- 11/02/15--04:34: _Ένα σύντομο σχόλιο ...
- 11/07/15--06:17: _Weapons of Mass Mig...
- 11/08/15--04:07: _Η κορύφωση μιας ιστ...
- 11/12/15--03:00: _The American Tribut...
- 12/07/15--04:38: _I) Πρόσωπα που παρο...
- 12/09/15--08:00: _Εισαγωγή στην εποχή...
- 12/13/15--09:06: _Παγκόσμιες πληθυσμι...
- 12/16/15--08:40: _Δύο σχολιασμοί: I) ...
- 12/20/15--08:31: _Τρεις σύντομοι σχολ...
- 12/20/15--09:12: _A New Century for t...
- 12/25/15--08:43: _Η Μήδεια του Ευρυπί...
- 12/31/15--07:11: _Σχόλια ἀτάκτως ἐρρι...
- 12/31/15--11:31: _Σαν φτάσουν τα μεγά...
- 01/02/16--04:07: _Η χαραυγή της εποχή...
- 01/07/16--12:43: _Τρεις σχολιασμοί (7...
- 01/13/16--07:31: _Οκτώ επίκαιρα σχόλι...
- 01/15/16--06:04: _When all is said an...
- 01/16/16--10:32: _Δημογραφία και Μετα...
- 01/19/16--07:30: _Έχουν άδικο. «Εκσυγ...
- 01/20/16--04:13: _Το Κενό Κράτος. Το ...
- Ινδία: 935 εκατομμύρια
- Κίνα: 832 εκατομμύρια
- Ινδονησία: 188 εκατομμύρια
- Η.Π.Α: 164 εκατομμύρια
- Βραζιλία: 154 εκατομμύρια
- Πακιστάν: 149 εκατομμύρια (το 1950 είχε πληθυσμό περίπου 40 εκατομμύρια και βρισκόταν εκτός πρώτης δεκάδας)
- Νιγηρία: 147 εκατομμύρια (το 1950 είχε πληθυσμό περίπου 35 εκατομμύρια, ομοίως)
- Μπαγκλαντές: 118 εκατομμύρια (το 1950 είχε πληθυσμό 43 εκατομμύρια -λίγο περισσότερο από τη Γαλλία-, ομοίως)
- Μεξικό: 100 εκατομμύρια (το 1950 είχε πληθυσμό περίπου 27 εκατομμύρια -όσο περίπου η Ισπανία-, ομοίως)
- α) Μια νέα πρόταση πολιτικής αντιπροσώπευσης που θα ξεπερνάει τα στεγανά του κομματισμού και θα εγκαθιστά πραγματική ισορροπία μεταξύ της λαϊκής θέλησης και των πολιτικών θεσμών. Σε αυτήν την πρόταση θα μπορούσε να περιλαμβάνεται η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, η δημιουργία δεύτερης κοινοβουλευτικής συνέλευσης εκλεγμένης μέσω ενιαίων λιστών ανά περιφέρεια (άνευ ύπαρξης κομματικών χρισμάτων), η ραγδαία μεταφορά εξουσιών σε τοπικό-περιφερειακό επίπεδο (σύγχρονος κοινοτισμός), και οι νομοθετικές αλλαγές για την κατάργηση του κομματισμού σε συνδικάτα, πανεπιστήμια κλπ.
- β) Μια οικονομική πρόταση φιλόδοξης ένταξης της Ελληνικής οικονομίας στην παγκοσμιοποιημένη αγορά, με έμφαση στους τομείς της οικονομίας με προοπτικές ανταγωνιστικότητας στο εξωτερικό και με μέτρα που χτίζουν επάνω στα (όποια) πλεονεκτήματα του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού αντί να αναζητούν να τον αλλάξουν βίαια.
- γ) Μια νέα νομιμοποιητική ιδεολογία του Ελλαδικού κράτους που θα αντανακλά την οικουμενικότητα και συνέχεια του Ελληνισμού. Αυτή θα μπορούσε να αποτυπωθεί ιδιαίτερα με μια πολυσχιδή εξωτερική πολιτική που θα προσπαθήσει να επεκτείνει την παρουσία της Ελλάδας στην Μέση Ανατολή και την Ασία και να την καταστήσει σημαντικό κρίκο στην επικοινωνία Ανατολής και Δύσης, αξιοποιώντας έτσι και την Ευρωπαϊκή της συμμετοχή.
Ας αναδείξουμε ένα σημαντικό ζήτημα. Στο άρθρο του Γιάννη Παλαιολόγου με τίτλο ''Δύο αιώνες μνημόνια για την Ελλάδα'', διαβάζω: «Η μελέτη του Brookingsκαταλογίζει άτεγκτη στάση στους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας τους τελευταίους δύο αιώνες, θεωρώντας τους εν πολλοίς υπαίτιους για τη μεγάλη διάρκεια και το βαρύ κόστος των ελληνικών χρεοκοπιών».
Ο αρθρογράφος μετά από αυτήν την παρατήρηση, παραμερίζει τις ομοιότητες και προσπαθεί να καταδείξει τη «διαφορά» σε σχέση με τις προηγούμενες χρεοκοπίες. Εν συνεχεία επανέρχεται προκειμένου να ερμηνεύσει το «επαναλαμβανόμενο μοτίβο» των χρεοκοπιών της Ελλάδας επικαλούμενος τον Κώστα Κωστή, ο οποίος θεωρεί ως αιτία για αυτή την επανάληψη την «διαχρονική αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος... να αντιμετωπίσει έγκαιρα τα προβλήματα στην οικονομία... να τα διαχειριστεί όταν οι συνθήκες γίνονται δυσμενέστερες» κ.λπ. Η ανικανότητα και η ανεπάρκεια είναι γνωστή (από που προκύπτει άραγε;). Αρκεί όμως;
Ας δούμε τι ισχυρίζεται κάποιος άλλος κύριος ονόματι Άγγελος Αγγελόπουλος (μπορείτε να σκεφτείτε με όρους ad hominem αλλά θα χάσετε την ουσία). Ανάμεσα σε άλλα σημαντικά, λοιπόν, γράφει ο Α. Α, στο έργο του ''Οικονομικά'', τα εξής:
Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται (ως προς το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τη μεγάλη διάρκεια και το βαρύ κόστος), είναι: Brookings και Άγγελος Αγγελόπουλος από τη μια μεριά ή Κώστας Κωστής από την άλλη;
- Τα κείμενα καλό είναι να διαβαστούν καθώς -εννοείται πως- οικονομική ιστορία της Ελλάδας δεν γνωρίζουμε σε αυτόν εδώ τον τόπο. Αλλά γνωρίζουμε τα πάντα για άλλες χώρες ή για την «παγκόσμια» οικονομική ιστορία.
- Το κείμενο της Καθημερινής τελειώνει αναφερόμενο στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας το 1928. Λίγο μετά, θα χαρακτήριζαν κάποιοι την Ελλάδα «Προτεκτοράτο της Τραπέζης Χάμπρο» [Hambros Bank και Société Générale;].
- Τα σημειώματα «επικαιρότητας» και οι αναφορές μου περί κυριαρχίας, client state, εξάρτησης και πατρωνίας σχετίζονται με τα προηγούμενα.
- Μη ξεχνάμε πως και σήμερα, δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος ερμηνείας (με βάση αποκλειστικά και μόνο εσωτερικά κριτήρια) της σφοδρότητας, της έκτασης και του βάθους της κρίσης.
Ο αρθρογράφος μετά από αυτήν την παρατήρηση, παραμερίζει τις ομοιότητες και προσπαθεί να καταδείξει τη «διαφορά» σε σχέση με τις προηγούμενες χρεοκοπίες. Εν συνεχεία επανέρχεται προκειμένου να ερμηνεύσει το «επαναλαμβανόμενο μοτίβο» των χρεοκοπιών της Ελλάδας επικαλούμενος τον Κώστα Κωστή, ο οποίος θεωρεί ως αιτία για αυτή την επανάληψη την «διαχρονική αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος... να αντιμετωπίσει έγκαιρα τα προβλήματα στην οικονομία... να τα διαχειριστεί όταν οι συνθήκες γίνονται δυσμενέστερες» κ.λπ. Η ανικανότητα και η ανεπάρκεια είναι γνωστή (από που προκύπτει άραγε;). Αρκεί όμως;
Ας δούμε τι ισχυρίζεται κάποιος άλλος κύριος ονόματι Άγγελος Αγγελόπουλος (μπορείτε να σκεφτείτε με όρους ad hominem αλλά θα χάσετε την ουσία). Ανάμεσα σε άλλα σημαντικά, λοιπόν, γράφει ο Α. Α, στο έργο του ''Οικονομικά'', τα εξής:
«Τα εξωτερικά δάνεια που συνήφθησαν κατά την πρώτην περίοδον, δηλ. από της επαναστάσεως του 1821 μέχρι της πτωχεύσεως του 1893, εγένοντο δε υπό όρους καταθλιπτικούς δια το ελληνικόν δημόσιον... Τα συναφθέντα μεταγενέστερως δάνεια εγένοντο μεν υπό ευνοϊκώτερους όρους, αλλά συνολικά, ημπορεί να λεχθή, ότι καμμιά άλλη χώρα δεν έτυχε τόσο βαρείας μεταχειρίσεως εκ μέρους των ξένων δανειστών (υψηλοί τόκοι, επεμβάσεις εις τα εσωτερικά, διεθνής οικονομικός έλεγχος, εταιρεία υπέγγυων προσόδων κ.λπ.).
Δια να λάβει κανείς μιαν γενικήν ιδέαν της επιβαρύνσεως της Ελλάδος, αναφέρω εδώ δύο χαρακτηριστικούς αριθμούς. Τα ποσά, τα οποία πραγματικά εισέπραξε η Ελλάς από τα εξωτερικά δάνεια από της επαναστάσεως του 1821 μέχρι το 1932, όποτε και εσταμάτησε ο εξωτερικός δανεισμός, ανήλθον εις 2.200 εκατ. χρυσά φράγκα. Δια τα δάνεια αυτά ο προϋπολογισμός κατέβαλε δια τόκους και χρεωλύσια μέχρι των παραμονών του πολέμου 2.383 εκατ. χρυσά φράγκα, δηλ. 183 εκατ. χρυσά φράγκα, περισσότερα από εκείνα που εισέπραξε.
Εν τούτοις, την 31ην Μαρτίου 1932 εποχήν που εσταμάτησε ο δανεισμός, το ποσόν του χρέους που ώφειλεν ακόμη η Ελλάς, ανήρχετο πάλιν εις 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα...
Το πράγμα φαίνεται απίστευτον και όμως είναι αληθές. Και σημαίνει πολλά.
Σημαίνει πρωτίστως, ότι η Ελλάς ανταπεκρίθη δια των ιδίων της δυνάμεων εις τας τεράστιας ανάγκας που αντιμετώπισε κατά τα 125 χρόνια του ελεύθερου της βίου. Σημαίνει ακόμη, ότι ο εξωτερικός δανεισμός δεν ήτο, παρά το πρόσχημα της κερδοσκοπίας του ξένου κεφαλαίου, που η εισροή του εις την χώραν ήτο σχεδόν ίση με την εκροή που εγένετο την αυτήν περίοδον δια την εξυπηρέτησιν παλαιότερων δανείων. Σημαίνει τέλος, ότι η πτωχή Ελλάς εξώφλησεν εις το ακέραιον τα ξένα κεφάλαια, που εδανείσθη'και τα ποσά που παρουσιάζονται σήμερα ως οφειλή, δεν αποτελούν παρά τους υπερβολικούς τόκους, την υπό άρτιον έκδοσιν και τα παντός είδους προμήθειας των διαφόρων Τραπεζών. Υπό τας συνθήκας αυτάς δεν είναι ανεξήγητον, πως η Ελλάς περιήλθεν επανειλημμένως μέχρι τούδε εις πτωχεύσεις.
Αιτία των πτωχεύσεων αυτών δεν ήτο η κακή πίστης της Ελλάδος, αλλά η τακτική των ξένων ομολογιούχων.
Πως ήτο δυνατόν να ορθοποδήση μια χώρα υπό τέτοιους όρους; Κάθε νέον συναπτόμενον δάνειον, εκτός των δυσμενών όρων της εκδόσεως επεβαρύνετο και με όλας τας καθυστερούμενας οφειλάς των προηγούμενων δανείων. Το εις διάθεσιν του ελληνικού δημοσίου απομένον ποσόν ήτο ανεπαρκές δια την εξυπηρέτησιν του σκοπού, δια τον οποίον συνήπτετο. Έτσι, η προσφυγή εις νέον πάλιν δάνειον ήτο αναγκαία.
Μόλις σταματούσε ο δανεισμός, η κρίσης καθίστατο αναπόφευκτος.
Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται (ως προς το επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τη μεγάλη διάρκεια και το βαρύ κόστος), είναι: Brookings και Άγγελος Αγγελόπουλος από τη μια μεριά ή Κώστας Κωστής από την άλλη;
-----
- Ακολουθούν συνημμένα το άρθρο του Γιάννη Παλαιολόγουκαι η μελέτη από το Brookings Institution.- Τα κείμενα καλό είναι να διαβαστούν καθώς -εννοείται πως- οικονομική ιστορία της Ελλάδας δεν γνωρίζουμε σε αυτόν εδώ τον τόπο. Αλλά γνωρίζουμε τα πάντα για άλλες χώρες ή για την «παγκόσμια» οικονομική ιστορία.
- Το κείμενο της Καθημερινής τελειώνει αναφερόμενο στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας το 1928. Λίγο μετά, θα χαρακτήριζαν κάποιοι την Ελλάδα «Προτεκτοράτο της Τραπέζης Χάμπρο» [Hambros Bank και Société Générale;].
- Τα σημειώματα «επικαιρότητας» και οι αναφορές μου περί κυριαρχίας, client state, εξάρτησης και πατρωνίας σχετίζονται με τα προηγούμενα.
- Μη ξεχνάμε πως και σήμερα, δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος ερμηνείας (με βάση αποκλειστικά και μόνο εσωτερικά κριτήρια) της σφοδρότητας, της έκτασης και του βάθους της κρίσης.
.~`~.
Καθημερινή
Δύο αιώνες μνημόνια για την Ελλάδα
Δύο αιώνες μνημόνια για την Ελλάδα
Brookings Institution
The pitfalls of external dependence: Greece, 1829-2015
The pitfalls of external dependence: Greece, 1829-2015
| 0 | 0 |
.~`~.
I
Seminar by Professor Kelly M Greenhill
Oxford Department of International Development
I
Seminar by Professor Kelly M Greenhill
Oxford Department of International Development
In this seminar, Professor Greenhill examines an understudied, yet relatively common, bargaining tool and method of persuasion: namely, the use of migration and refugee crises as non-military instruments of state-level coercion. Who employs this unconventional weapon, how often it succeeds and fails, how and why this kind of coercion ever works, and how targets may combat this unorthodox brand of coercion will be explored. Contemporary cases, including Libya, Syria, North Korea, Cuba and Kosovo are discussed, as are the sometimes-devastating humanitarian implications of engineered migration crises. The talk is drawn in part from Professor Greenhill's book of the same name, which received the International Studies Association's Best Book of the Year Award. Listen to the 7 May seminar by Professor Kelly M Greenhill (Tufts University), part of the Trinity term 2014 Public Seminar Series
The Refugee Studies Centre (RSC) was founded in 1982 as part of the Oxford Department of International Development (Queen Elizabeth House) at the University of Oxford.
At first glance, the U.S. decision to escalate the war in Vietnam in the mid-1960s, China's position on North Korea's nuclear program in the late 1990s and early 2000s, and the EU resolution to lift what remained of the arms embargo against Libya in the mid-2000s would appear to share little in common. Yet each of these seemingly unconnected and far-reaching foreign policy decisions resulted at least in part from the exercise of a unique kind of coercion, one predicated on the intentional creation, manipulation, and exploitation of real or threatened mass population movements.
In Weapons of Mass Migration, Kelly M. Greenhill offers the first systematic examination of this widely deployed but largely unrecognized instrument of state influence. She shows both how often this unorthodox brand of coercion has been attempted (more than fifty times in the last half century) and how successful it has been (well over half the time). She also tackles the questions of who employs this policy tool, to what ends, and how and why it ever works. Coercers aim to affect target states' behavior by exploiting the existence of competing political interests and groups, Greenhill argues, and by manipulating the costs or risks imposed on target state populations.
This "coercion by punishment" strategy can be effected in two ways: the first relies on straightforward threats to overwhelm a target's capacity to accommodate a refugee or migrant influx; the second, on a kind of norms-enhanced political blackmail that exploits the existence of legal and normative commitments to those fleeing violence, persecution, or privation. The theory is further illustrated and tested in a variety of case studies from Europe, East Asia, and North America. To help potential targets better respond to—and protect themselves against—this kind of unconventional predation, Weapons of Mass Migration also offers practicable policy recommendations for scholars, government officials, and anyone concerned about the true victims of this kind of coercion—the displaced themselves.
Introduction - 1. Understanding the Coercive Power of Mass Migrations - 2. The 1994 Cuban Balseros Crisis and Its Historical Antecedents - 3. “Now the Refugees Are the War”: NATO and the Kosovo Conflict - 4. An Invasion to Stop the Invasion: The United States and the Haitian Boatpeople Crises - 5. North Korean Migrants, Nongovernmental Organizations, and Nuclear Weapons - 6. Conclusions and Policy Implications - Appendix: Coding Cases of Coercive Engineered Migration.
"An innovative and beautifully written analysis of how, and to what extent, refugee flows are exploited by states in order to affect policy options taken and decisions made by their counterparts."—Journal of Refugee Studies
"A new, authoritative look at forced displacement, skillfully linking politics to migrations. This combination moves beyond migration as a single focused topic and connects it to choices within foreign policy. Any student of demography, conflict, and politics will be well served by this exploration of the interaction between government control, migration, and the willingness of populations to move."—Political Science Quarterly
"Weapons of Mass Migration is the most theoretically developed and well-researched study of the strategic uses of emigration to date. It not only is a valuable contribution to the literature on forced migration but speaks to broader themes in IR. Greenhill highlights how weak actors use forced migration as a coercive tool, how humanitarian norms interact with tangible costs, and how actors use political discord within their targets to their advantage. This book places the study of migration squarely within the field of IR."—International Studies Review
"Weapons of Mass Migration is a truly valuable contribution. This incisive book highlights an unconventional and nonmilitary method of state-to-state coercion—why and how weak states increasingly deploy the threat or reality of 'strategic engineered migration' to achieve political goals that would otherwise be unattainable. The book argues convincingly that this underappreciated form of interstate 'political blackmail' is both more frequent and more effective than commonly supposed. Its most likely targets are liberal democracies whose human rights commitments and diverse political interest groups can be exploited to impose what the author terms 'hypocrisy costs' upon any government that resists such coerced outmigration. Yet even authoritarian states such as modern China are vulnerable, as the North Koreans have shown. This book unveils an effective weapon of asymmetric statecraft that has been 'hiding in plain sight.' It deserves attention from all those interested in emerging patterns of international relations and human rights."—Michael S. Teitelbaum, Alfred P. Sloan Foundation and Harvard Law School
"Kelly M. Greenhill’s fine analysis gives a double meaning to the notion of weapons of the weak: tin-pot dictators try to get bargaining leverage over neighboring democracies by threatening to swamp them with refugees. This has happened on average once a year over the past half century. Those interested in refugees or in creative bargaining tactics will be fascinated by this tale."—Jack Snyder, Robert and Renée Belfer Professor of International Relations, Columbia University
Coercion is generally understood to refer to the practice of inducing or preventing changes in political behavior through the use of threats, intimidation, or some other form of pressure—most commonly, military force. This article focuses on a very particular nonmilitary method of applying coercive pressure—the use of migration and refugee crises as instruments of persuasion. Conventional wisdom suggests this kind of coercion is rare at best. Traditional international relations theory avers that it should rarely succeed. In fact, given the asymmetry in capabilities that tends to exist between would be coercers and their generally more powerful targets, it should rarely even be attempted. However, as this article demonstrates, not only is this kind of coercion attempted far more frequently than the accepted wisdom would suggest but that it also tends to succeed far more often than capabilities-based theories would predict.
The article is organized as follows: I begin by outlining the logic behind the coercive use of purposefully created migration and refugee crises and discuss its relative—if under-recognized—prevalence. In the second section, I briefly describe the kind of actors who resort to the use of this unconventional weapon as well as highlight the diverse array of objectives sought by those who employ it. I also show that this kind of coercion has proven relatively successful, at least as compared to more traditional methods of persuasion, particularly against (generally more powerful) liberal democratic targets. In the third section, I propose an explanation for why democracies appear to have been most frequently (and most successfully) targeted. I also advance my broader theory about the nature of migration-driven coercion, including how, why, and under what conditions it can prove efficacious. I conclude with a brief discussion of broader implications and further applications of the theory.
She is author of Weapons of Mass Migration: Forced Displacement, Coercion and Foreign Policy (Cornell Studies in Security Affairs), co-author and co-editor of Sex, Drugs and Body Counts: The Politics of Numbers in Global Crime and Conflict (Cornell) and The Use of Force, 8th edition.
Outside of academia, Professor Greenhill has served as a consultant to the US government as well as to the Ford Foundation, the United Nations High Commissioner for Refugees and the World Bank.
The Refugee Studies Centre (RSC) was founded in 1982 as part of the Oxford Department of International Development (Queen Elizabeth House) at the University of Oxford.
.~`~.
II
Weapons of Mass Migration
Forced Displacement, Coercion, and Foreign Policy
Kelly M. Greenhill
Description, Contents and Reviews
II
Weapons of Mass Migration
Forced Displacement, Coercion, and Foreign Policy
Kelly M. Greenhill
Description, Contents and Reviews
Winner, 2011 International Studies Association Best Book Award. Cornell University Press | Cornell Studies in Security Affairs
Description
At first glance, the U.S. decision to escalate the war in Vietnam in the mid-1960s, China's position on North Korea's nuclear program in the late 1990s and early 2000s, and the EU resolution to lift what remained of the arms embargo against Libya in the mid-2000s would appear to share little in common. Yet each of these seemingly unconnected and far-reaching foreign policy decisions resulted at least in part from the exercise of a unique kind of coercion, one predicated on the intentional creation, manipulation, and exploitation of real or threatened mass population movements.
In Weapons of Mass Migration, Kelly M. Greenhill offers the first systematic examination of this widely deployed but largely unrecognized instrument of state influence. She shows both how often this unorthodox brand of coercion has been attempted (more than fifty times in the last half century) and how successful it has been (well over half the time). She also tackles the questions of who employs this policy tool, to what ends, and how and why it ever works. Coercers aim to affect target states' behavior by exploiting the existence of competing political interests and groups, Greenhill argues, and by manipulating the costs or risks imposed on target state populations.
This "coercion by punishment" strategy can be effected in two ways: the first relies on straightforward threats to overwhelm a target's capacity to accommodate a refugee or migrant influx; the second, on a kind of norms-enhanced political blackmail that exploits the existence of legal and normative commitments to those fleeing violence, persecution, or privation. The theory is further illustrated and tested in a variety of case studies from Europe, East Asia, and North America. To help potential targets better respond to—and protect themselves against—this kind of unconventional predation, Weapons of Mass Migration also offers practicable policy recommendations for scholars, government officials, and anyone concerned about the true victims of this kind of coercion—the displaced themselves.
Contents
Introduction - 1. Understanding the Coercive Power of Mass Migrations - 2. The 1994 Cuban Balseros Crisis and Its Historical Antecedents - 3. “Now the Refugees Are the War”: NATO and the Kosovo Conflict - 4. An Invasion to Stop the Invasion: The United States and the Haitian Boatpeople Crises - 5. North Korean Migrants, Nongovernmental Organizations, and Nuclear Weapons - 6. Conclusions and Policy Implications - Appendix: Coding Cases of Coercive Engineered Migration.
Reviews
Press Reviews
"Greenhill explains the use of state-engineered migration as a tool of coercive statecraft in the post–World War II era. She rightly points out that this rather insidious means of political suasion has been used numerous times over the relatively short period examined, and with a striking degree of success. Weapons of Mass Migration is innovative, well written, rigorously researched, and timely. It is both theoretically innovative and policy relevant, and will likely spur several new paths for IR research and migration studies."—Perspectives on Politics"An innovative and beautifully written analysis of how, and to what extent, refugee flows are exploited by states in order to affect policy options taken and decisions made by their counterparts."—Journal of Refugee Studies
"A new, authoritative look at forced displacement, skillfully linking politics to migrations. This combination moves beyond migration as a single focused topic and connects it to choices within foreign policy. Any student of demography, conflict, and politics will be well served by this exploration of the interaction between government control, migration, and the willingness of populations to move."—Political Science Quarterly
"Weapons of Mass Migration is the most theoretically developed and well-researched study of the strategic uses of emigration to date. It not only is a valuable contribution to the literature on forced migration but speaks to broader themes in IR. Greenhill highlights how weak actors use forced migration as a coercive tool, how humanitarian norms interact with tangible costs, and how actors use political discord within their targets to their advantage. This book places the study of migration squarely within the field of IR."—International Studies Review
Experts
"Kelly M. Greenhill's Weapons of Mass Migration shines a bright light on strategically engineered migration. And this is, unfortunately, no minor issue. The reader is astounded by how many times states have engaged in such violent action. Greenhill gives the subject the attention it deserves, skillfully unpacks why some states engage in forced migration while others do not, discovers interesting theoretical twists, and derives tractable policy recommendations."—Michael Barnett, Harold Stassen Chair at the Hubert H. Humphrey School, University of Minnesota"Weapons of Mass Migration is a truly valuable contribution. This incisive book highlights an unconventional and nonmilitary method of state-to-state coercion—why and how weak states increasingly deploy the threat or reality of 'strategic engineered migration' to achieve political goals that would otherwise be unattainable. The book argues convincingly that this underappreciated form of interstate 'political blackmail' is both more frequent and more effective than commonly supposed. Its most likely targets are liberal democracies whose human rights commitments and diverse political interest groups can be exploited to impose what the author terms 'hypocrisy costs' upon any government that resists such coerced outmigration. Yet even authoritarian states such as modern China are vulnerable, as the North Koreans have shown. This book unveils an effective weapon of asymmetric statecraft that has been 'hiding in plain sight.' It deserves attention from all those interested in emerging patterns of international relations and human rights."—Michael S. Teitelbaum, Alfred P. Sloan Foundation and Harvard Law School
"Kelly M. Greenhill’s fine analysis gives a double meaning to the notion of weapons of the weak: tin-pot dictators try to get bargaining leverage over neighboring democracies by threatening to swamp them with refugees. This has happened on average once a year over the past half century. Those interested in refugees or in creative bargaining tactics will be fascinated by this tale."—Jack Snyder, Robert and Renée Belfer Professor of International Relations, Columbia University
.~`~.
III
Weapons of Mass Migration: Forced Displacement as an Instrument of Coercion
Article by Kelly M. Greenhill
III
Weapons of Mass Migration: Forced Displacement as an Instrument of Coercion
Article by Kelly M. Greenhill
Coercion is generally understood to refer to the practice of inducing or preventing changes in political behavior through the use of threats, intimidation, or some other form of pressure—most commonly, military force. This article focuses on a very particular nonmilitary method of applying coercive pressure—the use of migration and refugee crises as instruments of persuasion. Conventional wisdom suggests this kind of coercion is rare at best. Traditional international relations theory avers that it should rarely succeed. In fact, given the asymmetry in capabilities that tends to exist between would be coercers and their generally more powerful targets, it should rarely even be attempted. However, as this article demonstrates, not only is this kind of coercion attempted far more frequently than the accepted wisdom would suggest but that it also tends to succeed far more often than capabilities-based theories would predict.
The article is organized as follows: I begin by outlining the logic behind the coercive use of purposefully created migration and refugee crises and discuss its relative—if under-recognized—prevalence. In the second section, I briefly describe the kind of actors who resort to the use of this unconventional weapon as well as highlight the diverse array of objectives sought by those who employ it. I also show that this kind of coercion has proven relatively successful, at least as compared to more traditional methods of persuasion, particularly against (generally more powerful) liberal democratic targets. In the third section, I propose an explanation for why democracies appear to have been most frequently (and most successfully) targeted. I also advance my broader theory about the nature of migration-driven coercion, including how, why, and under what conditions it can prove efficacious. I conclude with a brief discussion of broader implications and further applications of the theory.
About Kelly M Greenhill
Kelly M Greenhill is Associate Professor at Tufts University and Research Associate and Chair of the Conflict, Security and Public Policy Working Group at Harvard Kennedy School of Government's Belfer Center (BCSIA). Shel also serves as Associate Editor of the journal Security Studies. Much of her research focuses on the use of military force and what are frequently called 'new security challenges', including civil wars; the use of forced migration as a weapon; military intervention and (counter-) insurgency; foreign and defence policy; and international crime as a challenge to domestic governance.She is author of Weapons of Mass Migration: Forced Displacement, Coercion and Foreign Policy (Cornell Studies in Security Affairs), co-author and co-editor of Sex, Drugs and Body Counts: The Politics of Numbers in Global Crime and Conflict (Cornell) and The Use of Force, 8th edition.
Outside of academia, Professor Greenhill has served as a consultant to the US government as well as to the Ford Foundation, the United Nations High Commissioner for Refugees and the World Bank.
Ζούμε την κορύφωση μιας ιστορικής πορείας υποχώρησης, συρρίκνωσης ή/και παρακμής, η οποία ξεκινά μετά το 1922. Η πορεία αυτή θα ολοκληρωθεί με το Κυπριακό και το Μακεδονικό [*], τα ζητήματα της Θράκης και του Αιγαίου (και προφανώς της Ηπείρου). Παραθέτω απόσπασμα από ένα γνωστό κείμενο και ολοκληρώνω με ένα σχολιασμό:
Πράγματι. Από τότε που έγραψε το προηγούμενο απόσπασμα ο Παναγιώτης Κονδύλης (εκδοθέν το 1997) είχαμε την επιβεβαίωση της αδυναμίας του κράτους να προστατεύσει το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του, με την κατ'εξακολούθηση υποχώρηση του και τις συνεχείς εκχωρήσεις κυριαρχίας το 1997, το 1999, το 2010 και το 2011 και την πρόσφατη μαζική φυγή του πληθυσμού (το «ελληνικό κράτος» μας έχει ''τιμήσει''και στο παρελθόν -κάνοντας τη δουλειά του- διώχνοντας μας μαζικά: μεταπολεμικά, μεταξύ 1946 και 1977, υπολογίζεται πως περίπου 1.000.000 Έλληνες έφυγαν από τη χώρα. Στις μέρες μας, σε λιγότερο από μια δεκαετία, έχουν φύγει πάνω από μισό εκατομμύριο). Για να καταλήξουμε το 2015 να αποδομούνται και να κατακερματίζονται, one by one, τα συστατικά μέρη ακόμα και της εσωτερικής πλέον κυριαρχίας, όπως αυτή του κοινοβούλιου, η νομοθετική κυριαρχία, η εδαφική, του προϋπολογισμού, να αμφισβητείται ευθέως η ναυτική και γενικότερα πολιτική και οικονομική κυριαρχία (τα προηγούμενα αποτελούν προϋπόθεση προκειμένου κατακερματιστεί και να εκποιηθεί μια κοινωνία). Αυτή είναι η ουσιαστική πορεία από το 2009-2011 και μετά, περίοδος η οποία αποτελεί την κορύφωση μιας πορείας που ξεκινά από το 1922.
Από το 1922 έως το 2015 -παρά τις περί του αντιθέτου μυθολογικές ερμηνείες- η πορεία είναι φθίνουσα. Ζούμε την κορύφωση μιας ιστορικής περιόδου η οποία θα ολοκληρωθεί, ας το επαναλάβουμε, με το Κυπριακό, τα ζητήματα της Θράκης και του Αιγαίου ([*]: Από ρεαλιστική σκοπιά το ζήτημα της Ηπείρου είναι δυσκολότερο και πιο επικίνδυνο από αυτό της Π.Γ.Δ.Μ. Για ένα σοβαρό και με αυτοπεποίθηση πολιτικά και διπλωματικά κράτος -το οποίο βέβαια εμπιστεύονται οι πολίτες του- σαφώς και το ζήτημα της Π.Γ.Δ.Μ μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα).
Όταν κάποιος έχει επίγνωση και αντίληψη αυτής της ιστορικής πορείας, χαμογελάει με τα «πολιτικά κόμματα» (τα οποία αποτελούν διαχειριστές αυτής της πορείας, πορεία την οποία επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν, να σχετικοποιήσουν, να εκλογικεύσουν ή/και να υποβαθμίσουν) και με τους «προβληματισμούς» ή τα «σημαντικά ζητήματα» που κυριαρχούν στη «δημόσια σφαίρα» και στην «κοινή γνώμη» -υπό τη συνοδεία των Μ.Μ.Ε- τα τελευταία χρόνια.
Οι φάσεις είναι τρεις: Το έθνος ευρύτερο από το κράτος. Το έθνος συμπίπτει με το κράτος. Το έθνος μαραζώνει, γερνάει, κατακερματίζεται, συνθλίβεται και εν τέλει εκποιείται από το κράτος (και τα προηγούμενα δίχως να αναφερθούμε στις ιστορικού τύπου αλλοιώσεις που επέφερε το κράτος στο κοινωνικό σώμα, στην πολιτιστική χιμπατζιδοποίηση μας κ.λπ).
Υπό αυτή την ευρύτερη οπτική που θέτει το κείμενο δεν θα πρέπει να ξαφνιάζεται κάνεις με συμπτώματα ή με μηχανισμούς μαζικής ψυχολογίας όπως: η παρακμή και η προκλητικότητα που έχει εγκαθιδρυθεί σε τομείς του κράτους όπως αυτούς της παιδείας, της άμυνας, των εσωτερικών (αναφέρομαι και σε παλαιότερες κυβερνήσεις) ή ένας υστερικός «ευρωπαϊσμός» που εκβάλλει σε νευρωσικού τύπου συμπεριφορές, αποκτά ψυχωσικά χαρακτηριστικά και αγγίζει τα όρια της φαιδρότητας ή γελοιότητας (περίπου σαν αντιστροφή του υπεραναπληρωτικού νευρωτικού «εθνικισμού» τύπου Χ.Α) κ.λπ. Στο κείμενο Η «Ευρώπη» ως προκάλυμμα, πριν λίγους μήνες είχα γράψει:
...το γεωπολιτικό δυναμικό της ελληνικής πλευράς αποτυπωνόταν κατά τον 19ο αι., και ίσαμε το σημαδιακό έτος 1922, πολύ περισσότερο στο έθνος παρά στο κράτος. Το έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος, απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης...
Έκτοτε [μετά την κορύφωση του 1920] αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήμερα.
Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε καί συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων καί της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) καί την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης καί της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη - εβδομήντα μόλις χρόνια. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται, αναπλήρωση ή αντιστάθμιση...
Ας κλείσουμε αυτή την άκρως συνοπτική ανασκόπηση με τη θλιβερότερη ίσως διαπίστωση. Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση η τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε, άμεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηματική ενέργεια που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδραση τους απέναντι στον ξερριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου.
Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος - δηλαδή να επιτελέσει την κατ'εξοχήν αποστολή του - συνιστά τον ανησυχητικότερο οιωνό για το μέλλον. Γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.
Πράγματι. Από τότε που έγραψε το προηγούμενο απόσπασμα ο Παναγιώτης Κονδύλης (εκδοθέν το 1997) είχαμε την επιβεβαίωση της αδυναμίας του κράτους να προστατεύσει το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του, με την κατ'εξακολούθηση υποχώρηση του και τις συνεχείς εκχωρήσεις κυριαρχίας το 1997, το 1999, το 2010 και το 2011 και την πρόσφατη μαζική φυγή του πληθυσμού (το «ελληνικό κράτος» μας έχει ''τιμήσει''και στο παρελθόν -κάνοντας τη δουλειά του- διώχνοντας μας μαζικά: μεταπολεμικά, μεταξύ 1946 και 1977, υπολογίζεται πως περίπου 1.000.000 Έλληνες έφυγαν από τη χώρα. Στις μέρες μας, σε λιγότερο από μια δεκαετία, έχουν φύγει πάνω από μισό εκατομμύριο). Για να καταλήξουμε το 2015 να αποδομούνται και να κατακερματίζονται, one by one, τα συστατικά μέρη ακόμα και της εσωτερικής πλέον κυριαρχίας, όπως αυτή του κοινοβούλιου, η νομοθετική κυριαρχία, η εδαφική, του προϋπολογισμού, να αμφισβητείται ευθέως η ναυτική και γενικότερα πολιτική και οικονομική κυριαρχία (τα προηγούμενα αποτελούν προϋπόθεση προκειμένου κατακερματιστεί και να εκποιηθεί μια κοινωνία). Αυτή είναι η ουσιαστική πορεία από το 2009-2011 και μετά, περίοδος η οποία αποτελεί την κορύφωση μιας πορείας που ξεκινά από το 1922.
Από το 1922 έως το 2015 -παρά τις περί του αντιθέτου μυθολογικές ερμηνείες- η πορεία είναι φθίνουσα. Ζούμε την κορύφωση μιας ιστορικής περιόδου η οποία θα ολοκληρωθεί, ας το επαναλάβουμε, με το Κυπριακό, τα ζητήματα της Θράκης και του Αιγαίου ([*]: Από ρεαλιστική σκοπιά το ζήτημα της Ηπείρου είναι δυσκολότερο και πιο επικίνδυνο από αυτό της Π.Γ.Δ.Μ. Για ένα σοβαρό και με αυτοπεποίθηση πολιτικά και διπλωματικά κράτος -το οποίο βέβαια εμπιστεύονται οι πολίτες του- σαφώς και το ζήτημα της Π.Γ.Δ.Μ μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα).
Όταν κάποιος έχει επίγνωση και αντίληψη αυτής της ιστορικής πορείας, χαμογελάει με τα «πολιτικά κόμματα» (τα οποία αποτελούν διαχειριστές αυτής της πορείας, πορεία την οποία επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν, να σχετικοποιήσουν, να εκλογικεύσουν ή/και να υποβαθμίσουν) και με τους «προβληματισμούς» ή τα «σημαντικά ζητήματα» που κυριαρχούν στη «δημόσια σφαίρα» και στην «κοινή γνώμη» -υπό τη συνοδεία των Μ.Μ.Ε- τα τελευταία χρόνια.
Σημειώσεις
Οι φάσεις είναι τρεις: Το έθνος ευρύτερο από το κράτος. Το έθνος συμπίπτει με το κράτος. Το έθνος μαραζώνει, γερνάει, κατακερματίζεται, συνθλίβεται και εν τέλει εκποιείται από το κράτος (και τα προηγούμενα δίχως να αναφερθούμε στις ιστορικού τύπου αλλοιώσεις που επέφερε το κράτος στο κοινωνικό σώμα, στην πολιτιστική χιμπατζιδοποίηση μας κ.λπ).
Υπό αυτή την ευρύτερη οπτική που θέτει το κείμενο δεν θα πρέπει να ξαφνιάζεται κάνεις με συμπτώματα ή με μηχανισμούς μαζικής ψυχολογίας όπως: η παρακμή και η προκλητικότητα που έχει εγκαθιδρυθεί σε τομείς του κράτους όπως αυτούς της παιδείας, της άμυνας, των εσωτερικών (αναφέρομαι και σε παλαιότερες κυβερνήσεις) ή ένας υστερικός «ευρωπαϊσμός» που εκβάλλει σε νευρωσικού τύπου συμπεριφορές, αποκτά ψυχωσικά χαρακτηριστικά και αγγίζει τα όρια της φαιδρότητας ή γελοιότητας (περίπου σαν αντιστροφή του υπεραναπληρωτικού νευρωτικού «εθνικισμού» τύπου Χ.Α) κ.λπ. Στο κείμενο Η «Ευρώπη» ως προκάλυμμα, πριν λίγους μήνες είχα γράψει:
Στην Ελλάδα, η «Ευρώπη», έχει μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Η «Ευρώπη» είναι το προκάλυμμα -ή η εκλογίκευση- της παραίτησης των Ελλήνων από την προσπάθεια τους να υπάρχουν ως στοιχειωδώς αυτοτελές και διακριτό υποκείμενο.
The American Tributary System
by Yuen Foong Khong
by Yuen Foong Khong
Oxford Journals
© The Author 2013. Published by Oxford University Press. All rights reserved.
© The Author 2013. Published by Oxford University Press. All rights reserved.
Oxford Journals. The Chinese Journal of International Politics aims to advance the systematic and rigorous study of international relations. Besides the papers based on modern methodology, this journal also publishes research products of historical studies and policy-oriented research. This journal is committed to providing a forum for academic papers and articles on problematic issues. Most of its articles are either related to China or have implication for Chinese foreign policy.
.~`~.
Abstract
Abstract
This article employs the idea of the tributary system—most often associated with China’s international relations from antiquity—to interpret how America relates to the rest of the world. I argue that the United States has instituted the most successful tributary system the world has ever seen. As the hub or epicenter of the most extensive network of formal and informal alliances ever built, the United States offers its allies and partners—or tributaries—military protection as well as economic access to its markets. In return for all its exertions, the tribute America seeks is straightforward: first, that it be recognized as the power or hegemon, and second, that others emulate its political forms and ideas. With both tributes in hand, the United States finds equanimity; it and the world are safe, at least from the United States’ point of view.
America has more in common with China than is generally recognized. In this article, I employ the idea of the tributary system—most often associated with China’s international relations from antiquity—to interpret how America relates to the rest of the world (ROW). I argue that the United States has instituted the most successful tributary system the world has ever seen. As the hub or epicenter of the most extensive network of formal and informal alliances ever built, the United States offers its allies and partners—or tributaries—military protection as well as economic access to its markets.1 Through an equally impressive array of international institutions and organizations, many of which it created, the United States transmits and imposes its values and its preferred rules of the game on the international system. The ensuing economic and politico-military ‘orders’ are construed as ‘public goods’ provided by a benign American hegemony. In return for all its exertions, the tribute America seeks is straightforward: first, that it be recognized as the power or hegemon, and second, that others emulate its political forms and ideas. With both tributes in hand, the United States finds equanimity; it and the world are safe, at least from the United States’ point of view.
I elaborate on these arguments below and provide preliminary evidence in support of them. We begin with a discussion and critique of some of the most influential contemporary interpretations of America as an international actor, focusing on accounts of the US empire, the United States as the unipolar power, and as the chief patron of a system of client states. I suggest that while these accounts illuminate important aspects of the US–ROW relationship, they fail to emphasize the payback the United States wants in return for its exertions as the hegemon. This paves the way for introducing the idea of the tributary system, which takes hierarchy as its point of departure, but which emphasizes two insights not found in the existing accounts: the United States’ desire for recognition (by its tributaries) that it is the number one power, and for them (the tributaries) to adopt (US-style) liberal democratic norms and institutions. A discussion of the Chinese tributary system follows, focusing on six of its key characteristics. I then demonstrate how each of these features has parallels in America’s approach to world since 1898. Differences between the Chinese tributary system and that of the United States will also be discussed. The article concludes by spelling out the empirical/theoretical payoffs and implications of viewing US–ROW relations through the tributary lens.
City upon a hill, the first new nation, promised land, special providence, indispensable nation:2 these are some of the time-honored and contemporary conceptualizations of how America relates to the ROW. The common theme is difference: how America, by virtue of its history, ideology, and geography is different from all other nations. From George Washington’s warning about not following the Europeans in getting entangled in alliances, to John Quincy Adam’s adage about not looking for external dragons to slay, the United States in its early history portrayed itself as disdainful of the power politics that characterized Europe. For Walter MacDougall, the United States was a ‘promised land’ from its founding in 1776, to 1898; thereafter, it fell from grace as its growing power transformed it into a ‘crusader state’ for much of the 20th century.3
Consistent with MacDougall’s portrayal of the United States as betraying its promise, long range interpretations of the United States during the Cold War tended to be critical. George Kennan’s American Diplomacy was perhaps the most prominent and problematic.4 Delivered as a lecture series at the University of Chicago, the author of the famous X-article took his readers through six key episodes of American diplomacy, from the Spanish American War to World War II, in search of the fundamental drivers of US foreign policy. He found it in the legalistic–moralistic approach of the United States to foreign policy, which he assessed as lamentable and dangerous. For Kennan, as for all realists, national interest, not legalism–moralism, should drive policy. Kennan worried that a policy driven by the latter would endanger America’s security in the age of rivalry with the Soviets.
But he need not have worried: the general consensus is that legalism–moralism took a back seat to realpolitik in shaping America’s conduct during the Cold War. The Soviet, and later Chinese, threat concentrated American minds, and prompted it to respond to numerous perceived challenges to its power position, from Korea to Vietnam to Nicaragua to Angola. Concerns about the prestige and credibility of American power and looking to history to learn about the consequences of not exercising power in time trumped legalistic–moralistic thinking so much so that later editions of American Diplomacy had Kennan wondering if the United States should have traded some realpolitik national interest thinking for a bit more of legalism–moralism. During the Cold War, however, such long range interpretations gave way to more traditional diplomatic histories and cases-based studies by political scientists interested in building and testing theories.
As the Cold War came to an end, long-range interpretations of the United States returned in force. The demise of the Soviet Union meant that the United States became the sole superpower, or the unipolar power. Was it a unipolar moment or was it something more enduring? William Wohlforth probably had the better of the argument when he wrote that US unipolarity would last a generation, challengers would hesitate to take the United States on, and consequently, a stable order would ensue.5 While international relations scholars debated when and if unipolarity would give way to multipolarity, and whether ‘soft balancing’ against the United States was already in train,6 a different cluster of writings, anchored around the notion of an US empire emerged.
This was evident even before the September 11 attacks, but after the attacks, with the United States invasion of Afghanistan and Iraq, characterizations of the empire impetus increased exponentially. The notion of an American empire is especially intriguing for the purposes of this article for three reasons. One, the empire idea has spawned a voluminous literature, suggesting that historians and political scientists see it as an apt description of the United States.7 Two, it is also theoretically richer than most other characterizations in that inherent in the concept are a variety of hypotheses about the motivations and forms of American foreign policy.8 Finally, it also bears the closest resemblance to my characterization of America as the hub of a tributary system; it is thus necessary to spell out their differences as well as to suggest in what sense, if any, the tributary characterization gives us more analytic traction than that provided by ‘empire’.
Narratives of the American empire often begin with the westward expansion of the New England colonies, the depredations against the native Americans, and the wars against Mexico that annexed Texas, New Mexico, and California, to the United States. Securing the continental land mass was a pre-requisite for turning America’s gaze outwards. As America came of age as a world power, overtaking Great Britain at the turn of century, it also began to acquire lands beyond its own continent. Like Britain and France during their heydays, the United States, beginning with the Spanish–American War, began acquiring colonies and over time, an empire. The United States entered World War II to prevent German hegemony over the European continent and Japanese hegemony over East Asia; success meant that the United States became the hegemon in both Western Europe and East Asia. Between 1945 and 1991, it had to confront the Soviet Union, but the superiority of US political ideas, economics, technology, and culture (soft power) allowed it to outplay and outlast the Soviets. Aided by willing acolytes who provide it with hundreds of bases worldwide to project its power, the United States sits at the apex of a system of states more responsive to its will than that of most others most of the time. There is a case for the United States as the ‘New Rome’.9
Yet the empire lens faces several challenges. First, the notion of ‘empire’—conjuring up images of Rome, Great Britain, and France—is fundamentally at odds with America’s sense of self. Peter Katzenstein puts it well: ‘Most Americans believe that the United States, by its history and very nature, cannot be imperial, let alone imperialist.’10 Without batting an eye, Katzenstein proceeds to advance his argument about the ‘American imperium’, in Europe and Asia.11 But the contrasts between the empire/imperium and the ‘City upon a Hill’ constructs are too stark for the former to be accepted by most Americans. That is why US officials almost never utter the ‘E’ world in public. Historians and political scientists who see some utility in the concept have also seen fit to qualify the ‘E’ word by adding adjectives before or after as in ‘inadvertent empire’, ‘empire by invitation’ or ‘empire lite’.12 These qualifications accentuate the acceptability and benignness of the American empire: unlike previous empires, subjects of the US ‘invited’ or consented to US domination. Or the United States stumbled into acquiring an empire and runs it with a ‘lite’ touch. From the Spanish–American war forward, the way the United States acquired and annexed territories or tried to stop others from doing so do not seem that ‘lite’ or ‘inadvertent’ to those at the receiving end. The question that arises is whether the guts of what it means to be an empire have been expunged by such qualifications.
A novel variant of the empire thesis is David Sylvan and Donald Majeski’s recent contribution viewing America’s relations with the ROW through a patron–client lens.13 What is new about their interpretation is they focus on the instruments accumulated by the United States over time; these instruments, they argue, became a decisive force in shaping US policies. Equally interesting is their categorization of much of the world into clients and nonclients of the United States, which we will later adopt as proxy indicators for US tributaries and nontributaries. Where I differ from Sylvan and Majeski is that in focusing on the instruments, they seem to lose sight of how and why the United States acquired those instruments of power. For them, ‘what is distinct about 1898 is the relative paucity of policy instruments … . Policymakers had few ready-to-had responses for dealing with those problems …’ However, ‘[by] the 1940s and even more so by the 1990s, the situation was radically different … .The United States then had a set of developed policy instruments which had become the standard way of interacting with … .’.14
This focus on policy instruments begs the question of what was responsible for the advent and expansion of those policy instruments? The answer is of course the growth of American power. The cut off dates for Sylvan and Majeski are revealing. The year of the Spanish-American war, 1898, is seen by historians as the year signaling the United States’s coming of age as a great power. The early 1940s is when it becomes clear that it has overtaken Britain as the hegemon (in Europe), for without its intervention in World War II, Western Europe might have fallen to Hitler. The 1990s is of course when the United States inherits its unipolar position. In other words, Sylvan and Majeski are right to point to the development and availability of policy instruments, but what needs to be emphasized, in my view, is the growth of US power that made the acquisition of those policy instruments possible.15
The empire and patron–client concepts, however, contain the seeds of a new and potentially fruitful idea: the United States as the hub or epicenter of a tributary system analogous to that of China’s during the Ming and Qing dynasties. No author writing in the above or other genres has argued for the relevance of the (Chinese) tributary system as a possible framework for understanding how America relates to the ROW.16 Neither has any of the new and important works on the Chinese tributary system (many published by this journal) made the link between the latter and American foreign policy.17 That will be the purpose of this article...
These considerations argue in favor of our adopting their list of US ‘clients’ as a proxy for US tributaries and their list of ‘US nonclients’ as a proxy for nontributaries. There is the risk that transposing the concepts this way may involve some loss of precision for the tributary concept, but for the present purpose, that is more than offset by the gains of relying on quality data not specifically generated for the tributary thesis. Going by their data, 40% of the world fall into the US ‘clients’—or tributaries—category.22 The breakdown of US ‘clients’ or ‘tributaries’ for the various regions of the world in 2005 are: Western hemisphere (97%), Middle East/North Africa (55%), Europe (43%), East Asia/Oceania (43%), Caucasus, Central and South Asia (13%), and Africa (7%).23
The Chinese tributary system is usually construed as a means of organizing and regulating China’s external relations from antiquity to the 19th century. It was a system that, according to John Fairbank, ‘handled the interstate relations of a large part of mankind throughout most of recorded history’.24 Generally seen to have reached its apogee from the 14th to the 19th centuries (the Ming and Qing dynasties), the system structured China’s cultural, economic, and security relations with both its neighbors in East Asia and countries from afar. In his recent study of the Chinese tributary system and its impact on East Asia’s international order, David Kang provides a succinct and historically sensitive elaboration of what the system was about:
For the purposes of analysis, it is useful to disaggregate the ideas, institutional structures, and rules that constitute the tribute system into the following six features.
...What was the impact of the tributary system on the international relations of East Asia? David Kang has argued that it brought China and the region four centuries of inter-state peace and stability.44 All six elements had a role in engendering that peace. Most in East Asia accepted, or at least did not contest China’s civilizational greatness. The Sinicized states voluntarily gave China what it wanted—acknowledgement of its hegemonic status and recognition of its civilization-based superiority. For China, that was in large part what the tributary missions, kowtowing, and investiture ceremonies were about. For the secondary states, it was that and more: they also got protection and commerce. In the main, they also bought into the ideational system and this can be seen in the way that they sought to replicate the tributary model among themselves and in their idealizations of what the model ruler/bureaucrat did. They were not, as David Kang put it, smirking behind China’s back. They internalized the Confucian values and sought to replicate them in their dealings with one another.45
With the principles and effects of the Chinese tributary system laid out, it is now possible to ask: do they have their parallels in America’s approach to the ROW? The task here is not to find exact parallels—an oxymoron and impossible task at any rate—but to discover plausible analogs in US diplomacy that resemble the elements and workings of the Chinese tributary system. Analogical reasoning does not prove; it functions best as a heuristic device for discovering new observations or hypotheses.46 For example, using the Chinese tributary analogy as a lens to examine US diplomacy allows us to ask, what might be the analog (in America) for the Sinocentrism/civilizational greatness assumption? Hypotheses we come up with can and should be assessed against the historical and contemporary experience of American diplomacy.
The American analog of Sinocentrism is an idea well known to students of American government and foreign policy: the idea of American exceptionalism.47 From John Winthrop’s ‘city upon a hill’ to Magdalene Albright’s ‘standing taller, seeing further’, America’s sense of self has revolved around its being special and distinct, especially on the moral and political–ideological fronts.48 Whereas China saw itself as the Middle Kingdom—a center of the universe conceit, the United States sees itself as the city on the hill—a sitting at the pinnacle of the world conceit. Like China, the basis of the US difference was moral distance from the ‘other’. The New World’s ‘other’ was the Old World, Europe, rife with inequality, autocratic rule, warfare, and balance of power politics. And if the ideological basis of China’s moral rectitude was Confucianism, then that of the United States was liberal democracy, with a focus on individual liberty or freedom. Heavenly interjection was also central to both of their political identities. While the Chinese emperor ruled ‘all under heaven’ (tianxia) as the metaphorical Son of Heaven, Americans saw their land and themselves as being blessed by God and Special Providence. As President Andrew Jackson put it, ‘Providence has showered on this favored land blessings without number and has chosen you as the guardians of freedom, to preserve it for the benefit of the human race.’.
Difference alone, however, does not qualify one for occupying center stage or hub status in the hierarchy of nations. Greatness is also essential. China’s claim to greatness and to being the epicenter to which tribute must be paid was based on the discourse about the superiority of its civilization. Does the United States also have a notion of greatness, and if so, what is it premised on? Michael Hunt has argued that a vision of national greatness constituted one of three major strands of US ideology by the turn of the 20th century.50 That vision was premised on protecting and promoting liberty via an assertive foreign policy.
While some initially worried that the pursuit of national greatness might strengthen the executive to the point of threatening liberty within America, those who argued the reverse—that a policy of national greatness would actually enhance liberty within—won the debate by the late 1880s. By then the United States had become a great power. Not surprisingly, visions of national greatness captured the popular imagination and welding those visions to protecting and projecting liberty seemed natural. Josiah Strong, the evangelist, summarized the zeitgeist of the times well when he argued that God was ‘preparing mankind to receive our impress’.51 As the remarks of John Winthrop and Andrew Jackson’s suggest, no great mental leap is needed in moving from the ‘city on the hill’ to ‘national greatness’—all one needs is a rationale or justification connecting the two, and the United States found it in the idea of liberty. American elites conjured up a view about the intimate and mutually reinforcing relationship between liberty at home and liberty abroad. Hunt describes this mindset eloquently:
Pursuing national greatness, supporting liberty abroad to protect it at home, and remaking others in America’s image remain consistent and enduring themes in US diplomacy, as anyone familiar with US foreign policy, the speech-acts of US leaders, and the writings of US analysts will attest. From Woodrow Wilson’s fighting World War I to ‘make the world safe for democracy’, to the makeover of Germany and Japan into democracies after World War II, to winning the Cold War and becoming the unipolar power, to the Clinton administration’s (and before that Reagan and Carter's) efforts at promoting and enlarging democracies, it is clear that the United States acted on these imperatives when it could.53 There are of course competing imperatives such as strategic necessity (Bahrain during the Arab Spring), economic renewal (in the wake of the economic crisis of 2008), or world public opinion (in the aftermath of the 2003 invasion of Iraq) that complicate and hold back supporting liberty and pursuing greatness, but they do not detract from their overall importance as major strands of US foreign policy.
...Unipolarity and hegemony, however, are not the favored descriptions of America for policymakers in the United States and its tributaries. Unipolarity sounds too social scientific and soulless while hegemony smacks of domination.62 Their preferred discourse is one of US leadership. Figure 1, an N-gram of the terms ‘US, Soviet, and British world leadership’, shows that the United States is associated most consistently, since the 1940s, with world leadership. It shows that the phrase ‘U.S. world leadership’ began appearing in books (written in English) in the early 1940s, with its usage showing a strong and consistent upward trajectory from the late 1970s. Britain makes an appearance from the 1930s to 1950s, but thereafter pales in comparison with the United States. The N-gram finds virtually no works in the English language associating world leadership with the Soviet Union. To be sure, most of these works are probably written by Americans, but one would also expect them to include authors from other English-speaking countries who generally buy into ‘the need for American leadership’ perspective.
In the post-Cold War era, both official discourse and policy sustained this conception of American leadership. Officials talk about US leadership, academics write approvingly of it, and Pentagon plans call for preventing other powers—friendly or unfriendly—from challenging the United States in the key regions of the world (Europe, Persian Gulf, and Asia).63 When the US conception of the ‘New World Order’ was challenged by Saddam Hussein’s invasion of Kuwait in 1990, the United States felt it necessary to go to war to beat back Iraq’s aggression against its tiny but rich neighbor.
There are two hierarchies in the Chinese tributary system. First, there is China, sitting at the apex of the system. Second, among the tributaries, those most similar culturally to China are ranked higher (and receive more perks) than those less similar. In the American case, the United States of course occupies the pole position. But are the secondary states ranked? They undoubtedly are. As Table 2 suggests, those who make it to the top echelons or inner circles of the American system are overwhelmingly liberal democracies.
Closeness or proximity to the United States is measured by 15 indicators developed for the purposes of this article. The indicators are: participation in America’s wars since 1945, hosting US troops and/or bases on one’s territory, opportunities to address joint Houses of the United States Congress, how favorable and/or great a friend the tributary is according to US public opinion, visa waiver status, signing of Free Trade Agreements with the United States, formal military allies since 1945, Major Non-NATO Ally status (MNNA), OECD membership, and major partners in intelligence sharing. Appendix Table A1 shows how US tributaries and nontributaries score on each of the indicators; Appendix Table A2 provides brief descriptions of the indicators and identifies the sources used for each of them. Space limitations prevent us from delving into and elaborating on each of these ‘measures’ of proximity to the United States, but most of the measures should not be controversial. Countries are given one point for each indicator in which they feature (e.g. South Korea’s participation in the Vietnam War garners it one point), with 15 points being the maximum.
The results are in basic accord with our intuitive sense of who America’s closest allies and friends are. South Korea, Australia, and Britain emerge as the United States’ closest allies or tributaries (band 1); South Korea ticks 14 of the 15 boxes, compared with 12 each for Australia and Britain. Canada and France occupy band 2 while Germany, Italy, Japan, the Netherlands, and Spain are to be found in band 3. In band 4 are Belgium, Greece, Iceland, Israel, Luxembourg, New Zealand, the Philippines, Thailand, and Turkey.
One should not make too much of the exact band that any particular ally or tributary is in. Some may argue that Japan and Israel deserve to be a band or two higher and with a different set of indicators, that may well be true. Even if that were the case, it should not change the central message of Table 2: America’s closest tributaries (bands 1–4) are, without exception, democracies. However one juggles the relative rankings of countries in the first four bands, the result is the same: fellow democracies make the best tributaries. In the lower bands (5 and 6), nondemocratic tributaries do show up, but they are in the minority.
The overall pattern is clear: the odds are strongly against nondemocracies being admitted to the highest ranks of the US tributary system. In that sense, both the Chinese and American tributary systems are very similar in possessing a ranking system of the secondary states. In the former, the basis for being admitted into the inner zone was proximity to Chinese civilization; in the latter, the criterion for joining the inner circle is adherence to liberal democratic norms and practices.66
America has more in common with China than is generally recognized. In this article, I employ the idea of the tributary system—most often associated with China’s international relations from antiquity—to interpret how America relates to the rest of the world (ROW). I argue that the United States has instituted the most successful tributary system the world has ever seen. As the hub or epicenter of the most extensive network of formal and informal alliances ever built, the United States offers its allies and partners—or tributaries—military protection as well as economic access to its markets.1 Through an equally impressive array of international institutions and organizations, many of which it created, the United States transmits and imposes its values and its preferred rules of the game on the international system. The ensuing economic and politico-military ‘orders’ are construed as ‘public goods’ provided by a benign American hegemony. In return for all its exertions, the tribute America seeks is straightforward: first, that it be recognized as the power or hegemon, and second, that others emulate its political forms and ideas. With both tributes in hand, the United States finds equanimity; it and the world are safe, at least from the United States’ point of view.
I elaborate on these arguments below and provide preliminary evidence in support of them. We begin with a discussion and critique of some of the most influential contemporary interpretations of America as an international actor, focusing on accounts of the US empire, the United States as the unipolar power, and as the chief patron of a system of client states. I suggest that while these accounts illuminate important aspects of the US–ROW relationship, they fail to emphasize the payback the United States wants in return for its exertions as the hegemon. This paves the way for introducing the idea of the tributary system, which takes hierarchy as its point of departure, but which emphasizes two insights not found in the existing accounts: the United States’ desire for recognition (by its tributaries) that it is the number one power, and for them (the tributaries) to adopt (US-style) liberal democratic norms and institutions. A discussion of the Chinese tributary system follows, focusing on six of its key characteristics. I then demonstrate how each of these features has parallels in America’s approach to world since 1898. Differences between the Chinese tributary system and that of the United States will also be discussed. The article concludes by spelling out the empirical/theoretical payoffs and implications of viewing US–ROW relations through the tributary lens.
.~`~.
Characterizing America
Characterizing America
City upon a hill, the first new nation, promised land, special providence, indispensable nation:2 these are some of the time-honored and contemporary conceptualizations of how America relates to the ROW. The common theme is difference: how America, by virtue of its history, ideology, and geography is different from all other nations. From George Washington’s warning about not following the Europeans in getting entangled in alliances, to John Quincy Adam’s adage about not looking for external dragons to slay, the United States in its early history portrayed itself as disdainful of the power politics that characterized Europe. For Walter MacDougall, the United States was a ‘promised land’ from its founding in 1776, to 1898; thereafter, it fell from grace as its growing power transformed it into a ‘crusader state’ for much of the 20th century.3
Consistent with MacDougall’s portrayal of the United States as betraying its promise, long range interpretations of the United States during the Cold War tended to be critical. George Kennan’s American Diplomacy was perhaps the most prominent and problematic.4 Delivered as a lecture series at the University of Chicago, the author of the famous X-article took his readers through six key episodes of American diplomacy, from the Spanish American War to World War II, in search of the fundamental drivers of US foreign policy. He found it in the legalistic–moralistic approach of the United States to foreign policy, which he assessed as lamentable and dangerous. For Kennan, as for all realists, national interest, not legalism–moralism, should drive policy. Kennan worried that a policy driven by the latter would endanger America’s security in the age of rivalry with the Soviets.
But he need not have worried: the general consensus is that legalism–moralism took a back seat to realpolitik in shaping America’s conduct during the Cold War. The Soviet, and later Chinese, threat concentrated American minds, and prompted it to respond to numerous perceived challenges to its power position, from Korea to Vietnam to Nicaragua to Angola. Concerns about the prestige and credibility of American power and looking to history to learn about the consequences of not exercising power in time trumped legalistic–moralistic thinking so much so that later editions of American Diplomacy had Kennan wondering if the United States should have traded some realpolitik national interest thinking for a bit more of legalism–moralism. During the Cold War, however, such long range interpretations gave way to more traditional diplomatic histories and cases-based studies by political scientists interested in building and testing theories.
As the Cold War came to an end, long-range interpretations of the United States returned in force. The demise of the Soviet Union meant that the United States became the sole superpower, or the unipolar power. Was it a unipolar moment or was it something more enduring? William Wohlforth probably had the better of the argument when he wrote that US unipolarity would last a generation, challengers would hesitate to take the United States on, and consequently, a stable order would ensue.5 While international relations scholars debated when and if unipolarity would give way to multipolarity, and whether ‘soft balancing’ against the United States was already in train,6 a different cluster of writings, anchored around the notion of an US empire emerged.
This was evident even before the September 11 attacks, but after the attacks, with the United States invasion of Afghanistan and Iraq, characterizations of the empire impetus increased exponentially. The notion of an American empire is especially intriguing for the purposes of this article for three reasons. One, the empire idea has spawned a voluminous literature, suggesting that historians and political scientists see it as an apt description of the United States.7 Two, it is also theoretically richer than most other characterizations in that inherent in the concept are a variety of hypotheses about the motivations and forms of American foreign policy.8 Finally, it also bears the closest resemblance to my characterization of America as the hub of a tributary system; it is thus necessary to spell out their differences as well as to suggest in what sense, if any, the tributary characterization gives us more analytic traction than that provided by ‘empire’.
Narratives of the American empire often begin with the westward expansion of the New England colonies, the depredations against the native Americans, and the wars against Mexico that annexed Texas, New Mexico, and California, to the United States. Securing the continental land mass was a pre-requisite for turning America’s gaze outwards. As America came of age as a world power, overtaking Great Britain at the turn of century, it also began to acquire lands beyond its own continent. Like Britain and France during their heydays, the United States, beginning with the Spanish–American War, began acquiring colonies and over time, an empire. The United States entered World War II to prevent German hegemony over the European continent and Japanese hegemony over East Asia; success meant that the United States became the hegemon in both Western Europe and East Asia. Between 1945 and 1991, it had to confront the Soviet Union, but the superiority of US political ideas, economics, technology, and culture (soft power) allowed it to outplay and outlast the Soviets. Aided by willing acolytes who provide it with hundreds of bases worldwide to project its power, the United States sits at the apex of a system of states more responsive to its will than that of most others most of the time. There is a case for the United States as the ‘New Rome’.9
Yet the empire lens faces several challenges. First, the notion of ‘empire’—conjuring up images of Rome, Great Britain, and France—is fundamentally at odds with America’s sense of self. Peter Katzenstein puts it well: ‘Most Americans believe that the United States, by its history and very nature, cannot be imperial, let alone imperialist.’10 Without batting an eye, Katzenstein proceeds to advance his argument about the ‘American imperium’, in Europe and Asia.11 But the contrasts between the empire/imperium and the ‘City upon a Hill’ constructs are too stark for the former to be accepted by most Americans. That is why US officials almost never utter the ‘E’ world in public. Historians and political scientists who see some utility in the concept have also seen fit to qualify the ‘E’ word by adding adjectives before or after as in ‘inadvertent empire’, ‘empire by invitation’ or ‘empire lite’.12 These qualifications accentuate the acceptability and benignness of the American empire: unlike previous empires, subjects of the US ‘invited’ or consented to US domination. Or the United States stumbled into acquiring an empire and runs it with a ‘lite’ touch. From the Spanish–American war forward, the way the United States acquired and annexed territories or tried to stop others from doing so do not seem that ‘lite’ or ‘inadvertent’ to those at the receiving end. The question that arises is whether the guts of what it means to be an empire have been expunged by such qualifications.
A novel variant of the empire thesis is David Sylvan and Donald Majeski’s recent contribution viewing America’s relations with the ROW through a patron–client lens.13 What is new about their interpretation is they focus on the instruments accumulated by the United States over time; these instruments, they argue, became a decisive force in shaping US policies. Equally interesting is their categorization of much of the world into clients and nonclients of the United States, which we will later adopt as proxy indicators for US tributaries and nontributaries. Where I differ from Sylvan and Majeski is that in focusing on the instruments, they seem to lose sight of how and why the United States acquired those instruments of power. For them, ‘what is distinct about 1898 is the relative paucity of policy instruments … . Policymakers had few ready-to-had responses for dealing with those problems …’ However, ‘[by] the 1940s and even more so by the 1990s, the situation was radically different … .The United States then had a set of developed policy instruments which had become the standard way of interacting with … .’.14
This focus on policy instruments begs the question of what was responsible for the advent and expansion of those policy instruments? The answer is of course the growth of American power. The cut off dates for Sylvan and Majeski are revealing. The year of the Spanish-American war, 1898, is seen by historians as the year signaling the United States’s coming of age as a great power. The early 1940s is when it becomes clear that it has overtaken Britain as the hegemon (in Europe), for without its intervention in World War II, Western Europe might have fallen to Hitler. The 1990s is of course when the United States inherits its unipolar position. In other words, Sylvan and Majeski are right to point to the development and availability of policy instruments, but what needs to be emphasized, in my view, is the growth of US power that made the acquisition of those policy instruments possible.15
The empire and patron–client concepts, however, contain the seeds of a new and potentially fruitful idea: the United States as the hub or epicenter of a tributary system analogous to that of China’s during the Ming and Qing dynasties. No author writing in the above or other genres has argued for the relevance of the (Chinese) tributary system as a possible framework for understanding how America relates to the ROW.16 Neither has any of the new and important works on the Chinese tributary system (many published by this journal) made the link between the latter and American foreign policy.17 That will be the purpose of this article...
These considerations argue in favor of our adopting their list of US ‘clients’ as a proxy for US tributaries and their list of ‘US nonclients’ as a proxy for nontributaries. There is the risk that transposing the concepts this way may involve some loss of precision for the tributary concept, but for the present purpose, that is more than offset by the gains of relying on quality data not specifically generated for the tributary thesis. Going by their data, 40% of the world fall into the US ‘clients’—or tributaries—category.22 The breakdown of US ‘clients’ or ‘tributaries’ for the various regions of the world in 2005 are: Western hemisphere (97%), Middle East/North Africa (55%), Europe (43%), East Asia/Oceania (43%), Caucasus, Central and South Asia (13%), and Africa (7%).23
.~`~.
The Chinese Tributary System
The Chinese Tributary System
The Chinese tributary system is usually construed as a means of organizing and regulating China’s external relations from antiquity to the 19th century. It was a system that, according to John Fairbank, ‘handled the interstate relations of a large part of mankind throughout most of recorded history’.24 Generally seen to have reached its apogee from the 14th to the 19th centuries (the Ming and Qing dynasties), the system structured China’s cultural, economic, and security relations with both its neighbors in East Asia and countries from afar. In his recent study of the Chinese tributary system and its impact on East Asia’s international order, David Kang provides a succinct and historically sensitive elaboration of what the system was about:
[T]he tribute system was a set of institutional structures that provided an overarching framework for organizing external relations among political actors in early modern East Asia. A set of rules and institutions developed over time that regulated foreign diplomatic relations, social and economic interaction, and provided a clear sense of order to the system.25
For the purposes of analysis, it is useful to disaggregate the ideas, institutional structures, and rules that constitute the tribute system into the following six features.
Sinocentrism and Civilizational Greatness
Hierarchy, Inequality, and Hegemony
Concentric Radiation
Rituals and Tribute
A Benevolent and Noncoercive Hub
The Domestic is the International and Vice Versa
...What was the impact of the tributary system on the international relations of East Asia? David Kang has argued that it brought China and the region four centuries of inter-state peace and stability.44 All six elements had a role in engendering that peace. Most in East Asia accepted, or at least did not contest China’s civilizational greatness. The Sinicized states voluntarily gave China what it wanted—acknowledgement of its hegemonic status and recognition of its civilization-based superiority. For China, that was in large part what the tributary missions, kowtowing, and investiture ceremonies were about. For the secondary states, it was that and more: they also got protection and commerce. In the main, they also bought into the ideational system and this can be seen in the way that they sought to replicate the tributary model among themselves and in their idealizations of what the model ruler/bureaucrat did. They were not, as David Kang put it, smirking behind China’s back. They internalized the Confucian values and sought to replicate them in their dealings with one another.45
With the principles and effects of the Chinese tributary system laid out, it is now possible to ask: do they have their parallels in America’s approach to the ROW? The task here is not to find exact parallels—an oxymoron and impossible task at any rate—but to discover plausible analogs in US diplomacy that resemble the elements and workings of the Chinese tributary system. Analogical reasoning does not prove; it functions best as a heuristic device for discovering new observations or hypotheses.46 For example, using the Chinese tributary analogy as a lens to examine US diplomacy allows us to ask, what might be the analog (in America) for the Sinocentrism/civilizational greatness assumption? Hypotheses we come up with can and should be assessed against the historical and contemporary experience of American diplomacy.
-----
Table 1 presents, in a summary form, the US analog to each of the above features of the Chinese tributary system. The next section elaborates on each of these analogs.
-----
American Exceptionalism and National Greatness
The American analog of Sinocentrism is an idea well known to students of American government and foreign policy: the idea of American exceptionalism.47 From John Winthrop’s ‘city upon a hill’ to Magdalene Albright’s ‘standing taller, seeing further’, America’s sense of self has revolved around its being special and distinct, especially on the moral and political–ideological fronts.48 Whereas China saw itself as the Middle Kingdom—a center of the universe conceit, the United States sees itself as the city on the hill—a sitting at the pinnacle of the world conceit. Like China, the basis of the US difference was moral distance from the ‘other’. The New World’s ‘other’ was the Old World, Europe, rife with inequality, autocratic rule, warfare, and balance of power politics. And if the ideological basis of China’s moral rectitude was Confucianism, then that of the United States was liberal democracy, with a focus on individual liberty or freedom. Heavenly interjection was also central to both of their political identities. While the Chinese emperor ruled ‘all under heaven’ (tianxia) as the metaphorical Son of Heaven, Americans saw their land and themselves as being blessed by God and Special Providence. As President Andrew Jackson put it, ‘Providence has showered on this favored land blessings without number and has chosen you as the guardians of freedom, to preserve it for the benefit of the human race.’.
Difference alone, however, does not qualify one for occupying center stage or hub status in the hierarchy of nations. Greatness is also essential. China’s claim to greatness and to being the epicenter to which tribute must be paid was based on the discourse about the superiority of its civilization. Does the United States also have a notion of greatness, and if so, what is it premised on? Michael Hunt has argued that a vision of national greatness constituted one of three major strands of US ideology by the turn of the 20th century.50 That vision was premised on protecting and promoting liberty via an assertive foreign policy.
While some initially worried that the pursuit of national greatness might strengthen the executive to the point of threatening liberty within America, those who argued the reverse—that a policy of national greatness would actually enhance liberty within—won the debate by the late 1880s. By then the United States had become a great power. Not surprisingly, visions of national greatness captured the popular imagination and welding those visions to protecting and projecting liberty seemed natural. Josiah Strong, the evangelist, summarized the zeitgeist of the times well when he argued that God was ‘preparing mankind to receive our impress’.51 As the remarks of John Winthrop and Andrew Jackson’s suggest, no great mental leap is needed in moving from the ‘city on the hill’ to ‘national greatness’—all one needs is a rationale or justification connecting the two, and the United States found it in the idea of liberty. American elites conjured up a view about the intimate and mutually reinforcing relationship between liberty at home and liberty abroad. Hunt describes this mindset eloquently:
A policy devoted to both liberty and greatness … . was far from being a dangerous and unstable union of incompatibles. Instead, greatness abroad would glorify liberty at home. … Secure in their faith in liberty, Americans would set about remaking others in their own image while the world watched on awe.52
Pursuing national greatness, supporting liberty abroad to protect it at home, and remaking others in America’s image remain consistent and enduring themes in US diplomacy, as anyone familiar with US foreign policy, the speech-acts of US leaders, and the writings of US analysts will attest. From Woodrow Wilson’s fighting World War I to ‘make the world safe for democracy’, to the makeover of Germany and Japan into democracies after World War II, to winning the Cold War and becoming the unipolar power, to the Clinton administration’s (and before that Reagan and Carter's) efforts at promoting and enlarging democracies, it is clear that the United States acted on these imperatives when it could.53 There are of course competing imperatives such as strategic necessity (Bahrain during the Arab Spring), economic renewal (in the wake of the economic crisis of 2008), or world public opinion (in the aftermath of the 2003 invasion of Iraq) that complicate and hold back supporting liberty and pursuing greatness, but they do not detract from their overall importance as major strands of US foreign policy.
Hierarchy, Inequality, and US Leadership
...Unipolarity and hegemony, however, are not the favored descriptions of America for policymakers in the United States and its tributaries. Unipolarity sounds too social scientific and soulless while hegemony smacks of domination.62 Their preferred discourse is one of US leadership. Figure 1, an N-gram of the terms ‘US, Soviet, and British world leadership’, shows that the United States is associated most consistently, since the 1940s, with world leadership. It shows that the phrase ‘U.S. world leadership’ began appearing in books (written in English) in the early 1940s, with its usage showing a strong and consistent upward trajectory from the late 1970s. Britain makes an appearance from the 1930s to 1950s, but thereafter pales in comparison with the United States. The N-gram finds virtually no works in the English language associating world leadership with the Soviet Union. To be sure, most of these works are probably written by Americans, but one would also expect them to include authors from other English-speaking countries who generally buy into ‘the need for American leadership’ perspective.
-----
Fig. 1 Ngram of US, Soviet, and British World Leadership
-----
In the post-Cold War era, both official discourse and policy sustained this conception of American leadership. Officials talk about US leadership, academics write approvingly of it, and Pentagon plans call for preventing other powers—friendly or unfriendly—from challenging the United States in the key regions of the world (Europe, Persian Gulf, and Asia).63 When the US conception of the ‘New World Order’ was challenged by Saddam Hussein’s invasion of Kuwait in 1990, the United States felt it necessary to go to war to beat back Iraq’s aggression against its tiny but rich neighbor.
Democracy as the Sincerest Form of Flattery
There are two hierarchies in the Chinese tributary system. First, there is China, sitting at the apex of the system. Second, among the tributaries, those most similar culturally to China are ranked higher (and receive more perks) than those less similar. In the American case, the United States of course occupies the pole position. But are the secondary states ranked? They undoubtedly are. As Table 2 suggests, those who make it to the top echelons or inner circles of the American system are overwhelmingly liberal democracies.
-----
Table 2 America’s Closest Tributariesa
-----
Closeness or proximity to the United States is measured by 15 indicators developed for the purposes of this article. The indicators are: participation in America’s wars since 1945, hosting US troops and/or bases on one’s territory, opportunities to address joint Houses of the United States Congress, how favorable and/or great a friend the tributary is according to US public opinion, visa waiver status, signing of Free Trade Agreements with the United States, formal military allies since 1945, Major Non-NATO Ally status (MNNA), OECD membership, and major partners in intelligence sharing. Appendix Table A1 shows how US tributaries and nontributaries score on each of the indicators; Appendix Table A2 provides brief descriptions of the indicators and identifies the sources used for each of them. Space limitations prevent us from delving into and elaborating on each of these ‘measures’ of proximity to the United States, but most of the measures should not be controversial. Countries are given one point for each indicator in which they feature (e.g. South Korea’s participation in the Vietnam War garners it one point), with 15 points being the maximum.
The results are in basic accord with our intuitive sense of who America’s closest allies and friends are. South Korea, Australia, and Britain emerge as the United States’ closest allies or tributaries (band 1); South Korea ticks 14 of the 15 boxes, compared with 12 each for Australia and Britain. Canada and France occupy band 2 while Germany, Italy, Japan, the Netherlands, and Spain are to be found in band 3. In band 4 are Belgium, Greece, Iceland, Israel, Luxembourg, New Zealand, the Philippines, Thailand, and Turkey.
One should not make too much of the exact band that any particular ally or tributary is in. Some may argue that Japan and Israel deserve to be a band or two higher and with a different set of indicators, that may well be true. Even if that were the case, it should not change the central message of Table 2: America’s closest tributaries (bands 1–4) are, without exception, democracies. However one juggles the relative rankings of countries in the first four bands, the result is the same: fellow democracies make the best tributaries. In the lower bands (5 and 6), nondemocratic tributaries do show up, but they are in the minority.
The overall pattern is clear: the odds are strongly against nondemocracies being admitted to the highest ranks of the US tributary system. In that sense, both the Chinese and American tributary systems are very similar in possessing a ranking system of the secondary states. In the former, the basis for being admitted into the inner zone was proximity to Chinese civilization; in the latter, the criterion for joining the inner circle is adherence to liberal democratic norms and practices.66
Συνέχεια
Benevolence for Tributaries, Malevolence toward Challengers
The Domestic-International Nexus: Free World Leadership
.~`~.
US–China Differences
US–China Differences
.~`~.
The Self-Perceptions and Behaviors of the Tributaries
The Self-Perceptions and Behaviors of the Tributaries
.~`~.
Conclusion
Conclusion
.~`~.
Appendix
Appendix
White indicate US Tributary State.
Grey highlights indicate US Non Ttibutary State.
.~`~.
| 0 | 0 |
.~`~.
I
Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο το 2015
I
Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο το 2015
M. Shahid Alam (Μήπως η σχέση κυριαρχίας και οικονομίας είναι σημαντικότερη από ότι νομίζουμε; Does Sovereignty Matter for Growth? Poverty from the Wealth of Nations: Integration and Polarization in the Global Economy Since 1760)
Yuen Foong Khong (The American Tributary System)
Philip Manow (Ο ΟρντοΛιμπεραλισμός ως οικονομική Θεολογία της Τάξης και επικοινωνιακός λόγος)
Richard Werner (Princes of the Yen: Central Banks and the Transformation of the Economy - What should be done about Greece - and what is likely to happen)
Kelly M. Greenhill (Weapons of Mass Migration. Forced Displacement, Coercion, and Foreign Policy by Kelly M. Greenhill: I) Seminar (Oxford Department of International Development) II) Book Description, Contents and Reviews (Cornell University Press) III) Forced Displacement as an Instrument of Coercion (Article))
John D. Fonte (Cultural Diplomacy, Global Governance, and Democratic Sovereignty. A Lecture by John D. Fonte (ICD - Institute for Cultural Diplomacy). Author of "Sovereignty or Submission: Will Americans Rule Themselves or be Ruled by Others?")
Shogo Suzuki, Yongjin Zhang, Joel Quirk (Before the Rise of the West. International Orders in the Early Modern World. Edited by Shogo Suzuki, Yongjin Zhang, Joel Quirk. Book review)
Prasannan Parthasarathi (Prasannan Parthasarathi's «Why Europe Grew Rich and Asia Did Not». Review.)
Christian Joppke (The Decline and Rise of Public Spaces: 'Civic Integration' to Beat the Parallel Society?)
Henry C. K. Liu (The New Millennium - Regional Integration Without Empire - part I)
Ian Bremmer (Νικητές και ηττημένοι σε έναν ακυβέρνητο (δίχως ηγεσία) κόσμο - Μέρος α´. Απόσπασμα από ομιλία)
Liu Zuokui (The Role of Central and Eastern Europe in the Building of Silk Road Economic Belt)
Azar Gat (Γιατί επικράτησαν οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» στον 20ο αιώνα και τέσσερις Μεγα-Τάσεις που θα καθορίσουν τον 21ο αιώνα).
François Thual (Αυτοπροσδιορισμός, γεωγραφική περιοχή, οικονομία και γεωπολιτική)
Xiaotong Zhang (China’s Eurasian Pivot)
François Géré (Τέταρτη εξουσία και παραγωγοί της κοινής γνώμης - 2013: Το «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ε.Ε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: μια αμφισβητούμενη εξουσία)
Alexander Zinoviev (”The West and Russia - A Controlled Catastrophe”)
Emmanuel Todd (Can the European Union Hold? και αναφορές στο έργο του)
Stephen Majeski and David Sylvan (An Agent-Based Model of the Acquisition of U.S. Client States - Part I)
.~`~.
II
Τα 20 πιο δημοφιλή -επιλεγμένα από εσάς- κείμενα για το 2015
II
Τα 20 πιο δημοφιλή -επιλεγμένα από εσάς- κείμενα για το 2015
1.Western Theory, Global World: Western Bias in International Theory (Harvard International Review).
2.Τρία σύντομα σχόλια για το εσωτερικό σκηνικό.
3.Η κορύφωση μιας ιστορικής περιόδου.
4.«Γκωλισμός» (Gaullism) και «Ευρωπαϊσμός». Σύντομο σχόλιο.
5.I. Άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών. Η.Π.Α - Κίνα - Ρωσία - Η.Β (1820-2020) II. Ασία - Β. Αμερική - Ε.Ε (1950-2020). GDP based (PPP) share of world total (%). Πλανητικός μετασχηματισμός.
6.Μετά τις εκλογές - μέρος α´ (και ένα πρόχειρο διάγραμμα).
7.Δύο χάρτες που αφορούν την Ελλάδα και μια αναφορά στις τρέχουσες πλανητικές εξελίξεις.
8.Παγκόσμια, δυτικά και ευρωπαϊκά οικονομικά και πληθυσμιακά μεγέθη κατά τον πλανητικό μετασχηματισμό.
9.I) Ενδοευρωπαϊκές διαιρετικές τομές - μέρος α´ και II) Διαιρέσεις με αφορμή την περίπτωση της Ελλάδας.
10.Τρεις θεμελιώδεις -και ενοχλητικές- πραγματικότητες: Ι) Πρέπει να επιμείνουμε στα ουσιώδη και τα καίρια ΙΙ) Το σπουδαιότερο και πολυπλόκαμο ενδογενές πρόβλημα ΙΙΙ) Είδη -παροδικής και οριστικής- κατοχής, εξάρτησης ή αποικιοποίησης.
11.Περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης» (global governance) - μέρος α´.
12.Global Governance (Παγκόσμια Διακυβέρνηση) και κυριαρχία. Εισαγωγή.
13.Γιατί επικράτησαν οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» στον 20ο αιώνα και τέσσερις Μεγα-Τάσεις που θα καθορίσουν τον 21ο αιώνα
14.Επιστροφή στο 2007. Στην απαρχή του κύκλου εσωτερικής κατάρρευσης.
15.Ο «κεντρισμός» ως οικονομικο-πολιτικός μονόλογος και η πολιτιστική αυτοχθονία ως πολιτική πολυφωνία. Εισαγωγή στις έννοιες του πολιτικού και πολιτιστικού «προστατευτισμού».
16.Πεδία αποσταθεροποίησης και Ελλάδα.
17.Asian Infrastructure Investment Bank (AIIB) και Πλανητικός Μετασχηματισμός.
18.Εξωτερικές ροές και εσωτερική απίσχνανση.
19.Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης.
20.Νικητές και ηττημένοι σε έναν ακυβέρνητο (δίχως ηγεσία) κόσμο - Μέρος α´. Απόσπασμα από ομιλία.
.~`~.
III
Επιλεγμένα -από εμένα- κείμενα (επίκαιρα ή όχι)
III
Επιλεγμένα -από εμένα- κείμενα (επίκαιρα ή όχι)
Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση» (19 Μαΐ 2015).
«Δύση και Ισλάμ» - μέρος α´. Εισαγωγή στην αλληλοσυσχέτιση οντολογίας, επιστημολογίας, αξιολογίας και πολιτικής και στον τρόπο δικαιολόγησης και νομιμοποίησης στην ισλαμική και δυτική πραξεολογία. (10 Νοε 2012)
Για τον γυάλινο πύργο'μικρά «ευρωπαϊκά» γ´. The Decline of Europe - Interview with Historian Walter Laqueur. (26 Οκτ 2013)
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία. Ένας ιστορικός κύκλος. (10 Μαΐ 2015)
Κίνα, Ανατολική Μεσόγειος και Φιλελεύθερη Τάξη σε έναν ΜεταΔυτικό Κόσμο - μέρος α´: I) The Future of the International Liberal Order II) China’s Increasing Role in the Mediterranean III) NATO Should Adapt Geographic Division of Labor, Work with China in Mediterranean και IV) Επιλογικές Επισημάνσεις. (7 Φεβ 2015)
Το Ισλάμ και τα ισλάμ - μέρος α´ . Γενικά στοιχεία για την προσέγγιση της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής του ισλαμιστικού κινήματος (2 Σεπ 2013).
Τι ήταν το «Κέντρο»; Γιατί η χώρα είναι μετέωρη και δεν διαθέτει ταυτότητα, προσανατολισμό και στρατηγική. (1 Μαρ 2015)
The 'Sunni Turn' Against The 'Shiite Crescent': How The Strategic Stupidity Of Washington (And Its Allies) Created ISIS - και ενδοϊσλαμικοί ανταγωνισμοί στο σύστημα Συρίας-Λιβάνου. (8 Αυγ 2014)
Πλανητικός μετασχηματισμός. Ελπίδα, εξευτελισμός και φόβος. Ασία, Αραβικός κόσμος και Δύση. (20 Μαρ 2015)
Η κρίση του αραβικού εθνικισμού και το ζήτημα της πολιτικής νομιμότητας σε συσχέτιση με την κρίση του εθνοκράτους υπό τις γραφειοκρατικού και μοναρχικού τύπου αυταρχικές δικτατορίες. (10 Ιουν 2014).
Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος γ´. Η Ισλαμική Αναβίωση (8 Αυγ 2014).
«Δύση και Ισλάμ» μέρος β´. Εισαγωγικά συγκριτικά σχόλια στις οντολογικές και επιστημολογικές αντιλήψεις και στον κοινωνικο-οικονομικό και πολιτιστικο-θρησκευτικό πλουραλισμό. (11 Ιουν 2014)
Σκέψεις και προβληματισμοί για το μέλλον. (26 Ιουν 2015)
I) Ελλάδα και κυριαρχία II) «Κρίση» και επέκταση κυριαρχίας III) Ελλάδα και κόμματα. Τρεις σύντομοι σχολιασμοί. (5 Οκτ 2015)
Η «κοινοβουλευτική δημοκρατία» και το τσαντόρ. (5 Αυγ 2014)
Ο Ατλαντικός Ωκεανός στις αρχές του 21ου αιώνα - μέρος α´. (14 Μαρ 2015)
Μεσόγειος και Μέση Ανατολή σε μετάβαση: Αντιφάσεις και ανεπάρκειες της μεσογειακής πολιτικής της Ε.Ε. Κύριοι διαχρονικοί στόχοι, επιθυμίες και ανησυχίες, και οι δέκα πληγές της πολιτικής της προς τα μεσογειακά κράτη (απόσπασμα από ομιλία) (28 Ιουλ 2014)
Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση. (12 Μαρ 2014)
Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης. (7 Μαΐ 2014)
Θάλασσες και γεωγραφικές λειτουργικότητες της Ευρώπης. Εισαγωγή (17 Μαΐ 2015).
Γιατί η «Ευρώπη» αποτυγχάνει - μέρος α´. (9 Ιουν 2014)
Μεσευρώπη (Mitteleuropa), αυτοκρατορική περίοδος και εθνικές μειονότητες κατά την περίοδο του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. (29 Ιαν 2015)
Τέσσερα επίκαιρα σχόλια. (18 Οκτ 2015)
Οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες ή «πόσο θα ανέβει ο Φ.Π.Α στο γάλα»; Η «Ευρώπη» σε μια ματιά. (6 Ιουν 2015)
Εξαΰλωση, καταστροφή και κατακερματισμός εθνοκρατικών σχηματισμών και επανασύσταση παλαιοαυτοκρατορικών δομών με «νέα» μορφή. (19 Αυγ 2015)
Περί των εξελίξεων στις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας. Περιφερειακά και παγκόσμια διακυβεύματα και στρατηγικές σημασίες. (23 Αυγ 2014)
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο (15 Αυγ 2015).
J’accuse: Leftist intellectuals turn right. Unusual ideological bedfellows in France are uniting against globalization and the euro. (21 Οκτ 2015)
Με αφορμή το ζήτημα της Καταλονίας. Σύντομη αναφορά για τα τρία επίπεδα -ξανά- και τη σχέση υπερεθνικού, (δι)εθνικού και υποεθνικού (26 Σεπ 2015).
Πέντε σύντομοι σχολιασμοί: I) Εκλογές. Προς τι; II) Αριστερά, δεξιά και υπερεθνικό ευρωπαϊκό κομματικό σύστημα III) και IV) Λατινο-Ορθόδοξο-Ισλαμική Μεσόγειος και ΓαλλοΟθωμανικές -υποθετικές- αναλογίες και V) «Οικουμένες», πολιτιστικοί και εμπορικοί χώροι ή «υποσυστήματα» του παγκόσμιου συστήματος του 13ου αιώνα. (1 Σεπ 2015)
II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου και I) Εκτενής πρόλογος και γενικότεροι προβληματισμοί περί της «Ευρώπης». (19 Νοε 2014)
Από τον Κόλπο του Kattegat και τα Στενά Skagerrak στις Δαλματικές ακτές. Παράδειγμα σύνδεσης γεωγραφίας και (γεω)πολιτισμού. (12 Μαρ 2015)
Σύντομο σχόλιο περί γαλλικής Laïcité και Ισλάμ (27 Φεβ 2015)
Η μακρά παγκόσμια κυρίαρχη τάση των τελευταίων δύο αιώνων και η αντίστροφη πειραματική ακροβασία της Ε.Ε. (12 Μαρ 2015)
There's nothing you can do, to stop it from happening. (3 Νοε 2014)
Δύο σύντομα σχόλια περί Κίνας και «Κεντρικού Ισλάμ». (8 Απρ 2015)
Χριστιανοδημοκρατία, ορντολιμπεραλισμός και «Ευρώπη». Εισαγωγικό σχόλιο (11 Μαΐ 2015).
Η παλαιά και η νέα «κοινωνική μηχανική». Η ιδεολογία για το «καθυστερημένο έθνος» και η «συνάφεια ομολογίας συλλογικής ενοχής και ευδαιμονίας» ως προσπάθεια «κανονικοποίησης», «αναδιαπαιδαγώγησης» και «εξευρωπαϊσμού» της ελληνικής κοινωνίας στη μεταπτωχευμένη Ελλάδα. (1 Μαρ 2015)
Δυτικο(ευρω)κεντρικός επαρχιωτισμός και Κίνα. Μια σύντομη εισαγωγική αναφορά. (20 Σεπ 2014)
«Νεομεσαιωνισμός», Ευρωπαϊκή Ένωση, κυριαρχία και περιφερειακή ολοκλήρωση κρατών. (11 Μαΐ 2015)
Anti-System Politics. Alternative Normative Attractors in Chaotic Political Systems: The Case of the Front National. (27 Οκτ 2013)
Με αφορμή τα αυτονομιστικά κινήματα και τις υποεθνικές-κρατικές τάσεις και πιέσεις: Ο «νεομεσαιωνισμός» ή «New medievalism» ως ένα πρότυπο διακυβέρνησης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, τρεις οπτικές θεώρησης της παγκοσμιοποίησης -από τα μάτια του τωρινά ισχυρού- και δυο λόγια εισαγωγικά περί «εδαφικών» και μη ιδεολογιών. (23 Φεβ 2014)
21 επιλεγμένα σημειώματα με άξονα το «Γερμανικό ζήτημα». (13 Ιουλ 2015)
17 επιλεγμένες αναρτήσεις με άξονα την Κίνα. (1 Φεβ 2015)
Περί «αναπτύξεως» και «παγκόσμιας οικονομίας» (Weltwirtschaft). Πρακτικά, με αφορμή την περίπτωση της Ελλάδας. (28 Ιουλ 2015)
Από το ευρωκεντρικό πολυπολικό στο εξωευρωπαϊκό διπολικό σύστημα. Ιστορική αναδρομή και επιπτώσεις για τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και την Ε.Ε. (6 Αυγ 2015)
.~`~.
α´
Κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960 ο Peter Berger, ο Harvey Cox και άλλοι διανοούμενοι και κοινωνικοί επιστήμονες ήταν διαπρύσιοι κήρυκες και υποστηρικτές της «θεωρίας της εκκοσμίκευσης» (secularization theory). Αυτή η θεωρία έκρινε πως η βελτίωση της τεχνολογίας και η επέκταση της «νεωτερικότητας» θα οδηγούσε στην παρακμή ή μείωση του φαινομένου που ονομάζεται «θρησκεία» και θα ζούσαμε όλοι μαζί αγαπημένοι σε αυτό που ο Cox ονόμασε «κοσμική πόλη». Όσοι και όσες παρακολουθείτε το ιστολόγιο ήδη θα έχετε διακρίνει μια έμμεση κριτική προς τη λεγόμενη «θεωρία της εκκοσμίκευσης»:
Η προηγούμενη παρατήρηση αναφέρεται στη διεθνοπολιτική διάσταση βέβαια και όχι σε αυτήν της λατρευτικής πρακτικής.
Το ενδιαφέρον είναι πως τόσο ο Cox όσο και ο Berger, άλλαξαν τις τοποθετήσεις τους κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Ο Cox δήλωσε πως το μέλλον της θρησκείας βρίσκεται στα λαϊκά κινήματα/Grassroots Movements (δεν αναφέρεται στο Ισλάμ ή στις εθνικές/αυτόχθονες θρησκείες αλλά στη θεολογία της απελευθέρωσης, τους πεντηκοστιανούς κ.λπ). Ο Berger με τη σειρά του υποστήριξε ότι, μακράν του να βρίσκεται σε παρακμή στο σύγχρονο κόσμο, η θρησκεία στην πραγματικότητα βιώνει μια αναζωπύρωση. Ο Berger ισχυρίζεται με εμφατικό τρόπο ότι «η υπόθεση πως ζούμε σε έναν εκκοσμικευμένο κόσμο είναι ψευδής... Ο κόσμος σήμερα είναι όσο θρησκευτικός ή θρησκευόμενος ήταν πάντα.»
Το βιβλίο «Απο-Εκκοσμίκευση του Κόσμου» (The Desecularization of the World: Resurgent Religion and World Politics) γράφτηκε δύο χρόνια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Ο Berger δεν ξαφνιάστηκε από τις επιθέσεις. Επισημαίνει ότι «παραπλανηθήκαμε να πιστεύουμε πως ο εκσυγχρονισμός οδηγούσε στην εκκοσμίκευση, κυρίως επειδή οι πολιτιστικοί φορείς μιας ελίτ της εκκοσμίκευσης αποτέλεσαν μια ευδιάκριτη μειονότητα ακαδημαϊκών που οδήγησαν μυωπικά όλους τους υπόλοιπους να πιστεύουν σε αυτή την υπόθεση». Ο Berger διερευνά πώς η εκκοσμίκευση αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί την ιδεολογία μιας αμερικανικής και ευρωπαϊκής ελίτ...
Η αναβίωση του Ισλάμ -πολιτικού ή μη- και η αντοχή της ευρείας θρησκευτικής πίστης στις σύγχρονες κοινωνίες -Αμερική- έχει δημιουργήσει μια κρίση πίστης μεταξύ των κοσμικών (a crisis of faith among secularists - η αναφορά περί κοσμικής πίστης είναι απολύτως ορθή καθώς μιλάμε για secular religiosity). Αν η νεωτερικότητα δεν συνεπάγεται μια κοσμική προοπτική, αυτή της εκκοσμίκευσης, και εξ ορισμού δεν μπορεί να δημιουργήσει καμία αξία πέρα από μια αδιάφορη ανοχή όλων των πεποιθήσεων, τότε τι ρόλο θα παίξει η θρησκεία στον 21ο αιώνα; Ας μην ξεχνάμε πως ακόμα και αυτά τα περίφημα «ανθρώπινα δικαιώματα» ουδόλως «οικουμενικά» είναι. Έχουν συγκεκριμένη πολιτιστική και θρησκευτική καταγωγή: «Historically, Hopgood writes, universal humanist norms inspired a sense of secular religiosity among the new middle classes of a rapidly modernizing Europe. Human rights were the product of a particular worldview (Western European and Christian) and specific historical moments (humanitarianism in the nineteenth century, the aftermath of the Holocaust)» [Stephen Hopgood: The Endtimes of Human Rights].
«Δεξιοί ορθολογιστές» των οποίων η σκέψη κινείται μεταξύ Weber, Durkheim και Luhmann ας προετοιμαστούν ψυχολογικά για εκπλήξεις και «αριστεροί κοσμικιστές» που θεωρούν πως αποτελούν συνεχιστές του «διαφωτισμού» και αντιλαμβάνονται το ζήτημα «θρησκεία» ως ταυτιζόμενο με τη «δεξιά» ας προετοιμάζονται για εξαφάνιση -αυτής- της «αριστεράς» από το πολιτικό και ιδεολογικό προσκήνιο ή την πλήρη αφομοίωση της σε έναν κάποιο «φιλελευθερισμό».
Δεν αμφισβητείται απλά η σύνδεση μεταξύ της θεωρίας της εκκοσμίκευσης (Secularisation Theory) και της θεωρίας του εκσυγχρονισμού (Modernisation Theory), αλλά και τα ίδια τα θεμέλια των δύο αυτών θεωριών ξεχωριστά.
Ο Berger ερωτώμενος σε συνέντευξη για την πλήρη αντιστροφή της θέσης του τόνισε: «Η αλλαγή συνέβη σταδιακά και δεν οφειλόταν σε κάποια αλλαγή θεολογικής ή φιλοσοφικής τοποθέτησης. Βασικά ήταν το βάρος των στοιχείων... Αρκετά πριν από τη δεκαετία του 1990 -θα έλεγα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980- οι περισσότεροι, αλλά όχι όλοι, κοινωνιολόγοι συμφωνούσαν πως η αρχική θέση περί εκκοσμίκευσης ήταν αστήρικτη στη βασική της μορφή, η οποία υποστήριζε πως ο εκσυγχρονισμός και η εκκοσμίκευση είναι αναγκαστικά συσχετιζόμενες εξελίξεις...»
Στο τέλος αυτό που θα φανερωθεί θα είναι η αποτυχία -και ο ευρωκεντρισμός- του μεγαλύτερου μέρους του κλάδου της κοινωνιολογίας ως «επιστήμης» (*).
Σταδιακά εισερχόμαστε σε μια εποχή μετα-εκκοσμίκευσης (post-secularism) ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, ζούμε την απαρχή μιας διαδικασίας απο-εκκοσμίκευσης του κόσμου (desecularization of the world).
Ο κόσμος, οι ιδέες, τα δόγματα, τα αξιώματα, οι ιδεολογίες, τα πρότυπα, οι ιστοριογραφίες, οι αντιλήψεις που θεμελιώθηκαν ή κατασκευάστηκαν κατά -τον 18ο και κυρίως- τον 19ο αιώνα και όρισαν ή διαμόρφωσαν τον πλανήτη τους επόμενους δύο αιώνες, τρίζουν, καταρρέουν, απομυθοποιούνται, αποδομούνται ή διέρχονται «κρίση» (και μαζί τους οι «οικουμενικές» ή «καθολικές» αξιώσεις που έφεραν).
Η κοινωνική επιστήμη ήταν ευρωκεντρική σε όλη τη διάρκεια της θεσμικής ιστορίας της, από τότε δηλαδή που φτιάχτηκαν τμήματα που δίδασκαν κοινωνικές επιστήμες μέσα στα πανεπιστημιακά συστήματα... Στην πραγματικότητα, οι διάφοροι κλάδοι της κοινωνικής επιστήμης εντοπίζονταν σε συντριπτικό βαθμό, τουλάχιστον μέχρι το 1945, σε πέντε μόλις χώρες -Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία και Η.Π.Α. Αλλά ακόμη και σήμερα, παρά την παγκόσμια εξάπλωση της κοινωνικής επιστήμης ως δραστηριότητας, οι κοινωνικοί επιστήμονες παραμένουν, στη μεγάλη πλειονότητα τους, ευρωπαίοι.
Όλες οι θεωρίες σταδίων -του Κοντ, του Σπένσερ ή του Μάρξ-, για να μείνουμε σε μερικά μόνο ονόματα ενός μεγάλου καταλόγου- αποτελούσαν κατεξοχήν θεωρητικοποιήσεις αυτού που ονομάστηκε «αντίληψη των Ουίγων περί ιστορίας». Δηλαδή της εκ προοιμίου βεβαιότητας, πως το σήμερα είναι το καλύτερο σήμερα που γνώρισε ποτέ η υφήλιος, και πως το παρελθόν οδηγούσε αναπόδραστα στο παρόν. Ακόμα και εμπειρικιστές ιστορικοί, όσο και αν διακήρυσσαν την αποστροφή τους για κάθε είδους θεωρία, έτειναν ν'αποτυπώνουν στα γραπτά τους μια ασύνειδη θεωρία σταδίων που διέτρεχε τη σκέψη τους χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν... η ευρωπαϊκή κοινωνική επιστήμη ήταν αποφασιστικά οικουμενιστική. Βεβαίωνε πως ό,τι συνέβη στην Ευρώπη από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα εξέφραζε ένα γενικής εφαρμογής πρότυπο, είτε επειδή αποτελούσε ένα προοδευτικό και αναντίστρεπτο επίτευγμα της ανθρωπότητας είτε επειδή σήμαινε την ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών, καθώς απομάκρυνε τα τεχνητά εμπόδια. Ότι έβλεπες σήμερα στην Ευρώπη δεν ήταν απλώς καλό'ήταν αυτό που θα έβλεπες αύριο παντού... Αλλά τα τελευταία τριάντα χρόνια οι οικουμενιστικές θεωρίες της νεωτερικής κοινωνικής επιστήμης αντιμετωπίζουν κι ένα [ακόμα] είδος επίθεσης. Υποστηρίζεται πως αυτές οι δήθεν οικουμενικές θεωρίες στην πραγματικότητα δεν είναι οικουμενικές, αλλά μάλλον παρουσιάζουν το δυτικό ιστορικό σχήμα σαν να ήταν οικουμενικό. Έτσι λοιπόν η κοινωνική επιστήμη κατηγορήθηκε ως ευρωκεντρική στο μέτρο που ήταν ιδιαιτεροκρατική. Μάλιστα κάποιοι είπαν πως δεν ήταν απλώς ευρωκεντρική, αλλά και άκρως επαρχιώτικη. Αυτό έτσουξε για τα καλά, αφού η νεωτερική κοινωνική επιστήμη σεμνυνόταν ιδιαίτερα πως είχε κατορθώσει να αρθεί πάνω από κάθε επαρχιωτισμό...
Όλοι οι πολιτικοί τρόποι σκέψης, είτε αυτοί είναι «σοσιαλιστικοί» είτε «σοσιαλδημοκρατικοί» είτε «φιλελεύθεροι» είτε οτιδήποτε άλλο, καταλήγουν από κοινού, ότι μόνο με «κοινωνικά μέτρα» μπορεί κάτι τι ν'αλλάξη, και θεωρούν κάθε πρόβλημα ως υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κλάδοι σήμερα των λεγομένων «θεωρητικών επιστημών» (της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων) έχουν λίγο ή πολύ τον χαρακτήρα της «Κοινωνιολογίας». Προέκυψε έτσι ένας «διανοουμενίστικος ρατσισμός», από τον οποίον έπεται επίσης και κάθε άλλος. Σε όλους τους εν λόγω κλάδους, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από τις ιδέες του A. Comte, δια του Hegel, Μαρξ, E. Durkheim μέχρι του Γκομπινώ (με τις «γραμμικές» του αντιλήψεις για τον εκφυλισμό των μεσογειακών λαών!!!) παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, ουδέποτε αμφισβητείται ο μικρός αυτός χώρος και κάθε τι άλλο έξω απ'αυτόν φαίνεται αναγκαίο... το ιδεολογικό μηχάνημα του δυτικού κόσμου συνεχίζει να δουλεύη με τα ίδια πάντα επαναλαμβανόμενα νοήματα και τις ίδιες πάντα συνειδητές παραποιήσεις. Από τη μια μεριά η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η χειραφέτηση που οδηγούν στην «ανάπτυξη», από την άλλη ο «δεσποτισμός» και η «ανελευθερία» που οδηγούν στην «καθυστέρηση». Τόσο απλά θέλησε τα πράγματα ο Μάξ Βέμπερ - ο οποίος μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για πράγματα που ήξερε και γι'αυτά που δεν ήξερε - και τόσο απλά προσφέρονται πάντα. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζη και οι ιδεολογίες δεν αλλάζουν, καλό οπωσδήποτε δεν είναι... Οι διχοτομήσεις αυτές μεταξύ «καθυστερήσεως» και «προόδου» σκοπό βέβαια έχουν να μεταφέρουν στην μέση κοινή συνείδηση την αντίληψη, ότι αιτία καθυστερήσεως των «καθυστερημένων» είναι αποκλειστικώς οι ίδιοι και ότι το «Διεθνές Δίκαιο» δεν έχει άλλον σκοπό ειμή την διάδοση της «δημοκρατίας» ανα τον κόσμο. Τον προηγούμενο αιώνα τον ρόλο της «δημοκρατίας» τον έπαιζε η «αποστολή του εκπολιτισμού»...
Επί δύο συνεπώς αιώνες τα πράγματα παραμένουν ιδεολογικώς τα ίδια, παρά την σωρεία παραδειγμάτων που αναφέραμε και αποδεικνύουν πλήρως ότι οι ιδεολογικές αυτές κατασκευές είναι τελείως αναντίστοιχες προς την υφιστάμενη εξέλιξη του κόσμου...
Ενδεικτικές παραπομπές για το βιβλίο του Peter Berger, The Desecularization of the World: Resurgent Religion and World Politics:
1) http://www.amazon.com/The-Desecularization-World-Resurgent-Religion/dp/0802846912
2) http://www.publishersweekly.com/978-0-8028-4691-4
3) http://www.iasc-culture.org/THR/archives/AfterSecularization/8.12PBerger.pdf.
4) http://www.staff.amu.edu.pl/~ewa/Habermas,%20Notes%20on%20Post-Secular%20Society.pdf
Ενδεικτικές παραπομπές γενικότερα για το ζήτημα θρησκευτικής «αναβίωσης», πολιτικής και διεθνών σχέσεων: 1) Introduction to International Relations and Religion 2) Bringing Religion Into International Relations 3) The Global Resurgence of Religion and the Transformation of International Relations. The Struggle for the Soul of the Twenty-First Century 4) Religion, Diplomacy, and International Relations 5) Religion, Politics and International Relations: Selected Essays 6) The Multiple Impacts of Religion on International Relations: Perceptions and Reality 7) Religion and International Relations theory. Towards a mutual understanding
Η σύγκλιση των αναπτυξιακών προτύπων και η διάδοση της τεχνολογίας σε πλανητική κλίμακα, παράλληλα με το φαινόμενο το οποίο ονομάζουμε -κάπως γενικά και αόριστα- παγκοσμιοποίηση, αντί να δημιουργήσουν έναν «επίπεδο», ομοιόμορφο και ομοιογενή ΚόσμοΧώρο (όπως προέβλεπαν πολλοί), τροφοδότησαν την αναβίωση πολιτισμικών, θρησκευτικών και νεοπαραδοσιακών μορφών και ταυτοτήτων. Αυτό συμβαίνει διότι ο οικονομικός ή/και δημογραφικός δυναμισμός παράλληλα με τη διάδοση των τεχνολογικών μέσων τροφοδοτούν την πολιτιστική, πολιτική και στρατιωτική αυτοεπιβεβαίωση της ιθαγενούς κουλτούρας (όπου δεν κυριαρχεί ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός).
ΝεοΚομφουκιανισμός στην Κίνα, ΝεοΟθωμανισμός στην Τουρκία, ΝεοΙνδουισμός στην Ινδία, «αναβιώσεις» σε όλη τη γεωγραφία του Ισλάμ (κεντρικού ή μη), ΝεοΣυντηρητισμός (; - ή όπως αλλιώς θέλετε) στη Ρωσία και στις Η.Π.Α. Το υπόβαθρο της Ε.Ε κατά κάποιους θεωρείται ως νεοπαραδοσιακή αντίδραση, αν και γενικότερα η Ε.Ε έχει πρόβλημα τόσο ταυτότητας όσο και στρατηγικής. Αυτό είναι το νέο πλανητικό σκηνικό.
1) Σύντομη παρατήρηση για το πλανητικό σκηνικό και την αναβίωση πολιτισμικών, θρησκευτικών και νεοπαραδοσιακών μορφών και ταυτοτήτων.
2) Ο «κεντρισμός» ως οικονομικο-πολιτικός μονόλογος και η πολιτιστική αυτοχθονία ως πολιτική πολυφωνία. Εισαγωγή στις έννοιες του πολιτικού και πολιτιστικού «προστατευτισμού».
2) Ο «κεντρισμός» ως οικονομικο-πολιτικός μονόλογος και η πολιτιστική αυτοχθονία ως πολιτική πολυφωνία. Εισαγωγή στις έννοιες του πολιτικού και πολιτιστικού «προστατευτισμού».
Η προηγούμενη παρατήρηση αναφέρεται στη διεθνοπολιτική διάσταση βέβαια και όχι σε αυτήν της λατρευτικής πρακτικής.
Το ενδιαφέρον είναι πως τόσο ο Cox όσο και ο Berger, άλλαξαν τις τοποθετήσεις τους κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Ο Cox δήλωσε πως το μέλλον της θρησκείας βρίσκεται στα λαϊκά κινήματα/Grassroots Movements (δεν αναφέρεται στο Ισλάμ ή στις εθνικές/αυτόχθονες θρησκείες αλλά στη θεολογία της απελευθέρωσης, τους πεντηκοστιανούς κ.λπ). Ο Berger με τη σειρά του υποστήριξε ότι, μακράν του να βρίσκεται σε παρακμή στο σύγχρονο κόσμο, η θρησκεία στην πραγματικότητα βιώνει μια αναζωπύρωση. Ο Berger ισχυρίζεται με εμφατικό τρόπο ότι «η υπόθεση πως ζούμε σε έναν εκκοσμικευμένο κόσμο είναι ψευδής... Ο κόσμος σήμερα είναι όσο θρησκευτικός ή θρησκευόμενος ήταν πάντα.»
Το βιβλίο «Απο-Εκκοσμίκευση του Κόσμου» (The Desecularization of the World: Resurgent Religion and World Politics) γράφτηκε δύο χρόνια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Ο Berger δεν ξαφνιάστηκε από τις επιθέσεις. Επισημαίνει ότι «παραπλανηθήκαμε να πιστεύουμε πως ο εκσυγχρονισμός οδηγούσε στην εκκοσμίκευση, κυρίως επειδή οι πολιτιστικοί φορείς μιας ελίτ της εκκοσμίκευσης αποτέλεσαν μια ευδιάκριτη μειονότητα ακαδημαϊκών που οδήγησαν μυωπικά όλους τους υπόλοιπους να πιστεύουν σε αυτή την υπόθεση». Ο Berger διερευνά πώς η εκκοσμίκευση αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί την ιδεολογία μιας αμερικανικής και ευρωπαϊκής ελίτ...
Η αναβίωση του Ισλάμ -πολιτικού ή μη- και η αντοχή της ευρείας θρησκευτικής πίστης στις σύγχρονες κοινωνίες -Αμερική- έχει δημιουργήσει μια κρίση πίστης μεταξύ των κοσμικών (a crisis of faith among secularists - η αναφορά περί κοσμικής πίστης είναι απολύτως ορθή καθώς μιλάμε για secular religiosity). Αν η νεωτερικότητα δεν συνεπάγεται μια κοσμική προοπτική, αυτή της εκκοσμίκευσης, και εξ ορισμού δεν μπορεί να δημιουργήσει καμία αξία πέρα από μια αδιάφορη ανοχή όλων των πεποιθήσεων, τότε τι ρόλο θα παίξει η θρησκεία στον 21ο αιώνα; Ας μην ξεχνάμε πως ακόμα και αυτά τα περίφημα «ανθρώπινα δικαιώματα» ουδόλως «οικουμενικά» είναι. Έχουν συγκεκριμένη πολιτιστική και θρησκευτική καταγωγή: «Historically, Hopgood writes, universal humanist norms inspired a sense of secular religiosity among the new middle classes of a rapidly modernizing Europe. Human rights were the product of a particular worldview (Western European and Christian) and specific historical moments (humanitarianism in the nineteenth century, the aftermath of the Holocaust)» [Stephen Hopgood: The Endtimes of Human Rights].
«Δεξιοί ορθολογιστές» των οποίων η σκέψη κινείται μεταξύ Weber, Durkheim και Luhmann ας προετοιμαστούν ψυχολογικά για εκπλήξεις και «αριστεροί κοσμικιστές» που θεωρούν πως αποτελούν συνεχιστές του «διαφωτισμού» και αντιλαμβάνονται το ζήτημα «θρησκεία» ως ταυτιζόμενο με τη «δεξιά» ας προετοιμάζονται για εξαφάνιση -αυτής- της «αριστεράς» από το πολιτικό και ιδεολογικό προσκήνιο ή την πλήρη αφομοίωση της σε έναν κάποιο «φιλελευθερισμό».
β´
My point is that the assumption that we live in a secularized world is false. The world today, with some exceptions to which I will come presently, is as furiously religious as it ever was, and in some places more so than ever. This means that a whole body of literature by historians and social scientists loosely labeled "secularization theory" is essentially mistaken. In my early work I contributed to this literature. I was in good company—most sociologists of religion had similar views, and we had good reasons for holding them. Some of the writings we produced still stand up. Although the term "secularization theory" refers to works from the 1950s and 1960s, the key idea of the theory can indeed be traced to the Enlightenment. That idea is simple: Modernization necessarily leads to a decline of religion, both in society and in the minds of individuals. And it is precisely this key idea that has turned out to be wrong.
The Desecularization of the World - Peter L. Berger
How to understand China? How to make sense of it? I' m afraid the lazy western mind assume that it can just think in western terms, through western principles, according to western values and western criteria and there by, make sense of china... This is not the case. We can not possible understand a society like China, with such a different history and such a different culture by simply using western centric ways of thinking... This is a big problem for us, because for over 200 years west dominated the world and in the process has come to believe that essentially the process of modernization, is the process of westernization, that there is only one destination in terms of the process of modernization, and that is ultimately to be like us.
Δεν αμφισβητείται απλά η σύνδεση μεταξύ της θεωρίας της εκκοσμίκευσης (Secularisation Theory) και της θεωρίας του εκσυγχρονισμού (Modernisation Theory), αλλά και τα ίδια τα θεμέλια των δύο αυτών θεωριών ξεχωριστά.
Ο Berger ερωτώμενος σε συνέντευξη για την πλήρη αντιστροφή της θέσης του τόνισε: «Η αλλαγή συνέβη σταδιακά και δεν οφειλόταν σε κάποια αλλαγή θεολογικής ή φιλοσοφικής τοποθέτησης. Βασικά ήταν το βάρος των στοιχείων... Αρκετά πριν από τη δεκαετία του 1990 -θα έλεγα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980- οι περισσότεροι, αλλά όχι όλοι, κοινωνιολόγοι συμφωνούσαν πως η αρχική θέση περί εκκοσμίκευσης ήταν αστήρικτη στη βασική της μορφή, η οποία υποστήριζε πως ο εκσυγχρονισμός και η εκκοσμίκευση είναι αναγκαστικά συσχετιζόμενες εξελίξεις...»
Στο τέλος αυτό που θα φανερωθεί θα είναι η αποτυχία -και ο ευρωκεντρισμός- του μεγαλύτερου μέρους του κλάδου της κοινωνιολογίας ως «επιστήμης» (*).
It’s certainly useful to understand that religion is not about to disappear. The belief is still quite prevalent among intellectuals—secular intellectuals—that religion is a kind of backwoods phenomenon that with rising education will increasingly disappear. That’s not happening. It’s not going to happen.
Peter L. Berger
Σταδιακά εισερχόμαστε σε μια εποχή μετα-εκκοσμίκευσης (post-secularism) ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, ζούμε την απαρχή μιας διαδικασίας απο-εκκοσμίκευσης του κόσμου (desecularization of the world).
Ο κόσμος, οι ιδέες, τα δόγματα, τα αξιώματα, οι ιδεολογίες, τα πρότυπα, οι ιστοριογραφίες, οι αντιλήψεις που θεμελιώθηκαν ή κατασκευάστηκαν κατά -τον 18ο και κυρίως- τον 19ο αιώνα και όρισαν ή διαμόρφωσαν τον πλανήτη τους επόμενους δύο αιώνες, τρίζουν, καταρρέουν, απομυθοποιούνται, αποδομούνται ή διέρχονται «κρίση» (και μαζί τους οι «οικουμενικές» ή «καθολικές» αξιώσεις που έφεραν).
.~`~.
(*)
(*)
Η κοινωνική επιστήμη ήταν ευρωκεντρική σε όλη τη διάρκεια της θεσμικής ιστορίας της, από τότε δηλαδή που φτιάχτηκαν τμήματα που δίδασκαν κοινωνικές επιστήμες μέσα στα πανεπιστημιακά συστήματα... Στην πραγματικότητα, οι διάφοροι κλάδοι της κοινωνικής επιστήμης εντοπίζονταν σε συντριπτικό βαθμό, τουλάχιστον μέχρι το 1945, σε πέντε μόλις χώρες -Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία και Η.Π.Α. Αλλά ακόμη και σήμερα, παρά την παγκόσμια εξάπλωση της κοινωνικής επιστήμης ως δραστηριότητας, οι κοινωνικοί επιστήμονες παραμένουν, στη μεγάλη πλειονότητα τους, ευρωπαίοι.
Όλες οι θεωρίες σταδίων -του Κοντ, του Σπένσερ ή του Μάρξ-, για να μείνουμε σε μερικά μόνο ονόματα ενός μεγάλου καταλόγου- αποτελούσαν κατεξοχήν θεωρητικοποιήσεις αυτού που ονομάστηκε «αντίληψη των Ουίγων περί ιστορίας». Δηλαδή της εκ προοιμίου βεβαιότητας, πως το σήμερα είναι το καλύτερο σήμερα που γνώρισε ποτέ η υφήλιος, και πως το παρελθόν οδηγούσε αναπόδραστα στο παρόν. Ακόμα και εμπειρικιστές ιστορικοί, όσο και αν διακήρυσσαν την αποστροφή τους για κάθε είδους θεωρία, έτειναν ν'αποτυπώνουν στα γραπτά τους μια ασύνειδη θεωρία σταδίων που διέτρεχε τη σκέψη τους χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν... η ευρωπαϊκή κοινωνική επιστήμη ήταν αποφασιστικά οικουμενιστική. Βεβαίωνε πως ό,τι συνέβη στην Ευρώπη από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα εξέφραζε ένα γενικής εφαρμογής πρότυπο, είτε επειδή αποτελούσε ένα προοδευτικό και αναντίστρεπτο επίτευγμα της ανθρωπότητας είτε επειδή σήμαινε την ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών, καθώς απομάκρυνε τα τεχνητά εμπόδια. Ότι έβλεπες σήμερα στην Ευρώπη δεν ήταν απλώς καλό'ήταν αυτό που θα έβλεπες αύριο παντού... Αλλά τα τελευταία τριάντα χρόνια οι οικουμενιστικές θεωρίες της νεωτερικής κοινωνικής επιστήμης αντιμετωπίζουν κι ένα [ακόμα] είδος επίθεσης. Υποστηρίζεται πως αυτές οι δήθεν οικουμενικές θεωρίες στην πραγματικότητα δεν είναι οικουμενικές, αλλά μάλλον παρουσιάζουν το δυτικό ιστορικό σχήμα σαν να ήταν οικουμενικό. Έτσι λοιπόν η κοινωνική επιστήμη κατηγορήθηκε ως ευρωκεντρική στο μέτρο που ήταν ιδιαιτεροκρατική. Μάλιστα κάποιοι είπαν πως δεν ήταν απλώς ευρωκεντρική, αλλά και άκρως επαρχιώτικη. Αυτό έτσουξε για τα καλά, αφού η νεωτερική κοινωνική επιστήμη σεμνυνόταν ιδιαίτερα πως είχε κατορθώσει να αρθεί πάνω από κάθε επαρχιωτισμό...
Όλοι οι πολιτικοί τρόποι σκέψης, είτε αυτοί είναι «σοσιαλιστικοί» είτε «σοσιαλδημοκρατικοί» είτε «φιλελεύθεροι» είτε οτιδήποτε άλλο, καταλήγουν από κοινού, ότι μόνο με «κοινωνικά μέτρα» μπορεί κάτι τι ν'αλλάξη, και θεωρούν κάθε πρόβλημα ως υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κλάδοι σήμερα των λεγομένων «θεωρητικών επιστημών» (της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων) έχουν λίγο ή πολύ τον χαρακτήρα της «Κοινωνιολογίας». Προέκυψε έτσι ένας «διανοουμενίστικος ρατσισμός», από τον οποίον έπεται επίσης και κάθε άλλος. Σε όλους τους εν λόγω κλάδους, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από τις ιδέες του A. Comte, δια του Hegel, Μαρξ, E. Durkheim μέχρι του Γκομπινώ (με τις «γραμμικές» του αντιλήψεις για τον εκφυλισμό των μεσογειακών λαών!!!) παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, ουδέποτε αμφισβητείται ο μικρός αυτός χώρος και κάθε τι άλλο έξω απ'αυτόν φαίνεται αναγκαίο... το ιδεολογικό μηχάνημα του δυτικού κόσμου συνεχίζει να δουλεύη με τα ίδια πάντα επαναλαμβανόμενα νοήματα και τις ίδιες πάντα συνειδητές παραποιήσεις. Από τη μια μεριά η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η χειραφέτηση που οδηγούν στην «ανάπτυξη», από την άλλη ο «δεσποτισμός» και η «ανελευθερία» που οδηγούν στην «καθυστέρηση». Τόσο απλά θέλησε τα πράγματα ο Μάξ Βέμπερ - ο οποίος μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για πράγματα που ήξερε και γι'αυτά που δεν ήξερε - και τόσο απλά προσφέρονται πάντα. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζη και οι ιδεολογίες δεν αλλάζουν, καλό οπωσδήποτε δεν είναι... Οι διχοτομήσεις αυτές μεταξύ «καθυστερήσεως» και «προόδου» σκοπό βέβαια έχουν να μεταφέρουν στην μέση κοινή συνείδηση την αντίληψη, ότι αιτία καθυστερήσεως των «καθυστερημένων» είναι αποκλειστικώς οι ίδιοι και ότι το «Διεθνές Δίκαιο» δεν έχει άλλον σκοπό ειμή την διάδοση της «δημοκρατίας» ανα τον κόσμο. Τον προηγούμενο αιώνα τον ρόλο της «δημοκρατίας» τον έπαιζε η «αποστολή του εκπολιτισμού»...
Επί δύο συνεπώς αιώνες τα πράγματα παραμένουν ιδεολογικώς τα ίδια, παρά την σωρεία παραδειγμάτων που αναφέραμε και αποδεικνύουν πλήρως ότι οι ιδεολογικές αυτές κατασκευές είναι τελείως αναντίστοιχες προς την υφιστάμενη εξέλιξη του κόσμου...
.~`~.
Ενδεικτικές παραπομπές για το βιβλίο του Peter Berger, The Desecularization of the World: Resurgent Religion and World Politics:
1) http://www.amazon.com/The-Desecularization-World-Resurgent-Religion/dp/0802846912
2) http://www.publishersweekly.com/978-0-8028-4691-4
3) http://www.iasc-culture.org/THR/archives/AfterSecularization/8.12PBerger.pdf.
4) http://www.staff.amu.edu.pl/~ewa/Habermas,%20Notes%20on%20Post-Secular%20Society.pdf
Ενδεικτικές παραπομπές γενικότερα για το ζήτημα θρησκευτικής «αναβίωσης», πολιτικής και διεθνών σχέσεων: 1) Introduction to International Relations and Religion 2) Bringing Religion Into International Relations 3) The Global Resurgence of Religion and the Transformation of International Relations. The Struggle for the Soul of the Twenty-First Century 4) Religion, Diplomacy, and International Relations 5) Religion, Politics and International Relations: Selected Essays 6) The Multiple Impacts of Religion on International Relations: Perceptions and Reality 7) Religion and International Relations theory. Towards a mutual understanding
Τα στοιχεία που ακολουθούν αποτελούν συνέχεια και συμπλήρωμα των επόμενων σημειωμάτων: 1) Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση», 2) Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης, 3) Παγκόσμια, δυτικά και ευρωπαϊκά οικονομικά και πληθυσμιακά μεγέθη κατά τον πλανητικό μετασχηματισμό, 4) II) Ανατολική Ασία, Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Μεγέθη και στοιχεία με βάση την οικονομική, πολιτική και ιστορική Γεωγραφία. I) Εξέλιξη ανεπτυγμένων οικονομιών (G7) και αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομίων της Ασίας (Emerging and developing Asia) από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, 5) I. Άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών. Η.Π.Α - Κίνα - Ρωσία - Η.Β (1820-2020) II. Ασία - Β. Αμερική - Ε.Ε (1950-2020). GDP based (PPP) share of world total (%). Πλανητικός μετασχηματισμός.
Το 1950 οι δέκα πολυπληθέστερες χώρες ήταν οι εξής: 1) Κίνα με 544 εκατομμύρια, 2) Ινδία με 376 εκατομμύρια, 3) Η.Π.Α με 158 εκατομμύρια, 4) Ρωσία με 103 εκατομμύρια, 5) Ιαπωνία με 82 εκατομμύρια, 6) Γερμανία με 70 εκατομμύρια, 7) Ινδονησία με 70 εκατομμύρια, 8) Βραζιλία με 54 εκατομμύρια, 9) Ηνωμένο Βασίλειο με 50 εκατομμύρια και, τέλος, 10) Ιταλία με 47 εκατομμύρια.
Το 2015 οι δέκα πολυπληθέστερες χώρες είναι οι εξής: 1) Κίνα με 1.376 εκατομμύρια, 2) Ινδία με 1.311 εκατομμύρια, 3) Ηνωμένες Πολιτείες με 322 εκατομμύρια, 4) Ινδονησία με 258 εκατομμύρια, 5) Βραζιλία με 208 εκατομμύρια, 6) Πακιστάν με 189 εκατομμύρια, 7) Νιγηρία με 182 εκατομμύρια, 8) Μπαγκλαντές με 161 εκατομμύρια, 9) Ρωσία με 143 εκατομμύρια και, τέλος, 10) Μεξικό ή/και Ιαπωνία με 127 εκατομμύρια (απολύτως οριακά).
Το 1950 τρεις ευρωπαϊκές χώρες (πλην Ρωσίας) συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες του πλανήτη. Το 2015 καμία (πλην Ρωσίας). Και στις πρώτες δεκαπέντε (15) πολυπληθέστερες χώρες δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή χώρα (πλην Ρωσίας πάντα). Η Γερμανία βρίσκεται στην 16η θέση, κάτω από την Αίγυπτο και πάνω (;) από το Ιράν (το Ιράν θα την ξεπεράσει, εάν δεν την έχει ήδη ξεπεράσει). Μέσα στην επόμενη δεκαετία ούτε στις πρώτες είκοσι (20) πολυπληθέστερες χώρες θα υπάρχει κάποια ευρωπαϊκή χώρα (πλην Ρωσίας πάντα).
Το 1950 δύο αμερικανικές χώρες (μια στη Νότια και μια στη Βόρεια Αμερική) συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το 2015 τρεις (Η.Π.Α, Βραζιλία, Μεξικό).
Το 1950 καμία αφρικανική χώρα δεν ήταν μεταξύ των δέκα πολυπληθέστερων χωρών του πλανήτη. Το 2015 βρίσκεται μια (Νιγηρία). Στις πρώτες είκοσι (20) χώρες συγκαταλέγονται τέσσερις (Νιγηρία, Αιθιοπία, Αίγυπτος, Κονγκό).
Το 1950 τέσσερις ασιατικές χώρες (πλην Ρωσίας, η οποία λόγω έκτασης και γεωγραφίας αποτελεί χώρα «πασπαρτού ή γέφυρα») συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το 2015 συγκαταλέγονται πέντε χώρες της ευρύτερης Ασίας (Ανατολική Ασία και Ασία του Ειρηνικού) στις πρώτες δέκα (10) και εννέα στις πρώτες είκοσι (20). Κίνα, Ινδία, Ινδονησία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Βιετνάμ και Ταϊλάνδη.
Το 1950 καμία χώρα της Μέσης Ανατολής δεν συγκαταλεγόταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το ίδιο συμβαίνει και το 2015. Όμως στις πρώτες είκοσι (20) πολυπληθέστερες χώρες υπάρχουν δύο χώρες της Μέσης Ανατολής (Τουρκία και Ιράν) ή τέσσερις της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής (Αίγυπτος και Πακιστάν).
Το 1950 ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 2,55 δισεκατομμύρια. Το 2015 υπολογίζεται σε 7,3 δισεκατομμύρια. Σε περίοδο εξήντα πέντε (65) χρόνων ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αυξήθηκε κατά 4 δισεκατομμύρια 750 εκατομμύρια, περίπου.
Στην Ασία κατοικεί το 60% του συνολικού πληθυσμού (Κίνα και Ινδία, από μόνες τους, αποτελούν περίπου το 37% του παγκόσμιου πληθυσμού). Στην Αφρική κατοικεί το 15,5%. Στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληθυσμών δυτικά των Ουραλίων -δηλαδή και το μεγαλύτερο πληθυσμιακά μέρος της Ρωσίας- κατοικεί το 10,4% (η Ε.Ε αποτελεί περίπου το 7,0% του παγκόσμιου πληθυσμού ενώ η Ευρωζώνη λιγότερο από το 5,0%). Στην Λατινική Αμερική -συμπεριλαμβανομένης της Καραϊβικής- κατοικεί το 8,6% του παγκόσμιου πληθυσμού και στη Βόρεια Αμερική το 5,0% (Νότια και Βόρεια Αμερική αγγίζουν το 14%).
Μεταξύ των ετών 1950 και 2015, ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αυξήθηκε κατά 4,75 δισεκατομμύρια -ή κατά 4.750 εκατομμύρια- ενώ αυτός των μεγαλύτερων δυνάμεων της σημερινής Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) αυξήθηκε κατά 90 μόλις εκατομμύρια.
Αυτό που δεν τονίζεται είναι πως περί το 1900, περίοδος που μεσουρανούσαν ορισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε πλανητική κλίμακα, οι δυνάμεις αυτές δεν ήταν μονάχα «τεχνολογικά και οικονομικά» ανεπτυγμένες, αλλά βρίσκονταν και σε μια ήπειρο η οποία αντιπροσώπευε περίπου το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού - και όχι το 10% όπως σήμερα. Ένας στους τέσσερις κατοίκους στον πλανήτη προερχόταν από την ευρωπαϊκή ήπειρο - και όχι ένας στους δέκα. Η δημογραφία πάντα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Περίπου το 70% των είκοσι πολυπληθέστερων χωρών σε πλανητική κλίμακα θα πρωταγωνιστήσουν τον νέο αιώνα.
Όπως έχει παρατηρήσει και ο -σπουδαίος- Angus Maddison, «Μεταξύ των ετών 1000 και 1500, ο πληθυσμός της Δυτικής Ευρώπης αυξήθηκε ταχύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Οι βόρειες χώρες αυξήθηκαν σημαντικά ταχύτερα από τις μεσογειακές» (εκείνη την περίοδο ξεκινά και η αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ μεσογειακής και -δυτικής και βόρειας- ηπειρωτικής Ευρώπης, η οποία παραμένει μέχρι τις μέρες μας, κυριολεκτικά: Ευρωπαϊκός Βορράς-Νότος). Πάντα, κάπως έτσι ξεκινά.
1) Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση», 2) Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης, 3) Παγκόσμια, δυτικά και ευρωπαϊκά οικονομικά και πληθυσμιακά μεγέθη κατά τον πλανητικό μετασχηματισμό, 4) II) Ανατολική Ασία, Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Μεγέθη και στοιχεία με βάση την οικονομική, πολιτική και ιστορική Γεωγραφία. I) Εξέλιξη ανεπτυγμένων οικονομιών (G7) και αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομίων της Ασίας (Emerging and developing Asia) από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, 5) I. Άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών. Η.Π.Α - Κίνα - Ρωσία - Η.Β (1820-2020) II. Ασία - Β. Αμερική - Ε.Ε (1950-2020). GDP based (PPP) share of world total (%). Πλανητικός μετασχηματισμός, 6) Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο, 7) I) Ένας -ακόμη- ενδοευρωπαϊκος ανταγωνισμός ανάμεσα σε χώρες του Βορρά και του Νότου και II) μια σύντομη αναφορά στις σχέσεις Τουρκίας και Ε.Ε., 8) Κέντρα και περιφέρειες 9) Μια σύντομη μακροϊστορική προσέγγιση των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
Δέκα (10) πολυπληθέστερες χώρες (1950 και 2015)
Το 1950 οι δέκα πολυπληθέστερες χώρες ήταν οι εξής: 1) Κίνα με 544 εκατομμύρια, 2) Ινδία με 376 εκατομμύρια, 3) Η.Π.Α με 158 εκατομμύρια, 4) Ρωσία με 103 εκατομμύρια, 5) Ιαπωνία με 82 εκατομμύρια, 6) Γερμανία με 70 εκατομμύρια, 7) Ινδονησία με 70 εκατομμύρια, 8) Βραζιλία με 54 εκατομμύρια, 9) Ηνωμένο Βασίλειο με 50 εκατομμύρια και, τέλος, 10) Ιταλία με 47 εκατομμύρια.
Δέκα (10) πολυπληθέστερες χώρες (1950)
Το 2015 οι δέκα πολυπληθέστερες χώρες είναι οι εξής: 1) Κίνα με 1.376 εκατομμύρια, 2) Ινδία με 1.311 εκατομμύρια, 3) Ηνωμένες Πολιτείες με 322 εκατομμύρια, 4) Ινδονησία με 258 εκατομμύρια, 5) Βραζιλία με 208 εκατομμύρια, 6) Πακιστάν με 189 εκατομμύρια, 7) Νιγηρία με 182 εκατομμύρια, 8) Μπαγκλαντές με 161 εκατομμύρια, 9) Ρωσία με 143 εκατομμύρια και, τέλος, 10) Μεξικό ή/και Ιαπωνία με 127 εκατομμύρια (απολύτως οριακά).
Δέκα (10) πολυπληθέστερες χώρες (2015)
Μεγαλύτερες πληθυσμιακές μεταβολές-αυξήσεις (1950-2015)
Ηπειρωτική ματιά στα πολυπληθέστερα κράτη (1950-2015)
Το 1950 τρεις ευρωπαϊκές χώρες (πλην Ρωσίας) συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες του πλανήτη. Το 2015 καμία (πλην Ρωσίας). Και στις πρώτες δεκαπέντε (15) πολυπληθέστερες χώρες δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή χώρα (πλην Ρωσίας πάντα). Η Γερμανία βρίσκεται στην 16η θέση, κάτω από την Αίγυπτο και πάνω (;) από το Ιράν (το Ιράν θα την ξεπεράσει, εάν δεν την έχει ήδη ξεπεράσει). Μέσα στην επόμενη δεκαετία ούτε στις πρώτες είκοσι (20) πολυπληθέστερες χώρες θα υπάρχει κάποια ευρωπαϊκή χώρα (πλην Ρωσίας πάντα).
Το 1950 δύο αμερικανικές χώρες (μια στη Νότια και μια στη Βόρεια Αμερική) συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το 2015 τρεις (Η.Π.Α, Βραζιλία, Μεξικό).
Το 1950 καμία αφρικανική χώρα δεν ήταν μεταξύ των δέκα πολυπληθέστερων χωρών του πλανήτη. Το 2015 βρίσκεται μια (Νιγηρία). Στις πρώτες είκοσι (20) χώρες συγκαταλέγονται τέσσερις (Νιγηρία, Αιθιοπία, Αίγυπτος, Κονγκό).
Το 1950 τέσσερις ασιατικές χώρες (πλην Ρωσίας, η οποία λόγω έκτασης και γεωγραφίας αποτελεί χώρα «πασπαρτού ή γέφυρα») συγκαταλέγονταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το 2015 συγκαταλέγονται πέντε χώρες της ευρύτερης Ασίας (Ανατολική Ασία και Ασία του Ειρηνικού) στις πρώτες δέκα (10) και εννέα στις πρώτες είκοσι (20). Κίνα, Ινδία, Ινδονησία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Βιετνάμ και Ταϊλάνδη.
Το 1950 καμία χώρα της Μέσης Ανατολής δεν συγκαταλεγόταν στις δέκα πολυπληθέστερες χώρες του πλανήτη. Το ίδιο συμβαίνει και το 2015. Όμως στις πρώτες είκοσι (20) πολυπληθέστερες χώρες υπάρχουν δύο χώρες της Μέσης Ανατολής (Τουρκία και Ιράν) ή τέσσερις της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής (Αίγυπτος και Πακιστάν).
Είκοσι (20) πολυπληθέστερες χώρες (2015)
Ηπειρωτική ματιά δίχως κράτη (1950-2015)
Το 1950 ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 2,55 δισεκατομμύρια. Το 2015 υπολογίζεται σε 7,3 δισεκατομμύρια. Σε περίοδο εξήντα πέντε (65) χρόνων ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αυξήθηκε κατά 4 δισεκατομμύρια 750 εκατομμύρια, περίπου.
Στην Ασία κατοικεί το 60% του συνολικού πληθυσμού (Κίνα και Ινδία, από μόνες τους, αποτελούν περίπου το 37% του παγκόσμιου πληθυσμού). Στην Αφρική κατοικεί το 15,5%. Στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληθυσμών δυτικά των Ουραλίων -δηλαδή και το μεγαλύτερο πληθυσμιακά μέρος της Ρωσίας- κατοικεί το 10,4% (η Ε.Ε αποτελεί περίπου το 7,0% του παγκόσμιου πληθυσμού ενώ η Ευρωζώνη λιγότερο από το 5,0%). Στην Λατινική Αμερική -συμπεριλαμβανομένης της Καραϊβικής- κατοικεί το 8,6% του παγκόσμιου πληθυσμού και στη Βόρεια Αμερική το 5,0% (Νότια και Βόρεια Αμερική αγγίζουν το 14%).
Μεταξύ των ετών 1950 και 2015, ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αυξήθηκε κατά 4,75 δισεκατομμύρια -ή κατά 4.750 εκατομμύρια- ενώ αυτός των μεγαλύτερων δυνάμεων της σημερινής Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία και Ισπανία) αυξήθηκε κατά 90 μόλις εκατομμύρια.
Αυτό που δεν τονίζεται είναι πως περί το 1900, περίοδος που μεσουρανούσαν ορισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε πλανητική κλίμακα, οι δυνάμεις αυτές δεν ήταν μονάχα «τεχνολογικά και οικονομικά» ανεπτυγμένες, αλλά βρίσκονταν και σε μια ήπειρο η οποία αντιπροσώπευε περίπου το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού - και όχι το 10% όπως σήμερα. Ένας στους τέσσερις κατοίκους στον πλανήτη προερχόταν από την ευρωπαϊκή ήπειρο - και όχι ένας στους δέκα. Η δημογραφία πάντα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Περίπου το 70% των είκοσι πολυπληθέστερων χωρών σε πλανητική κλίμακα θα πρωταγωνιστήσουν τον νέο αιώνα.
Όπως έχει παρατηρήσει και ο -σπουδαίος- Angus Maddison, «Μεταξύ των ετών 1000 και 1500, ο πληθυσμός της Δυτικής Ευρώπης αυξήθηκε ταχύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Οι βόρειες χώρες αυξήθηκαν σημαντικά ταχύτερα από τις μεσογειακές» (εκείνη την περίοδο ξεκινά και η αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ μεσογειακής και -δυτικής και βόρειας- ηπειρωτικής Ευρώπης, η οποία παραμένει μέχρι τις μέρες μας, κυριολεκτικά: Ευρωπαϊκός Βορράς-Νότος). Πάντα, κάπως έτσι ξεκινά.
-----
Σε ότι αφορά τον μικρόκοσμο της Ε.Ε: Θυμίζω πως η Γερμανία έχει περί τα 14 με 16 εκατομμύρια περισσότερους κατοίκους από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (δεδομένο το οποίο σαφώς επηρεάζει πολυπαραγοντικά). Τρεις χώρες που βρίσκονται στην ίδια τεχνολογική βασή. Η Γερμανία έχει πληθυσμό περίπου 81 εκατομμύρια με μέσο όρο ηλικίας τα 46 χρόνια και ρυθμό γονιμότητας 1.40, η Γαλλία 67 εκατομμύρια με μέσο όρο ηλικίας τα 41 χρόνια και ρυθμό γονιμότητας περίπου 2.00 (μεγαλύτερος στην Ε.Ε) και το Ηνωμένο Βασίλειο 65 εκατομμύρια με μέσο όρο ηλικίας τα 40.5 χρόνια και ρυθμό γονιμότητας περίπου 1.90. Σε αυτό το κείμενο δεν μας ενδιαφέρουν οι μελλοντικές προβολές, απλά, προς ενημέρωση σας, αναφέρω πως εντός των επόμενων δύο δεκαετιών -υπολογίζεται πως- ο πληθυσμός της Γερμανίας θα μειωθεί ενώ οι πληθυσμοί της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου θα αυξηθούν (όσο για εμάς, αφήστε το. Εμείς βρισκόμαστε μεταξύ εκλογίκευσης, στρουθοκαμηλισμού, ιδεολογικοποίησης, απώθησης ή/και νομιμοποίησης του θανάτου μας).
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
1) Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση», 2) Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης, 3) Παγκόσμια, δυτικά και ευρωπαϊκά οικονομικά και πληθυσμιακά μεγέθη κατά τον πλανητικό μετασχηματισμό, 4) II) Ανατολική Ασία, Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Μεγέθη και στοιχεία με βάση την οικονομική, πολιτική και ιστορική Γεωγραφία. I) Εξέλιξη ανεπτυγμένων οικονομιών (G7) και αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομίων της Ασίας (Emerging and developing Asia) από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, 5) I. Άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών. Η.Π.Α - Κίνα - Ρωσία - Η.Β (1820-2020) II. Ασία - Β. Αμερική - Ε.Ε (1950-2020). GDP based (PPP) share of world total (%). Πλανητικός μετασχηματισμός, 6) Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο, 7) I) Ένας -ακόμη- ενδοευρωπαϊκος ανταγωνισμός ανάμεσα σε χώρες του Βορρά και του Νότου και II) μια σύντομη αναφορά στις σχέσεις Τουρκίας και Ε.Ε., 8) Κέντρα και περιφέρειες 9) Μια σύντομη μακροϊστορική προσέγγιση των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
| 0 | 0 |
I
Η δημογραφική καταστροφή της Ιαπωνίας
Η δημογραφική καταστροφή της Ιαπωνίας
Η ιαπωνική κυβέρνηση όρισε ως στόχο της να σταθεροποιήσει τον πληθυσμό της χώρας στα 100 εκατομμύρια μέσα στα επόμενα 50 χρόνια, σπάζοντας ένα μεταπολεμικό πολιτικό ταμπού (γιατί όμως ήταν «ταμπού»;). Μια συναίνεση επανεμφανίζεται που παραδέχεται πως οι δημογραφικές τάσεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την τύχη των εθνών (γιατί είχε χαθεί αυτή η συναίνεση;).
Ο πληθυσμός της Ιαπωνίας κορυφώθηκε το 2008 με περίπου 128 εκατομμύρια και έκτοτε μειώνεται (κάτι που σημαίνει πως η μείωση στους ρυθμούς γονιμότητας είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Μέχρι το 2040, η Ιαπωνία ενδέχεται να χάνει περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους κάθε χρόνο.
Εάν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της Ιαπωνίας αναμένεται να μειωθεί στα 105 εκατομμύρια αναφέρει έκθεση του Ο.Η.Ε. Ενώ με βάση άλλη έρευνα μέχρι τέλος του αιώνα ο πληθυσμός της Ιαπωνίας υπολογίζεται πως θα μπορούσε να επιστρέψει στα επίπεδα των αρχών του 20ου αιώνα (μονάχα που το 1900 ήμασταν 1,6 δισεκατομμύρια ενώ μέχρι το τέλος του αιώνα υπολογίζεται πως θα είμαστε πάνω από 11 δισεκατομμύρια).
«Οι ιδιοκτήτες σκυλιών στην Ιαπωνία, θεωρούν ότι το σκυλί είναι σαν παιδί», ισχυρίζεται η Toshiko Horikoshi, επιτυχημένη χειρούργος που κατοικεί σε μια ακριβή περιοχή του Τόκυο, κυκλοφορεί με Porsche και παίζει πιάνο για να χαλαρώσει. Πολλές γιαπωνέζες σαν την Horikoshi -διαβάζω στον Guardian- προτιμούν τα κατοικίδια ζώα από τη μητρότητα. Αποτελεί έκπληξη, σε μια χώρα που πανικοβάλλονται για την κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων, ότι υπάρχουν τώρα πολλά περισσότερα κατοικίδια ζώα από ότι παιδιά. Ενώ το ποσοστό των γεννήσεων έχει μειωθεί δραματικά και ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού της Ιαπωνίας έχει αυξηθεί, η Ιαπωνία έχει μεταβληθεί σε «πλανητική υπερδύναμη» κατοικίδιων ζωών. Και βέβαια έχει δημιουργηθεί μια πανίσχυρη βιομηχανία γύρω από τα κατοικίδια που έχει οδηγήσει οίκους μόδας, σχεδίασης κ.λπ όπως Chanel, Dior, Gucci και Hermès να προσφέρουν πολυτελή προϊόντα για σκύλους. Σε αρκετές περιοχές του Τόκυο είναι ευκολότερο να βρεις ρούχα για σκυλιά παρά για παιδιά. Υπάρχουν Boutique κατοικίδιων που πουλάνε τα πάντα.
Επίσημες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των κατοικίδιων στην Ιαπωνία σε 22 εκατομμύρια -ή και περισσότερο-, ενώ υπάρχουν μόνο 16,6 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 15 ετών.
Στην Ιαπωνία κυκλοφορούν περισσότερες πάνες για σκυλιά και ηλικιωμένους από ότι για παιδιά. Έτσι από τα σκυλιά και γενικότερα τα κατοικίδια παίρναμε στους ηλικιωμένους. Οι πάνες για ηλικιωμένους αναμένεται να ξεπεράσουν σε πωλήσεις τις πάνες μωρών στην Ιαπωνία μέχρι το 2020, σύμφωνα με την Unicharm, τη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής πάνας στην Ιαπωνία. Το σημείο καμπής ήταν το 2011.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο ρυθμός γονιμότητας στην Ιαπωνία έπεσε κάτω από 1,5 (ιστορικό χαμηλό για την Ιαπωνία το 1,26 κατά το έτος 2005 - ενώ στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2003 ο ρυθμός γονιμότητας κινήθηκε μεταξύ 1,26 και 1,28). Το 1995, ο πληθυσμός των συνταξιούχων στην Ιαπωνία (65 ετών και άνω) αντιπροσώπευε το 14,6 % επί του συνολικού πληθυσμού ενώ το 1950 ήταν μόλις 4,9%. Το 1950 η μέση ηλικία ήταν 22,3 έτη ενώ το 1995 άγγιξε τα 40 έτη. Σήμερα η μέση ηλικία είναι 46 έτη. Ένας στους τέσσερις Ιάπωνες είναι άνω των εξήντα πέντε χρόνων. Η Ιαπωνία είναι η πιο γερασμένη κοινωνία στον πλανήτη - με τη Γερμανία να ακολουθεί και την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα.
Σύνδεσμοι: 1) Why Japan's Elderly Are Endangering Its Military 2) Why Japan prefers pets to parenthood 3) In Rapidly Aging Japan, Adult Diaper Sales Are About to Surpass Baby Diapers 4) See the 'super-aged' nations 5) http://www.un.org/esa/population/publications/migration/japan.pdf
Εν συντομία. Το επίδικο -για ορισμένους- ήταν η ενσωμάτωση «του Ισλάμ» στην «ευρωπαϊκή» παραγωγή -καθώς το πρώτο αποτελεί βασικό παράγοντα υπάρξεως της δεύτερης- όχι μονάχα ως «ενέργεια» (πετρέλαια κυρίως) και «εργασία» («φτηνά εργατικά χέρια») αλλά και ως «παιδιά και γεννήσεις» (υπογεννητικότητα και δημογραφία) προκειμένου να συνεχίσει ακάθεκτη η περίφημη «ανάπτυξη» κατά την εποχή της «παγκοσμιοποιήσεως».
Βέβαια όλα τα προηγούμενα δεν τα ήθελε «η Ευρώπη», έτσι γενικά και αόριστα, αλλά τα είχε ανάγκη το «φιλελεύθερο» κράτος της «αναπτύξεως», προκειμένου να συνεχίσει να υφίσταται και να υπερβεί το λεγόμενο «φιλελεύθερο παράδοξο» (*) στο οποίο βρίσκονται παγιδευμένα τα -«φιλελεύθερα αναπτυξιακά»- κράτη. Εξ ου και αποτέλεσε απαραίτητη συνθήκη ο λεγόμενος μουλτικουλτουραλισμός («πολυπολιτισμός»), ο οποίος βρίσκεται σε υποχώρηση (**).
Στην πορεία, βέβαια, εδημιουργήθησαν ορισμένα «προβλήματα» καθώς οι άνθρωποι δεν είναι απλά «συντελεστές» (π.χ. εργασία) αλλά κουβαλούν μαζί τους ιδέες, νοοτροπίες, ηθικές στάσεις και διάφορα άλλα περίεργα και περιττά -για «την παραγωγή»- πράγματα. Εξ ου και αποτελεί απαραίτητη συνθήκη ο «εξευρωπαϊσμός» τους προκειμένου να προσανατολισθούν αποκλειστικά στην «παραγωγή».
Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Κάπως έτσι θέλησαν ορισμένοι τα πράγματα. Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώς.
(**) Μια οπισθοχώρηση η οποία έχει αποκτήσει επίσημη θεσμική ευρωενωσιακή έκφραση εδώ και κάποια χρόνια -και όχι μονάχα τους τελευταίους μήνες-, για την οποία ουδείς ομιλεί και στην οποία, επίσης, θα αναφερθώ μελλοντικά.
Ο πληθυσμός της Ιαπωνίας κορυφώθηκε το 2008 με περίπου 128 εκατομμύρια και έκτοτε μειώνεται (κάτι που σημαίνει πως η μείωση στους ρυθμούς γονιμότητας είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Μέχρι το 2040, η Ιαπωνία ενδέχεται να χάνει περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους κάθε χρόνο.
Εάν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της Ιαπωνίας αναμένεται να μειωθεί στα 105 εκατομμύρια αναφέρει έκθεση του Ο.Η.Ε. Ενώ με βάση άλλη έρευνα μέχρι τέλος του αιώνα ο πληθυσμός της Ιαπωνίας υπολογίζεται πως θα μπορούσε να επιστρέψει στα επίπεδα των αρχών του 20ου αιώνα (μονάχα που το 1900 ήμασταν 1,6 δισεκατομμύρια ενώ μέχρι το τέλος του αιώνα υπολογίζεται πως θα είμαστε πάνω από 11 δισεκατομμύρια).
«Οι ιδιοκτήτες σκυλιών στην Ιαπωνία, θεωρούν ότι το σκυλί είναι σαν παιδί», ισχυρίζεται η Toshiko Horikoshi, επιτυχημένη χειρούργος που κατοικεί σε μια ακριβή περιοχή του Τόκυο, κυκλοφορεί με Porsche και παίζει πιάνο για να χαλαρώσει. Πολλές γιαπωνέζες σαν την Horikoshi -διαβάζω στον Guardian- προτιμούν τα κατοικίδια ζώα από τη μητρότητα. Αποτελεί έκπληξη, σε μια χώρα που πανικοβάλλονται για την κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων, ότι υπάρχουν τώρα πολλά περισσότερα κατοικίδια ζώα από ότι παιδιά. Ενώ το ποσοστό των γεννήσεων έχει μειωθεί δραματικά και ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού της Ιαπωνίας έχει αυξηθεί, η Ιαπωνία έχει μεταβληθεί σε «πλανητική υπερδύναμη» κατοικίδιων ζωών. Και βέβαια έχει δημιουργηθεί μια πανίσχυρη βιομηχανία γύρω από τα κατοικίδια που έχει οδηγήσει οίκους μόδας, σχεδίασης κ.λπ όπως Chanel, Dior, Gucci και Hermès να προσφέρουν πολυτελή προϊόντα για σκύλους. Σε αρκετές περιοχές του Τόκυο είναι ευκολότερο να βρεις ρούχα για σκυλιά παρά για παιδιά. Υπάρχουν Boutique κατοικίδιων που πουλάνε τα πάντα.
Επίσημες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των κατοικίδιων στην Ιαπωνία σε 22 εκατομμύρια -ή και περισσότερο-, ενώ υπάρχουν μόνο 16,6 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 15 ετών.
Στην Ιαπωνία κυκλοφορούν περισσότερες πάνες για σκυλιά και ηλικιωμένους από ότι για παιδιά. Έτσι από τα σκυλιά και γενικότερα τα κατοικίδια παίρναμε στους ηλικιωμένους. Οι πάνες για ηλικιωμένους αναμένεται να ξεπεράσουν σε πωλήσεις τις πάνες μωρών στην Ιαπωνία μέχρι το 2020, σύμφωνα με την Unicharm, τη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής πάνας στην Ιαπωνία. Το σημείο καμπής ήταν το 2011.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο ρυθμός γονιμότητας στην Ιαπωνία έπεσε κάτω από 1,5 (ιστορικό χαμηλό για την Ιαπωνία το 1,26 κατά το έτος 2005 - ενώ στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2003 ο ρυθμός γονιμότητας κινήθηκε μεταξύ 1,26 και 1,28). Το 1995, ο πληθυσμός των συνταξιούχων στην Ιαπωνία (65 ετών και άνω) αντιπροσώπευε το 14,6 % επί του συνολικού πληθυσμού ενώ το 1950 ήταν μόλις 4,9%. Το 1950 η μέση ηλικία ήταν 22,3 έτη ενώ το 1995 άγγιξε τα 40 έτη. Σήμερα η μέση ηλικία είναι 46 έτη. Ένας στους τέσσερις Ιάπωνες είναι άνω των εξήντα πέντε χρόνων. Η Ιαπωνία είναι η πιο γερασμένη κοινωνία στον πλανήτη - με τη Γερμανία να ακολουθεί και την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα.
Σύνδεσμοι: 1) Why Japan's Elderly Are Endangering Its Military 2) Why Japan prefers pets to parenthood 3) In Rapidly Aging Japan, Adult Diaper Sales Are About to Surpass Baby Diapers 4) See the 'super-aged' nations 5) http://www.un.org/esa/population/publications/migration/japan.pdf
II
Τα πράγματα ήρθαν αλλιώς
Τα πράγματα ήρθαν αλλιώς
Εν συντομία. Το επίδικο -για ορισμένους- ήταν η ενσωμάτωση «του Ισλάμ» στην «ευρωπαϊκή» παραγωγή -καθώς το πρώτο αποτελεί βασικό παράγοντα υπάρξεως της δεύτερης- όχι μονάχα ως «ενέργεια» (πετρέλαια κυρίως) και «εργασία» («φτηνά εργατικά χέρια») αλλά και ως «παιδιά και γεννήσεις» (υπογεννητικότητα και δημογραφία) προκειμένου να συνεχίσει ακάθεκτη η περίφημη «ανάπτυξη» κατά την εποχή της «παγκοσμιοποιήσεως».
Βέβαια όλα τα προηγούμενα δεν τα ήθελε «η Ευρώπη», έτσι γενικά και αόριστα, αλλά τα είχε ανάγκη το «φιλελεύθερο» κράτος της «αναπτύξεως», προκειμένου να συνεχίσει να υφίσταται και να υπερβεί το λεγόμενο «φιλελεύθερο παράδοξο» (*) στο οποίο βρίσκονται παγιδευμένα τα -«φιλελεύθερα αναπτυξιακά»- κράτη. Εξ ου και αποτέλεσε απαραίτητη συνθήκη ο λεγόμενος μουλτικουλτουραλισμός («πολυπολιτισμός»), ο οποίος βρίσκεται σε υποχώρηση (**).
Στην πορεία, βέβαια, εδημιουργήθησαν ορισμένα «προβλήματα» καθώς οι άνθρωποι δεν είναι απλά «συντελεστές» (π.χ. εργασία) αλλά κουβαλούν μαζί τους ιδέες, νοοτροπίες, ηθικές στάσεις και διάφορα άλλα περίεργα και περιττά -για «την παραγωγή»- πράγματα. Εξ ου και αποτελεί απαραίτητη συνθήκη ο «εξευρωπαϊσμός» τους προκειμένου να προσανατολισθούν αποκλειστικά στην «παραγωγή».
Για να επιτευχθεί ο προσανατολισμός και η ενσωμάτωση στην «παραγωγή» πρέπει η «εργασία», δηλαδή οι άνθρωποι, να κλεισθούν αεροστεγώς σε ένα ιδεολογικό οικοδόμημα από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία διαρροή. Το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα τιτλοφορείται συνήθως υπό συνθήματα όπως «εξευρωπαϊσμός» ή/και «δυτικές αξίες» (συνθήματα που μικρή σχέση έχουν με την πραγματική ιστορική εξέλιξη των λαών, των κοινωνιών και των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου). Κάπως έτσι θέλησαν ορισμένοι τα πράγματα. Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώς.
-----
(*) Στο λεγόμενο «φιλελεύθερο παράδοξο» έχω αναφερθεί παλαιότερα επιγραμματικά. Σκοπεύω να αναφερθώ αναλυτικά μελλοντικά.(**) Μια οπισθοχώρηση η οποία έχει αποκτήσει επίσημη θεσμική ευρωενωσιακή έκφραση εδώ και κάποια χρόνια -και όχι μονάχα τους τελευταίους μήνες-, για την οποία ουδείς ομιλεί και στην οποία, επίσης, θα αναφερθώ μελλοντικά.
I
Κοινωνίες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν και πιστεύουν πως θα ''τις σώσει''«η τεχνολογία και η οικονομία» ή/και «η μετανάστευση», είναι φανερό πως είτε έχουν πέσει θύμα μιας προπαγάνδας που κινείται μεταξύ οικονομισμού, τεχνολογικού μεσσιανισμού και ευσεβών πόθων, είτε έχει κατισχύσει σε αυτές ένα πνεύμα ανορθολογισμού και λαϊκισμού που τις οδηγεί σε ολοκληρωτική έλλειψη προσανατολισμού. Αυτές αποτελούν -ψευδοελιτίστικου- φαραωνικού τύπου σκέψεις.
Η λογική του μικρότερου κακού και το πείραμα του βατράχου που σιγοβράζει στη χύτρα έχει κάνει καλή δουλειά. Πολλοί από εμάς δεν έχουν συνειδητοποιήσει, δεν έχουν ολοκληρωμένη αντίληψη τι ακριβώς έχει συμβεί τη τελευταία -περίπου- δεκαετία. Τι έχουν ανεχτεί. Είναι υπερβολικά ανεκτικοί προς τους κυβερνώντες. Δεν είναι η έλλειψη ανεκτικότητας, αλλά η υπερβολική ανοχή απέναντι στο πολιτικό σύστημα και σε φαινόμενα παρακμής που μας έφερε σε αυτό το σημείο.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει δημοκρατική ανάδειξη αντιπροσώπων. Καταργήθηκε η δημοκρατική εξέλιξη και διαλεκτική που οδηγεί στην ανάδειξη σοβαρών αντιπολιτευτικών και εναλλακτικών πόλων. Καταργήθηκε η αντιπροσώπευση, ο διάλογος, οι ιδέες. Οδηγηθήκαμε σε μια ελεγχόμενη και μπλοκαριμένη «δημοκρατία» όπου κυριάρχησαν άνθρωποι που αντί να θέσουν σε λειτουργία την Ελλάδα ως σύστημα, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό, ιστορικό, ηθικό, την αποδιάρθρωσαν.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανάδειξη των φυσικών, ιστορικών ηγεσιών της χώρας. Υπάρχει ένα είδος επετηρίδας που επιβάλλεται από εξωθεσμικά και παραθεσμικά κέντρα και εξωεθνικούς παράγοντες.
II
Μέρος της ελληνικής κοινωνίας, εκείνο που διατηρεί ακόμα χαρακτηριστικά δήμου και συνείδηση πολίτη, έχει καταλάβει πως σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει -αυτό που ονομάζουμε- δημοκρατική αντιπροσώπευση. Άνθρωποι που δεν το συνειδητοποιούν είναι είτε εγκλωβισμένοι είτε καθεστωτικοί.Η λογική του μικρότερου κακού και το πείραμα του βατράχου που σιγοβράζει στη χύτρα έχει κάνει καλή δουλειά. Πολλοί από εμάς δεν έχουν συνειδητοποιήσει, δεν έχουν ολοκληρωμένη αντίληψη τι ακριβώς έχει συμβεί τη τελευταία -περίπου- δεκαετία. Τι έχουν ανεχτεί. Είναι υπερβολικά ανεκτικοί προς τους κυβερνώντες. Δεν είναι η έλλειψη ανεκτικότητας, αλλά η υπερβολική ανοχή απέναντι στο πολιτικό σύστημα και σε φαινόμενα παρακμής που μας έφερε σε αυτό το σημείο.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει δημοκρατική ανάδειξη αντιπροσώπων. Καταργήθηκε η δημοκρατική εξέλιξη και διαλεκτική που οδηγεί στην ανάδειξη σοβαρών αντιπολιτευτικών και εναλλακτικών πόλων. Καταργήθηκε η αντιπροσώπευση, ο διάλογος, οι ιδέες. Οδηγηθήκαμε σε μια ελεγχόμενη και μπλοκαριμένη «δημοκρατία» όπου κυριάρχησαν άνθρωποι που αντί να θέσουν σε λειτουργία την Ελλάδα ως σύστημα, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό, ιστορικό, ηθικό, την αποδιάρθρωσαν.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανάδειξη των φυσικών, ιστορικών ηγεσιών της χώρας. Υπάρχει ένα είδος επετηρίδας που επιβάλλεται από εξωθεσμικά και παραθεσμικά κέντρα και εξωεθνικούς παράγοντες.
III
Άνθρωποι χυδαίοι και γλοιώδεις που διεξάγουν εδώ και χρόνια ασύμμετρο πολιτιστικό και ψυχολογικό πόλεμο και ανελέητη προπαγάνδα στο εσωτερικό της χώρας, ζαλίζοντας μας με μια -ανύπαρκτη ιστορικά- εξιδανικευμένη θεότητα με το όνομα «Ευρώπη» (απέναντι στην οποία πρέπει να νιώθουμε μειονεξία προκειμένου να κάτσουμε φρόνιμα, να ανεχτούμε και να υποστούμε τα πάντα) φαίνεται πως σταδιακά ξυπνούν συνοφρυωμένοι και ξαφνιασμένοι από το ρόδινο όνειρο αυτής της εξιδανίκευσης. Βρίσκονται βέβαια ακόμα σε κατάσταση άρνησης και εθελοτυφλούν αναφωνώντας «δεν είναι δυνατόν, αυτά δεν είναι Ευρώπη!». Είναι και παρά είναι. Απολαύστε τώρα υπαρκτή «Ευρώπη» και ηρεμήστε. Όποιος έχει μελετήσει στοιχειωδώς ευρωπαϊκή ιστορία, γνωρίζει πως πολλά φαινόμενα δεν είναι ούτε περιθωριακά, ούτε αποτελούν οπισθοδρομήσεις ή αναδιπλώσεις στην ιστορική πορεία της πιο αιματοβαμμένης ηπείρου στον πλανήτη.
Ενδιαφέρον θα είχε αυτό το κείμενο να μεταφραστεί στην ελληνική. Δεν γράφει κάτι το ιδιαίτερο, αυτονόητα -μη ανιστόρητα- πράγματα διαβάζουμε. Η άξια του έγκειται στο γεγονός ότι το έγραψε ένας άνθρωπος ο οποίος κατά καιρούς έχει παρουσιαστεί ως ένθερμος παρεμβατιστής (interventionist). Δεν είναι ανάγκη να συμφωνεί κάποιος συνολικά με την προσέγγιση του.
NEW YORK – The United States, the European Union, and Western-led institutions such as the World Bank repeatedly ask why the Middle East can’t govern itself. The question is asked honestly but without much self-awareness. After all, the single most important impediment to good governance in the region has been its lack of self-governance: The region’s political institutions have been crippled as a result of repeated US and European intervention dating back to World War I, and in some places even earlier.
One century is enough. The year 2016 should mark the start of a new century of homegrown Middle Eastern politics focused urgently on the challenges of sustainable development.
The Middle East’s fate during the last 100 years was cast in November 1914, when the Ottoman Empire chose the losing side in World War I. The result was the empire’s dismantling, with the victorious powers, Britain and France, grabbing hegemonic control over its remnants. Britain, already in control of Egypt since 1882, took effective control of governments in today’s Iraq, Jordan, Israel and Palestine, and Saudi Arabia, while France, already in control of much of North Africa, took control of Lebanon and Syria.
Formal League of Nations mandates and other instruments of hegemony were exercised to ensure British and French power over oil, ports, shipping lanes, and local leaders’ foreign policies. In what would become Saudi Arabia, Britain backed the Wahhabi fundamentalism of Ibn Saud over the Arab nationalism of the Hashemite Hejaz.
After World War II, the US picked up the interventionist mantle, following a CIA-backed military coup in Syria in 1949 with another CIA operation to topple Iran’s Mohammad Mossadegh in 1953 (to keep the West in control of the country’s oil). The same behavior has continued up to the present day: the overthrow of Libya’s Muammar el-Qaddafi in 2011, the toppling of Egypt’s Mohamed Morsi in 2013, and the ongoing war against Syria’s Bashar al-Assad. For almost seven decades, the US and its allies have repeatedly intervened (or supported internally-led coups) to oust governments that were not sufficiently under their thumb.
The West also armed the entire region through hundreds of billions of dollars in weapons sales. The US established military bases throughout the region, and repeated failed operations by the CIA have left massive supplies of armaments in the hands of violent foes of the US and Europe.
So, when Western leaders ask Arabs and others in the region why they can’t govern themselves, they should be prepared for the answer:
What, then, should be done to bring about a new Middle East? I would propose five principles.
First, and most important, the US should end covert CIA operations aimed at toppling or destabilizing governments anywhere in the world. The CIA was created in 1947 with two mandates, one valid (intelligence gathering) and the other disastrous (covert operations to overthrow regimes deemed “hostile” to US interests). The US president can and should, by executive order, terminate CIA covert operations – and thereby end the legacy of blowback and mayhem that they have sustained, most notably in the Middle East.
Second, the US should pursue its sometimes-valid foreign-policy objectives in the region through the United Nations Security Council. The current approach of building US-led “coalitions of the willing” has not only failed; it has also meant that even valid US objectives such as stopping the Islamic State are blocked by geopolitical rivalries.
The US would gain much by putting its foreign-policy initiatives to the test of Security Council votes. When the Security Council rejected war in Iraq in 2003, the US would have been wise to abstain from invading. When Russia, a veto-wielding permanent member of the Council, opposed the US-backed overthrow of Syrian President Bashar al-Assad, the US would have been wise to abstain from covert operations to topple him. And now, the entire Security Council would coalesce around a global (but not a US) plan to fight the Islamic State.
Third, the US and Europe should accept the reality that democracy in the Middle East will produce many Islamist victories at the ballot box. Many of the elected Islamist regimes will fail, as many poorly performing governments do. They will be overturned at the next ballot, or in the streets, or even by local generals. But the repeated efforts of Britain, France, and the US to keep all Islamist governments out of power only block political maturation in the region, without actually succeeding or providing long-term benefits.
Fourth, homegrown leaders from the Sahel through North Africa and the Middle East to Central Asia should recognize that the most important challenge facing the Islamic world today is the quality of education. The region lags far behind its middle-income counterparts in science, math, technology innovation, entrepreneurship, small business development, and (therefore) job creation. Without high-quality education, there is little prospect for economic prosperity and political stability anywhere.
Finally, the region should address its exceptional vulnerability to environmental degradation and its overdependence on hydrocarbons, especially in view of the global shift to low-carbon energy. The Muslim-majority region from West Africa to Central Asia is the world’s largest populous dry region, a 5,000-mile (8,000 kilometers) swath of water stress, desertification, rising temperatures, and food insecurity.
These are the true challenges facing the Middle East. The Sunni-Shia divide, Assad’s political future, and doctrinal disputes are of decidedly lesser long-term importance to the region than the unmet need for quality education, job skills, advanced technologies, and sustainable development. The many brave and progressive thinkers in the Islamic world should help to awaken their societies to this reality, and people of goodwill around the world should help them to do it through peaceful cooperation and the end of imperial-style wars and manipulation.
Jeffrey D. Sachs, Professor of Sustainable Development, Professor of Health Policy and Management, and Director of the Earth Institute at Columbia University, is also Special Adviser to the United Nations Secretary-General on the Millennium Development Goals. His books include The End of Poverty, Common Wealth, and, most recently, The Age of Sustainable Development. Read more at https://www.project-syndicate.org/commentary/middle-east-sustaining-development-by-jeffrey-d-sachs-2015-12#24i2hiDxR8DdLeWD.99
NEW YORK – The United States, the European Union, and Western-led institutions such as the World Bank repeatedly ask why the Middle East can’t govern itself. The question is asked honestly but without much self-awareness. After all, the single most important impediment to good governance in the region has been its lack of self-governance: The region’s political institutions have been crippled as a result of repeated US and European intervention dating back to World War I, and in some places even earlier.
One century is enough. The year 2016 should mark the start of a new century of homegrown Middle Eastern politics focused urgently on the challenges of sustainable development.
The Middle East’s fate during the last 100 years was cast in November 1914, when the Ottoman Empire chose the losing side in World War I. The result was the empire’s dismantling, with the victorious powers, Britain and France, grabbing hegemonic control over its remnants. Britain, already in control of Egypt since 1882, took effective control of governments in today’s Iraq, Jordan, Israel and Palestine, and Saudi Arabia, while France, already in control of much of North Africa, took control of Lebanon and Syria.
Formal League of Nations mandates and other instruments of hegemony were exercised to ensure British and French power over oil, ports, shipping lanes, and local leaders’ foreign policies. In what would become Saudi Arabia, Britain backed the Wahhabi fundamentalism of Ibn Saud over the Arab nationalism of the Hashemite Hejaz.
After World War II, the US picked up the interventionist mantle, following a CIA-backed military coup in Syria in 1949 with another CIA operation to topple Iran’s Mohammad Mossadegh in 1953 (to keep the West in control of the country’s oil). The same behavior has continued up to the present day: the overthrow of Libya’s Muammar el-Qaddafi in 2011, the toppling of Egypt’s Mohamed Morsi in 2013, and the ongoing war against Syria’s Bashar al-Assad. For almost seven decades, the US and its allies have repeatedly intervened (or supported internally-led coups) to oust governments that were not sufficiently under their thumb.
The West also armed the entire region through hundreds of billions of dollars in weapons sales. The US established military bases throughout the region, and repeated failed operations by the CIA have left massive supplies of armaments in the hands of violent foes of the US and Europe.
So, when Western leaders ask Arabs and others in the region why they can’t govern themselves, they should be prepared for the answer:
“For a full century, your interventions have undermined democratic institutions (by rejecting the results of the ballot box in Algeria, Palestine, Egypt, and elsewhere); stoked repeated and now chronic wars; armed the most violent jihadists for your cynical bidding; and created a killing field that today stretches from Bamako to Kabul.”
What, then, should be done to bring about a new Middle East? I would propose five principles.
First, and most important, the US should end covert CIA operations aimed at toppling or destabilizing governments anywhere in the world. The CIA was created in 1947 with two mandates, one valid (intelligence gathering) and the other disastrous (covert operations to overthrow regimes deemed “hostile” to US interests). The US president can and should, by executive order, terminate CIA covert operations – and thereby end the legacy of blowback and mayhem that they have sustained, most notably in the Middle East.
Second, the US should pursue its sometimes-valid foreign-policy objectives in the region through the United Nations Security Council. The current approach of building US-led “coalitions of the willing” has not only failed; it has also meant that even valid US objectives such as stopping the Islamic State are blocked by geopolitical rivalries.
The US would gain much by putting its foreign-policy initiatives to the test of Security Council votes. When the Security Council rejected war in Iraq in 2003, the US would have been wise to abstain from invading. When Russia, a veto-wielding permanent member of the Council, opposed the US-backed overthrow of Syrian President Bashar al-Assad, the US would have been wise to abstain from covert operations to topple him. And now, the entire Security Council would coalesce around a global (but not a US) plan to fight the Islamic State.
Third, the US and Europe should accept the reality that democracy in the Middle East will produce many Islamist victories at the ballot box. Many of the elected Islamist regimes will fail, as many poorly performing governments do. They will be overturned at the next ballot, or in the streets, or even by local generals. But the repeated efforts of Britain, France, and the US to keep all Islamist governments out of power only block political maturation in the region, without actually succeeding or providing long-term benefits.
Fourth, homegrown leaders from the Sahel through North Africa and the Middle East to Central Asia should recognize that the most important challenge facing the Islamic world today is the quality of education. The region lags far behind its middle-income counterparts in science, math, technology innovation, entrepreneurship, small business development, and (therefore) job creation. Without high-quality education, there is little prospect for economic prosperity and political stability anywhere.
Finally, the region should address its exceptional vulnerability to environmental degradation and its overdependence on hydrocarbons, especially in view of the global shift to low-carbon energy. The Muslim-majority region from West Africa to Central Asia is the world’s largest populous dry region, a 5,000-mile (8,000 kilometers) swath of water stress, desertification, rising temperatures, and food insecurity.
These are the true challenges facing the Middle East. The Sunni-Shia divide, Assad’s political future, and doctrinal disputes are of decidedly lesser long-term importance to the region than the unmet need for quality education, job skills, advanced technologies, and sustainable development. The many brave and progressive thinkers in the Islamic world should help to awaken their societies to this reality, and people of goodwill around the world should help them to do it through peaceful cooperation and the end of imperial-style wars and manipulation.
Jeffrey D. Sachs
Jeffrey D. Sachs, Professor of Sustainable Development, Professor of Health Policy and Management, and Director of the Earth Institute at Columbia University, is also Special Adviser to the United Nations Secretary-General on the Millennium Development Goals. His books include The End of Poverty, Common Wealth, and, most recently, The Age of Sustainable Development. Read more at https://www.project-syndicate.org/commentary/middle-east-sustaining-development-by-jeffrey-d-sachs-2015-12#24i2hiDxR8DdLeWD.99
Η τραγωδία Μήδεια του Ευρυπίδη θα ανέβει στο Τόκιο από τις 9 μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2016, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Ιάπωνα ηθοποιό Μικιτζίρο Χίρα και σκηνοθεσία του Τέτσου Ταοσίτα. Θέατρο The Globe Tokyo. 3-1-2 Hyakunin-cho, Shinjuku-ku, Tokyo.
Ο Μικιτζίρο Χίρα είναι γνωστός στην Ελλάδα από τη συγκλονιστική του ερμηνεία στις παραστάσεις της Μήδειας, το 1983 στο Λυκαβηττό και το 1984 στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία ενός άλλου μεγάλου Ιάπωνα εκπροσώπου του αρχαίου ελληνικού δράματος, του Γιούκιο Νιναγκάουα (ο Νιναγκάουα επέστρεψε στο Ηρώδειο το 2004 με τον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή).
Τον Αύγουστο, η ιαπωνική θεατρική ομάδα Takarazuka Revue Company ανέβασε την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος» στην πόλη Τακαραζούκα κοντά στο Κόμπε και την Όσακα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα εισιτήρια και για τις 17 παραστάσεις εξαντλήθηκαν πριν την πρεμιέρα. Σκηνοθέτης της παράστασης ήταν η 39χρονη Ναόκο Κογιανάγκι.
Ο Μικιτζίρο Χίρα είναι γνωστός στην Ελλάδα από τη συγκλονιστική του ερμηνεία στις παραστάσεις της Μήδειας, το 1983 στο Λυκαβηττό και το 1984 στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία ενός άλλου μεγάλου Ιάπωνα εκπροσώπου του αρχαίου ελληνικού δράματος, του Γιούκιο Νιναγκάουα (ο Νιναγκάουα επέστρεψε στο Ηρώδειο το 2004 με τον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή).
Το βίντεο που ακολουθεί είναι από την παράσταση της Μήδειας το 1984
.~`~.
Kαλά Χριστούγεννα !
メリークリスマス!
(η φωτογραφία είναι στο Σταθμό του Τόκιο)
photo: http://GreeceJapan.com
メリークリスマス!
(η φωτογραφία είναι στο Σταθμό του Τόκιο)
photo: http://GreeceJapan.com
Ι
Οι ΑμερικανοΑσιάτες (Asian Americans) έχουν το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και το υψηλότερο μέσο εισόδημα -ανά νοικοκυριό- από οποιαδήποτε άλλη φυλετική ομάδα (racial group) στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη το 2012 σε εθνικό επίπεδο από το Pew Research Center. Επίσης, ο πληθυσμός των ΑσιατοΑμερικανών αυξάνεται γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη φυλετική ομάδα στις Η.Π.Α. Από το 2000 έως το 2010 ο αριθμός των ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονταν ως -εν μέρει ή εξ ολοκλήρου- Ασιάτες αυξήθηκε κατά 46%, τουλάχιστον τέσσερις φορές περισσότερο από το ρυθμό αύξησης του συνολικού πληθυσμού. Στην έρευνα διαπιστώθηκε πως οι ΑμερικανοΑσιάτες δίνουν μεγαλύτερη αξία στο γάμο, τη μητρότητα, τη σκληρή δουλειά και την επιτυχημένη καριέρα (marriage, parenthood, hard work, career success) από τους υπόλοιπους Αμερικανούς. Το 1965 οι ΑσιατοΑμερικανοί αποτελούσαν λιγότερο από το 1,0% του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα αποτελούν περίπου το 4,8% (wholly Asian) ή σχεδόν το 6,0% (partly Asian). Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται περί τα 18 εκατομμύρια.
-----
Φρασεολογίες όπως racial group, racial demographics ή κατηγοριοποιήσεις όπως White, Asian Americans, African American, Black, Hispanic and Latino, Other/Multiracial, Native, Non-Hispanic White κ.λπ αποτελούν επίσημες ορολογίες στις Η.Π.Α. Η πιο χονδροειδής δημογραφική κατηγοριοποίηση είναι η -επίσημη- εξής: White 72.41%, Black 12.61%, Other/Multiracial 9.11%, Asian 4.75%, Native 1.12%.
ΙΙ
Οι ανθρωπιστές (humanists) φροντίζουν να αποφεύγεται -στα πλαίσια του δυνατού- ο πόλεμος ή/και η -εξωχώρια- αποσταθεροποίηση καθεστώτων από παρεμβατιστές (interventionists) τις πράξεις -και τα αποτελέσματα- των οποίων δεν νομιμοποιούν, σε αντίθεση με τους ανθρωπιστικιστές (humanitarianists) οι οποίοι -είναι υπέρ και- νομιμοποιούν παρεμβάσεις και πολέμους των interventionists (παρεμβατιστών) καθώς και τα αποτελέσματα τους. Οι παρεμβατιστές (interventionists) και οι ανθρωπιστικιστες (humanitarianists) αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι συμπληρωματικοί ο ένας του άλλου. Εξ ου και ''humanitarian intervention''. Η κατάχρηση του όρου humanism (ανθρωπισμός) από ανθρωπιστικιστές (humanitarianists) και η ταύτιση του με τον όρο humanitarianism (ανθρωπιστικισμός) αποτελεί προπαγάνδα. Ο humanitarianism (ανθρωπιστικισμός) είναι ιδεολογία που έλκει την καταγωγή της από τη σχέση ρασιοναλισμού, πουριτανισμού και ιντιβιντουαλισμού, αναπτύσσεται κυρίως σε τμήματα του προτεσταντικού κόσμου και δεν ταυτίζεται με τον humanism (ανθρωπισμός). Ο ανθρωπιστικισμός (humanitarianism) αποτελεί την άλλη όψη του παρεμβατισμού (interventionism).
ΙΙΙ
Μεταξύ 16ου και 18ου αιώνα (δυτικόευρωπαϊκή αποικιακή περίοδος) ο πληθυσμός της Νότιας και Κεντρικής -κατόπιν λατινικής- Αμερικής αποτελούσε περίπου το 4% με 2% του παγκόσμιου πληθυσμού. Τον 17ο αιώνα (περίοδος εγκατάστασης/εποικισμού των Πουριτανών - Great Migration) ο πληθυσμός της Βόρειας Αμερικής με δυσκολία άγγιζε το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο συνολικός πληθυσμός Νότιας και Βόρειας Αμερικής δεν ξεπερνούσε το 3% με 4% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η Αμερική ήταν μια -απίστευτα- αραιοκατοικημένη ήπειρος. Στις μέρες μας ο πληθυσμός της Νότιας και Κεντρικής -λατινικής- Αμερικής αποτελεί περίπου το 8,6% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ της Βόρειας περίπου το 5%. Ο συνολικός πληθυσμός της Αμερικής (Νότιας και Βόρειας) αποτελεί περίπου το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού.
ΙV
Μία είναι η Παγκόσμια Ήπειρος. Η ΑφροΕυρασία, με την Αμερική να αποτελεί την περιφέρεια της - και την ΝοτιοΑνατολική νησιωτική Ασία και Ωκεανία να αποτελούν το περιφερειακό αρχιπέλαγος της. Η περίοδος του δυτικοευρωπαϊκού αποικισμού ουσιαστικά εισήγαγε ή ενσωμάτωσε σταδιακά την αμερικανική ήπειρο στο παγκόσμιο αφροευρασιατικό σύστημα. Η άνοδος των Ηνωμένων Πολιτειών -και η μεταφορά του κέντρου βάρους από το δυτικό τμήμα της ΑφροΕυρασιατικής ηπείρου πέραν του Ατλαντικού- προσέδωσε για μια σύντομη περίοδο αναβαθμισμένο ή/και πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιφερειακή αυτή ήπειρο (Αμερική) υπό την κυριαρχία του βόρειου τμήματος της. Το κέντρο βάρους επιστρέφει στη φυσική του θέση. Στην Παγκόσμια ΑφροΕυρασιατική -κεντρική- Ήπειρο (συγκεκριμένα στο ανατολικό μέρος της) με την αμερικανική περιφερειακή ήπειρο όμως να έχει αναβαθμισμένη θέση σε σχέση με τέσσερις αιώνες νωρίτερα.
-----
Στην Παγκόσμια ΑφροΕυρασιατική Ήπειρο κατοικούν 5,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι. Στην περιφερειακή ήπειρο (Αμερική) κατοικούν περί τα 900 εκατομμύρια άνθρωποι ενώ στο νησιωτικό -περιφερειακό- αρχιπέλαγος (ΝοτιοΑνατολική νησιωτική Ασία και Ωκεανία) περί τα 600 εκατομμύρια. Περίπου το 80% του πληθυσμού του πλανήτη κατοικεί στην Παγκόσμια ΑφροΕυρασιατική Κεντρική Ήπειρο (*). Υπό αυτή την οπτική (Κεντρική Ήπειρος, Περιφερειακή Ήπειρος, Αρχιπέλαγος) ο ανταγωνισμός για την Αφρική -ένα τεράστιο τμήμα της κεντρικής ηπείρου- ανάμεσα σε μια δύναμη που προέρχεται από την περιφερειακή ήπειρο (Η.Π.Α) και μια δύναμη που προέρχεται από την κεντρική ήπειρο (Κίνα) έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο ομφαλός -ή το κομβικότερο τμήμα- της ΑφροΕυρασιατικής Παγκόσμιας Κεντρικής Ηπείρου είναι η ευρύτερη Μέση Ανατολή (όχι, δεν είναι μόνον «τα πετρέλαια»). Φυσική έδρα του Ισλάμ (*). Όπως γίνεται κατανοητό οποιαδήποτε περιφερειακή δύναμη θα επιδίωκε τον κατακερματισμό αυτών των «οντοτήτων» (*) [Κεντρική Ήπειρος, Ισλάμ] και τη διεξαγωγή ''balance of power''με τμήματα του εσωτερικού τους.
V
Εάν ίσχυε το περί «προόδου» θεώρημα και η σιδηροδρομική-μονογραμμική αντίληψη περί ιστορίας σε ότι αφορά τις πολιτικές μονάδες, τότε σήμερα, η Περσική Αυτοκρατορία θα έπρεπε να εκτείνεται -τουλάχιστον- από τα Ιμαλάϊα μέχρι τις Άλπεις.
VI
Η «Παγκοσμιοποίηση» -ως υποκειμενική επιδίωξη, φαντασίωση και σύνθημα- σε συνδυασμό με τη θέση περί του «Τέλους της Ιστορίας» αποτέλεσε την τελευταία έκφραση της «δυτικής εκκοσμικευμένης» εσχατολογίας. Στην αμερικανική εκδοχή της, προέβλεπε πως όλοι οι -υπόλοιποι- πολιτισμοί θα απορροφούνταν ή θα αφομοιώνονταν στη θριαμβευτική αποθέωση μιας εξαμερικανισμένης «Δύσης», ενώ στην ευρωπαϊκή της εκδοχή, αναφερόταν σε ένα ύπερ/μετακράτος (Ευρωπαϊκή Ένωση) και ένα λαό υπό συνθήκες μετα-κυριαρχίας και μετα-εθνικότητας που θα αποκτούσε χαρακτήρα προτύπου για τον -υπόλοιπο- πλανήτη. Πιστεύοντας σε αυτή την παρωχημένη και ξεπερασμένη αντίληψη περί «Παγκοσμιοποίησης», οι δυνάμεις του παλαιού πολιτικού και κομματικού κατεστημένου, υπερασπίζονται έναν κόσμο που έχει ανατραπεί από την Παγκοσμιοποίησηως πραγματικότητα και αντικειμενική εξέλιξη (και όχι ως δυτικοευρωκεντρικήυποκειμενική επιδίωξη, φαντασίωση ή δέον). Σε αυτή τη μάχη οπισθοφυλακής το παλαιό κομματικό κατεστημένο (το οποίο πρέσβευε την «Παγκοσμιοποίηση» σε εισαγωγικά) αναγκάζεται να εξαλείψει τις παλαιές διαχωριστικές γραμμές και να δημιουργήσει συμμαχίες «κεντρισμού»-μονολόγου υπό τη σύμπραξη Χριστιανοδημοκρατίας ή «δεξιάς» και Σοσιαλδημοκρατίας ή «κεντροαριστεράς» (με την τελευταία να αποτελεί συνήθως συνιστώσα της πρώτης), προκειμένου να δημιουργήσει αναχώματα απέναντι στις δυνάμεις που το ίδιο γέννησε με τις αποτυχημένες και ανεπαρκείς πολιτικές του επιλογές, επιδιώξεις και διαχειρίσεις. Οι δυνάμεις που βρίσκονται σε άνοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωσηδεν έπεσαν από τον ουρανό, αποτελούν προϊόντα, γεννήματα και καθρεφτίσματα της αποτυχίας των λεγόμενων «ευρωπαϊστών»-ευρωφεντεραλιστών, της αλλαγής στην ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο εντός της Ε.Ε, και, της ανεπάρκειας και ανικανότητας της υπερεθνικής γραφειοκρατίας, η οποία πελαγοδρομεί παίζοντας με τη μοίρα 500 εκατομμυρίων ανθρώπων ενώ παράλληλα συμπεριφέρεται λες και έχει το ακαταλόγιστο (δεν θα πρέπει να αθωώνεται και να καθαγιάζεται το υπερεθνικό επίπεδο, το οποίο δεν εκλέγεται και δεν λογοδοτεί. Φέρει ευθύνες). Σε αυτά τα πλαίσια, υπεράσπισης μιας «Παγκοσμιοποίησης» που έχει ανατραπείκι έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει καθώς και της σύμπραξης των δυνάμεων του παλαιού πολιτικού και κομματικού κατεστημένου -προς δημιουργία αναχωμάτων-, φανερώνεται πως οι κατηγορίες της «αριστεράς» και της «δεξιάς» έχουν παύσει να εκφράζουν τα πολιτικά διακυβεύματα της εποχής μας. Μια εποχή που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της, την ευρωπαϊκή παρακμή.
VII
Χαμένοι στους ωκεανούς της ιδεολογίας και της οικονομίστικης αριθμοσοφίας και θεολογίας, «ξέχασαν», πως δεν υπάρχει -κανένα- υποκατάστατο για τους ανθρώπους. Αργά ή γρήγορα θα το «θυμηθούν», καθώς,''We are on the cusp of the most profound shift in global power and influence''.
Μόνο σαν φτάσουν τα μεγάλα κρύα, ξέρουμε πως ο κέδρος και το κυπαρίσσι είναι τα τελευταία δένδρα που φυλλορροούν.
Κομφούκιος
孔夫子
孔夫子
Καλή δύναμη σε όλες και όλους. Ότι ποθεί ο καθένας και η καθεμία ξεχωριστά και μια νέα αρχή για όσες και όσους το επιθυμούν.
.~`~.
Άμεσα σχετιζόμενο
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης
.~`~.
Το πέρας του λεγόμενου ψυχρού πολέμου σηματοδότησε την άνοδο ενός είδους αναρχίας που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση νέων μορφών σύγκρουσης με βάση τη θρησκεία και την εθνικότητα στο εσωτερικό των κρατών παρά την απαρχή μιας φιλελεύθερης ιεραρχίας μεταξύ των κρατών. Ακόμα και έτσι όμως, ο κοσμοπολίτικος φιλελευθερισμός του Φουκουγιάμα και η φιλελεύθερη δημοκρατική παγκόσμια τάξη βασισμένη στο «Τέλος της Ιστορίας», ισχυρίζονται ορισμένοι, δεν είναι νεκρή, αλλά φαίνεται να κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος του ανεπτυγμένου, «πολιτισμένου» κ.λπ κόσμου: οι πολιτικοί ολοένα και περισσότερο αντιμάχονται εκλογικά στη βάση της διαχειριστικής επάρκειας ή της «ορθολογικής» διαχείρισης παρά στη βάση των ιδεών, οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο φιλελεύθεροι, πιο κοσμικοί και σέβονται περισσότερο τη διαφορετικότητα. Ίσως να είναι απλά θέμα χρόνου προτού ο αναπτυσσόμενος κόσμος προφτάσει τον ανεπτυγμένο, όπως πρότεινε ο Φουκουγιάμα.
Ενάντια σε μια τέτοια -αισιόδοξη- άποψη, η οποία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη περί «παγκοσμιοποίησης» που -θεμελιώνεται την περίοδο της κυβέρνησης Κλίντον και- έχει ξεπεραστεί προ πολλού, θα υποστηρίξω, σε επόμενο σημείωμα, ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος όχι μόνο δεν θα καλύψει τη διαφορά με τον ανεπτυγμένο ως προς το ζήτημα της εκκοσμίκευσης και του φιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα, και κατά ειρωνεία της τύχης, είναι η λεγόμενη «Δύση» που θα αρχίσει να προσομοιάζει με τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Μέσα στις στις επόμενες δύο ή τρεις δεκαετίες (πριν από το 2050) οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του ανεπτυγμένου κόσμου θα αντιστρέψουν την πορεία του κοσμικού κράτους αναιρώντας την κεντρική ιδεολογία των δυτικών κοινωνιών -ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης-, δηλαδή το μύθο της «αέναης» και συνεχώς αυξανόμενης ανθρώπινης προόδου (που θα οδηγήσει σε κάποιο αίσιο τέλος, π.χ. τη κυριαρχία του Λόγου κ.λπ)
Ποιος είναι ο λόγος για μια τέτοια εξέλιξη; Η δημογραφία και οι ρυθμοί γονιμότητας τόσο στη σχέση της λεγόμενης «Δύσης» με το εξωτερικό της (μετανάστευση, ακόμα και εάν αυτή μειωθεί) όσο και στο εσωτερικό της (διαφορά στους ρυθμούς γονιμότητας ανάμεσα σε κοσμικιστές και θρησκευόμενους). Το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο από τις περί τρομοκρατίας κυρίαρχες αντιλήψεις οι οποίες από κάποια στιγμή και ύστερα λειτουργούν αποπροσανατολιστικά. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα -για την περίπτωση της Γαλλίας-, θα γίνει αντιληπτό πως το πραγματικό διακύβευμα είναι ο λεγόμενος «κοσμικός πολιτισμός».
Αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι η προσπάθεια προσαρμογής σε μια δημογραφική ήττα. Ορισμένες φορές μπορεί να χρειάζεσαι τον πόλεμο προκειμένου να αποκρύψεις πως ηττήθηκες στην ειρήνη.
Ζούμε τη χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης.
Ενάντια σε μια τέτοια -αισιόδοξη- άποψη, η οποία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη περί «παγκοσμιοποίησης» που -θεμελιώνεται την περίοδο της κυβέρνησης Κλίντον και- έχει ξεπεραστεί προ πολλού, θα υποστηρίξω, σε επόμενο σημείωμα, ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος όχι μόνο δεν θα καλύψει τη διαφορά με τον ανεπτυγμένο ως προς το ζήτημα της εκκοσμίκευσης και του φιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα, και κατά ειρωνεία της τύχης, είναι η λεγόμενη «Δύση» που θα αρχίσει να προσομοιάζει με τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Μέσα στις στις επόμενες δύο ή τρεις δεκαετίες (πριν από το 2050) οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του ανεπτυγμένου κόσμου θα αντιστρέψουν την πορεία του κοσμικού κράτους αναιρώντας την κεντρική ιδεολογία των δυτικών κοινωνιών -ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης-, δηλαδή το μύθο της «αέναης» και συνεχώς αυξανόμενης ανθρώπινης προόδου (που θα οδηγήσει σε κάποιο αίσιο τέλος, π.χ. τη κυριαρχία του Λόγου κ.λπ)
Ποιος είναι ο λόγος για μια τέτοια εξέλιξη; Η δημογραφία και οι ρυθμοί γονιμότητας τόσο στη σχέση της λεγόμενης «Δύσης» με το εξωτερικό της (μετανάστευση, ακόμα και εάν αυτή μειωθεί) όσο και στο εσωτερικό της (διαφορά στους ρυθμούς γονιμότητας ανάμεσα σε κοσμικιστές και θρησκευόμενους). Το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο από τις περί τρομοκρατίας κυρίαρχες αντιλήψεις οι οποίες από κάποια στιγμή και ύστερα λειτουργούν αποπροσανατολιστικά. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα -για την περίπτωση της Γαλλίας-, θα γίνει αντιληπτό πως το πραγματικό διακύβευμα είναι ο λεγόμενος «κοσμικός πολιτισμός».
Αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι η προσπάθεια προσαρμογής σε μια δημογραφική ήττα. Ορισμένες φορές μπορεί να χρειάζεσαι τον πόλεμο προκειμένου να αποκρύψεις πως ηττήθηκες στην ειρήνη.
Ζούμε τη χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης.
-----
Αυτή τη στιγμή ζούμε σε συνθήκες δημογραφικής και οικονομικής ύφεσης (σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύεται από πολιτική ανεπάρκεια και κυριαρχία μετριοτήτων, έλλειμμα νομιμοποίησης -τα προηγούμενα βαφτίζονται «εξορθολογισμός» της πολιτικής-, ηθική εξαχρείωση, άνοδο του ανορθολογισμού, κυριαρχία φαραωνικού τύπου αντιλήψεων ως αυτονόητες ή φυσιολογικές κ.λπ). Είναι μάλιστα η -διαρκής- δημογραφική ύφεση που επιτάχυνε την πορεία προς την οικονομική ύφεση. Επίσης, ο δημογραφικός δυναμισμός βοηθά στην έξοδο από μια οποιαδήποτε ύφεση ενώ η δημογραφική απίσχανση ενισχύει την οποιαδήποτε στασιμότητα.
I
Ο λεγόμενος multiculturalism («πολυπολιτισμός») καμία σχέση δεν έχει με «πολιτισμούς». Όπως ορθά παρατήρησε ο Hisanori Isomura, ''ο πολυπολιτισμός είναι ο τρέχον ευφημισμός για οτιδήποτε έχει να κάνει με μειονότητες... Τα πολυπολιτισμικά προγράμματα οδηγούν σε έναν νέο τριμπαλισμό (tribalism) κατά τον οποίο κάθε μειονότητα είναι μια περαιτέρω διαχωρισμένη ομάδα ειδικού συμφέροντος'' (*).
Έτσι ανακαλύπτονται παντού «μειονότητες», ''based on race, color, religion, gender expression/identity, ethnicity, ancestry, national origin, sexual orientation, age and disability''. Και ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μείγμα ετερόκλητων «μειονοτικών ομάδων» (minority groups) βασισμένων στη φυλή, το χρώμα, το φύλο, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την καταγωγή, τη θρησκεία, την ηλικία κ.λπ. Multicultural citizenship το ονομάζουν αυτό (στο περίπου). Η μεγάλη δομή είναι ο κατακερματισμός, ο μετασχηματισμός ή το ξεχείλωμα της citizenship (ας πούμε «υπηκοότητα») γι'αυτό και συνδέονται φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους ζητήματα.
(*) ''Multiculturalism is the current euphemism for anything to do with minorities... Multicultural programs are leading to a new tribalism in which each minority is further-separated special-interest group''. Hisanori Isomura
Στις μέρες μας ο όρος multiculturalism έχει γίνει εξαιρετικά ασαφής και αόριστος. Οι περισσότεροι άνθρωποι -ακόμα και ακαδημαϊκοί- δεν μπορούν να τον ορίσουν με συγκεκριμένο τρόπο και να εξηγήσουν πρακτικά τι εννοούν με τον όρο αυτό.
Ναι μεν αλλά. Μέχρι ενός σημείου. Ας αφήσουμε την αοριστία και ας πάρουμε τον μεγεθυντικό φακό, προκειμένου να δούμε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα. Δε νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για το ότι η Ελλάδα δεν είναι το ίδιο ανεπτυγμένη οικονομικά χώρα όσο η Ιαπωνία (τα τελευταία χρόνια μάλιστα, με όλα όσα συμβαίνουν, η Ελλάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οπισθοδρομεί στο επίπεδο των αναπτυσσόμενων οικονομιών, δίχως όμως την οικονομική και δημογραφική δυναμική και όλα τα πλεονεκτήματα των τελευταίων). Η Ελλάδα έχει τον ίδιο ή ελάχιστα μικρότερο ρυθμό γονιμότητας με την Ιαπωνία (περίπου 1,4). Επίσης, δε νομίζω πως θεωρούν πολλοί άνθρωποι τη Ρουμανία ή τη Σερβία πιο ανεπτυγμένες χώρες οικονομικά από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες (έχουν αρκετά μικρότερο ρυθμό γονιμότητας από τις τρεις αυτές χώρες οι οποίες βρίσκονται στα όρια του 2,0. Στην καλύτερη θέση από όλες τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες).
Σε ότι αφορά τις Η.Π.Α μάλιστα, τα υψηλά ποσοστά στους ρυθμούς γονιμότητας (fertility rate) δεν είναι ζήτημα «των ΑφροΑμερικανών και των Μεξικανών» ή «της μετανάστευσης» μονάχα, όπως λέει ο καλά θεμελιωμένος μύθος, καθώς οι Πολιτείες με τους υψηλότερους ρυθμούς γονιμότητας σε αυτή τη χώρα είναι η Utah, η Νότια Dakota, η Nebraska και το Idaho (και το Texas βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα), Πολιτείες όλες που έχουν μικρά ποσοστά «ΑφροΑμερικανών και Μεξικανών» (σε αντίθεση με τη California ή το Colorado). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ρυθμοί γονιμότητας στις Η.Π.Α κορυφώθηκαν αγγίζοντας το 3,7, δηλαδή όσο περίπου είναι οι ρυθμοί γονιμότητας στη σημερινή Κένυα (μετά το 2020 η Κένυα αναμένεται να πέσει στο 2,3. Κάτω από τους ρυθμούς γονιμότητας της σημερινής Utah). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν υπανάπτυκτη ή αναπτυσσόμενη οικονομικά χώρα.
Χρειάζεται λοιπόν μια πιο εξειδικευμένη μελέτη και όχι γενικότητες και αξιώματα όπως αυτά των οικονομιστών (φιλελεύθερων ή άλλων), τα οποία, ναι μεν έχουν μια βάση μέχρι ενός σημείου, αλλά όταν χρησιμοποιούνται γενικά και αόριστα, ως άρθρα πίστεως, οδηγούν σε παραπλανητικά συμπεράσματα, προϋποθέτουν συγκεκριμένες προκείμενες και αποκρύβουν στοιχεία που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον (*). Ανάλογα, το ότι «η ανθρωπότητα γερνάει» θολώνει την εικόνα ως προς τις διαφορετικές επιπτώσεις που έχει αυτή η εξέλιξη σε διαφορετικές περιοχές. Οι ρυθμοί γονιμότητας πέφτουν παντού, αλλά είναι διαφορετικό να πέσεις από το 5,5 στο 3,5 και διαφορετικό να πέσεις από το 2,2 στο 1,3 (το οποίο θεωρείται «πάτος»). Δηλαδή να έχεις χάσει το αυτονόητο για όλες τις κοινωνίες στην ανθρώπινη ιστορία. Τη δυνατότητα αναπαραγωγής.
Έτσι ανακαλύπτονται παντού «μειονότητες», ''based on race, color, religion, gender expression/identity, ethnicity, ancestry, national origin, sexual orientation, age and disability''. Και ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μείγμα ετερόκλητων «μειονοτικών ομάδων» (minority groups) βασισμένων στη φυλή, το χρώμα, το φύλο, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την καταγωγή, τη θρησκεία, την ηλικία κ.λπ. Multicultural citizenship το ονομάζουν αυτό (στο περίπου). Η μεγάλη δομή είναι ο κατακερματισμός, ο μετασχηματισμός ή το ξεχείλωμα της citizenship (ας πούμε «υπηκοότητα») γι'αυτό και συνδέονται φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους ζητήματα.
-----
Η πρώτη χώρα που εφάρμοσε ως επίσημη πολιτική της τον λεγόμενο «πολυπολιτισμό» ήταν ο Καναδάς το 1971, υπό τον Pierre Trudeau, πατέρα του σημερινού Πρωθυπουργού (εξ ου και το «θριαμβευτικό» κλίμα για την εκλογή του υιού). Το πως και το γιατί, ποιες ήταν οι συγκεκριμένες συνθήκες και εθνικές ομάδες θα το εξετάσω άλλη φορά.(*) ''Multiculturalism is the current euphemism for anything to do with minorities... Multicultural programs are leading to a new tribalism in which each minority is further-separated special-interest group''. Hisanori Isomura
Στις μέρες μας ο όρος multiculturalism έχει γίνει εξαιρετικά ασαφής και αόριστος. Οι περισσότεροι άνθρωποι -ακόμα και ακαδημαϊκοί- δεν μπορούν να τον ορίσουν με συγκεκριμένο τρόπο και να εξηγήσουν πρακτικά τι εννοούν με τον όρο αυτό.
II
Περί ενός αξιώματος: ''Οι χαμηλοί ρυθμοί γονιμότητας και η υψηλή μέση ηλικία αποτελούν γνωρίσματα των ανεπτυγμένων κοινωνιών''.Ναι μεν αλλά. Μέχρι ενός σημείου. Ας αφήσουμε την αοριστία και ας πάρουμε τον μεγεθυντικό φακό, προκειμένου να δούμε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα. Δε νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για το ότι η Ελλάδα δεν είναι το ίδιο ανεπτυγμένη οικονομικά χώρα όσο η Ιαπωνία (τα τελευταία χρόνια μάλιστα, με όλα όσα συμβαίνουν, η Ελλάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οπισθοδρομεί στο επίπεδο των αναπτυσσόμενων οικονομιών, δίχως όμως την οικονομική και δημογραφική δυναμική και όλα τα πλεονεκτήματα των τελευταίων). Η Ελλάδα έχει τον ίδιο ή ελάχιστα μικρότερο ρυθμό γονιμότητας με την Ιαπωνία (περίπου 1,4). Επίσης, δε νομίζω πως θεωρούν πολλοί άνθρωποι τη Ρουμανία ή τη Σερβία πιο ανεπτυγμένες χώρες οικονομικά από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες (έχουν αρκετά μικρότερο ρυθμό γονιμότητας από τις τρεις αυτές χώρες οι οποίες βρίσκονται στα όρια του 2,0. Στην καλύτερη θέση από όλες τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες).
Σε ότι αφορά τις Η.Π.Α μάλιστα, τα υψηλά ποσοστά στους ρυθμούς γονιμότητας (fertility rate) δεν είναι ζήτημα «των ΑφροΑμερικανών και των Μεξικανών» ή «της μετανάστευσης» μονάχα, όπως λέει ο καλά θεμελιωμένος μύθος, καθώς οι Πολιτείες με τους υψηλότερους ρυθμούς γονιμότητας σε αυτή τη χώρα είναι η Utah, η Νότια Dakota, η Nebraska και το Idaho (και το Texas βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα), Πολιτείες όλες που έχουν μικρά ποσοστά «ΑφροΑμερικανών και Μεξικανών» (σε αντίθεση με τη California ή το Colorado). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ρυθμοί γονιμότητας στις Η.Π.Α κορυφώθηκαν αγγίζοντας το 3,7, δηλαδή όσο περίπου είναι οι ρυθμοί γονιμότητας στη σημερινή Κένυα (μετά το 2020 η Κένυα αναμένεται να πέσει στο 2,3. Κάτω από τους ρυθμούς γονιμότητας της σημερινής Utah). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν υπανάπτυκτη ή αναπτυσσόμενη οικονομικά χώρα.
Χρειάζεται λοιπόν μια πιο εξειδικευμένη μελέτη και όχι γενικότητες και αξιώματα όπως αυτά των οικονομιστών (φιλελεύθερων ή άλλων), τα οποία, ναι μεν έχουν μια βάση μέχρι ενός σημείου, αλλά όταν χρησιμοποιούνται γενικά και αόριστα, ως άρθρα πίστεως, οδηγούν σε παραπλανητικά συμπεράσματα, προϋποθέτουν συγκεκριμένες προκείμενες και αποκρύβουν στοιχεία που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον (*). Ανάλογα, το ότι «η ανθρωπότητα γερνάει» θολώνει την εικόνα ως προς τις διαφορετικές επιπτώσεις που έχει αυτή η εξέλιξη σε διαφορετικές περιοχές. Οι ρυθμοί γονιμότητας πέφτουν παντού, αλλά είναι διαφορετικό να πέσεις από το 5,5 στο 3,5 και διαφορετικό να πέσεις από το 2,2 στο 1,3 (το οποίο θεωρείται «πάτος»). Δηλαδή να έχεις χάσει το αυτονόητο για όλες τις κοινωνίες στην ανθρώπινη ιστορία. Τη δυνατότητα αναπαραγωγής.
-----
(*) Π.χ: 1) Η Σερβία, η οποία έχει περίπου 30,000$ μικρότερο κατά κεφαλήν από την Αυστραλία, είναι γηραιότερη και έχει μικρότερο ρυθμό γονιμότητας από την Αυστραλία. 2) Ο Λίβανος δεν έχει τα ίδια επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης με την Δανία αλλά έχει τους ίδιους ρυθμούς γονιμότητας. 3) Το 1950 υπήρχαν δυόμιση Ευρωπαίοι για κάθε Αφρικανό. Το 2050, σύμφωνα με στοιχεία του Ο.Η.Ε, θα υπάρχουν τέσσερις Αφρικανοί για κάθε Ευρωπαίο κ.λπ.
III
Σήμερα, η μέση ηλικία στην Ελλάδα είναι πάνω από 43,5 έτη (στις 5-10 πιο γερασμένες κοινωνίες του πλανήτη). Το 1955, η μέση ηλικία στη χώρα ήταν 27,4 έτη. Δηλαδή, η ελληνική κοινωνία το 1955 ήταν όσο νεανική είναι η σημερινή Ινδία - και νεώτερη από τη σημερινή Τουρκία.
-----
Έξι δεκαετίες μετά, είμαστε μια από τις πλέον γερασμένες κοινωνίες στον πλανήτη (top 5), με πρωτοφανή ποσοστά ανεργίας (από τα υψηλότερα), με 6-7 χρόνια συνεχούς οικονομικής ύφεσης (παγκόσμιο ρεκόρ) και την μεγαλύτερη πτώση Α.Ε.Π στην παγκόσμια οικονομική ιστορία (εν καιρό ειρήνης - βέβαια ασύμμετρο πόλεμο ζούμε). Και αυτά είναι ορισμένα μονάχα δεδομένα. Μπορούν να τονιστούν πολλά ακόμα. Όπως για παράδειγμα, το πόσα συνεχή χρόνια οι ρυθμοί γονιμότητας (fertility rate) μιας κοινωνίας είναι κάτω από το «μαγικό» 2,10 (replacement -fertility- rate), το προσφυγικό, τα περιφερειακά ή εθνικά ζητήματα, η μετανάστευση των νέων τα τελευταία χρόνια κ.λπ.
I
Οι Ατλαντιστές υπήρξαν διαχρονικά οι πιο ένθερμοι οπαδοί της διεύρυνσης της Ε.Ε, ενώ οι Ευρωπαϊστές της εμβάθυνσης. Οι Ευρωπαϊστές θεωρούν πως η διεύρυνση αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής πολιτικής περιορισμού της επιρροής και του ρόλου της Ένωσης, καθώς οι Ατλαντιστές εστίαζαν σε μία μεγάλη και διευρυμένη Ε.Ε με περιορισμένη εσωτερική συνοχή και περιορισμένο παγκόσμιο ρόλο (προκειμένου η Ε.Ε να αποτελεί εξάρτημα των Η.Π.Α, οι οποίες κατανοούσαν το παγκόσμιο γίγνεσθαι μέσω του μονοπολισμού).
Η διεύρυνση, υποστηρίζουν πολλοί Ευρωπαϊστές -όχι άδικα-, είχε δραματικά αποτελέσματα για τη συνοχή, τη λειτουργία και την αυτονομία της Ένωσης, καθώς επίσης και τη θεσμική και ιδεολογική της επάρκεια, τη δυνατότητά διαχείρισης διαφορετικών και αντικρουόμενων συμφερόντων και απόψεων, ενισχύοντας, κατά αυτό τον τρόπο, την ασάφεια του πολιτικού και ιδεολογικού προσανατολισμού της. Η διεύρυνση παρήγαγε ετερότητα με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η διαφορετικότητα και η πολυφωνία στο εσωτερικό της Ε.Ε, δηλαδή -για να το γράψουμε έξω από τα δόντια δίχως να ωραιοποιούμε καταστάσεις- συνέβαλε στην αποδυνάμωση της ταυτότητας και της εσωτερικής συνοχής της Ένωσης, στην έλλειψη σαφούς προσανατολισμού και στρατηγικού σχεδιασμού, στον περιορισμό της αποτελεσματικότητας της, και κυρίως, μείωσε την αυτονομία και τον παγκόσμιο ρόλο της.
Σε αυτό το σημείο βλέπουμε την μεροληψία και την υποκρισία από πλευράς -ορισμένων- Ευρωπαϊστών. Ενώ θεωρούν -σωστά- πως η αύξηση της ετερογένειας και της ετερότητας μέσω της διεύρυνσης στο υπερεθνικό ευρωπαϊκό επίπεδο είχε αρνητικά αποτελέσματα (έλλειψη συνοχής, δυσλειτουργικότητα, μείωση αυτονομίας, θεσμική ανεπάρκεια) συμβάλλοντας στην πρόσδεση της Ε.Ε στις Η.Π.Α, θεωρούν θετική και επιβάλλουν την αύξηση της ετερογένειας και της ετερότητας στο εθνικό επίπεδο, δηλαδή σε αυτό των εθνικών κρατών. Ότι έκαναν οι Η.Π.Α -μέσω της διεύρυνσης- στην Ε.Ε, κάνει η Ε.Ε στα εθνικά κράτη. Τα κάνει πιο δυσλειτουργικά, πιο εξαρτημένα, λιγότερο συνεκτικά, θεσμικά και ιδεολογικά ανεπαρκή, περιορίζει τον ρόλο τους, απαξιώνει τα πολιτικά τους συστήματα και τη στρατηγική τους στόχευση και τα προσδένει στο άρμα της.
Βέβαια η παραπάνω προσέγγιση είναι στα πλαίσια της μονοπολικής στιγμής των Η.Π.Α. Αυτή η φάση όμως έχει τελειώσει (σε επίπεδο πραγματικότητας, εδώ και αρκετό καιρό, σε επίπεδο ιδεολογίας, λιγότερο). Πλέον η Ανατολική Ασία έλκει τις Η.Π.Α θαλάσσια προς τον Ειρηνικό και την Ε.Ε ηπειρωτικά προς την Ευρασία. Το ρήγμα ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θα διευρύνεται και θα βαθαίνει όσο περνά ο καιρός. Η TTIP δεν μπορεί να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη (έχω γράψει παλαιότερα γιατί δεν ασχολούμαι με την TTIP) καθώς ο θεσμοκεντρισμός δεν μπορεί να υπερβεί ή να αντισταθμίσει δομικές διεθνοσυστημικές αλλαγές. Οι Διατλαντικές σχέσεις είναι πιο αδύναμες από ποτέ και στο χειρότερο σημείο τους. Πλέον δεν αποτελούν πρώτιστη και απόλυτη προτεραιότητα για τις Η.Π.Α. Η συμμαχία ανάμεσα σε Η.Π.Α και Ε.Ε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «κούφια συμμαχία». Η Ε.Ε -με όποια μορφή, λόγω πολιτικού κατακερματισμού- θα κοιτάξει ανατολικά και οι Η.Π.Α δυτικά και κυρίως «μέσα». Στις Η.Π.Α ξεκινά μια περίοδο εσωστρέφειας και έντονης πόλωσης.
Μια άγνωστη και εξαφανισμένη μάχη για την δυτικοευρωκεντρική ιστοριογραφία. Και για εμάς, φυσικά, που πλατσουρίζουμε χαρωπά και ανέμελα στον δυτικοευρωκεντρισμόμας, ο οποίος είναι ''universal''. Εδώ δεν γνωρίζουμε -καθώς είμαστε πολιτιστικά κατεχόμενοι- τη Μάχη του Γιαρμούκ, θα γνωρίζαμε τη Μάχη του Ταλάς...
Γνωρίζουμε όμως το ''last stand''του Κάρολου Μαρτέλου ο οποίος ''έσωσε''τον «δυτικό» πολιτισμό. Δάκρυσα... και μαζί μου οι Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Θεοφανώ (είτε η Σκλήραινα, είτε η Αναστασώ) και Ηράκλειος (αυτός ήταν στη μάχη του Γιαρμούκ) που αν τους έλεγες πως η Anne-Marie Slaughter και ο John Ikenberry αποτελούν «συνέχεια» του πολιτισμού τους μπορεί και να πέθαιναν από τα γέλια (και τα κλάματα)...
Τρεις δεκαετίες νωρίτερα από τη μάχη του Ταλάς έγινε η δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια των Αράβων να αλώσουν την Κωνσταντινούπολη (και 14 χρόνια πριν από τη Μάχη μεταξύ Τουρ και Πουατιέ -με την οποία μας έχουν ζαλίσει-, η οποία αποτέλεσε ένα αδιάφορο, περιθωριακό και συνοριακό γεγονός για τους αραβομουσουλμάνους, καθώς το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών εκτεινόταν από το Μαρόκο μέχρι την Κίνα). Η μάχη του Γιαρμούκ, η οποία καθόρισε την τύχη του Ορθόδοξου Ρωμαϊκού πολιτισμού (της Αυτοκρατορίας) και του ανατολικού ελληνισμού στα εδάφη της Παλαιστίνης και της Συρίας (Λεβάντε), έγινε 115 χρόνια πριν από τη μάχη του Ταλάς.
Στην Ελλάδα χάθηκε κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης, πρώτον, διότι οι άνθρωποι κατά κάποιον περίεργο τρόπο άρχισαν να ταυτίζονται με τους κατοίκους π.χ. της Ολλανδίας ή της Φλάνδρας (μέσω των περί «Ευρώπης» και «Δύσης» κενολογιών), και δεύτερον, επειδή πιστεύουν πως αποτελούν εξαίρεση σε σχέση με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη, του οποίου η ιστορία αλλοιώθηκε ή εξαφανίστηκε από μια τεχνητά κατασκευασμένη ευρωκεντρική ιστοριογραφία που δημιουργήθηκε από τον 18ο -και κυρίως τον 19ο- αιώνα περίπου και ύστερα.
Κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν πως οι Μορμόνοι στις Η.Π.Α είναι πιο κοντά στις αντιλήψεις και την πνευματική ατμόσφαιρα της Αναγέννησης από ότι οι κάτοικοι του Μυστρά (και πως η Αναγέννηση, η οποία πηγάζει από τη Μεσόγειο, αποτελεί «προπομπό» του «διαφωτισμού»), ενώ άλλοι προσπαθούν να μας μάθουν το Ισλάμ μέσα από το βιβλίο του Geert Wilders ή διάφορων αμερικανοφιλελεύθερων ακαδημαϊκών...
Πιο πολιτιστικά κατεχόμενος -και ακρωτηριασμένος- πεθαίνεις.
Βασικά ας αρχίσουν από τα στοιχειώδη -Θουκυδίδη και Πολύβιο-, και απλά ας φροντίσουν, κατόπιν, να μην κάνουν το κλασικό γεωγραφικό και χρονικό δισχιλιετές άλμα -αλλάζοντας γλώσσα και περιοχή-, και με αυτό τον τρόπο να βρεθούν ξαφνικά στον 18ο και 19ο αιώνα, διαβάζοντας γερμανολατινικά κείμενα της περιοχής βόρεια και νότια του Ρήνου. Ο πολιτιστικός ακρωτηριασμός, η πολιτιστική κατοχή και η αλλοίωση ταυτοτήτων -και άρα ο γεωπολιτικός έλεγχος- ακριβώς σε αυτό το γεωγραφικό, χρονικό, γνωστικό ή γνωσιακό, ιστορικό και γλωσσικό άλμα εδράζεται.
Η Νέα Δημοκρατία αποτελεί ένα κέλυφος κενό περιεχομένου. Με τον Καραμανλή, τον παλαιό, η Ν.Δ θέλησε να είναι «ριζοσπαστικά φιλελεύθερη». Με τον Μητσοτάκη, τον παλαιό, θέλησε να είναι «φιλελεύθερη» προς το «νέο» - και ολίγον βενιζελική. Με τον Καραμανλή, τον νεώτερο, θέλησε να είναι «χριστιανοδημοκρατική» (*). Βέβαια η Ν.Δ δεν είναι τίποτα, γι'αυτό και είναι «ευρωπαϊκή», «δεξιά», «αστική» και «λαϊκή». Είναι ένα κέλυφος κενό περιεχομένου, το οποίο κατά περίπτωση είναι τα πάντα, γι'αυτό καταλήγει πάντα να είναι ένα -ιδεολογικό- τίποτα. Πάντα τρέχει να «προφτάσει» και να «συγχρονιστεί» με το διεθνές γίγνεσθαι, γι'αυτό και πάντα οπισθοδρομεί τη χώρα (εάν δεν το έχετε καταλάβει στη δεκαετία του 1990, σε διεθνές επίπεδο, θέλει να μας πάει). Αποτελεί το βασικό παράγοντα καθυστέρησης και υπανάπτυξης της χώρας (**).
Τυχοδιωκτική, ετερόφωτη και μεταπρατική, ψάχνει συνεχώς και κατ'εξακολούθηση «στο εξωτερικό», προκειμένου να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη της -και να μας εκπολιτίσει φυσικά-, μέσω εισαγόμενων ιδεολογικών δογμάτων και ταυτοτήτων. Αποδείχθηκε ανίκανη, σαράντα χρόνια τώρα, να διαμορφώσει μια αυτόχθονη οργανική πολιτική θεωρία (ούτε να συνθέσει άνετα το «αστικό-λαϊκό» μπορεί, ούτε να αντιληφθεί τη σύνθεση, την ετερογένεια και το αξιακό υπόβαθρο της κοινωνίας στην οποία δρα και λειτουργεί - απλά τα πολεμά και τα δαιμονοποιεί όπως όλοι οι σχετικοί-άσχετοι με τις θεωρίες εκσυγχρονισμού: modernization theories).
Διανοητικά τεμπέλικη, συμπλεγματική και φοβική. Η ελληνική δεξιά έχει την αριστερά, και κυρίως τη θέση, που της αξίζει.
(**) Αν ήταν διαφορετική η Ν.Δ τη δεκαετία του 1980, διαφορετικό θα ήταν και το Πα.Σο.Κ.
Μάλλον το να γίνουμε «κανονική χώρα» αποτελεί την εξωτερίκευση -και τη ψυχολογική εκτόνωση- της συνείδησης πως κάποιοι πολιτικοί φορείς δεν αποτελούν «κανονικά κόμματα».
Τέτοια κόμματα-παραρτήματα αρμόζουν σε client/vassal states (υποτελή κράτη-πελάτες), μεταμοντέρνα εδαφικά αποικιακά σουρωτήρια και ημι-κρατικούς δρώντες.
2007: Εσωκομματικές εκλογές στο Πα.Σο.Κ μετά από την δεύτερη συνεχόμενη ήττα του Παπανδρέου από τον Καραμανλή. Ο Βενιζέλος αμφισβητεί ευθέως την εξουσία του. Συμμετέχοντες περίπου 740.000.
2009: Αμέσως μετά την ήττα από το Πα.Σο.Κ και την ανακοίνωση του αποτελέσματος των βουλευτικών εκλογών του 2009, οι οποίες προκηρύχθηκαν πρόωρα, κατόπιν αιφνίδιας διάλυσης της Βουλής, ο Καραμανλής παραιτείται από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, προκηρύσσοντας έκτακτο συνέδριο για την εκλογή νέου αρχηγού. Στο Έκτακτο Συνέδριο, αποφασίζεται η τροποποίηση του Καταστατικού αναφορικά με τη σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος και θεσπίζεται η διαδικασία εκλογής του νέου προέδρου από τα μέλη του κόμματος. Υποψήφιοι: Σαμαράς, Μπακογιάννη, Ψωμιάδης. Συμμετέχοντες στις εσωκομματικές εκλογές, περίπου 800.000.
2012: Εσωκομματικές εκλογές στο Πα.Σο.Κ με μοναδικό υποψήφιο τον Ευάγγελο -το Έθνος είμαι Εγώ- Βενιζέλο. Συμμετέχοντες περίπου 240.000.
2015: Στον πρώτο γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Ν.Δ οι συμμετέχοντες ήταν περίπου 400.000. Στελέχη του κόμματος και δημοσιογράφοι καναλιών πανηγυρίζουν για τη «μεγάλη συμμετοχή» (χρειάζονταν τουλάχιστον 250.000 συμμετέχοντες -και 3ευρα- προκειμένου να μην χρωστάνε στην εταιρεία). Έγινε μάλιστα και παράταση της ψηφοφορίας «λόγω μεγάλης συμμετοχής». Παραλήρημα και εικονική πραγματικότητα. Οι συμμετέχοντες ήταν περίπου οι μισοί από αυτούς που συμμετείχαν στις εσωκομματικές εκλογές του 2009. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν τα 57 έτη. Περίπου 150.000 από όσους ψήφισαν ήταν πάνω από 65 χρόνων. Μόνον αυτοί είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον δεύτερο γύρο, όπου ψήφισαν περίπου 330.000 άνθρωποι (μόλις 90.000 περισσότεροι από όσους ψήφισαν για την εκλογή του εθνικού μας συνταγματολόγου στη θέση του Προέδρου του Πα.Σο.Κ το 2012).
Η κομματική βάση της Ν.Δ. συρρικνώθηκε από 800.000 το 2009 σε περίπου 400.000 το 2015. Μάλιστα το 2009 συμμετείχαν μέλη του κόμματος ενώ το 2015 η διαδικασία ήταν ανοιχτή. Επίσης, το γεγονός ότι οι υποψήφιοι για την προεδρία της Ν.Δ ήταν τέσσερις -μαζί με το ανοιχτό της διαδικασίας- θα έπρεπε να λειτουργήσει ως ενισχυτικός παράγοντας για τη συμμετοχή. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Ο Μητσοτάκης ψηφίστηκε από περίπου 175.000 ανθρώπους. Αυτή αποτελεί τη μικρότερη νομιμοποιητική βάση που είχε ποτέ Πρόεδρος κυβερνητικού κόμματος (240.000 ήταν η νομιμοποιητική βάση του Βενιζέλου, ο οποίος επιδίωκε ήδη από το 2007 να βρεθεί στην ηγεσία του Πα.Σο.Κ, κάτι που τελικά κατάφερε το 2012, για να παραιτηθεί τρία μόλις χρόνια μετά). Τέλος, η Ν.Δ πρέπει να αποτελεί μάλλον το γηραιότερο κόμμα στον πλανήτη, καθώς η μέση ηλικία της κομματικής της βάσης είναι απίστευτα γερασμένη. Η αποθέωση του λεγόμενου «χάσματος γενεών».
Κομματική βάση της Ν.Δ το 2015: 400.000 (ανοιχτή διαδικασία). Αποτελέσματα εκλογών. Θα δούμε.
Η γενική φθίνουσα πορεία και η «αέναη» παρακμή της Ν.Δ σε ψήφους έχει ως εξής:
Η ατμόσφαιρά που δημιουργείται στα Μ.Μ.Ε και τα social media αποτελεί παραλήρημα και εικονική πραγματικότητα. Η πορεία παρακμής της Ν.Δ είναι ανεξάρτητη από πρόσωπα (οι απώλειες εντός μιας δεκαετίας είναι πάνω από 1 εκατομμύριο 800 χιλιάδες ψήφοι. Σε ποσοστιαία αποτύπωση η πτώση αντιστοιχεί περίπου σε 55%). Λόγω εσωκομματικών και ενδοπαραταξιακών παθών, συμφερόντων, μαχαιρωμάτων, ιδεοληψιών και φανατισμών δεν μπορούν να αντιληφθούν την ανεξάρτητη από τα πρόσωπα αυτήν πορεία (ή προσπαθούν να την υποβαθμίζουν προκειμένου να αποκρύψουν τη γύμνια). Επικρατεί τύφλωση. Επίσης, το να βρεθεί στην ηγεσία της Ν.Δ ο Μητσοτάκης δεν αποτελεί -κομματική, παραταξιακή, πολιτικοσυστημική ή άλλη- επανάσταση, όπως προσπαθούν να μας πείσουν. Εάν κάποιο πρόσωπο είναι «αξιοπρεπές» ή «κανονικό» ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, δεν αποτελεί πολιτική ή λογική προσέγγιση, αλλά ψυχολογισμό.
Να προσεύχονται στη Ν.Δ να συνεχιστούν τα τεράστια ποσοστά αποχής και να μην κυμανθεί η συμμετοχή στις επόμενες εκλογές σε υψηλά επίπεδα. Το να νικήσεις την ανικανότητα δεν σε καθιστά ικανό. Το να πολεμούν οι άχρηστοι τους ανίκανους δεν καθιστά ούτε τη μάχη επική ούτε το αποτέλεσμα της μάχης θεμελιώδες.
Θα επανέλθω με αναφορά στα -υπαρκτά- ιδεολογικά ρεύματα της «δεξιάς».
Δηλαδή, είχαμε πάνω από 65% ισλαμικές -«αυθεντικές, φονταμενταλιστικές, εθνοκεντρικές, μετριοπαθείς» ή άλλες- δυνάμεις και περίπου 20% «κοσμικές», εκ των οποίων «κοσμικών» μονάχα το 10% περίπου, ήταν συμβατό με τις ευρωκεντρικές φαντασιώσεις.
Που βασιζόταν, λοιπόν, όλη αυτή η «αίσθηση» και το «κλίμα» για την ''global democratic revolution'', τη ''νεολαία του αραβομουσουλμανικού κόσμου''που θα οδηγούσε ''στον κοσμικισμό και τη δημοκρατία''και θα κατέκλυζε τον αραβικό κόσμο; Βασιζόταν σε ευσεβείς πόθους, σε ατόφια ιδεολογία, ιδεοληψία και προπαγάνδα προς διαμόρφωση και χειραγώγηση της «κοινής γνώμης» και στη φαντασιακή γυάλα την οποία κατασκευάζει -και στην οποία κατοικοεδρεύει- το «δυτικό» και ευρωκεντρικόμυαλό, προκειμένου να πείσει τον εαυτό του πως όλος ο υπόλοιπος πλανήτης ακολουθεί τα υποτιθέμενα ''universal''βήματα του. Το 10% του Egyptian Bloc, στο μυαλό ορισμένων και με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε και των social media, γιγαντώνεται φαντασιακά σε πλειοψηφικό ρεύμα.
Το 2015 έγιναν ξανά «εκλογές» στην Αίγυπτο και όλα κινούνται, πλέον, «ομαλά»... Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τώρα ο πολίτης της Ε.Ε ασχολείται με άλλα ζητήματα επικαιρότητας.
Η διεύρυνση, υποστηρίζουν πολλοί Ευρωπαϊστές -όχι άδικα-, είχε δραματικά αποτελέσματα για τη συνοχή, τη λειτουργία και την αυτονομία της Ένωσης, καθώς επίσης και τη θεσμική και ιδεολογική της επάρκεια, τη δυνατότητά διαχείρισης διαφορετικών και αντικρουόμενων συμφερόντων και απόψεων, ενισχύοντας, κατά αυτό τον τρόπο, την ασάφεια του πολιτικού και ιδεολογικού προσανατολισμού της. Η διεύρυνση παρήγαγε ετερότητα με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η διαφορετικότητα και η πολυφωνία στο εσωτερικό της Ε.Ε, δηλαδή -για να το γράψουμε έξω από τα δόντια δίχως να ωραιοποιούμε καταστάσεις- συνέβαλε στην αποδυνάμωση της ταυτότητας και της εσωτερικής συνοχής της Ένωσης, στην έλλειψη σαφούς προσανατολισμού και στρατηγικού σχεδιασμού, στον περιορισμό της αποτελεσματικότητας της, και κυρίως, μείωσε την αυτονομία και τον παγκόσμιο ρόλο της.
Σε αυτό το σημείο βλέπουμε την μεροληψία και την υποκρισία από πλευράς -ορισμένων- Ευρωπαϊστών. Ενώ θεωρούν -σωστά- πως η αύξηση της ετερογένειας και της ετερότητας μέσω της διεύρυνσης στο υπερεθνικό ευρωπαϊκό επίπεδο είχε αρνητικά αποτελέσματα (έλλειψη συνοχής, δυσλειτουργικότητα, μείωση αυτονομίας, θεσμική ανεπάρκεια) συμβάλλοντας στην πρόσδεση της Ε.Ε στις Η.Π.Α, θεωρούν θετική και επιβάλλουν την αύξηση της ετερογένειας και της ετερότητας στο εθνικό επίπεδο, δηλαδή σε αυτό των εθνικών κρατών. Ότι έκαναν οι Η.Π.Α -μέσω της διεύρυνσης- στην Ε.Ε, κάνει η Ε.Ε στα εθνικά κράτη. Τα κάνει πιο δυσλειτουργικά, πιο εξαρτημένα, λιγότερο συνεκτικά, θεσμικά και ιδεολογικά ανεπαρκή, περιορίζει τον ρόλο τους, απαξιώνει τα πολιτικά τους συστήματα και τη στρατηγική τους στόχευση και τα προσδένει στο άρμα της.
Βέβαια η παραπάνω προσέγγιση είναι στα πλαίσια της μονοπολικής στιγμής των Η.Π.Α. Αυτή η φάση όμως έχει τελειώσει (σε επίπεδο πραγματικότητας, εδώ και αρκετό καιρό, σε επίπεδο ιδεολογίας, λιγότερο). Πλέον η Ανατολική Ασία έλκει τις Η.Π.Α θαλάσσια προς τον Ειρηνικό και την Ε.Ε ηπειρωτικά προς την Ευρασία. Το ρήγμα ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θα διευρύνεται και θα βαθαίνει όσο περνά ο καιρός. Η TTIP δεν μπορεί να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη (έχω γράψει παλαιότερα γιατί δεν ασχολούμαι με την TTIP) καθώς ο θεσμοκεντρισμός δεν μπορεί να υπερβεί ή να αντισταθμίσει δομικές διεθνοσυστημικές αλλαγές. Οι Διατλαντικές σχέσεις είναι πιο αδύναμες από ποτέ και στο χειρότερο σημείο τους. Πλέον δεν αποτελούν πρώτιστη και απόλυτη προτεραιότητα για τις Η.Π.Α. Η συμμαχία ανάμεσα σε Η.Π.Α και Ε.Ε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «κούφια συμμαχία». Η Ε.Ε -με όποια μορφή, λόγω πολιτικού κατακερματισμού- θα κοιτάξει ανατολικά και οι Η.Π.Α δυτικά και κυρίως «μέσα». Στις Η.Π.Α ξεκινά μια περίοδο εσωστρέφειας και έντονης πόλωσης.
-----
Όπως γίνεται κατανοητό το εθνικό κράτος είναι ο μαλάκας και το υποζύγιο της υπόθεσης. Γενικότερα είναι της μόδας η επίθεση ενάντια στη βασική μονάδα του διεθνούς συστήματος, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, περίοδος όπου οι φιλελεύθεροι παρεμβάτιστές (interventionists) αποφάσισαν να διαλύσουν το διεθνές σύστημα. Η κατηγορία στην Ε.Ε πως τα εθνικά κράτη φταίνε για τα πάντα, πέρα από ψευδής και λαϊκίστικη, δεν μας εξηγεί τι δεν έκαναν αυτοί καλά. Γιατί υπάρχει απαξίωση του Ευρωπαϊσμού και των υποστηρικτών του;
II
Η συζήτηση περί του multiculturalism («πολυπολιτισμού») στην Ελλάδα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο και χαρακτηρίζεται από παρερμηνείες, στρεβλώσεις και υποκειμενικές αυθαιρεσίες (*). Ορισμένοι κοσμικιστές (ας αφήσουμε την λεγόμενη «ακροδεξιά») ξεσηκώνονται ενάντια στον multiculturalism διότι διαπιστώνουν πως οι κοινωνίες όσο πιο «πολυπολιτισμικές» γίνονται τόσο πιο θρησκευόμενες -και κατακερματισμένες- γίνονται. Θεωρούν πως ο φιλελευθερισμός αλλά και γενικότερα -και κυρίως- ο κοσμικισμός (secularism) αποδιαρθρώνεται και απειλείται. Εμπειρικά, ο συγκερασμός υπερεθνικότητας (supranationalism), νομικού πλουραλισμού, αντιπροσώπευσης, «πολυπολιτισμού» και κράτους δικαίου, διαπίστωσαν πως δεν ήταν τόσο εύκολος όσο υπέθεταν. Και για να ολοκληρώσω λίγο χιουμοριστικά. Και η Pax Mongolica «πλουραλιστική» και «ανεξίθρησκη» ήταν (υπερβολικά μάλιστα). Αλλά οι Pax Europeanists προϋποθέτουν secularism, liberalism, rule of law κ.λπ.
-----
(*) Όχι άδικα, καθώς ακόμα και ακαδημαϊκοί πλέον έχουν ξεσηκωθεί και τονίζουν πως ο καθένας μπορεί να ενσωματώνει αυθαίρετα ότι θέλει στον όρο «πολυπολιτισμός» (ο οποίος σαφώς και δεν σημαίνει μονάχα πολυθρησκευτικότητα).
III
Με αφορμή τη Μάχη του Ταλάς. In 751, a Muslim army and a Chinese army clashed on the banks of the Talas river (The Diplomat).Μια άγνωστη και εξαφανισμένη μάχη για την δυτικοευρωκεντρική ιστοριογραφία. Και για εμάς, φυσικά, που πλατσουρίζουμε χαρωπά και ανέμελα στον δυτικοευρωκεντρισμόμας, ο οποίος είναι ''universal''. Εδώ δεν γνωρίζουμε -καθώς είμαστε πολιτιστικά κατεχόμενοι- τη Μάχη του Γιαρμούκ, θα γνωρίζαμε τη Μάχη του Ταλάς...
Γνωρίζουμε όμως το ''last stand''του Κάρολου Μαρτέλου ο οποίος ''έσωσε''τον «δυτικό» πολιτισμό. Δάκρυσα... και μαζί μου οι Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Θεοφανώ (είτε η Σκλήραινα, είτε η Αναστασώ) και Ηράκλειος (αυτός ήταν στη μάχη του Γιαρμούκ) που αν τους έλεγες πως η Anne-Marie Slaughter και ο John Ikenberry αποτελούν «συνέχεια» του πολιτισμού τους μπορεί και να πέθαιναν από τα γέλια (και τα κλάματα)...
Τρεις δεκαετίες νωρίτερα από τη μάχη του Ταλάς έγινε η δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια των Αράβων να αλώσουν την Κωνσταντινούπολη (και 14 χρόνια πριν από τη Μάχη μεταξύ Τουρ και Πουατιέ -με την οποία μας έχουν ζαλίσει-, η οποία αποτέλεσε ένα αδιάφορο, περιθωριακό και συνοριακό γεγονός για τους αραβομουσουλμάνους, καθώς το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών εκτεινόταν από το Μαρόκο μέχρι την Κίνα). Η μάχη του Γιαρμούκ, η οποία καθόρισε την τύχη του Ορθόδοξου Ρωμαϊκού πολιτισμού (της Αυτοκρατορίας) και του ανατολικού ελληνισμού στα εδάφη της Παλαιστίνης και της Συρίας (Λεβάντε), έγινε 115 χρόνια πριν από τη μάχη του Ταλάς.
Στην Ελλάδα χάθηκε κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης, πρώτον, διότι οι άνθρωποι κατά κάποιον περίεργο τρόπο άρχισαν να ταυτίζονται με τους κατοίκους π.χ. της Ολλανδίας ή της Φλάνδρας (μέσω των περί «Ευρώπης» και «Δύσης» κενολογιών), και δεύτερον, επειδή πιστεύουν πως αποτελούν εξαίρεση σε σχέση με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη, του οποίου η ιστορία αλλοιώθηκε ή εξαφανίστηκε από μια τεχνητά κατασκευασμένη ευρωκεντρική ιστοριογραφία που δημιουργήθηκε από τον 18ο -και κυρίως τον 19ο- αιώνα περίπου και ύστερα.
Κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν πως οι Μορμόνοι στις Η.Π.Α είναι πιο κοντά στις αντιλήψεις και την πνευματική ατμόσφαιρα της Αναγέννησης από ότι οι κάτοικοι του Μυστρά (και πως η Αναγέννηση, η οποία πηγάζει από τη Μεσόγειο, αποτελεί «προπομπό» του «διαφωτισμού»), ενώ άλλοι προσπαθούν να μας μάθουν το Ισλάμ μέσα από το βιβλίο του Geert Wilders ή διάφορων αμερικανοφιλελεύθερων ακαδημαϊκών...
Πιο πολιτιστικά κατεχόμενος -και ακρωτηριασμένος- πεθαίνεις.
-----
Ας αφήσουν τους προηγούμενους και ας μελετήσουν κάτι από Ακροπολίτη, Χωνιάτη, Άννα Κομνηνή, Σκυλίτζη, Ζωναρά, Καμινιάτη, Θεοφάνη, Ατταλειάτη, Φραντζή, Ψελλό, Κριτόβουλο ή άλλους (τους αντίπερα μεγάλους Ibn Khaldun, Al-Baladhuri). Ενδεικτικά. Τα δύο πιο γνωστά έργα του Ευστάθιου του Θεσσαλονικέα ήταν το «Ιστορικόν της Αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών» (οι Νορμανδοί πήγαν να εκπολιτίσουν τους Θεσσαλονικείς, θα πει ο σημερινός πολιτιστικός γενίτσαρος του ελλαδικού κράτους, ο οποίος εξ αυτού έχει χάσει κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης) και οι «Παρεκβολαὶ εις την Ομήρου Ιλιάδα καὶ Οδύσσειαν» (όχι, δεν έριχναν στην πυρά την Ιλιαδα και την Οδύσσεια στο «Βυζάντιο» τον «μεσαίωνα»). Ο συγκεκριμένος είχε γράψει σχόλια και πάνω στον Πίνδαρο.Βασικά ας αρχίσουν από τα στοιχειώδη -Θουκυδίδη και Πολύβιο-, και απλά ας φροντίσουν, κατόπιν, να μην κάνουν το κλασικό γεωγραφικό και χρονικό δισχιλιετές άλμα -αλλάζοντας γλώσσα και περιοχή-, και με αυτό τον τρόπο να βρεθούν ξαφνικά στον 18ο και 19ο αιώνα, διαβάζοντας γερμανολατινικά κείμενα της περιοχής βόρεια και νότια του Ρήνου. Ο πολιτιστικός ακρωτηριασμός, η πολιτιστική κατοχή και η αλλοίωση ταυτοτήτων -και άρα ο γεωπολιτικός έλεγχος- ακριβώς σε αυτό το γεωγραφικό, χρονικό, γνωστικό ή γνωσιακό, ιστορικό και γλωσσικό άλμα εδράζεται.
IV
Η μοίρα της Ν.Δ δεν έχει καθοριστεί από «τη δύναμη του λαϊκισμού» των αντιπάλων της, όπως θέλει να αυτοβαυκαλίζεται, ούτε από την εκλογή συγκεκριμένων προσώπων στην ηγεσία της (οι επιλογές αποτελούν συμπτώματα και όχι αιτίες της καθυστέρησης και παρακμής της), αλλά από τον ιδεολογικό μεταπρατισμό της (και κάποιες δομικές αλλαγές που δεν ενδιαφέρουν εδώ).Η Νέα Δημοκρατία αποτελεί ένα κέλυφος κενό περιεχομένου. Με τον Καραμανλή, τον παλαιό, η Ν.Δ θέλησε να είναι «ριζοσπαστικά φιλελεύθερη». Με τον Μητσοτάκη, τον παλαιό, θέλησε να είναι «φιλελεύθερη» προς το «νέο» - και ολίγον βενιζελική. Με τον Καραμανλή, τον νεώτερο, θέλησε να είναι «χριστιανοδημοκρατική» (*). Βέβαια η Ν.Δ δεν είναι τίποτα, γι'αυτό και είναι «ευρωπαϊκή», «δεξιά», «αστική» και «λαϊκή». Είναι ένα κέλυφος κενό περιεχομένου, το οποίο κατά περίπτωση είναι τα πάντα, γι'αυτό καταλήγει πάντα να είναι ένα -ιδεολογικό- τίποτα. Πάντα τρέχει να «προφτάσει» και να «συγχρονιστεί» με το διεθνές γίγνεσθαι, γι'αυτό και πάντα οπισθοδρομεί τη χώρα (εάν δεν το έχετε καταλάβει στη δεκαετία του 1990, σε διεθνές επίπεδο, θέλει να μας πάει). Αποτελεί το βασικό παράγοντα καθυστέρησης και υπανάπτυξης της χώρας (**).
Τυχοδιωκτική, ετερόφωτη και μεταπρατική, ψάχνει συνεχώς και κατ'εξακολούθηση «στο εξωτερικό», προκειμένου να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη της -και να μας εκπολιτίσει φυσικά-, μέσω εισαγόμενων ιδεολογικών δογμάτων και ταυτοτήτων. Αποδείχθηκε ανίκανη, σαράντα χρόνια τώρα, να διαμορφώσει μια αυτόχθονη οργανική πολιτική θεωρία (ούτε να συνθέσει άνετα το «αστικό-λαϊκό» μπορεί, ούτε να αντιληφθεί τη σύνθεση, την ετερογένεια και το αξιακό υπόβαθρο της κοινωνίας στην οποία δρα και λειτουργεί - απλά τα πολεμά και τα δαιμονοποιεί όπως όλοι οι σχετικοί-άσχετοι με τις θεωρίες εκσυγχρονισμού: modernization theories).
Διανοητικά τεμπέλικη, συμπλεγματική και φοβική. Η ελληνική δεξιά έχει την αριστερά, και κυρίως τη θέση, που της αξίζει.
-----
(*) Επειδή, όμως, στην Ελλάδα ούτε γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη Χριστιανοδημοκρατία, ούτε πρόκειται η τελευταία να βρει κατάλληλο έδαφος προκειμένου να αναπτυχθεί (όλες οι προσπάθειες δημιουργίας χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων απέτυχαν), για λόγους που δεν μπορεί, ούτε ενδιαφέρεται, να καταλάβει ο «δεξιός» -και «αριστερός»- ψηφοφόρος που χαρακτηρίζεται από μεταπρατισμό και πολιτιστικό γενιτσαρισμό, ο χριστιανοδημοκρατικός προσανατολισμός βαφτίστηκε «κεντροδεξιά» και «μεσαίος χώρος».(**) Αν ήταν διαφορετική η Ν.Δ τη δεκαετία του 1980, διαφορετικό θα ήταν και το Πα.Σο.Κ.
Μάλλον το να γίνουμε «κανονική χώρα» αποτελεί την εξωτερίκευση -και τη ψυχολογική εκτόνωση- της συνείδησης πως κάποιοι πολιτικοί φορείς δεν αποτελούν «κανονικά κόμματα».
V
Τα κόμματα που δεν αναπτύσσουν δική τους θεωρία και δεν παράγουν ιδεολογία καταλήγουν, όχι απλά να ετεροκαθορίζονται, αλλά να είναι εξαρτημένα ή/και ελεγχόμενα από εξωθεσμικούς και εξωεθνικούς παράγοντες.Τέτοια κόμματα-παραρτήματα αρμόζουν σε client/vassal states (υποτελή κράτη-πελάτες), μεταμοντέρνα εδαφικά αποικιακά σουρωτήρια και ημι-κρατικούς δρώντες.
-----
Το -πολιτικό- προσωπικό τους, σε αρκετές περιπτώσεις, αποτελείται από εκβιαζόμενες ή χειραγωγούμενες μαριονέτες που μετατρέπουν ένα κράτος-πελάτη (client-state) σε υποτελές κράτος-μαριονέτα (puppet-state). Στα υποτελή αυτά κράτη, ενδέχεται να συναντήσουμε εξαρτημένες ηγεσίες που αποζητούν, συνεχώς και κατ'εξακολούθηση, «προστάτιδες δυνάμεις», πατρωνίες και κηδεμονίες, υπερασπιζόμενες τις σχέσεις πελατείας-πατρωνίας της χώρας τους με άλλα κράτη, ως μέσο «εκσυγχρονισμού» και μετατροπής αυτής της χώρας σε «κανονικό κράτος» (κατά τα άλλα αναρωτιόνται γιατί δεν είναι «κανονικά» τα κράτη τους). Αυτές αποτελούν -δομικές- παθογένειες κρατών, όπου κυβερνήσεις χαμηλοτάτης ποιότητας, μπορούν άνετα να λειτουργούν -εξευτελιζόμενες- ως τοπάρχες, διαχειριστές ή υποτελείς μαριονέτες των εξωεθνικών πατρόνων τους.
VI
2004: Ο Παπανδρέου εγκαινιάζει την διαδικασία εκλογής Προέδρου μέσω ανοιχτής εκλογικής διαδικασίας, με μοναδικό υποψήφιο τον ίδιο. Συμμετέχοντες πάνω από 1.000.000.2007: Εσωκομματικές εκλογές στο Πα.Σο.Κ μετά από την δεύτερη συνεχόμενη ήττα του Παπανδρέου από τον Καραμανλή. Ο Βενιζέλος αμφισβητεί ευθέως την εξουσία του. Συμμετέχοντες περίπου 740.000.
2009: Αμέσως μετά την ήττα από το Πα.Σο.Κ και την ανακοίνωση του αποτελέσματος των βουλευτικών εκλογών του 2009, οι οποίες προκηρύχθηκαν πρόωρα, κατόπιν αιφνίδιας διάλυσης της Βουλής, ο Καραμανλής παραιτείται από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, προκηρύσσοντας έκτακτο συνέδριο για την εκλογή νέου αρχηγού. Στο Έκτακτο Συνέδριο, αποφασίζεται η τροποποίηση του Καταστατικού αναφορικά με τη σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος και θεσπίζεται η διαδικασία εκλογής του νέου προέδρου από τα μέλη του κόμματος. Υποψήφιοι: Σαμαράς, Μπακογιάννη, Ψωμιάδης. Συμμετέχοντες στις εσωκομματικές εκλογές, περίπου 800.000.
2012: Εσωκομματικές εκλογές στο Πα.Σο.Κ με μοναδικό υποψήφιο τον Ευάγγελο -το Έθνος είμαι Εγώ- Βενιζέλο. Συμμετέχοντες περίπου 240.000.
2015: Στον πρώτο γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Ν.Δ οι συμμετέχοντες ήταν περίπου 400.000. Στελέχη του κόμματος και δημοσιογράφοι καναλιών πανηγυρίζουν για τη «μεγάλη συμμετοχή» (χρειάζονταν τουλάχιστον 250.000 συμμετέχοντες -και 3ευρα- προκειμένου να μην χρωστάνε στην εταιρεία). Έγινε μάλιστα και παράταση της ψηφοφορίας «λόγω μεγάλης συμμετοχής». Παραλήρημα και εικονική πραγματικότητα. Οι συμμετέχοντες ήταν περίπου οι μισοί από αυτούς που συμμετείχαν στις εσωκομματικές εκλογές του 2009. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν τα 57 έτη. Περίπου 150.000 από όσους ψήφισαν ήταν πάνω από 65 χρόνων. Μόνον αυτοί είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον δεύτερο γύρο, όπου ψήφισαν περίπου 330.000 άνθρωποι (μόλις 90.000 περισσότεροι από όσους ψήφισαν για την εκλογή του εθνικού μας συνταγματολόγου στη θέση του Προέδρου του Πα.Σο.Κ το 2012).
Η κομματική βάση της Ν.Δ. συρρικνώθηκε από 800.000 το 2009 σε περίπου 400.000 το 2015. Μάλιστα το 2009 συμμετείχαν μέλη του κόμματος ενώ το 2015 η διαδικασία ήταν ανοιχτή. Επίσης, το γεγονός ότι οι υποψήφιοι για την προεδρία της Ν.Δ ήταν τέσσερις -μαζί με το ανοιχτό της διαδικασίας- θα έπρεπε να λειτουργήσει ως ενισχυτικός παράγοντας για τη συμμετοχή. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Ο Μητσοτάκης ψηφίστηκε από περίπου 175.000 ανθρώπους. Αυτή αποτελεί τη μικρότερη νομιμοποιητική βάση που είχε ποτέ Πρόεδρος κυβερνητικού κόμματος (240.000 ήταν η νομιμοποιητική βάση του Βενιζέλου, ο οποίος επιδίωκε ήδη από το 2007 να βρεθεί στην ηγεσία του Πα.Σο.Κ, κάτι που τελικά κατάφερε το 2012, για να παραιτηθεί τρία μόλις χρόνια μετά). Τέλος, η Ν.Δ πρέπει να αποτελεί μάλλον το γηραιότερο κόμμα στον πλανήτη, καθώς η μέση ηλικία της κομματικής της βάσης είναι απίστευτα γερασμένη. Η αποθέωση του λεγόμενου «χάσματος γενεών».
-----
Κομματική βάση της Ν.Δ το 2009: 800.000 (μέλη). Αποτελέσματα εκλογών σε ψήφους:2012: 1.825.637 (Ιουν)
2015: 1.718.694 (Ιαν)
2015: 1.526.205 (Σεπ)
Κομματική βάση της Ν.Δ το 2015: 400.000 (ανοιχτή διαδικασία). Αποτελέσματα εκλογών. Θα δούμε.
Η γενική φθίνουσα πορεία και η «αέναη» παρακμή της Ν.Δ σε ψήφους έχει ως εξής:
2004: 3.359.682
2007: 2.994.979
2009: 2.295.719
2012: 1.825.637 (Ιουν)
2015: 1.718.694 (Ιαν)
2015: 1.526.205 (Σεπ)
Η ατμόσφαιρά που δημιουργείται στα Μ.Μ.Ε και τα social media αποτελεί παραλήρημα και εικονική πραγματικότητα. Η πορεία παρακμής της Ν.Δ είναι ανεξάρτητη από πρόσωπα (οι απώλειες εντός μιας δεκαετίας είναι πάνω από 1 εκατομμύριο 800 χιλιάδες ψήφοι. Σε ποσοστιαία αποτύπωση η πτώση αντιστοιχεί περίπου σε 55%). Λόγω εσωκομματικών και ενδοπαραταξιακών παθών, συμφερόντων, μαχαιρωμάτων, ιδεοληψιών και φανατισμών δεν μπορούν να αντιληφθούν την ανεξάρτητη από τα πρόσωπα αυτήν πορεία (ή προσπαθούν να την υποβαθμίζουν προκειμένου να αποκρύψουν τη γύμνια). Επικρατεί τύφλωση. Επίσης, το να βρεθεί στην ηγεσία της Ν.Δ ο Μητσοτάκης δεν αποτελεί -κομματική, παραταξιακή, πολιτικοσυστημική ή άλλη- επανάσταση, όπως προσπαθούν να μας πείσουν. Εάν κάποιο πρόσωπο είναι «αξιοπρεπές» ή «κανονικό» ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, δεν αποτελεί πολιτική ή λογική προσέγγιση, αλλά ψυχολογισμό.
Να προσεύχονται στη Ν.Δ να συνεχιστούν τα τεράστια ποσοστά αποχής και να μην κυμανθεί η συμμετοχή στις επόμενες εκλογές σε υψηλά επίπεδα. Το να νικήσεις την ανικανότητα δεν σε καθιστά ικανό. Το να πολεμούν οι άχρηστοι τους ανίκανους δεν καθιστά ούτε τη μάχη επική ούτε το αποτέλεσμα της μάχης θεμελιώδες.
Θα επανέλθω με αναφορά στα -υπαρκτά- ιδεολογικά ρεύματα της «δεξιάς».
VII
Το εκλογικό αποτύπωμα ή τα αποτέλεσμα της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» στην Αίγυπτο κατά τις εκλογές του 2011-12 (αξιώθηκε κανείς να τα μελετήσει άραγε;):1. Democratic Alliance for Egypt υπό την ηγεσία των Αδελφών Μουσουλμάνων. Ποσοστό: 37,5%
2. Islamist Bloc υπό το al‑Nour (κόμμα του Φωτός - και αυτοί να διαφωτίσουν ήθελαν). Σαλαφιστές. Ποσοστό: 27,8%
3. New Wafd. «Εθνικιστικό, κοσμικιστικό, φιλελεύθερο», όχι έτσι όμως όπως το φαντασιώνονται οι οπαδοί του «Τέλους της Ιστορίας». Το ολοκαύτωμα ως ψέμα, η 11 Σεπτεμβρίου ως απάτη και όλα τα ''normal''για ένα τμήμα του secular αραβομουσουλμανικού κόσμου (για να καταλάβετε, αρχικά συμμετείχε στο μπλοκ των Αδελφών Μουσουλμάνων). Ποσοστό: 9,2%
4. Egyptian Bloc. ΣοσιαλΦιλελεύθερο μπλόκ. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα ήταν το Social Democratic Party και το Free Egyptians Party το οποίο ήταν liberal. Ο κεντρισμός της Ε.Ε μεταφυτευμένος στην Αίγυπτο. Το Free Egyptians Party έγινε μέλος της Liberal International και της Arab Alliance for Freedom and Democracy που έχει την υποστήριξη του ευρωπαϊκού κόμματος ALDE (Alliance of Liberals and Democrats for Europe Party). Μεταφυτεύοντας υπερεθνικά εξωχώρια παραρτήματα. Ποσοστό: 8,9%
5. Al-Wasat. Μετριοπαθής ισλαμικός κεντρισμός. Θα μπορούσε να θεωρηθεί παράρτημα ή συγγενές του κόμματος του Ερτογάν. Ισλαμικοί νόμοι και «ευέλικτη» Σαρία ενταγμένη σε πλουραλιστικό πλαίσιο (κάπως έτσι το περιγράφει τουλάχιστον το Carnegie Endowment for International Peace). Ποσοστό: 3,7%
Δηλαδή, είχαμε πάνω από 65% ισλαμικές -«αυθεντικές, φονταμενταλιστικές, εθνοκεντρικές, μετριοπαθείς» ή άλλες- δυνάμεις και περίπου 20% «κοσμικές», εκ των οποίων «κοσμικών» μονάχα το 10% περίπου, ήταν συμβατό με τις ευρωκεντρικές φαντασιώσεις.
Που βασιζόταν, λοιπόν, όλη αυτή η «αίσθηση» και το «κλίμα» για την ''global democratic revolution'', τη ''νεολαία του αραβομουσουλμανικού κόσμου''που θα οδηγούσε ''στον κοσμικισμό και τη δημοκρατία''και θα κατέκλυζε τον αραβικό κόσμο; Βασιζόταν σε ευσεβείς πόθους, σε ατόφια ιδεολογία, ιδεοληψία και προπαγάνδα προς διαμόρφωση και χειραγώγηση της «κοινής γνώμης» και στη φαντασιακή γυάλα την οποία κατασκευάζει -και στην οποία κατοικοεδρεύει- το «δυτικό» και ευρωκεντρικόμυαλό, προκειμένου να πείσει τον εαυτό του πως όλος ο υπόλοιπος πλανήτης ακολουθεί τα υποτιθέμενα ''universal''βήματα του. Το 10% του Egyptian Bloc, στο μυαλό ορισμένων και με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε και των social media, γιγαντώνεται φαντασιακά σε πλειοψηφικό ρεύμα.
-----
Ξέχασα να αναφέρω πως η Arab Alliance for Freedom and Democracy στην οποία συμμετείχε το Free Egyptians Party, που ήταν μέρος του Egyptian Bloc, το οποίο ήταν το μόνο συμβατό με τα «ευρωπαϊκά και δυτικά πρότυπα», έχει και την στήριξη του προτεσταντικο-φιλελεύθερου Friedrich Naumann Foundation.Το 2015 έγιναν ξανά «εκλογές» στην Αίγυπτο και όλα κινούνται, πλέον, «ομαλά»... Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τώρα ο πολίτης της Ε.Ε ασχολείται με άλλα ζητήματα επικαιρότητας.
VIII
Το εμπόριο της Κίνας σε πλανητική κλίμακα (2013). Αυτή είναι Παγκοσμιοποίηση -χωρίς εισαγωγικά- και όχι οι μονοπολικές φαντασιώσεις, οι μυθολογίες περί τέλους της ιστορίας και τα σκορποχώρια που δεν διαθέτουν κυριαρχία και μετατρέπονται σε κατακερματισμένες κουρελούδες «μετα-κυριαρχίας».
.~`~.
When all is said and all is done -που λένε και οι Αγγλοσάξονες- θα φανεί πως, εν τέλει, η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει να κάνει ούτε με την πρόοδο, ούτε με την «οικονομία», ούτε καν με τον τρόπο ζωής (των ενηλίκων). Η ιστορία θα δείξει ότι, εν τέλει, τα πάντα έχουν να κάνουν με τα παιδιά. Η επόμενη μεγάλη μάχη δεν θα γίνει ούτε για την «οικονομία», ούτε για την ενέργεια. Δεν θα γίνει, ούτε καν για το νερό (όπως πιστεύουν πολλοί). Η επόμενη μεγάλη μάχη -που ήδη έχει ξεκινήσει- θα γίνει για τα παιδιά. Για τα παιδιά που ακόμα δεν έχουν γεννηθεί και γι'αυτά που ήδη υπάρχουν.
Πως και γιατί, θα τα πούμε το επόμενο διάστημα. Αν και ήδη έχουμε ξεκινήσει τον πρόλογο.
Γιατί, όπως έγραψα πριν λίγο καιρό, χαμένοι στους ωκεανούς της ιδεολογίας και της οικονομίστικης αριθμοσοφίας και θεολογίας (καθώς επίσης και του τεχνολογικού μεσσιανισμού), «ξέχασαν» οι υποτιθέμενοι «ορθολογιστές», πως δεν υπάρχει -κανένα- υποκατάστατο για τους ανθρώπους.
Πως και γιατί, θα τα πούμε το επόμενο διάστημα. Αν και ήδη έχουμε ξεκινήσει τον πρόλογο.
Γιατί, όπως έγραψα πριν λίγο καιρό, χαμένοι στους ωκεανούς της ιδεολογίας και της οικονομίστικης αριθμοσοφίας και θεολογίας (καθώς επίσης και του τεχνολογικού μεσσιανισμού), «ξέχασαν» οι υποτιθέμενοι «ορθολογιστές», πως δεν υπάρχει -κανένα- υποκατάστατο για τους ανθρώπους.
.~`~.
| 0 | 0 |
Άμεσα σχετιζόμενα κείμενα
1. Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή
2. Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης
1. Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή
2. Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης
Το 97% της συνολικής παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης λαμβάνει χώρα στον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπου το 95% του πληθυσμού είναι θρησκευόμενο. Ο πλανήτης, ως όλον (as a whole), γίνεται περισσότερο -και όχι λιγότερο- θρησκευόμενος. Σύμφωνα με τη World Religion Database (WRD), το ποσοστό των θρησκευόμενων ανθρώπων αυξήθηκε από 81% που ήταν το 1970, σε 85% σήμερα (κυρίως λόγω της κατάρρευσης του ''Ανατολικού Μπλόκ'') και εντός της επόμενης δεκαετίας υπολογίζεται πως θα φτάσει το 87% (*).
Όμως η δημογραφική διαφορά ανάμεσα σε κοσμικούς και θρησκευόμενους δεν παρατηρείται μονάχα στο εξωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής (με τους Υπολοίπους) ή μεταξύ Παγκόσμιου Βορρά και Νότου, αλλά και στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής και του Παγκόσμιου Βορρά. Ακόμα και στο ιστορικό τρίγωνο της φιλελεύθερης ευρωπαϊκής γεωγραφίας, δηλαδή μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Κάτω Χωρών -όπως επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες-, παρατηρείται πως οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί έχουν πλεονέκτημα στα ποσοστά των ρυθμών γονιμότητας έναντι των μη θρησκευόμενων (οι θρησκευόμενες ρωμαιοκαθολικές Γαλλίδες και Ισπανίδες έχουν μισό βαθμό γονιμότητας περισσότερο από τις μη θρησκευόμενες-κοσμικές, μη φιλελεύθερα προτεσταντικά δόγματα έναντι φιλελεύθερων προτεσταντών ή σεκιουλαριστών στις Η.Π.Α, καλβινιστικά χωριά στην Ολλανδία κ.λπ).
Υπολογίζεται πως η δημογραφική διαφορά ή ανισότητα μεταξύ θρησκευόμενων πληθυσμών, που αυξάνονται στον Παγκόσμιο Νότο, και γερασμένων κοσμικών πληθυσμών που δεν μπορούν να αναπαραχθούν, στον Παγκόσμιο Βορρά, θα κορυφωθεί τις επόμενες δύο ή/και τρεις δεκαετίες (μέχρι το 2050). Εάν η πορεία αυτή συνεχιστεί, είναι φανερό πως ο κοσμικισμός (secularism) οδεύει προς κρίση -λόγω εξωτερικών και εσωτερικών δημογραφικών πιέσεων- και πως όσα ζούμε, δεν αποτελούν παρά τη χαραυγή της Εποχής της Μετα-Εκκοσμίκευσης.
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις (1950-2015).
Πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση».
Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης.
Από το ξύπνημα του ρόδινου ονείρου της Προόδου του 19ου αιώνα σε αυτό του 21ου.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
Όμως η δημογραφική διαφορά ανάμεσα σε κοσμικούς και θρησκευόμενους δεν παρατηρείται μονάχα στο εξωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής (με τους Υπολοίπους) ή μεταξύ Παγκόσμιου Βορρά και Νότου, αλλά και στο εσωτερικό της ΕυρωΑτλαντικής δομής και του Παγκόσμιου Βορρά. Ακόμα και στο ιστορικό τρίγωνο της φιλελεύθερης ευρωπαϊκής γεωγραφίας, δηλαδή μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Κάτω Χωρών -όπως επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες-, παρατηρείται πως οι θρησκευόμενοι πληθυσμοί έχουν πλεονέκτημα στα ποσοστά των ρυθμών γονιμότητας έναντι των μη θρησκευόμενων (οι θρησκευόμενες ρωμαιοκαθολικές Γαλλίδες και Ισπανίδες έχουν μισό βαθμό γονιμότητας περισσότερο από τις μη θρησκευόμενες-κοσμικές, μη φιλελεύθερα προτεσταντικά δόγματα έναντι φιλελεύθερων προτεσταντών ή σεκιουλαριστών στις Η.Π.Α, καλβινιστικά χωριά στην Ολλανδία κ.λπ).
Υπολογίζεται πως η δημογραφική διαφορά ή ανισότητα μεταξύ θρησκευόμενων πληθυσμών, που αυξάνονται στον Παγκόσμιο Νότο, και γερασμένων κοσμικών πληθυσμών που δεν μπορούν να αναπαραχθούν, στον Παγκόσμιο Βορρά, θα κορυφωθεί τις επόμενες δύο ή/και τρεις δεκαετίες (μέχρι το 2050). Εάν η πορεία αυτή συνεχιστεί, είναι φανερό πως ο κοσμικισμός (secularism) οδεύει προς κρίση -λόγω εξωτερικών και εσωτερικών δημογραφικών πιέσεων- και πως όσα ζούμε, δεν αποτελούν παρά τη χαραυγή της Εποχής της Μετα-Εκκοσμίκευσης.
-----
(*) Μάλιστα στο 13% των κοσμικιστών παγκοσμίως συμπεριλαμβάνονται και ΑνατολικοΑσιάτες (πλειοψηφία). Δηλαδή, εάν κάποιος παρατηρήσει το κριτήριο κοσμικό-θρησκευτικό όχι μονάχα σε παγκόσμια αλλά και σε ρεζιοναλιστική-περιφερειακή κλίμακα (όπως πρέπει προκειμένου να μην παραπλανηθεί), μέσα από το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοσμικισμού (secularism), τότε γίνεται φανερό πως επίκειται μια μεγάλη κρίση του -λεγόμενου- «κοσμικού πολιτισμού» εντός της ευρύτερης φιλελεύθερης ευρωπαϊκής γεωγραφίας.
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
Εισαγωγή στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης.
Η χαραυγή της εποχής της μετα-εκκοσμίκευσης - μέρος α´. Εισαγωγή.
Παγκόσμιες πληθυσμιακές εξελίξεις (1950-2015).
Πληθυσμιακές εξελίξεις και «Δύση».
Τρία σχόλια για τον πλανητικό μετασχηματισμό: Περί «Δύσεως», πολυπληθέστερων χωρών και μεγεθών αστικοποίησης.
Από το ξύπνημα του ρόδινου ονείρου της Προόδου του 19ου αιώνα σε αυτό του 21ου.
Πολιτιστικές μακροδομές: Γενικές παρατηρήσεις για την μετακίνηση του κέντρου βάρους της χριστιανικής ανθρωπογεωγραφίας προς τον Παγκόσμιο Νότο.
Η θεωρία του «εκσυγχρονισμού» (modernization theory), στην αρχική της μορφή, θεωρεί πως υπάρχουν «κουλτούρες» που δεν ενισχύουν την «μοντέρνα» σκέψη. Οι θεσμοί χρειάζονται ένα υπόβαθρο συγκεκριμένης «κουλτούρας» προκειμένου να εσωτερικευθούν, να στηριχθούν και να λειτουργήσουν, άρα πρέπει να αφανίσουμε την αυτόχθονη «κουλτούρα» (δηλαδή πολιτιστικός πόλεμος) η οποία αποτελεί ντε φάκτο παράγοντα καθυστέρησης, καθώς μια είναι η «παγκόσμια μοντέρνα κουλτούρα» (εδώ εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της διανοητικής ασθένειας του ευρωκεντρισμούκαι της ταύτισης «εκσυγχρονισμού» και «εκδυτικισμού») την οποία «παγκόσμια μοντέρνα κουλτούρα» θα πρέπει να μεταφυτεύσουμε προκειμένου πάνω της να στηριχθούν οι -αντικειμενικά λειτουργικοί- θεσμοί.
Αυτό είναι όλο και όλο -στον πυρήνα του- το παραμύθι των αυτοαποκαλούμενων «εκσυγχρονιστών» (γιατί περί παραμυθιού πρόκειται).
Δεν είναι τυχαίο πως εδώ και δύο αιώνες προσπαθούν «να γίνει η Ελλάδα δυτική ή ευρωπαϊκή χώρα» (οι όροι «Δύση» και «Ευρώπη» είναι πάντα αόριστοι και προσαρμόζονται κατά περίπτωση - μέχρι πριν τον Β'Π.Π εννοούσαν να γίνει η Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο ή Γαλλία). Δεν είναι τυχαία τα δάκρυα και οι οδυρμοί γιατί «δεν περάσαμε διαφωτισμό» (η θεωρία ενσωματώνει ουσιαστικά πολιτιστικό ιμπεριαλισμό/αποικιοκρατία). Και πάνω από όλα, δεν είναι τυχαίο το μίσος και η απέχθεια που νιώθουν για τον καθυστερημένο -μη αρκούντως «Ευρωπαίο» πρόσφατα- Έλληνα. Η δογματική ιδεοληπτική τους πίστη στην άποψη αυτή (γιατί την θεωρία μπορεί να μην τη γνωρίζουν), τους οδηγεί σε ανορθολογικές ερμηνείες, όπως ο ρατσισμός (όλες τους οι πολεμικές-κριτικές αποτελούν κεκαλυμμένες ρατσιστικές απόψεις έναντι του καθυστερημένου «ντόπιου» ο οποίος αρνείται να «εκπολιτιστεί»).
Το ζήτημα είναι πως οι άνθρωποι έχουν άδικο. Το δόγμα τους, το οποίο προασπίζουν με φανατισμό, είναι λανθασμένο (ούτε η Ιαπωνία -η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα- «εκσυγχρονίστηκε» με αυτόν τον τρόπο, ούτε τα πολιτειακά πρότυπα και οι θεσμοί των δυτικο/βορειοευρωπαϊκών χωρών είναι ομοιόμορφα, ούτε η Ελβετία αποτελεί προϊόν αντιγραφής της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου). Οι αυτοαποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές», στην Ελλάδα, συνδυάζουν ένα θανατηφόρο μείγμα, πολιτιστικού γενιτσαρισμού, μεταπρατισμού και επαρχιωτισμού (το οποίο καλύπτεται κάτω από τόνους «οικονομισμού», ευρωκεντρισμού και «επιστημονισμού»). Ένας από τους λόγους που έχουν μανία με τη μεταφύτευση ετερόχθονων και εξωχώριων θεσμών, δομών και ταυτοτήτων είναι πως οι ίδιοι είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν δομές, θεσμούς και ταυτότητες. Έχουν μάθει να αντιγράφουν, να παπαγαλίζουν και να αναμασούν.
Αυτό είναι όλο και όλο -στον πυρήνα του- το παραμύθι των αυτοαποκαλούμενων «εκσυγχρονιστών» (γιατί περί παραμυθιού πρόκειται).
Δεν είναι τυχαίο πως εδώ και δύο αιώνες προσπαθούν «να γίνει η Ελλάδα δυτική ή ευρωπαϊκή χώρα» (οι όροι «Δύση» και «Ευρώπη» είναι πάντα αόριστοι και προσαρμόζονται κατά περίπτωση - μέχρι πριν τον Β'Π.Π εννοούσαν να γίνει η Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο ή Γαλλία). Δεν είναι τυχαία τα δάκρυα και οι οδυρμοί γιατί «δεν περάσαμε διαφωτισμό» (η θεωρία ενσωματώνει ουσιαστικά πολιτιστικό ιμπεριαλισμό/αποικιοκρατία). Και πάνω από όλα, δεν είναι τυχαίο το μίσος και η απέχθεια που νιώθουν για τον καθυστερημένο -μη αρκούντως «Ευρωπαίο» πρόσφατα- Έλληνα. Η δογματική ιδεοληπτική τους πίστη στην άποψη αυτή (γιατί την θεωρία μπορεί να μην τη γνωρίζουν), τους οδηγεί σε ανορθολογικές ερμηνείες, όπως ο ρατσισμός (όλες τους οι πολεμικές-κριτικές αποτελούν κεκαλυμμένες ρατσιστικές απόψεις έναντι του καθυστερημένου «ντόπιου» ο οποίος αρνείται να «εκπολιτιστεί»).
Το ζήτημα είναι πως οι άνθρωποι έχουν άδικο. Το δόγμα τους, το οποίο προασπίζουν με φανατισμό, είναι λανθασμένο (ούτε η Ιαπωνία -η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα- «εκσυγχρονίστηκε» με αυτόν τον τρόπο, ούτε τα πολιτειακά πρότυπα και οι θεσμοί των δυτικο/βορειοευρωπαϊκών χωρών είναι ομοιόμορφα, ούτε η Ελβετία αποτελεί προϊόν αντιγραφής της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου). Οι αυτοαποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές», στην Ελλάδα, συνδυάζουν ένα θανατηφόρο μείγμα, πολιτιστικού γενιτσαρισμού, μεταπρατισμού και επαρχιωτισμού (το οποίο καλύπτεται κάτω από τόνους «οικονομισμού», ευρωκεντρισμού και «επιστημονισμού»). Ένας από τους λόγους που έχουν μανία με τη μεταφύτευση ετερόχθονων και εξωχώριων θεσμών, δομών και ταυτοτήτων είναι πως οι ίδιοι είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν δομές, θεσμούς και ταυτότητες. Έχουν μάθει να αντιγράφουν, να παπαγαλίζουν και να αναμασούν.
.~`~.
Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικήςδημοσίευσε στις 10/10/2014 το μελέτημα του Δρ. Άγγελου Χρυσόγελου (βιογραφικό) με θέμα: Το Κενό Κράτος. Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη.
Εκκινώντας από διαφορετική αφετηρία καταλήγω σε παρόμοια συμπεράσματα. Πρωταρχική σημασία έχει να βρεθεί ένας κοινός τόπος ως προς την διάγνωση και την ερμηνεία (η θεραπεία και οι προτεινόμενες λύσεις έπονται). Το μελέτημα αποτελεί σοβαρή και αξιόλογη συνεισφορά κατά την προσπάθεια υπέρβασης της διανοητικής ερήμου που κυριαρχεί στη χώρα. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αυτόχθονη παραγωγή ιδεών ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Τα μορφωτικά οικοδομήματα, ρεύματα, πεδία και υποκείμενα μετασχηματίζονται σε πολιτικά. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση και αναγέννηση της Ελλάδας.
Το μελέτημα είναι διαθέσιμο σε μορφή PDF:
Εκκινώντας από διαφορετική αφετηρία καταλήγω σε παρόμοια συμπεράσματα. Πρωταρχική σημασία έχει να βρεθεί ένας κοινός τόπος ως προς την διάγνωση και την ερμηνεία (η θεραπεία και οι προτεινόμενες λύσεις έπονται). Το μελέτημα αποτελεί σοβαρή και αξιόλογη συνεισφορά κατά την προσπάθεια υπέρβασης της διανοητικής ερήμου που κυριαρχεί στη χώρα. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αυτόχθονη παραγωγή ιδεών ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Τα μορφωτικά οικοδομήματα, ρεύματα, πεδία και υποκείμενα μετασχηματίζονται σε πολιτικά. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση και αναγέννηση της Ελλάδας.
Το μελέτημα είναι διαθέσιμο σε μορφή PDF:
.~`~.
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη
Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής. Μελέτημα 2/14/Γ. Οκτώβριος 2014 - © ΙΝΣΠΟΛ & Άγγελος Χρυσόγελος
Συντάκτης
Ο Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και εργάζεται ως Λέκτωρ ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Limerick στην Ιρλανδία. Είναι διδάκτωρ πολιτικών και κοινωνικών επιστημών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο διεθνών σχέσεων και διπλωματίας από το Πανεπιστήμιο του Leiden της Ολλανδίας και πτυχίο πολιτικών επιστημών από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με το Ινστιτούτο Clingendael στην Χάγη, το Wilfried Martens Centre for European Studies στις Βρυξέλλες και το Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας.
Περίληψη
Βασικό στοιχείο της ρητορείας της αυτοανακηρυχθείσης ως αστικής και φιλοευρωπαϊκής οργανικής διανόησης στην Ελλάδα είναι η απόδοση της ευθύνης για τις αποτυχίες του σύγχρονου Ελλαδικού κράτους σε μια θεωρούμενη ως εγγενή στον Νεοέλληνα κουλτούρα λαϊκισμού και «μικροαστισμού», προσφάτως σκωπτικά ταυτισμένη από κάποιους εκπροσώπους αυτής της διανόησης (με αναφορά στο επεισόδιο αυτοχθόνων-ετεροχθόνων του 1843) με τον όρο «Μακρυγιαννισμός». Με βάση αυτό το αφήγημα, υπάρχει στην νεώτερη Ελληνική ιστορία μια συνέχεια μεταξύ φαινομένων λαϊκιστικών εκρήξεων καθώς και ενάρετων προσπαθειών εκσυγχρονισμού – με τον κυρίαρχο λαϊκισμό να υπερτερεί τελικά των ηρωικών μεταρρυθμιστών.
Σε αυτό το σημείωμα αντιστρέφεται αυτή η κριτική για τις αποτυχίες του νέου Ελληνισμού. Αντί για τις παραδοσιακές αξίες και την αορίστως οριζόμενη «μικροαστική κουλτούρα», εστιάζουμε στις ίδιες τις κρατικές ελίτ ως υπεύθυνες για την αποτυχία. Αυτές οι ελίτ ουδέποτε κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το θεμελιώδες έλλειμμα νομιμοποίησης του Ελλαδικού κράτους, αποτυγχάνοντας διαχρονικά στο να εκπληρώσουν την βασική τους υπόσχεση: να συγχρονίσουν τον βηματισμό του συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με την εξέλιξη της νεωτερικότητας.
Στην παρούσα συγκυρία, αυτή η έλλειψη νομιμοποιητικής ιδεολογίας καθιστά το Ελλαδικό κράτος πραγματικά «κενό» ερεισμάτων. Για πρώτη φορά φαίνεται να δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση ενός πολιτικού υποκειμένου γύρω από το πρόταγμα της ραγδαίας ιδεολογικής επαναθεμελίωσης του κράτους. Υποστηρίζεται ότι ενώ αυτό το πολιτικό υποκείμενο, ήτοι μια αναδυόμενη «λαϊκή παράταξη», προς το παρόν σχηματοποιείται γύρω από ένα αποφατικό αίτημα αμφισβήτησης του κράτους και των ελίτ του, είναι απαραίτητη η εμπλαισίωσή του από μια πιο συνεκτική πολιτική ιδεολογία που θα επιτρέψει την διατύπωση γόνιμων και θετικών προτάσεων – ενός αυτοφυούς ελληνικού συντηρητισμού.
Σε αυτό το σημείωμα αντιστρέφεται αυτή η κριτική για τις αποτυχίες του νέου Ελληνισμού. Αντί για τις παραδοσιακές αξίες και την αορίστως οριζόμενη «μικροαστική κουλτούρα», εστιάζουμε στις ίδιες τις κρατικές ελίτ ως υπεύθυνες για την αποτυχία. Αυτές οι ελίτ ουδέποτε κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το θεμελιώδες έλλειμμα νομιμοποίησης του Ελλαδικού κράτους, αποτυγχάνοντας διαχρονικά στο να εκπληρώσουν την βασική τους υπόσχεση: να συγχρονίσουν τον βηματισμό του συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με την εξέλιξη της νεωτερικότητας.
Στην παρούσα συγκυρία, αυτή η έλλειψη νομιμοποιητικής ιδεολογίας καθιστά το Ελλαδικό κράτος πραγματικά «κενό» ερεισμάτων. Για πρώτη φορά φαίνεται να δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση ενός πολιτικού υποκειμένου γύρω από το πρόταγμα της ραγδαίας ιδεολογικής επαναθεμελίωσης του κράτους. Υποστηρίζεται ότι ενώ αυτό το πολιτικό υποκείμενο, ήτοι μια αναδυόμενη «λαϊκή παράταξη», προς το παρόν σχηματοποιείται γύρω από ένα αποφατικό αίτημα αμφισβήτησης του κράτους και των ελίτ του, είναι απαραίτητη η εμπλαισίωσή του από μια πιο συνεκτική πολιτική ιδεολογία που θα επιτρέψει την διατύπωση γόνιμων και θετικών προτάσεων – ενός αυτοφυούς ελληνικού συντηρητισμού.
.~`~.
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη
Το Κενό Κράτος
Το ρήγμα κράτους-κοινωνίας και η αναδυόμενη λαϊκή παράταξη
Βασικό μοτίβο της σχολιογραφίας της σύγχρονης Ελλαδικής οργανικής διανόησης (η οποία κάποτε αυτοχαρακτηριζόταν ως προοδευτική ή αριστερή αλλά σήμερα προτιμάει τους όρους φιλοευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική ή και φιλελεύθερη) είναι ότι υποδεικνύει ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας τον λαό και την κουλτούρα του, η οποία λειτούργησε ως πρόσκομμα στην δημιουργία ενός ισχυρού και οργανωμένου κράτους. Για τα μέλη αυτής της «εξευρωπαϊσμένης» διανόησης η ιδεατή μορφή που θα έπρεπε να έχει το Ελλαδικό κράτος είναι δεδομένη: το κράτος θα πρέπει να λειτουργεί «όπως γίνεται έξω», με βάση Ευρωπαϊκά πρότυπα. Και αφού αυτό το κράτος αποκτήσαμε (όπως αποκτήσαμε) το 1830, αυτό το κράτος είναι το ζητούμενο να «μεταρρυθμιστεί».
Σύμφωνα με την κατεστημένη διανόηση, οι φορείς της ιδεολογίας του «ισχυρού κράτους» υπήρξαν στην Ελλάδα πάντα σε αέναη μάχη με τους φορείς του «λαϊκισμού», αυτούς που αναμόχλευαν την κυρίαρχη λαϊκή κουλτούρα (συνήθως αποδιδόμενη εν μέρει αν όχι εν όλω στον μεγάλο μπαμπούλα, την Ορθοδοξία) με σκοπό να «αλώσουν» το κράτος και να το εκτρέψουν σε ανατολίτικα πρότυπα. Πρόσφατα ο «μεγάλος εχθρός» ταυτοποιήθηκε από ευρωμανή αποδομητική γραφίδα (εξαιρετικά εύστοχα από την οπτική του εμπνευστή του) ως «Μακρυγιαννισμός», η αδήριτη δήθεν επίσημη ιδεολογία του νέου Ελληνισμού η οποία, σύμφωνα με το αφήγημα, παρά τις όποιες προσπάθειες πεφωτισμένων ηγεσιών και μειοψηφικών κοινωνικών δυνάμεων έχει καταδικάσει (σχεδόν ανεπίστρεπτα) την Ελλάδα σε οικονομική και θεσμική μειονεξία. Σε αυτό το επιχείρημα υπάρχει μια υποτιθέμενη ιστορική συνέχεια που συνδέει τον Μακρυγιαννισμό και το κίνημα των αυτοχθόνων (εκπεφρασμένο στις συζητήσεις της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης το 1843 για το ζήτημα των ετεροχθόνων) με τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξέφρασε την μικροαστική ιδεολογία της αναξιοκρατίας και της εξάρτησης από το κράτος που σήμερα πλέον έχει κυριαρχήσει πλήρως. Το ιστορικό αφήγημα της αυτοαναγορευθείσης ως «φιλοευρωπαϊκής» και «αστικής» οργανικής διανόησης είναι απλοϊκό και επομένως εξαιρετικά σαγηνευτικό: Από την μια μεριά ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες, ο Δηλιγιάννης, ο αντιβενιζελισμός της Μικράς Ελλάδος και το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη οι ετερόχθονες και η Μεγάλη Ιδέα, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής.
Πρόκειται φυσικά για ένα ιστορικό αφήγημα-ιδεολόγημα που περισσότερο επιτρέπει στους φορείς του να αναζητούν ιστορικότητα για ιδέες που είναι πασιδήλως ξένες προς το σώμα και την νοοτροπία του σημερινού Ελληνισμού, καθώς και να υιοθετούν τον ρόλο του «μάρτυρα» σε μια… ηρωική μάχη με το αέναο κακό του «παπαδαριού», των δημαγωγών και του ευεπηρέαστου λαουτζίκου. Είναι ενδιαφέρον ότι μια άλλη σταθερά της επίσημης διανόησης είναι η καταδίκη του, κατ’αυτήν, αισθήματος μειονεξίας και της αυτοθυματοποίησης του Ελληνικού λαού – η γνωστή θεωρία του Διαμαντούρου περί underdog culture. Αλλά ταυτόχρονα οι εκπρόσωποι αυτής της διανόησης παρουσιάζουν την ιδεολογία και παράταξη του νεωτερικού κράτους στην Ελλάδα ως μονίμως διωκόμενη και βαλλόμενη από τους λαϊκιστές. Και όμως, εδώ και σχεδόν 200 χρόνια ελάχιστες ήταν οι στιγμές που η Ελλάδα δεν κυβερνήθηκε από φιλοδυτικές, εκσυγχρονιστικές δυνάμεις. Ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος, ο Καραμανλής δεν είναι υποσημειώσεις στην Ελλαδική ιστορία, αλλά οι επίσημα αποδεκτοί statesmen της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες ηττηθήκαν το 1844, ο Βενιζελισμός κυβέρνησε χρόνο πολλαπλάσιο του Αντιβενιζελισμού μεταξύ 1910-1935, ενώ το «εκσυχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ ξεπέρασε σε συνολικό χρόνο παραμονής στην εξουσία το «λαϊκιστικό». Είναι πραγματικά παράδοξο ότι για κανένα από τα δεινά της Ελλάδας σήμερα δεν φταίνε αυτοί που την κυβέρνησαν εδώ και 200 χρόνια, αλλά κάποιες αόρατες πολιτιστικές δυνάμεις.
Ο οποιοσδήποτε καλόπιστος (;) παρατηρητής διαπιστώνει λοιπόν ότι για την προφανή αποτυχία του μοντέρνου κράτους ως θεσμού και αξίας στην νεώτερη Ελλάδα δεν μπορεί να ευθύνεται ο «λαός» γενικώς και αορίστως (ο λαός που διαχρονικά ανέδειξε σε ηγέτες τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο, τον Καραμανλή, τον Σημίτη). Αν απέτυχε το κράτος στην Ελλάδα αυτό οφείλεται στις δικές του εγγενείς αδυναμίες και ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο από την στιγμή γέννησής του τέθηκε υπό τον έλεγχο ενός συνασπισμού μετα-Οθωμανικών ελίτ και εξευρωπαϊσμένων Φαναριωτών, των λιγότερο δημοφιλών και πιο αποκομμένων από τις λαϊκές ανάγκες δυνάμεων της εποχής δηλαδή. Ήταν αυτός ο συνασπισμός που εδραίωσε την πελατοκρατία και τον κομματισμό ως βασικό τρόπο πολιτικής πρακτικής. Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι η βασική διαχωριστική γραμμή στην Εθνοσυνέλευση του 1843 σχετικά με το ζήτημα των ετεροχθόνων ήταν αυτή μεταξύ πολιτικών ελίτ και μικρομεσαίων πολιτικών που εξέφραζαν έντονες και διαδεδομένες λαϊκές διαμαρτυρίες. Οι ηγεσίες και των τριών «ξενικών» κομμάτων της εποχής στήριξαν την ατζέντα των ετεροχθόνων, και τα παράπονα των αυτοχθόνων απέμειναν να εκφραστούν αποσπασματικά και εξωπολιτικά, στην πολιτιστική και δημόσια σφαίρα αλλά όχι στην πολιτική καθαυτή.
Το μάθημα λοιπόν που μας δίνει το επεισόδιο ετεροχθόνων-αυτοχθόνων (στο οποίο κατά τα άλλα δεν αμφισβητείται ότι η επωφελέστερη για το έθνος άποψη ήταν αυτή των ετεροχθόνων) δεν είναι ότι η γενικώς ορισμένη και πανταχού παρούσα «μικροαστική» ιδεολογία στάθηκε εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και την καλή λειτουργία του κράτους, αλλά ότι το κράτος στην Ελλάδα εξ αρχής δομήθηκε εναντίον και επί των αναγκών του λαού, καταφέρνοντας παρόλα αυτά να επιβληθεί χάρη στην περιοδική ικανότητά του να αυτοαναπαράγεται μέσω της προσκόλλησής του στην εθνική ιδεολογία της συνέχειας και οικουμενικότητας του Ελληνισμού. Είναι πραγματικά παράδοξο το ότι στηλιτεύεται η ιδεολογία και οι αξίες του λαού που ποτέ δεν αποδέχτηκε τις αρχές του νεωτερικού κράτους, ενώ το ίδιο το κράτος έσκαψε βαθιά σε αυτές προκειμένου το ίδιο να νομιμοποιηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η μνημειώδης ιδεολογική και ιστορική σύνθεση του Παπαρρηγόπουλου δεν μπόρεσε να βρει καλύτερο εκφραστή στο πολιτικό πεδίο της εποχής από τον Κωλέττη, τον πρωτομάστορα της βίας και της νοθείας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα (και στο κόμμα του οποίου, το Γαλλικό, ανήκε και ο Μακρυγιάννης).
Αν και η κατεστημένη διανόηση ταυτίζει συνήθως την «μικροαστική» ιδεολογία διαχρονικά με τον μικροελλαδισμό και το κράτος (ή ακριβέστερα τις ελίτ του) με την προσπάθεια ένταξης του Ελληνισμού στο διεθνές γίγνεσθαι (είτε με την ολοκλήρωση της εθνικής ολοκλήρωσης είτε με την τοποθέτηση της Ελλάδας στο στρατόπεδο της Δύσης), λαϊκισμός και οικουμενικότητα έχουν μια περίπλοκη σχέση στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Πολλές φορές λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις εξέφρασαν εκφάνσεις του οικουμενικού Ελληνισμού, όπως και το κράτος οικειοποιήθηκε όψεις της μικροαστικής ιδεολογίας. Για παράδειγμα, το μετεμφυλιακό «κράτος της Δεξιάς», που αγκύρωσε αναπόδραστα την Ελλάδα στην Δύση, ήταν πολιτιστικά και αισθητικά κατεξοχήν ένα κράτος της Παλαιάς Ελλάδας. Η κουλτούρα της προσφυγιάς και των χαμένων πατρίδων (συνέχεια και απομεινάρι του οικουμενικού Ελληνισμού) βρέθηκε στο περιθώριο μεταπολεμικά μέχρι να καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμεταλλεύσεως από το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ.
Ενώ λοιπόν τα πολιτικά διακυβεύματα αλλάζουν στην πάροδο των εποχών και οι άξονες πολιτικού ανταγωνισμού μεταλλάσσονται, περιστρέφονται και ανατέμνονται, η διάσταση κράτους-λαού έχει παραμείνει σταθερά της Ελλαδικής πολιτικής ιστορίας. Αν ο κατασυκοφαντούμενος ως «Μακρυγιαννισμός» φαντάζει μια γραφική και μικροαστική αντίδραση σε κάτι μεγάλο και ωραίο όπως η έννοια της οικουμενικότητας του Ελληνισμού, αυτό είναι γιατί αυτή ακριβώς η οικουμενικότητα διαχρονικά υιοθετήθηκε και καλουπώθηκε από ένα κράτος εξαρχής στερημένο ιδεολογικής νομιμοποίησης. Είναι η επίσημη ιδεολογική και νομιμοποιητική αφήγηση αυτού του κράτους που ρίχνει στην «προαιώνια» μικροαστική νοοτροπία και κουλτούρα του Νεοέλληνα την ευθύνη για όλους τους διχασμούς και όλες τις σχιζοφρένειες που έχει υποφέρει το σώμα του Ελληνισμού εδώ και 200 χρόνια: τοπικισμός εναντίον οικουμενισμού κάποτε, πατριωτισμός εναντίον Ευρωπαϊκότητας σήμερα.
Στην πραγματικότητα όμως είναι αυτό το εξαρχής απονομιμοποιημένο κράτος, με την εγγενή του πολιτική ελίτ, που δημιουργεί ρήγματα εκεί που κάποτε ο Ελληνισμός είχε αρμονία (η δυαδικότητα τοπικισμού και οικουμενικότητας έχει για παράδειγμα υπάρξει ιστορικά βασικό χαρακτηριστικό και γόνιμος τροφοδότης του Ελληνισμού – κλασσικού, Ελληνιστικού ή Ορθόδοξου). Ήταν ακριβώς η αποτυχία αυτού του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και των αναγκών της νεωτερικότητας, μαζί με την λαίμαργη αναζήτηση για ολοένα και ανανεούμενη νομιμοποιητική βάση στην ιδεολογική αποθήκη του γένους/έθνους η οποία εξαντλήθηκε αδικαιολόγητα και εγκληματικά γρήγορα μέσα σε 200 χρόνια, που έχει ξαναενεργοποιήσει αισθήματα απέχθειας, ιδιωτείας και αντίστασης στο κράτος.
Έστω κι έτσι, η περίπτωση του 1843 περιέχει ενδιαφέροντα διδάγματα για το σήμερα. Όπως και σήμερα, τότε ο καταλύτης για την πολιτική κρίση ήταν η επερχόμενη χρεωκοπία του κράτους, η οποία οδήγησε σε επιβολή σκληρής φορολογίας και με την σειρά της οδήγησε στην επανάσταση εναντίον του ΄Οθωνα. Όπως και σήμερα, η συζήτηση για πολιτική μεταρρύθμιση αναπόφευκτα στράφηκε στο ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης του κράτους – η διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων υπήρξε η επίκαιρη έκφραση ενός βαθύτερου ζητήματος που αφορούσε την σχέση κράτους-κοινωνίας. Όπως και σήμερα, το κράτος κατ’ ουσίαν είχε χρεωκοπήσει ιδεολογικά πολύ πριν χρεωκοπήσει οικονομικά. Μόνο που σε αντίθεση με το τότε, δεν υπάρχει η ιδεολογική εφεδρεία της Μεγάλης Ιδέας για να μπορέσει το κράτος να αντλήσει καινούρια νομιμοποίηση. Αντίθετα, όπως και σήμερα, η οικονομική κρίση σήμανε μια αποτυχία του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ του Ελληνισμού και της νεωτερικότητας. Η δήθεν «μικροαστική» «Μακρυγιαννική» αντίδραση, τότε και τώρα, δεν εκφράζει μια μόνιμη και συνεχή τάχα κατάσταση του σώματος του νέου Ελληνισμού, αλλά μια συγκεκριμένη και επίκαιρη κατά περίπτωση απάντηση στις αποτυχίες ενός συστήματος που, παρά τις εξαγγελίες και υποσχέσεις του, ούτε οργάνωσε τις σχέσεις του Ελληνισμού με την νεωτερικότητα ούτε εξέφρασε με συνέπεια τις δάνειες αξίες που καπηλεύτηκε από το ιδεολογικό απόθεμα του Ελληνισμού.
Υπήρξαν στιγμές στην Ελλαδική ιστορία που η ιδεολογία και η πολιτική του κράτους απέκλειαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, όπου το κράτος ταυτιζόταν με μια παράταξη σε βάρος κάποιας άλλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αντίθετη ιδεολογία με αυτήν του κράτους ενεδύετο την γλώσσα του «λαού», υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός πολιτικού υποκειμένου πέραν των ορίων της πολιτικής κοινότητας όπως την εννοούσε η επίσημη ιδεολογία του κράτους. Αυτά τα φαινόμενα υπήρξαν «λαϊκιστικά» με την πιο στενή ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Το ΠΑΣΟΚ του ’80 και ο Αντιβενιζελισμός του ’20 είναι ίσως τα πιο κλασσικά παραδείγματα αυτού του είδους πολιτικής. Και στις δυο περιπτώσεις όμως πολιτικές και ιδεολογικές τομές προϋπήρχαν, και η ρητορική φόρμα του «λαού» εμπλαισίωσε μια προϋπάρχουσα πολιτική διαπάλη. Ο λαϊκισμός ήταν μέθοδος κινητοποίησης, όχι ιδεολογία. Αντίθετα σήμερα, όπως και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα το 1843, ζούμε μια περίοδο κατά την οποία ένα πολιτικό υποκείμενο συστήνεται γύρω από την έννοια του «λαού» καθ’ εαυτήν, όπου ως «λαός» σημαίνεται η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό της στην επίσημη ιδεολογία του κράτους, ούτε είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την αναπαραγωγή του. Η διαιρετική τομή δεν είναι οριζόντια και ιδεολογική, αλλά αφορά την διάσταση μεταξύ κράτους και λαού καθαυτόν. Ο «λαϊκισμός» και ο «Μακρυγιαννισμός», όπως ευχερώς ονομάζονται από όσους εφευρίσκουν εχθρικά σκιάχτρα, γίνονται αποφατικές ιδεολογίες εν όψει της αποτυχίας του κράτους, όχι γιατί ο μικροαστισμός είναι αναπόφευκτο ίδιον του σώματος των Νεοελλήνων, αλλά γιατί αυτοί που είχαν υποσχεθεί σύζευξη των αιτημάτων του ιστορικά συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με τα διεθνή τρέχοντα απέτυχαν – για μιαν ακόμα φορά.
Η «λαϊκή παράταξη» λοιπόν όπως ορίζεται εδώ δεν αφορά πολιτικές παρατάξεις που κατά καιρούς υιοθέτησαν την ρητορική λογική και την ταυτοτική αυτο-κατανόηση ως «λαού». Είναι μια παράταξη που ποτέ στο παρελθόν δεν μορφοποιήθηκε σε πολιτικό υποκείμενο και το εγγύτερο που είχε φτάσει ποτέ ήταν με το ζήτημα των ετεροχθόνων το 1843. Αφορά ένα μόνιμο λανθάνον ρήγμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας στην νεώτερη Ελλάδα που οι έντονες διαμάχες, ο κομματισμός και ο πελατειασμός, και ο αλυτρωτισμός και οι εξωτερικές περιπέτειες πάντα κατόρθωναν να κρατούν υπό έλεγχο. Μορφοποιείται γύρω από ένα βασικό ιδεολογικό πρόγραμμα που όμως δεν διαθέται τα εργαλεία για να καταστεί μέθοδος κινητοποίησης. Η λαϊκή παράταξη έχει ως πρωταρχικό ιδεολογικό ιστό την απόρριψη της επίσημης ιδεολογίας του κράτους σε μια δεδομένη στιγμή. Βρίσκεται επομένως στην ανάγκη εμπλαισίωσης από μια βαθύτερη και συνεπέστερη ιδεολογία πέραν του σκληρού πυρήνα της εναντίωσης στο (ιδεολογικά πάνω από όλα) χρεωκοπημένο κράτος προκειμένου να μεταβληθεί από διαμαρτυρία σε πολιτικό πρόγραμμα.
Στην παρούσα συγκυρία, η ιδεολογία της λαϊκής παράταξης μπορεί ευχερέστερα να διατυπωθεί με όρους ενός αυτοφυούς Ελληνικού συντηρητισμού. Αυτό γιατί ο ίδιος ο διαχρονικός χαρακτήρας της λαϊκής ιδεολογίας ως μιας διαχυμένης αντίδρασης στο νεωτερικό κράτος, που πηγάζει από την ανικανότητα αυτού να λειτουργήσει ως το πλαίσιο ένταξης του Ελληνισμού στην νεωτερικότητα, συμβαδίζει με την ιδιοσυγκρασία του συντηρητισμού ως ιδεολογίας που αναζητεί την ανανέωση και την πρόοδο στην ιστορική συνέχεια με το παρελθόν. Ο συντηρητισμός εξ ορισμού βλέπει την σύγχρονη πολιτική και εθνική κοινότητα με όρους συνέχειας με το παρελθόν. Αυτό που εκφράζεται ως δυσαρέσκεια απέναντι στο ψευδονεωτερικό Ελλαδικό κράτος είναι στην πραγματικότητα η αποτύπωση στην σημερινή εποχή της ασφυξίας του Ελληνισμού μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Είναι κρίσιμη για την πολιτική διατύπωση της λαϊκής αντίδρασης στο χρεωκοπημένο νεωτερικό κράτος, με τελικό σκοπό την επανασύσταση και επανανοηματοδότηση αυτού, η σύζευξή της με ένα ιδεολογικό πλαίσιο που είναι γενικώς αναγνωρίσιμο στην κοινώς αποδεκτή πολιτική χωροταξία. Αν δεχθούμε όμως ότι η σημερινή γενικευμένη λαϊκή αντίδραση στο Ελλαδικό κράτος μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με όρους της συντηρητικής ιδεολογίας, τότε και αυτή η ιδεολογική ταυτότητα του συντηρητισμού αλλάζει κατεύθυνση. Γίνεται από (δυνητική) ιδεολογική έκφραση ενός κομματιού (του δεξιού) του οριζόντιου άξονα πολιτικού ανταγωνισμού, δυνάμει ιδεολογία μιας μαζικής λαϊκής παράταξης που δεν ξέρει μόνο τι δενθέλει (την συνέχιση της αναπαραγωγής του κράτους και μέσω αυτού των εγγενών του ελίτ), αλλά και τισυγκεκριμένα θέλει: Την δημιουργία ενός κράτους που θα εκφράσει την οικουμενικότητα του Ελληνισμού με όρους νεωτερικότητας. Πρακτικά αυτό σημαίνει την διατύπωση ενός οικονομικού μοντέλου που αποσκοπεί στην ένταξη του Ελληνισμού στην παγκόσμια οικονομία αλλά θα είναι σύμφωνο με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες του νεοελληνικού σχηματισμού και τις αξίες του συνεχούς Ελληνισμού. Σημαίνει επίσης την δημιουργία αντιπροσωπευτικών θεσμών που θα ανανεώσουν την ταύτιση και σχέση του σώματος του λαού με την έννοια και την πραγματικότητα του κράτους. Σημαίνει τέλος την διατύπωση ενός νέου εθνικού αφηγήματος για το τί εκφράζει, τί κομίζει και πού πορεύεται αυτό το κράτος, ως έκφραση τόσο του λαού ως στιγμιαία αποτύπωση της συνεχούς ιστορικής κοινότητας των Ελλήνων, όσο και της διαχρονικής πορείας αυτής της κοινότητας.
Mια συντηρητική πολιτική πρόταση, για να παίξει τον ρόλο της ιδεολογικής εμπλαισίωσης και εμβάθυνσης της λαϊκής αντίστασης στο υπάρχον νεωτερικό κράτος, πρέπει κατά την γνώμη μας να διατυπώσει τρεις συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις:
Σύμφωνα με την κατεστημένη διανόηση, οι φορείς της ιδεολογίας του «ισχυρού κράτους» υπήρξαν στην Ελλάδα πάντα σε αέναη μάχη με τους φορείς του «λαϊκισμού», αυτούς που αναμόχλευαν την κυρίαρχη λαϊκή κουλτούρα (συνήθως αποδιδόμενη εν μέρει αν όχι εν όλω στον μεγάλο μπαμπούλα, την Ορθοδοξία) με σκοπό να «αλώσουν» το κράτος και να το εκτρέψουν σε ανατολίτικα πρότυπα. Πρόσφατα ο «μεγάλος εχθρός» ταυτοποιήθηκε από ευρωμανή αποδομητική γραφίδα (εξαιρετικά εύστοχα από την οπτική του εμπνευστή του) ως «Μακρυγιαννισμός», η αδήριτη δήθεν επίσημη ιδεολογία του νέου Ελληνισμού η οποία, σύμφωνα με το αφήγημα, παρά τις όποιες προσπάθειες πεφωτισμένων ηγεσιών και μειοψηφικών κοινωνικών δυνάμεων έχει καταδικάσει (σχεδόν ανεπίστρεπτα) την Ελλάδα σε οικονομική και θεσμική μειονεξία. Σε αυτό το επιχείρημα υπάρχει μια υποτιθέμενη ιστορική συνέχεια που συνδέει τον Μακρυγιαννισμό και το κίνημα των αυτοχθόνων (εκπεφρασμένο στις συζητήσεις της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης το 1843 για το ζήτημα των ετεροχθόνων) με τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξέφρασε την μικροαστική ιδεολογία της αναξιοκρατίας και της εξάρτησης από το κράτος που σήμερα πλέον έχει κυριαρχήσει πλήρως. Το ιστορικό αφήγημα της αυτοαναγορευθείσης ως «φιλοευρωπαϊκής» και «αστικής» οργανικής διανόησης είναι απλοϊκό και επομένως εξαιρετικά σαγηνευτικό: Από την μια μεριά ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες, ο Δηλιγιάννης, ο αντιβενιζελισμός της Μικράς Ελλάδος και το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη οι ετερόχθονες και η Μεγάλη Ιδέα, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής.
Πρόκειται φυσικά για ένα ιστορικό αφήγημα-ιδεολόγημα που περισσότερο επιτρέπει στους φορείς του να αναζητούν ιστορικότητα για ιδέες που είναι πασιδήλως ξένες προς το σώμα και την νοοτροπία του σημερινού Ελληνισμού, καθώς και να υιοθετούν τον ρόλο του «μάρτυρα» σε μια… ηρωική μάχη με το αέναο κακό του «παπαδαριού», των δημαγωγών και του ευεπηρέαστου λαουτζίκου. Είναι ενδιαφέρον ότι μια άλλη σταθερά της επίσημης διανόησης είναι η καταδίκη του, κατ’αυτήν, αισθήματος μειονεξίας και της αυτοθυματοποίησης του Ελληνικού λαού – η γνωστή θεωρία του Διαμαντούρου περί underdog culture. Αλλά ταυτόχρονα οι εκπρόσωποι αυτής της διανόησης παρουσιάζουν την ιδεολογία και παράταξη του νεωτερικού κράτους στην Ελλάδα ως μονίμως διωκόμενη και βαλλόμενη από τους λαϊκιστές. Και όμως, εδώ και σχεδόν 200 χρόνια ελάχιστες ήταν οι στιγμές που η Ελλάδα δεν κυβερνήθηκε από φιλοδυτικές, εκσυγχρονιστικές δυνάμεις. Ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος, ο Καραμανλής δεν είναι υποσημειώσεις στην Ελλαδική ιστορία, αλλά οι επίσημα αποδεκτοί statesmen της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Ο Μακρυγιάννης και οι αυτόχθονες ηττηθήκαν το 1844, ο Βενιζελισμός κυβέρνησε χρόνο πολλαπλάσιο του Αντιβενιζελισμού μεταξύ 1910-1935, ενώ το «εκσυχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ ξεπέρασε σε συνολικό χρόνο παραμονής στην εξουσία το «λαϊκιστικό». Είναι πραγματικά παράδοξο ότι για κανένα από τα δεινά της Ελλάδας σήμερα δεν φταίνε αυτοί που την κυβέρνησαν εδώ και 200 χρόνια, αλλά κάποιες αόρατες πολιτιστικές δυνάμεις.
Ο οποιοσδήποτε καλόπιστος (;) παρατηρητής διαπιστώνει λοιπόν ότι για την προφανή αποτυχία του μοντέρνου κράτους ως θεσμού και αξίας στην νεώτερη Ελλάδα δεν μπορεί να ευθύνεται ο «λαός» γενικώς και αορίστως (ο λαός που διαχρονικά ανέδειξε σε ηγέτες τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο, τον Καραμανλή, τον Σημίτη). Αν απέτυχε το κράτος στην Ελλάδα αυτό οφείλεται στις δικές του εγγενείς αδυναμίες και ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο από την στιγμή γέννησής του τέθηκε υπό τον έλεγχο ενός συνασπισμού μετα-Οθωμανικών ελίτ και εξευρωπαϊσμένων Φαναριωτών, των λιγότερο δημοφιλών και πιο αποκομμένων από τις λαϊκές ανάγκες δυνάμεων της εποχής δηλαδή. Ήταν αυτός ο συνασπισμός που εδραίωσε την πελατοκρατία και τον κομματισμό ως βασικό τρόπο πολιτικής πρακτικής. Είναι χρήσιμο εδώ να θυμηθούμε ότι η βασική διαχωριστική γραμμή στην Εθνοσυνέλευση του 1843 σχετικά με το ζήτημα των ετεροχθόνων ήταν αυτή μεταξύ πολιτικών ελίτ και μικρομεσαίων πολιτικών που εξέφραζαν έντονες και διαδεδομένες λαϊκές διαμαρτυρίες. Οι ηγεσίες και των τριών «ξενικών» κομμάτων της εποχής στήριξαν την ατζέντα των ετεροχθόνων, και τα παράπονα των αυτοχθόνων απέμειναν να εκφραστούν αποσπασματικά και εξωπολιτικά, στην πολιτιστική και δημόσια σφαίρα αλλά όχι στην πολιτική καθαυτή.
Το μάθημα λοιπόν που μας δίνει το επεισόδιο ετεροχθόνων-αυτοχθόνων (στο οποίο κατά τα άλλα δεν αμφισβητείται ότι η επωφελέστερη για το έθνος άποψη ήταν αυτή των ετεροχθόνων) δεν είναι ότι η γενικώς ορισμένη και πανταχού παρούσα «μικροαστική» ιδεολογία στάθηκε εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και την καλή λειτουργία του κράτους, αλλά ότι το κράτος στην Ελλάδα εξ αρχής δομήθηκε εναντίον και επί των αναγκών του λαού, καταφέρνοντας παρόλα αυτά να επιβληθεί χάρη στην περιοδική ικανότητά του να αυτοαναπαράγεται μέσω της προσκόλλησής του στην εθνική ιδεολογία της συνέχειας και οικουμενικότητας του Ελληνισμού. Είναι πραγματικά παράδοξο το ότι στηλιτεύεται η ιδεολογία και οι αξίες του λαού που ποτέ δεν αποδέχτηκε τις αρχές του νεωτερικού κράτους, ενώ το ίδιο το κράτος έσκαψε βαθιά σε αυτές προκειμένου το ίδιο να νομιμοποιηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η μνημειώδης ιδεολογική και ιστορική σύνθεση του Παπαρρηγόπουλου δεν μπόρεσε να βρει καλύτερο εκφραστή στο πολιτικό πεδίο της εποχής από τον Κωλέττη, τον πρωτομάστορα της βίας και της νοθείας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα (και στο κόμμα του οποίου, το Γαλλικό, ανήκε και ο Μακρυγιάννης).
Αν και η κατεστημένη διανόηση ταυτίζει συνήθως την «μικροαστική» ιδεολογία διαχρονικά με τον μικροελλαδισμό και το κράτος (ή ακριβέστερα τις ελίτ του) με την προσπάθεια ένταξης του Ελληνισμού στο διεθνές γίγνεσθαι (είτε με την ολοκλήρωση της εθνικής ολοκλήρωσης είτε με την τοποθέτηση της Ελλάδας στο στρατόπεδο της Δύσης), λαϊκισμός και οικουμενικότητα έχουν μια περίπλοκη σχέση στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Πολλές φορές λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις εξέφρασαν εκφάνσεις του οικουμενικού Ελληνισμού, όπως και το κράτος οικειοποιήθηκε όψεις της μικροαστικής ιδεολογίας. Για παράδειγμα, το μετεμφυλιακό «κράτος της Δεξιάς», που αγκύρωσε αναπόδραστα την Ελλάδα στην Δύση, ήταν πολιτιστικά και αισθητικά κατεξοχήν ένα κράτος της Παλαιάς Ελλάδας. Η κουλτούρα της προσφυγιάς και των χαμένων πατρίδων (συνέχεια και απομεινάρι του οικουμενικού Ελληνισμού) βρέθηκε στο περιθώριο μεταπολεμικά μέχρι να καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμεταλλεύσεως από το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ.
Ενώ λοιπόν τα πολιτικά διακυβεύματα αλλάζουν στην πάροδο των εποχών και οι άξονες πολιτικού ανταγωνισμού μεταλλάσσονται, περιστρέφονται και ανατέμνονται, η διάσταση κράτους-λαού έχει παραμείνει σταθερά της Ελλαδικής πολιτικής ιστορίας. Αν ο κατασυκοφαντούμενος ως «Μακρυγιαννισμός» φαντάζει μια γραφική και μικροαστική αντίδραση σε κάτι μεγάλο και ωραίο όπως η έννοια της οικουμενικότητας του Ελληνισμού, αυτό είναι γιατί αυτή ακριβώς η οικουμενικότητα διαχρονικά υιοθετήθηκε και καλουπώθηκε από ένα κράτος εξαρχής στερημένο ιδεολογικής νομιμοποίησης. Είναι η επίσημη ιδεολογική και νομιμοποιητική αφήγηση αυτού του κράτους που ρίχνει στην «προαιώνια» μικροαστική νοοτροπία και κουλτούρα του Νεοέλληνα την ευθύνη για όλους τους διχασμούς και όλες τις σχιζοφρένειες που έχει υποφέρει το σώμα του Ελληνισμού εδώ και 200 χρόνια: τοπικισμός εναντίον οικουμενισμού κάποτε, πατριωτισμός εναντίον Ευρωπαϊκότητας σήμερα.
Στην πραγματικότητα όμως είναι αυτό το εξαρχής απονομιμοποιημένο κράτος, με την εγγενή του πολιτική ελίτ, που δημιουργεί ρήγματα εκεί που κάποτε ο Ελληνισμός είχε αρμονία (η δυαδικότητα τοπικισμού και οικουμενικότητας έχει για παράδειγμα υπάρξει ιστορικά βασικό χαρακτηριστικό και γόνιμος τροφοδότης του Ελληνισμού – κλασσικού, Ελληνιστικού ή Ορθόδοξου). Ήταν ακριβώς η αποτυχία αυτού του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και των αναγκών της νεωτερικότητας, μαζί με την λαίμαργη αναζήτηση για ολοένα και ανανεούμενη νομιμοποιητική βάση στην ιδεολογική αποθήκη του γένους/έθνους η οποία εξαντλήθηκε αδικαιολόγητα και εγκληματικά γρήγορα μέσα σε 200 χρόνια, που έχει ξαναενεργοποιήσει αισθήματα απέχθειας, ιδιωτείας και αντίστασης στο κράτος.
Έστω κι έτσι, η περίπτωση του 1843 περιέχει ενδιαφέροντα διδάγματα για το σήμερα. Όπως και σήμερα, τότε ο καταλύτης για την πολιτική κρίση ήταν η επερχόμενη χρεωκοπία του κράτους, η οποία οδήγησε σε επιβολή σκληρής φορολογίας και με την σειρά της οδήγησε στην επανάσταση εναντίον του ΄Οθωνα. Όπως και σήμερα, η συζήτηση για πολιτική μεταρρύθμιση αναπόφευκτα στράφηκε στο ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης του κράτους – η διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων υπήρξε η επίκαιρη έκφραση ενός βαθύτερου ζητήματος που αφορούσε την σχέση κράτους-κοινωνίας. Όπως και σήμερα, το κράτος κατ’ ουσίαν είχε χρεωκοπήσει ιδεολογικά πολύ πριν χρεωκοπήσει οικονομικά. Μόνο που σε αντίθεση με το τότε, δεν υπάρχει η ιδεολογική εφεδρεία της Μεγάλης Ιδέας για να μπορέσει το κράτος να αντλήσει καινούρια νομιμοποίηση. Αντίθετα, όπως και σήμερα, η οικονομική κρίση σήμανε μια αποτυχία του κράτους να μεσολαβήσει μεταξύ του Ελληνισμού και της νεωτερικότητας. Η δήθεν «μικροαστική» «Μακρυγιαννική» αντίδραση, τότε και τώρα, δεν εκφράζει μια μόνιμη και συνεχή τάχα κατάσταση του σώματος του νέου Ελληνισμού, αλλά μια συγκεκριμένη και επίκαιρη κατά περίπτωση απάντηση στις αποτυχίες ενός συστήματος που, παρά τις εξαγγελίες και υποσχέσεις του, ούτε οργάνωσε τις σχέσεις του Ελληνισμού με την νεωτερικότητα ούτε εξέφρασε με συνέπεια τις δάνειες αξίες που καπηλεύτηκε από το ιδεολογικό απόθεμα του Ελληνισμού.
Υπήρξαν στιγμές στην Ελλαδική ιστορία που η ιδεολογία και η πολιτική του κράτους απέκλειαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, όπου το κράτος ταυτιζόταν με μια παράταξη σε βάρος κάποιας άλλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αντίθετη ιδεολογία με αυτήν του κράτους ενεδύετο την γλώσσα του «λαού», υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός πολιτικού υποκειμένου πέραν των ορίων της πολιτικής κοινότητας όπως την εννοούσε η επίσημη ιδεολογία του κράτους. Αυτά τα φαινόμενα υπήρξαν «λαϊκιστικά» με την πιο στενή ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Το ΠΑΣΟΚ του ’80 και ο Αντιβενιζελισμός του ’20 είναι ίσως τα πιο κλασσικά παραδείγματα αυτού του είδους πολιτικής. Και στις δυο περιπτώσεις όμως πολιτικές και ιδεολογικές τομές προϋπήρχαν, και η ρητορική φόρμα του «λαού» εμπλαισίωσε μια προϋπάρχουσα πολιτική διαπάλη. Ο λαϊκισμός ήταν μέθοδος κινητοποίησης, όχι ιδεολογία. Αντίθετα σήμερα, όπως και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα το 1843, ζούμε μια περίοδο κατά την οποία ένα πολιτικό υποκείμενο συστήνεται γύρω από την έννοια του «λαού» καθ’ εαυτήν, όπου ως «λαός» σημαίνεται η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό της στην επίσημη ιδεολογία του κράτους, ούτε είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την αναπαραγωγή του. Η διαιρετική τομή δεν είναι οριζόντια και ιδεολογική, αλλά αφορά την διάσταση μεταξύ κράτους και λαού καθαυτόν. Ο «λαϊκισμός» και ο «Μακρυγιαννισμός», όπως ευχερώς ονομάζονται από όσους εφευρίσκουν εχθρικά σκιάχτρα, γίνονται αποφατικές ιδεολογίες εν όψει της αποτυχίας του κράτους, όχι γιατί ο μικροαστισμός είναι αναπόφευκτο ίδιον του σώματος των Νεοελλήνων, αλλά γιατί αυτοί που είχαν υποσχεθεί σύζευξη των αιτημάτων του ιστορικά συνεχούς και οικουμενικού Ελληνισμού με τα διεθνή τρέχοντα απέτυχαν – για μιαν ακόμα φορά.
Η «λαϊκή παράταξη» λοιπόν όπως ορίζεται εδώ δεν αφορά πολιτικές παρατάξεις που κατά καιρούς υιοθέτησαν την ρητορική λογική και την ταυτοτική αυτο-κατανόηση ως «λαού». Είναι μια παράταξη που ποτέ στο παρελθόν δεν μορφοποιήθηκε σε πολιτικό υποκείμενο και το εγγύτερο που είχε φτάσει ποτέ ήταν με το ζήτημα των ετεροχθόνων το 1843. Αφορά ένα μόνιμο λανθάνον ρήγμα μεταξύ κράτους και κοινωνίας στην νεώτερη Ελλάδα που οι έντονες διαμάχες, ο κομματισμός και ο πελατειασμός, και ο αλυτρωτισμός και οι εξωτερικές περιπέτειες πάντα κατόρθωναν να κρατούν υπό έλεγχο. Μορφοποιείται γύρω από ένα βασικό ιδεολογικό πρόγραμμα που όμως δεν διαθέται τα εργαλεία για να καταστεί μέθοδος κινητοποίησης. Η λαϊκή παράταξη έχει ως πρωταρχικό ιδεολογικό ιστό την απόρριψη της επίσημης ιδεολογίας του κράτους σε μια δεδομένη στιγμή. Βρίσκεται επομένως στην ανάγκη εμπλαισίωσης από μια βαθύτερη και συνεπέστερη ιδεολογία πέραν του σκληρού πυρήνα της εναντίωσης στο (ιδεολογικά πάνω από όλα) χρεωκοπημένο κράτος προκειμένου να μεταβληθεί από διαμαρτυρία σε πολιτικό πρόγραμμα.
Στην παρούσα συγκυρία, η ιδεολογία της λαϊκής παράταξης μπορεί ευχερέστερα να διατυπωθεί με όρους ενός αυτοφυούς Ελληνικού συντηρητισμού. Αυτό γιατί ο ίδιος ο διαχρονικός χαρακτήρας της λαϊκής ιδεολογίας ως μιας διαχυμένης αντίδρασης στο νεωτερικό κράτος, που πηγάζει από την ανικανότητα αυτού να λειτουργήσει ως το πλαίσιο ένταξης του Ελληνισμού στην νεωτερικότητα, συμβαδίζει με την ιδιοσυγκρασία του συντηρητισμού ως ιδεολογίας που αναζητεί την ανανέωση και την πρόοδο στην ιστορική συνέχεια με το παρελθόν. Ο συντηρητισμός εξ ορισμού βλέπει την σύγχρονη πολιτική και εθνική κοινότητα με όρους συνέχειας με το παρελθόν. Αυτό που εκφράζεται ως δυσαρέσκεια απέναντι στο ψευδονεωτερικό Ελλαδικό κράτος είναι στην πραγματικότητα η αποτύπωση στην σημερινή εποχή της ασφυξίας του Ελληνισμού μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Είναι κρίσιμη για την πολιτική διατύπωση της λαϊκής αντίδρασης στο χρεωκοπημένο νεωτερικό κράτος, με τελικό σκοπό την επανασύσταση και επανανοηματοδότηση αυτού, η σύζευξή της με ένα ιδεολογικό πλαίσιο που είναι γενικώς αναγνωρίσιμο στην κοινώς αποδεκτή πολιτική χωροταξία. Αν δεχθούμε όμως ότι η σημερινή γενικευμένη λαϊκή αντίδραση στο Ελλαδικό κράτος μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με όρους της συντηρητικής ιδεολογίας, τότε και αυτή η ιδεολογική ταυτότητα του συντηρητισμού αλλάζει κατεύθυνση. Γίνεται από (δυνητική) ιδεολογική έκφραση ενός κομματιού (του δεξιού) του οριζόντιου άξονα πολιτικού ανταγωνισμού, δυνάμει ιδεολογία μιας μαζικής λαϊκής παράταξης που δεν ξέρει μόνο τι δενθέλει (την συνέχιση της αναπαραγωγής του κράτους και μέσω αυτού των εγγενών του ελίτ), αλλά και τισυγκεκριμένα θέλει: Την δημιουργία ενός κράτους που θα εκφράσει την οικουμενικότητα του Ελληνισμού με όρους νεωτερικότητας. Πρακτικά αυτό σημαίνει την διατύπωση ενός οικονομικού μοντέλου που αποσκοπεί στην ένταξη του Ελληνισμού στην παγκόσμια οικονομία αλλά θα είναι σύμφωνο με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες του νεοελληνικού σχηματισμού και τις αξίες του συνεχούς Ελληνισμού. Σημαίνει επίσης την δημιουργία αντιπροσωπευτικών θεσμών που θα ανανεώσουν την ταύτιση και σχέση του σώματος του λαού με την έννοια και την πραγματικότητα του κράτους. Σημαίνει τέλος την διατύπωση ενός νέου εθνικού αφηγήματος για το τί εκφράζει, τί κομίζει και πού πορεύεται αυτό το κράτος, ως έκφραση τόσο του λαού ως στιγμιαία αποτύπωση της συνεχούς ιστορικής κοινότητας των Ελλήνων, όσο και της διαχρονικής πορείας αυτής της κοινότητας.
Mια συντηρητική πολιτική πρόταση, για να παίξει τον ρόλο της ιδεολογικής εμπλαισίωσης και εμβάθυνσης της λαϊκής αντίστασης στο υπάρχον νεωτερικό κράτος, πρέπει κατά την γνώμη μας να διατυπώσει τρεις συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις:
Τα παραπάνω κατατίθενται ως αφετηριακές προτάσεις ή μάλλον νύξεις, με την αξίωση να εγκαινιάσουν μια συζήτηση που δεν έχει ακόμα ανοίξει – αν και επείγει όσο ποτέ άλλοτε._
Συντάκτης
Άγγελος Χρυσόγελος
Άγγελος Χρυσόγελος

























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου