης. Αποδυναμωμένη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και με ''το νόμισμα''ως εκβιαστική θηλιά στο λαιμό (το οποίο νόμισμα τάχα θα την απομάκρυνε από μια πιθανή περιφερειοποίηση έναντι της Τουρκίας), η Ελλάδα θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Και κάπως έτσι, ενδέχεται, μόλις αποχωρήσει το ΝΑΤΟ, να βρισκόμαστε σε κατάσταση de jure αναθεώρησης του καθεστώτος στο Αιγαίο. Καθόλου απίθανη εξέλιξη. Αφήνω εδώ αυτή την υποθετική ή πιθανή εξέλιξη με την ευχή να μην χρειαστεί να επιστρέψω.
Το κλειδί για την Ιταλία το κρατά η Λιβύη, για την Ισπανία το Μαρόκο, για το Ηνωμένο Βασίλειο η Γαλλία (και το Βέλγιο), για τη Σουηδία η Δανία (γι'αυτό και συγχρονίστηκαν αυτές οι δύο χώρες) και για την Ελλάδα η Τουρκία.
Οι Αθηναίοι κάποτε αναγκάστηκαν, προκειμένου να επιβιώσουν, να αμυνθούν καταφεύγοντας στα Ξύλινα Τείχη (η Ακρόπολη Φρούριο αλώθηκε), ενώ ο Μέγας Ξέρξης κάποτε διέταξε να μαστιγώσουν και να αλυσοδέσουν τη θάλασσα γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του. Η θάλασσα όμως ούτε μαστιγώνεται ούτε αλυσοδένεται.
Αυτά αποτελούν διδάγματα της ιστορίας μας που εμπεριέχουν υψηλούς συμβολισμούς και στοιχεία «γεωπολιτικής» παιδείας - που επιλέξαμε να αγνοήσουμε, να ξεχάσουμε ή να υποτιμήσουμε - και όχι παραμυθάκια.
Απλά το όλον πράγμα, οι εξελίξεις - και κυρίως οι δημοσκοπήσεις - ξέφυγαν και όλοι άρχισαν να τρέχουν. Θυμηθείτε πως μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο δεν υπήρχε ιδιαίτερος αρνητισμός, προβληματισμός ή/και ανησυχία για το μεταναστευτικό-προσφυγικό στα mainstream media, αντίθετα όλοι θρηνούσαν για το παιδάκι που πνίγηκε. Ο πνιγμός του μικρού παιδιού συνέβη στις 2 Σεπτεμβρίου (ήδη από τις 28 Αυγούστου είχε αναλάβει υπηρεσιακή κυβέρνηση στην Ελλάδα και η θέση του αναπληρωτή υπουργού μεταναστευτικής πολιτικής έχει αλλάξει). Ο Σεπτέμβριος ήταν ο μήνας των selfies. Ο Οκτώβριος ήταν ο μήνας κορύφωσης των ροών. Μετά τον Νοέμβριο, την επίθεση στο Παρίσι, την πτώση στις δημοσκοπήσεις, την πίεση που δέχθηκε η Μέρκελ στο εσωτερικό της, τα γεγονότα στην Κολωνία κ.λπ, άρχισε να αλλάζει το κλίμα.
Αυτές τις μέρες - το reuters αναφέρει πως - το υπουργείο οικονομικών της Γερμανίας σε συνεργασία με άλλα κυβερνητικά όργανα, ανακοίνωσε πως η Γερμανία «αναμένει» περίπου 3,6 εκατομμύρια ανθρώπους μέχρι το 2020. Και μπορεί Γερμανός αξιωματούχος να δήλωσε πως δεν αναμένονται τέτοια νούμερα - σε μια προσπάθεια μάλλον να καθησυχάσει -, αλλά εγώ έχω διαβάσει πως η Γερμανία έχει ανάγκη 4 με 5 εκατομμύρια ανθρώπους μέσα στα επόμενα χρόνια προκειμένου να εξυπηρετήσει τις δημογραφικές της ανάγκες. Τα νούμερα προϋπολογίζονται.
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει ούτε έχουν καταλάβει πως λειτουργεί το «πράγμα» (ή καλύτερα η βιομηχανία). Τώρα αρχίζουν κάπως να αντιλαμβάνονται και αντιδρούν σπασμωδικά (σε εμάς εδώ ορισμένοι νομίζουν πως μπορεί η αναπληρωτής υπουργός μιας μικρής χώρας να καθορίσει το migration net της Γερμανίας). Δεν υπάρχει περίπτωση (σχήμα λόγου), με το κλίμα που επικρατεί, να συνειδητοποιήσει μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας πως αναμένονται 3 ή 5 εκατομμύρια επιπλέον νέοι πρόσφυγες και μετανάστες τα επόμενα χρόνια και η κ. Μέρκελ να παραμείνει αταλάντευτη στη θέση της.
-----
- Τα κράτη που καταστράφηκαν αποτελούσαν «αποθήκες» ή/και σημεία «ελέγχου και ρύθμισης». Η δε Τουρκία αποτελεί παραδοσιακή δεξαμενή παροχής «εργατικού δυναμικού» της Γερμανίας.- Εν τω μεταξύ, η Γερμανία παλεύει εδώ και καμιά εικοσαριά - και πλέον - χρόνια με τα 80 εκατομμύρια. Δηλαδή επί 25 περίπου χρόνια προσπαθεί να διατηρήσει σταθερό τον «πληθυσμό» της (ο οποίος υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να είχε αυξηθεί κατά πολύ). Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση πάνω από πενήντα (50) εκατομμύρια.
II
Η διαχείριση της μεταναστευτικής-προσφυγικής κρίσης αποτελεί - ή εξελίσσεται σε - μέσο και προκάλυμμα, όχι σκοπό και στόχο.Ορισμένοι ήθελαν να αναδεικνύουν μόνον το γκρούπ των χωρών Βίζενγκραντ - για να το συνδέσουν ιδεολογικά με την «ακροδεξιά» -, ενώ την Αυστρία και τη Γερμανία τις άφηναν στο απυρόβλητο. Φάτε τώρα μια Αυστρία και ηρεμήστε (ίσως θυμάστε πως από το καλοκαίρι έριχνα σπόντες για τον ευνοϊκό τρόπο με τον οποίον η ύπατη αρμοστεία του Ο.Η.Ε για τους πρόσφυγες, αντιμετώπιζε την Αυστρία I - II - III). Η Ολλανδία και η Γερμανία ήταν αυτές που είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία περί «Μικρής Σένγκεν» (στην οποία αντιδρούσε η Πολωνία) ενώ τα περί Π.Γ.Δ.Μ αποτελούσαν πρωτοβουλία της Γερμανίας και της Αυστρίας με την Ουγγαρία, την Τσεχία και τη Σλοβακία να υποστηρίζουν. Με τη δε Σλοβενία, η Ελλάδα είχε ανταγωνιστικές σχέσεις ως προς το ποια από τις δυο χώρες θα γινόταν κύριος φορέας και παράγοντας ενσωμάτωσης των δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. Η Αυστρία με τη Γερμανία, ήδη από νωρίς το καλοκαίρι συνεχώς «έπαιζαν» με τη Π.Γ.Δ.Μ (αυτό είναι ένα σημείο που δεν έχει αναδειχθεί, δηλαδή πότε άνοιξε τα σύνορα της η τελευταία, με τι διαβεβαιώσεις και από ποιους).
Η Ελλάδα, έχει ανά τακτά χρονικά διαστήματα διατελέσει το ρόλο του νάνου πίσω από τον οποίο (προσπαθούν να) κρύβονται οι γίγαντες. Η Ελλάδα έφταιγε κάποτε για την καθυστέρηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ε.Ε (και πολύ ορθά, η Ελλάδα επέλεξε να είναι θετική στην ενταξιακή πορεία της Άγκυρας προκειμένου να φανεί ποιοι ήταν αυτοί που πραγματικά δεν επιθυμούσαν την είσοδο της συγκεκριμένης χώρας). Η Ελλάδα, επίσης, έφταιγε για την οικονομική κρίση και μετεβλήθη σε αποδιοπομπαίο τράγο (ακόμα και για κατασκοπία κατηγορήθηκε πριν λίγο καιρό). Η Ελλάδα τώρα φταίει και για την προσφυγική-μεταναστευτική κρίση.
Και κάπως έτσι, επειδή «η Ελλάδα φταίει», το ερμηνευτικό αφήγημα της προσφυγικής-μεταναστευτικής «κρίσης και απειλής» - πιθανόν - θα μετασχηματιστεί σε ερμηνευτικό αφήγημα με πυρήνα του τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο. Για το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα και την μη επαρκή αντιμετώπιση του, λοιπόν, θα φταίει το καθεστώς που υπάρχει στο Αιγαίο. Και κάπως έτσι θα - μπορούσε να - παρουσιαστεί ως «επιτακτική» η ανάγκη αναθεώρησης των συνθηκών από «τα πάνω» και «τα έξω». Θα μάθουμε όλοι ξαφνικά, πως για την αντιμετώπιση «της κρίσης και της απειλής» (η οποία έχει τις ρίζες της αλλού, αλλά αυτό δεν θα έχει καμία σημασία), πρέπει άμεσα να αντιμετωπισθούν οι ρίζες μιας πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης. Αποδυναμωμένη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και με ''το νόμισμα''ως εκβιαστική θηλιά στο λαιμό (το οποίο νόμισμα τάχα θα την απομάκρυνε από μια πιθανή περιφερειοποίηση έναντι της Τουρκίας), η Ελλάδα θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Και κάπως έτσι, ενδέχεται, μόλις αποχωρήσει το ΝΑΤΟ, να βρισκόμαστε σε κατάσταση de jure αναθεώρησης του καθεστώτος στο Αιγαίο. Καθόλου απίθανη εξέλιξη. Αφήνω εδώ αυτή την υποθετική ή πιθανή εξέλιξη με την ευχή να μην χρειαστεί να επιστρέψω.
III
Οι ροές, οι οποιεσδήποτε ροές, ποτέ δεν σταματούν στη θάλασσα. Οι ροές σταματούν πάντοτε στη στεριά. Η θάλασσα δεν αποτελεί εδαφικό - αλλά διαφορετικής μορφής - χώρο. Αποτελεί παράγοντα κινητικότητας, ευελιξίας, ελιγμών και διασποράς (και ας υπάρχουν -και βέβαια υπάρχουν- υδάτινα σύνορα), όχι διαχωρισμού, απομόνωσης, στατικότητας και σταθερότητας, όπως η στεριά.Το κλειδί για την Ιταλία το κρατά η Λιβύη, για την Ισπανία το Μαρόκο, για το Ηνωμένο Βασίλειο η Γαλλία (και το Βέλγιο), για τη Σουηδία η Δανία (γι'αυτό και συγχρονίστηκαν αυτές οι δύο χώρες) και για την Ελλάδα η Τουρκία.
Οι Αθηναίοι κάποτε αναγκάστηκαν, προκειμένου να επιβιώσουν, να αμυνθούν καταφεύγοντας στα Ξύλινα Τείχη (η Ακρόπολη Φρούριο αλώθηκε), ενώ ο Μέγας Ξέρξης κάποτε διέταξε να μαστιγώσουν και να αλυσοδέσουν τη θάλασσα γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του. Η θάλασσα όμως ούτε μαστιγώνεται ούτε αλυσοδένεται.
Αυτά αποτελούν διδάγματα της ιστορίας μας που εμπεριέχουν υψηλούς συμβολισμούς και στοιχεία «γεωπολιτικής» παιδείας - που επιλέξαμε να αγνοήσουμε, να ξεχάσουμε ή να υποτιμήσουμε - και όχι παραμυθάκια.
.~`~.
I
Η Ελλάδα προφανώς και δεν είναι η πιο «ευρωπαϊκή» χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλος αυτός ο - βασιλικότερος του βασιλέως - ευρωπαϊσμός από ελληνικής πλευράς (Τσίπρας, Μπακογιάννη, Μητσοτάκης, Γεννηματά), φανερώνει μονάχα ένα πράγμα. Την αδυναμία της. Φανερώνει πως η Ελλάδα, ουσιαστικά, δεν διαθέτει εθνική στρατηγική.
Η Ελλάδα κρύβει την αδυναμία της και την ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής πίσω από τον υπερ-ευρωπαϊσμό της. Και αυτό την καθιστά εξαιρετικά εκβιάσιμη και εύκολα χειραγωγίσιμη. Και όλους εμάς αναλώσιμους.
Πως σας φαίνεται σαν όραμα; Αναπτυξιακό, ε; Αναβαθμίζει τη χώρα; Μιλάμε για dismantling της Ελλάδας και μετατροπή της σε εδαφική επικράτεια-σουρωτήρι και κατακερματισμένη μετα-κυρίαρχη κουρελού.
Είναι βολικό να νομίζουμε πως φτάσαμε εδώ εξαιτίας των τελευταίων μηνών (οι οποίοι αποτελούν το αποκορύφωμα μιας πορείας). Όμως τα δείγματα, προσωπικά για εμένα, υπάρχουν εδώ και καιρό. Έγραφα το 2013:
Η Ελλάδα παθαίνει ότι παθαίνει διότι είναι η μόνη χώρα που προτάσσει το υπερεθνικό - «ευρωπαϊκό» - συμφέρον έναντι του εθνικού συμφέροντος (λόγω αδυναμίας και ανυπαρξίας εθνικής στρατηγικής). Επειδή έχει μεταβληθεί από χώρα σε χώρο και παράρτημα υπερεθνικών παραγόντων και δρώντων που αλωνίζουν. Επειδή αφέθηκε στον «ευρωπαϊσμό» - και μόνο σε αυτόν - πιστεύοντας αφελώς πως έχει εξασφαλίσει προστασία και ασφαλές περιβάλλον (τους ρωτάς για την Ελλάδα και απαντούν για την «Ευρώπη». Τους ξαναρωτάς και παίρνεις την ίδια απάντηση. Είναι απίστευτο!). Στην Ελλάδα - και στην κατάσταση στην οποία αυτή έχει περιέλθει - τα υπόλοιπα κράτη βλέπουν όσα δεν θέλουν να γίνουν, όσα θέλουν να αποφύγουν (τώρα εάν οι Έλληνες θέλουν να εκλογικεύουν και να νομιμοποιούν την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει αυτό είναι δικό τους ζήτημα, όχι των υπολοιπων).
Το εθνικό συμφέρον αποτελεί εξωτερίκευση του δημοσίου συμφέροντος.
Αποτελεί μέσο και δίχτυ προστασίας. Οι εθνικοί δήμοι απομυζούνται και λεηλατούνται όταν μένουν απροστάτευτοι. Και μένουν απροστάτευτοι επειδή παύουν να είναι κυρίαρχοι. Επειδή κυβερνήσεις και πολιτικό προσωπικό, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί απεμπολούν την έννοια του εθνικού συμφέροντος, στερώντας κατά αυτόν τον τρόπο στις κοινωνίες τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και τα μέσα προστασίας τους.
Δεν είναι όλοι όσοι ασχολούνται με το εθνικό συμφέρον και την εθνική κυριαρχία εθνόκαυλοι. Ασχολούνται επειδή γνωρίζουν πως όλα από εκεί ξεκινούν και όλα εκεί καταλήγουν:Στα κυριαρχικά δικαιώματα ενός λαού υπό κρατική μορφή οργάνωσης. Γνωρίζουν πως η απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων ή ο κατακερματισμός κυριαρχίας αποτελεί βασική προϋπόθεση προκειμένου μια κοινωνία να μείνει απροστάτευτη και γυμνή, να εκποιηθεί και να λεηλατηθεί.
Θα δώσω μια φιλική συμβουλή. Όσοι από τους λεγόμενους «Ευρωπαϊστές» - τους φανατικούς - ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικόοικονομικά στράτα (στρώματα), προτιμότερο θα είναι να φύγουν από την Ελλάδα και να μετακομίσουν στο ευρωπαϊκό κέντρο. Τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα ο «Ευρωπαϊσμός», εάν δεν συνθλιβεί θα περάσει πολύ δύσκολα.
Η καταστροφή είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι νομίζει ο πολίτης αυτής της χώρας γιατί δεν αφορά μονάχα την Ελλάδα. Είναι πλήρης και ολοκληρωτική η περιφερειακή καταστροφή και ερημοποίηση, γεγονός που σημαίνει - υπό τις παρούσες συνθήκες - μόνιμη υπανάπτυξη και υποβάθμιση για δεκαετίες. Δεν υπάρχει κανένας φορέας ή πόλος που θα μπορούσε να οδηγήσει την περιοχή σε περιφερειακή ανάπτυξη (εάν δε, αποσταθεροποιηθεί και η Τουρκία, θα υπάρχει μια - σχεδόν - απόλυτη έρημος ανάμεσα στην Αυστρία, το Ιράν και την Αίγυπτο). Δεν έμεινε τίποτα όρθιο.
Δεν είναι μαλάκες αυτοί που διατηρούν την περιφέρεια τους συνεκτική και λειτουργική ενώ έχουν κάνει εμάς να χαιρόμαστε - σαν ηλίθιοι - όταν διαλύεται ή υποβαθμίζεται η δίκη μας (από την Ουκρανία μέχρι τη Γιουγκοσλαβία και από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τη Λιβύη, αυτές οι μαύρες τρύπες μας κατάπιαν). Έστησαν τις άμυνες τους, εξωτερίκευσαν τις κρίσεις τους, διέλυσαν και πολτοποίησαν το σύμπαν, μετατρέποντας χώρες σε χώρους και χωματερές, απομύζησαν και ρούφηξαν τα πάντα (από πληθυσμιακούς μέχρι ενεργειακούς πόρους) και τους γλείφουμε κιόλας. Δεν έχουμε κοινά συμφέροντα με το ευρωπαϊκό κέντρο, τον Ρήνο και τη μεγάλη ευρωπαϊκή πεδιάδα. Καταλάβετε το.
Δεν διδαχθήκαμε τίποτα από τη γεωγραφία και την ιστορία μας.
Η Ελλάδα κρύβει την αδυναμία της και την ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής πίσω από τον υπερ-ευρωπαϊσμό της. Και αυτό την καθιστά εξαιρετικά εκβιάσιμη και εύκολα χειραγωγίσιμη. Και όλους εμάς αναλώσιμους.
II
Ξέρετε, πέρα από την συζήτηση για τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τον ανθρωπισμό και την ανθρωποφαγία, κάποια στιγμή θα πρέπει να σκεφτούμε και άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με πιθανές εξελίξεις και μονιμοποίηση καταστάσεων στην Ελλάδα. Πρέπει να σοβαρευτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά για τη χώρα μας. Δηλαδή για την πιθανή μετατροπή της σε μόνιμο σουρωτήρι και μεταμοντέρνα νεομεσαιωνική κουρελού. Μια οικονομική ζώνη, μια μίνι-πόλη καταυλισμός - όπου μονάχα τυπικά θα αποτελεί επικράτεια του ελληνικού κράτους -, ένα περιφερειακό υπερεθνικό καθεστώς προστασίας με ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, μια ιδιωτικοποίηση εγκαταστάσεων κράτησης προσφύγων-μεταναστών και πιθανή εκχώρηση σε υπερεθνικούς παράγοντες ενός τμήματος της χώρας ή/και ανάθεση της διαχείρισης των περιοχών αυτών σε εξωεθνικούς δρώντες που θα αλωνίζουν ανεξέλεγκτα και η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει κανένα λόγο.Πως σας φαίνεται σαν όραμα; Αναπτυξιακό, ε; Αναβαθμίζει τη χώρα; Μιλάμε για dismantling της Ελλάδας και μετατροπή της σε εδαφική επικράτεια-σουρωτήρι και κατακερματισμένη μετα-κυρίαρχη κουρελού.
Είναι βολικό να νομίζουμε πως φτάσαμε εδώ εξαιτίας των τελευταίων μηνών (οι οποίοι αποτελούν το αποκορύφωμα μιας πορείας). Όμως τα δείγματα, προσωπικά για εμένα, υπάρχουν εδώ και καιρό. Έγραφα το 2013:
''Αρχικά, μετάλλαξη της ταυτότητας, του σκληρού πυρήνα του πολιτεύματος, αποσάθρωση των πολιτειακών λειτουργιών και του πολιτειακού μηχανισμού, υψηλή ανεργία και κοινωνική αποσύνθεση (συνοδευόμενη από σως ιδεολογικής λιπαρότητας, συνθημάτων και κομματική εκμετάλλευση διαφόρων ζητημάτων) παράλληλα με ψυχολογικό, μηντιακό, οικονομικό και πολιτισμικό πόλεμο τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Αποσύνθεση της δημόσιας σφαίρας και παράλληλη ανάδυση μαφιόζικων συμμοριών... προστασίες, γκετοποίηση περιοχών, σκουπιδότοποι και λαθρεμπόριο σωμάτων και ψυχών. Κατακερματισμένη κοινωνία, τμηματική κυριαρχία, περιοχές όπου κυριαρχεί ο νόμος και παραδίπλα περιοχές όπου κυριαρχεί ο φόβος. Όταν τα προηγούμενα συνυπάρχουν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων... τότε οδεύεις ολοταχώς στο να μετασχηματιστεις σε μια μεταμοντέρνα ελλαδίτικη νεομεσαιωνικήχωματερή της «παγκοσμιοποίησης» (αυτής της μυθικής λέξης). Αυτή είναι η μεταμοντέρνα ελλαδίτικη νεομεσαιωνική «αναπτυξιακή» κουρελούπου μετατρέπει ανθρωπογεωγραφίες σε υποπροϊόντα του παραγωγισμού, που κατασκευάζει οικονομικά, πνευματικά, δημογραφικά και εθνογραφικά γκέτο μέσω μπαλωμάτων από επικαλυπτόμενες εξουσίες, παράλληλα επίπεδα κυριαρχίας και πολλαπλής αφοσίωσης.''
Η Ελλάδα παθαίνει ότι παθαίνει διότι είναι η μόνη χώρα που προτάσσει το υπερεθνικό - «ευρωπαϊκό» - συμφέρον έναντι του εθνικού συμφέροντος (λόγω αδυναμίας και ανυπαρξίας εθνικής στρατηγικής). Επειδή έχει μεταβληθεί από χώρα σε χώρο και παράρτημα υπερεθνικών παραγόντων και δρώντων που αλωνίζουν. Επειδή αφέθηκε στον «ευρωπαϊσμό» - και μόνο σε αυτόν - πιστεύοντας αφελώς πως έχει εξασφαλίσει προστασία και ασφαλές περιβάλλον (τους ρωτάς για την Ελλάδα και απαντούν για την «Ευρώπη». Τους ξαναρωτάς και παίρνεις την ίδια απάντηση. Είναι απίστευτο!). Στην Ελλάδα - και στην κατάσταση στην οποία αυτή έχει περιέλθει - τα υπόλοιπα κράτη βλέπουν όσα δεν θέλουν να γίνουν, όσα θέλουν να αποφύγουν (τώρα εάν οι Έλληνες θέλουν να εκλογικεύουν και να νομιμοποιούν την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει αυτό είναι δικό τους ζήτημα, όχι των υπολοιπων).
Το εθνικό συμφέρον αποτελεί εξωτερίκευση του δημοσίου συμφέροντος.
Αποτελεί μέσο και δίχτυ προστασίας. Οι εθνικοί δήμοι απομυζούνται και λεηλατούνται όταν μένουν απροστάτευτοι. Και μένουν απροστάτευτοι επειδή παύουν να είναι κυρίαρχοι. Επειδή κυβερνήσεις και πολιτικό προσωπικό, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί απεμπολούν την έννοια του εθνικού συμφέροντος, στερώντας κατά αυτόν τον τρόπο στις κοινωνίες τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και τα μέσα προστασίας τους.
Δεν είναι όλοι όσοι ασχολούνται με το εθνικό συμφέρον και την εθνική κυριαρχία εθνόκαυλοι. Ασχολούνται επειδή γνωρίζουν πως όλα από εκεί ξεκινούν και όλα εκεί καταλήγουν:Στα κυριαρχικά δικαιώματα ενός λαού υπό κρατική μορφή οργάνωσης. Γνωρίζουν πως η απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων ή ο κατακερματισμός κυριαρχίας αποτελεί βασική προϋπόθεση προκειμένου μια κοινωνία να μείνει απροστάτευτη και γυμνή, να εκποιηθεί και να λεηλατηθεί.
-----
Στη δική μας περίπτωση είναι πασιφανές γιατί η ελληνική κοινωνία έμεινε απροστάτευτη. Διότι ορισμένοι εκχωρούσαν ή αντάλλασσαν κυριαρχικά δικαιώματα ή τμήματα κυριαρχίας - συνήθως έναντι λογιστικών μονάδων -, προκειμένου να παραμείνουν στην εξουσία και να αναγνωριστούν ως τοπική ελίτ από υπερεθνικούς και ευρωπαϊκούς παράγοντες του κέντρου. Έτσι οι Έλληνες έμειναν απροστάτευτοι, εκποιήθηκαν και λεηλατήθηκαν.
III
Σκεφτείτε το μέγεθος, την έκταση και το βάθος της καταστροφής που έχει συντελεστεί από το 2008-9 μέχρι σήμερα (εγώ βέβαια επιμένω πως αυτή έχει ξεκινήσει νωρίτερα). Τώρα σκεφτείτε για μια στιγμή πόσο γελοίο ακούγεται το εξής: ''Για ότι συμβαίνει στην Ελλάδα - δηλαδή για το μέγεθος, την έκταση και το βάθος της καταστροφής - φταίνε, πρώτον, οι 300.000 επιπλέον κρατικοί υπάλληλοι και δεύτερον, ότι δεν έγιναν μεταρρυθμίσεις''. Καταλάβετε το, σας κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια σας.Θα δώσω μια φιλική συμβουλή. Όσοι από τους λεγόμενους «Ευρωπαϊστές» - τους φανατικούς - ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικόοικονομικά στράτα (στρώματα), προτιμότερο θα είναι να φύγουν από την Ελλάδα και να μετακομίσουν στο ευρωπαϊκό κέντρο. Τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα ο «Ευρωπαϊσμός», εάν δεν συνθλιβεί θα περάσει πολύ δύσκολα.
Η καταστροφή είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι νομίζει ο πολίτης αυτής της χώρας γιατί δεν αφορά μονάχα την Ελλάδα. Είναι πλήρης και ολοκληρωτική η περιφερειακή καταστροφή και ερημοποίηση, γεγονός που σημαίνει - υπό τις παρούσες συνθήκες - μόνιμη υπανάπτυξη και υποβάθμιση για δεκαετίες. Δεν υπάρχει κανένας φορέας ή πόλος που θα μπορούσε να οδηγήσει την περιοχή σε περιφερειακή ανάπτυξη (εάν δε, αποσταθεροποιηθεί και η Τουρκία, θα υπάρχει μια - σχεδόν - απόλυτη έρημος ανάμεσα στην Αυστρία, το Ιράν και την Αίγυπτο). Δεν έμεινε τίποτα όρθιο.
Δεν είναι μαλάκες αυτοί που διατηρούν την περιφέρεια τους συνεκτική και λειτουργική ενώ έχουν κάνει εμάς να χαιρόμαστε - σαν ηλίθιοι - όταν διαλύεται ή υποβαθμίζεται η δίκη μας (από την Ουκρανία μέχρι τη Γιουγκοσλαβία και από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τη Λιβύη, αυτές οι μαύρες τρύπες μας κατάπιαν). Έστησαν τις άμυνες τους, εξωτερίκευσαν τις κρίσεις τους, διέλυσαν και πολτοποίησαν το σύμπαν, μετατρέποντας χώρες σε χώρους και χωματερές, απομύζησαν και ρούφηξαν τα πάντα (από πληθυσμιακούς μέχρι ενεργειακούς πόρους) και τους γλείφουμε κιόλας. Δεν έχουμε κοινά συμφέροντα με το ευρωπαϊκό κέντρο, τον Ρήνο και τη μεγάλη ευρωπαϊκή πεδιάδα. Καταλάβετε το.
Δεν διδαχθήκαμε τίποτα από τη γεωγραφία και την ιστορία μας.
IV
Σφάξε με, ΕυρωΑγά μου, ν'αγιάσω.
.~`~.












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου