- 11/10/14--05:53: _I) Eργαστήρι η Μ. Α...
- 11/11/14--01:36: _I) The Chinese Mode...
- 11/11/14--14:05: _Ανθρωποποίηση.
- 11/12/14--11:13: _Welcome to the Worl...
- 11/15/14--02:41: _II) Η προβληματική ...
- 11/15/14--05:52: _The global transfor...
- 11/19/14--13:42: _I) Emmanuel Todd on...
- 11/23/14--08:23: _Δυτικο(ευρω)κεντρικ...
- 11/24/14--11:06: _A Note on Civilizat...
- 11/28/14--04:08: _Thanksgiving and Pu...
- 11/29/14--08:03: _ Left and Right: Th...
- 12/06/14--06:12: _I) Turkey: α´ an ol...
- 12/08/14--07:56: _China’s Eurasian Pi...
- 12/10/14--07:44: _Άναρχες τάξεις και ...
- 11/19/14--02:41: _II) Η προβληματική ...
- 12/11/14--10:23: _Ανθρωποποίηση.
- 12/12/14--03:59: _I) Ελλάδα ένα νέο π...
- 12/14/14--05:38: _Η μονοδιάστατη και ...
- 12/17/14--02:01: _The Role of Central...
- 12/17/14--07:32: _Leaving the West Be...
12/10/14--07:44:
Άναρχες τάξεις & ισορροπίες ισχύος.
Βία στο εσωτερικό & στο εξωτερικό,
αλληλεξάρτηση & ολοκλήρωση,
οι αρετές της αναρχίας -
διαφορές εθνικών & διεθνών δομών,
άναρχων & ιεραρχικών πεδίων,
εσωτερικών & εξωτερικών υποθέσεων.
Βία στο εσωτερικό & στο εξωτερικό,
αλληλεξάρτηση & ολοκλήρωση,
οι αρετές της αναρχίας -
διαφορές εθνικών & διεθνών δομών,
άναρχων & ιεραρχικών πεδίων,
εσωτερικών & εξωτερικών υποθέσεων.
Άναρχες τάξεις & ισορροπίες ισχύος - μέρος β´.
Πρόσδεση στο άρμα του ισχυρότερου και εξισορρόπηση
στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στα κόμματα και τα κράτη.
.~`~.
Βια στο εσωτερικό & στο εξωτερικό
Μεταξύ των ανθρώπων, όπως και μεταξύ των κρατών, η αναρχία, ή αλλιώς η απουσία κυβέρνησης, είναι συνδεδεμένη με την εμφάνιση της βίας.
Λέγεται ότι η απειλή χρήσης βίας και η επαναλαμβανόμενη χρήση στρατιωτικής ισχύος είναι αυτό που διακρίνει τις διεθνείς από τις εθνικές υποθέσεις.
Όμως στην παγκόσμια ιστορία είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι ηγεμόνες ήταν υποχρεωμένοι να έχουν υπόψη τους ότι οι υπηκόοι τους μπορεί να χρησιμοποιήσουν βία, για να τους αντισταθούν ή να τους ανατρέψουν.
Αν η απουσία κυβέρνησης είναι συνδεδεμένη με την απειλή χρήσης βίας, το ίδιο συμβαίνει και με την παρουσία κυβέρνησης...
Οι καταστρεπτικότεροι πόλεμοι κατά την εκατονταετία που ακολούθησε την ήττα του Ναπολέοντα έλαβαν χώρα όχι μεταξύ κρατών αλλά εντόςκρατών...
Είναι εύκολο να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι αγώνες για την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας, για την επιβολή της τάξης και για την επίτευξη κάποια μορφής δικαιοσύνης στο εσωτερικό των κρατών μπορεί να είναι πιο αιματηροί απ'ό,τι οι πόλεμοι μεταξύ κρατών.
Λέγεται ότι η απειλή χρήσης βίας και η επαναλαμβανόμενη χρήση στρατιωτικής ισχύος είναι αυτό που διακρίνει τις διεθνείς από τις εθνικές υποθέσεις.
Όμως στην παγκόσμια ιστορία είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι ηγεμόνες ήταν υποχρεωμένοι να έχουν υπόψη τους ότι οι υπηκόοι τους μπορεί να χρησιμοποιήσουν βία, για να τους αντισταθούν ή να τους ανατρέψουν.
Αν η απουσία κυβέρνησης είναι συνδεδεμένη με την απειλή χρήσης βίας, το ίδιο συμβαίνει και με την παρουσία κυβέρνησης...
Οι καταστρεπτικότεροι πόλεμοι κατά την εκατονταετία που ακολούθησε την ήττα του Ναπολέοντα έλαβαν χώρα όχι μεταξύ κρατών αλλά εντόςκρατών...
Είναι εύκολο να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι αγώνες για την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας, για την επιβολή της τάξης και για την επίτευξη κάποια μορφής δικαιοσύνης στο εσωτερικό των κρατών μπορεί να είναι πιο αιματηροί απ'ό,τι οι πόλεμοι μεταξύ κρατών.
Αν η αναρχία ταυτιστεί με το χάος, την καταστροφή και τον θάνατο, τότε η διάκριση μεταξύ αναρχίας και κυβέρνησης δεν μας λέει και πολλά.
Τι είναι πιο επισφαλές, ο βίος ενός κράτους μεταξύ κρατών ή ο βίος μιας κυβέρνησης σε σχέση προς τους υπηκόους της;
Η απάντηση ποικίλλει ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο.
Ορισμένες φορές υπάρχουν ή αναμένονται χαμηλά ποσοστά βίας μεταξύ ορισμένων κρατών.
Ορισμένες φορές υπάρχουν ή αναμένονται υψηλά ποσοστά βίας εντός ορισμένων κρατών.
Η χρήση βίας ή ο συνεχής φόβος της χρήσης της δεν αποτελούν επαρκείς αιτιολογίες για τη διάκριση μεταξύ διεθνών και εσωτερικών υποθέσεων.
Αν η πιθανή και η πραγματική χρήση βίας σημαδεύουν τόσο την εθνική όσο και τη διεθνή τάξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη διάκριση μεταξύ των δύο πεδίων βάσει της χρήσης ή της μη χρήσης βίας.
Καμία ανθρώπινη τάξη δεν είναι απρόσβλητη από τη βία.
Τι είναι πιο επισφαλές, ο βίος ενός κράτους μεταξύ κρατών ή ο βίος μιας κυβέρνησης σε σχέση προς τους υπηκόους της;
Η απάντηση ποικίλλει ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο.
Ορισμένες φορές υπάρχουν ή αναμένονται χαμηλά ποσοστά βίας μεταξύ ορισμένων κρατών.
Ορισμένες φορές υπάρχουν ή αναμένονται υψηλά ποσοστά βίας εντός ορισμένων κρατών.
Η χρήση βίας ή ο συνεχής φόβος της χρήσης της δεν αποτελούν επαρκείς αιτιολογίες για τη διάκριση μεταξύ διεθνών και εσωτερικών υποθέσεων.
Αν η πιθανή και η πραγματική χρήση βίας σημαδεύουν τόσο την εθνική όσο και τη διεθνή τάξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη διάκριση μεταξύ των δύο πεδίων βάσει της χρήσης ή της μη χρήσης βίας.
Καμία ανθρώπινη τάξη δεν είναι απρόσβλητη από τη βία.
Για να ανακαλύψουμε ποιοτικές διαφορές μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων, θα πρέπει να αναζητήσουμε κάποιο άλλο κριτήριο αντί για την εμφάνιση της βίας.
Η διάκριση μεταξύ διεθνών και εθνικών πεδίων πολιτικής δεν βρίσκεται στη χρήση ή στη μη χρήση βίας αλλά στις διαφορετικές δομές τους.
Όμως, αν ο κίνδυνος να υποστείς βίαιη επίθεση είναι μεγαλύτερος, για παράδειγμα, αν κάνεις έναν βραδινό περίπατο στο κέντρο του Ντιτρόιτ απ'ό,τι αν κάνεις πικνικ στη γαλλογερμανική μεθόριο, τότε τι πρακτική διαφορά έχει η διαφορά της δομής;
Στον εθνικό, όπως και στον διεθνή χώρο, η επαφή δημιουργεί σύγκρουση και ενίοτε καταλήγει σε βία. Η διαφορά μεταξύ εθνικής και διεθνούς πολιτικής έγκειται όχι στη χρήση βίας αλλά στούς διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης για την αντιμετώπιση της βίας.
Μία κυβέρνηση, η οποία κυβερνά έχοντας κάποιο βαθμό νομιμοποίησης, επιφυλάσσει για τον εαυτό της το δικαίωμα χρήσης βίας -με άλλα λόγια, το δικαίωμα να εφαρμόζει μία σειρά κυρώσεων, προκειμένου να ελέγξει τη χρήση βίας από τούς υπηκόους της.
Αν κάποιος χρησιμοποιήσει ιδιωτική βία, οι υπόλοιποι μπορούν να αποταθούν στην κυβέρνηση. Είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η κυβέρνηση δεν έχει το μονοπώλιο στη χρήση βίας.
Εντούτοις, μία αποτελεσματική κυβέρνηση έχει το μονοπώλιο στη νομιμοποιημένη χρήση βίας και σε αυτό το σημείο νομιμοποιημένη κυβέρνηση σημαίνει ότι δημόσιοι παράγοντες είναι οργανωμένοι έτσι, ώστε να εμποδίζουν και να αντιμετωπίζουν την ιδιωτική χρήση βίας.
Οι πολίτες δεν είναι αναγκαίο να προετοιμάζονται, για να υπερασπίσουν τούς εαυτούς τούς.
Αυτό το κάνουν για λογαριασμό τους οι δημόσιες υπηρεσίες. Το εθνικό σύστημα δεν είναι σύστημα αυτοβοήθειας.
Το διεθνές σύστημα είναι.
Η διάκριση μεταξύ διεθνών και εθνικών πεδίων πολιτικής δεν βρίσκεται στη χρήση ή στη μη χρήση βίας αλλά στις διαφορετικές δομές τους.
Όμως, αν ο κίνδυνος να υποστείς βίαιη επίθεση είναι μεγαλύτερος, για παράδειγμα, αν κάνεις έναν βραδινό περίπατο στο κέντρο του Ντιτρόιτ απ'ό,τι αν κάνεις πικνικ στη γαλλογερμανική μεθόριο, τότε τι πρακτική διαφορά έχει η διαφορά της δομής;
Στον εθνικό, όπως και στον διεθνή χώρο, η επαφή δημιουργεί σύγκρουση και ενίοτε καταλήγει σε βία. Η διαφορά μεταξύ εθνικής και διεθνούς πολιτικής έγκειται όχι στη χρήση βίας αλλά στούς διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης για την αντιμετώπιση της βίας.
Μία κυβέρνηση, η οποία κυβερνά έχοντας κάποιο βαθμό νομιμοποίησης, επιφυλάσσει για τον εαυτό της το δικαίωμα χρήσης βίας -με άλλα λόγια, το δικαίωμα να εφαρμόζει μία σειρά κυρώσεων, προκειμένου να ελέγξει τη χρήση βίας από τούς υπηκόους της.
Αν κάποιος χρησιμοποιήσει ιδιωτική βία, οι υπόλοιποι μπορούν να αποταθούν στην κυβέρνηση. Είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η κυβέρνηση δεν έχει το μονοπώλιο στη χρήση βίας.
Εντούτοις, μία αποτελεσματική κυβέρνηση έχει το μονοπώλιο στη νομιμοποιημένη χρήση βίας και σε αυτό το σημείο νομιμοποιημένη κυβέρνηση σημαίνει ότι δημόσιοι παράγοντες είναι οργανωμένοι έτσι, ώστε να εμποδίζουν και να αντιμετωπίζουν την ιδιωτική χρήση βίας.
Οι πολίτες δεν είναι αναγκαίο να προετοιμάζονται, για να υπερασπίσουν τούς εαυτούς τούς.
Αυτό το κάνουν για λογαριασμό τους οι δημόσιες υπηρεσίες. Το εθνικό σύστημα δεν είναι σύστημα αυτοβοήθειας.
Το διεθνές σύστημα είναι.
.~`~.
Αλληλεξάρτηση & ολοκλήρωση
α´
Η πολιτική σημασία της αλληλεξάρτησης ποικίλλει ανάλογα με το εάν ένα πεδίο είναι οργανωμένο έχοντας καθορισμένες και εδραιωμένες σχέσεις εξουσίας ή παραμένει ανοργάνωτο από τυπική άποψη.
Εάν ένα πεδίο είναι τυπικά οργανωμένο, οι μονάδες του είναι ελεύθερες να εξειδικευτούν, να προωθούν η καθεμιά τα δικά της συμφέροντα, χωρίς να τις απασχολεί η ανάπτυξη των μέσων πού θα τούς επιτρέψουν να συντηρήσουν την ταυτότητά τους και να διατηρήσουν την ασφάλειά τούς ενόψει των άλλων μονάδων.
Είναι ελεύθερες να εξειδικευτούν, επειδή δεν έχουν λόγο να φοβούνται την αυξανόμενη αλληλεξάρτηση πού επιφέρει η εξειδίκευση.
Αν αυτοί που εξειδικεύονται περισσότερο ωφελούνται περισσότερο, τότε προκύπτει ανταγωνισμός στην εξειδίκευση.
Αγαθά μεταποιούνται, δημητριακά παράγονται, η έννομη τάξη διατηρείται, εμπόριο διεξάγεται και οικονομικές υπηρεσίες παρέχονται από ανθρώπους που εξειδικεύονται σε ολοένα και στενότερα πεδία.
Με απλούς οικονομικούς όρους, ο τσαγκάρης εξαρτάται από τον ράφτη για τα παντελόνια του και ο ράφτης από τον τσαγκάρη για τα παπούτσια του, ενώ ο καθένας τους θα ήταν κακοντυμένος χωρίς τις υπηρεσίες τον άλλου.
Με απλούς πολιτικούς όρους, το Κάνσας εξαρτάται από την Ουάσιγκτον για προστασία και ρυθμίσεις και η Ουάσιγκτον εξαρτάται από το Κάνσας για βοδινό κρέας και σιτάρι.
Όταν λέγεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η αλληλεξάρτηση είναι στενή, δεν είναι απαραίτητο να υποστηριχτεί ότι το ένα μέρος δεν μπορεί να μάθει να ζει χωρίς το άλλο.
Το μόνον που χρειάζεται να ειπωθεί είναι ότι το κόστος της διάλυσης της αλληλεξαρτώμενης σχέσης
Θα ήταν υψηλό.
Οι άνθρωποι και οι θεσμοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό ο ένας από τον άλλον εξαιτίας των διαφορετικών έργων που εκτελούν και των διαφορετικών αγαθών που παράγουν και ανταλλάσσουν. Τα μέρη μίας πολιτείας συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο χάρη στις διαφορές τους.
Εάν ένα πεδίο είναι τυπικά οργανωμένο, οι μονάδες του είναι ελεύθερες να εξειδικευτούν, να προωθούν η καθεμιά τα δικά της συμφέροντα, χωρίς να τις απασχολεί η ανάπτυξη των μέσων πού θα τούς επιτρέψουν να συντηρήσουν την ταυτότητά τους και να διατηρήσουν την ασφάλειά τούς ενόψει των άλλων μονάδων.
Είναι ελεύθερες να εξειδικευτούν, επειδή δεν έχουν λόγο να φοβούνται την αυξανόμενη αλληλεξάρτηση πού επιφέρει η εξειδίκευση.
Αν αυτοί που εξειδικεύονται περισσότερο ωφελούνται περισσότερο, τότε προκύπτει ανταγωνισμός στην εξειδίκευση.
Αγαθά μεταποιούνται, δημητριακά παράγονται, η έννομη τάξη διατηρείται, εμπόριο διεξάγεται και οικονομικές υπηρεσίες παρέχονται από ανθρώπους που εξειδικεύονται σε ολοένα και στενότερα πεδία.
Με απλούς οικονομικούς όρους, ο τσαγκάρης εξαρτάται από τον ράφτη για τα παντελόνια του και ο ράφτης από τον τσαγκάρη για τα παπούτσια του, ενώ ο καθένας τους θα ήταν κακοντυμένος χωρίς τις υπηρεσίες τον άλλου.
Με απλούς πολιτικούς όρους, το Κάνσας εξαρτάται από την Ουάσιγκτον για προστασία και ρυθμίσεις και η Ουάσιγκτον εξαρτάται από το Κάνσας για βοδινό κρέας και σιτάρι.
Όταν λέγεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η αλληλεξάρτηση είναι στενή, δεν είναι απαραίτητο να υποστηριχτεί ότι το ένα μέρος δεν μπορεί να μάθει να ζει χωρίς το άλλο.
Το μόνον που χρειάζεται να ειπωθεί είναι ότι το κόστος της διάλυσης της αλληλεξαρτώμενης σχέσης
Θα ήταν υψηλό.
Οι άνθρωποι και οι θεσμοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό ο ένας από τον άλλον εξαιτίας των διαφορετικών έργων που εκτελούν και των διαφορετικών αγαθών που παράγουν και ανταλλάσσουν. Τα μέρη μίας πολιτείας συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο χάρη στις διαφορές τους.
Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών και των διεθνών δομών αντανακλώνται στον τρόπο με τον οποίο οι μονάδες του κάθε συστήματος ορίζουν τους σκοπούς τους και αναπτύσσουν τα μέσα επίτευξης αυτών των σκοπών.
Σε άναρχα πεδία όμοιες μονάδες δρουν ταυτόχρονα.
Σε ιεραρχικά πεδία ανόμοιες μονάδες αλληλεπιδρούν.
Σε ένα άναρχο πεδίο οι μονάδες είναι από λειτουργική άποψη παρόμοιες και τείνουν να παραμένουν έτσι.
Όμοιες μονάδες εργάζονται, για να διατηρήσουν έναν βαθμό ανεξαρτησίας και μπορεί ακόμη και για να επιδιώξουν την αυτάρκεια.
Σε ένα ιεραρχικό πεδίο οι μονάδες είναι διαφοροποιημένες και τείνουν να αυξάνουν τον βαθμό εξειδίκευσής τούς.
Οι διαφοροποιημένες μονάδες γίνονται στενά αλληλεξαρτώμενες -τόσο πιο στενά, όσο προχωρά η εξειδίκευσή τους.
Εξαιτίας της διαφοράς δομής η αλληλεξάρτηση εντός των εθνών και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνών αποτελούν διαφορετικές έννοιες.
Προκειμένου να ακολουθήσω την προτροπή των μελετητών της λογικής σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια μίας ανάλυσης θα πρέπει να διατηρείται ένα μοναδικό νόημα για κάθε δεδομένο όρο, θα χρησιμοποιήσω τον όρο «ολοκλήρωση», για να περιγράψω την κατάσταση εντός των κρατών, και τον όρο «αλληλεξάρτηση», για να περιγράψω την κατάσταση μεταξύ των κρατών.
Σε άναρχα πεδία όμοιες μονάδες δρουν ταυτόχρονα.
Σε ιεραρχικά πεδία ανόμοιες μονάδες αλληλεπιδρούν.
Σε ένα άναρχο πεδίο οι μονάδες είναι από λειτουργική άποψη παρόμοιες και τείνουν να παραμένουν έτσι.
Όμοιες μονάδες εργάζονται, για να διατηρήσουν έναν βαθμό ανεξαρτησίας και μπορεί ακόμη και για να επιδιώξουν την αυτάρκεια.
Σε ένα ιεραρχικό πεδίο οι μονάδες είναι διαφοροποιημένες και τείνουν να αυξάνουν τον βαθμό εξειδίκευσής τούς.
Οι διαφοροποιημένες μονάδες γίνονται στενά αλληλεξαρτώμενες -τόσο πιο στενά, όσο προχωρά η εξειδίκευσή τους.
Εξαιτίας της διαφοράς δομής η αλληλεξάρτηση εντός των εθνών και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνών αποτελούν διαφορετικές έννοιες.
Προκειμένου να ακολουθήσω την προτροπή των μελετητών της λογικής σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια μίας ανάλυσης θα πρέπει να διατηρείται ένα μοναδικό νόημα για κάθε δεδομένο όρο, θα χρησιμοποιήσω τον όρο «ολοκλήρωση», για να περιγράψω την κατάσταση εντός των κρατών, και τον όρο «αλληλεξάρτηση», για να περιγράψω την κατάσταση μεταξύ των κρατών.
Παρότι τα κράτηείναι όμοιες μονάδες λειτουργικά, διαφέρουν κατά πολύ στις δυνατότητές τούς.
Από αυτού του είδους τις διαφορές προκύπτει ένας καταμερισμός εργασίας.
Εντούτοις, ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ των κρατών είναι μικρός συγκριτικά με τον πολύ αναπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας στο εσωτερικό τούς.
Η ολοκλήρωση φέρνει πολύ κοντά τα διάφορα τμήματα του έθνους.
Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνών τα αφήνει χαλαρά συνδεδεμένα.
Παρότι γίνεται συχνά λόγος για ολοκλήρωση των εθνών, αυτή σπανίως λαμβάνει χώρα.
Τα έθνη θα μπορούσαν να πλουτίσουν αμοιβαίως, αν καταμέριζαν όχι μόνον την εργασία που κατευθύνεται προς την παραγωγή αγαθών αλλά και τα άλλα έργα που εκτελούν, όπως την πολιτική διοίκηση και τη στρατιωτική άμυνα.Γιατί η ολοκλήρωσή τους δεν λαμβάνει χώρα;
Η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών με δύο τρόπους.
Από αυτού του είδους τις διαφορές προκύπτει ένας καταμερισμός εργασίας.
Εντούτοις, ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ των κρατών είναι μικρός συγκριτικά με τον πολύ αναπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας στο εσωτερικό τούς.
Η ολοκλήρωση φέρνει πολύ κοντά τα διάφορα τμήματα του έθνους.
Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνών τα αφήνει χαλαρά συνδεδεμένα.
Παρότι γίνεται συχνά λόγος για ολοκλήρωση των εθνών, αυτή σπανίως λαμβάνει χώρα.
Τα έθνη θα μπορούσαν να πλουτίσουν αμοιβαίως, αν καταμέριζαν όχι μόνον την εργασία που κατευθύνεται προς την παραγωγή αγαθών αλλά και τα άλλα έργα που εκτελούν, όπως την πολιτική διοίκηση και τη στρατιωτική άμυνα.Γιατί η ολοκλήρωσή τους δεν λαμβάνει χώρα;
Η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών με δύο τρόπους.
β´
Σε ένα σύστημα αυτοβοήθειας η κάθε μονάδα αφιερώνει ένα τμήμα των προσπαθειών της όχι στην προώθηση της ευημερίας της αλλά στην παροχή των μέσων προστασίας της από άλλες μονάδες.
Σε ένα σύστημα καταμερισμένης εργασίας η εξειδίκευση λειτουργεί προς όφελος όλων αλλά όχι εξίσου.
Η ανισότητα στην αναμενόμενη κατανομή του αυξημένου προϊόντος αποτελεί ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα στην επέκταση του καταμερισμού της εργασίας διεθνώς.
Όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με την πιθανότητα συνεργασίας για αμοιβαίο όφελος, κράτη που αισθάνονται ανασφαλή θα πρέπει να ρωτούν πως θα κατανεμηθεί το όφελος.
Είναι αναγκασμένα να μη ρωτούν «θα ωφεληθούμε και οι δυο μας;» αλλά να ρωτούν «Ποιος θα ωφεληθεί περισσότερο;»
Αν ένα αναμενόμενο όφελος κατανεμηθεί, για παράδειγμα, σε αναλογία δύο προς ένα, το ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει το δυσανάλογο όφελος του, για να υλοποιήσει μία πολιτική που αποσκοπεί στο να ζημιώσει ή να καταστρέψει το άλλο.
Ακόμη και η προοπτική μεγάλων απόλυτων ωφελημάτων και για τα δύο μέρη δεν επιφέρει τη συνεργασία τους, αν το καθένα απ'αυτά έχει φόβο για το πώς το άλλο θα χρησιμοποιήσει τις αυξημένες δυνατότητές του.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα εμπόδια προς τη συνεργασία μπορεί να μην οφείλονται στον χαρακτήρα και στις άμεσες προθέσεις των δύο μερών.
Αυτό που επενεργεί ενάντια στη συνεργασία τους είναι η κατάσταση της ανασφάλειας -κατ'ελάχιστον η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές προθέσεις και ενέργειες του άλλου.
Σε ένα σύστημα καταμερισμένης εργασίας η εξειδίκευση λειτουργεί προς όφελος όλων αλλά όχι εξίσου.
Η ανισότητα στην αναμενόμενη κατανομή του αυξημένου προϊόντος αποτελεί ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα στην επέκταση του καταμερισμού της εργασίας διεθνώς.
Όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με την πιθανότητα συνεργασίας για αμοιβαίο όφελος, κράτη που αισθάνονται ανασφαλή θα πρέπει να ρωτούν πως θα κατανεμηθεί το όφελος.
Είναι αναγκασμένα να μη ρωτούν «θα ωφεληθούμε και οι δυο μας;» αλλά να ρωτούν «Ποιος θα ωφεληθεί περισσότερο;»
Αν ένα αναμενόμενο όφελος κατανεμηθεί, για παράδειγμα, σε αναλογία δύο προς ένα, το ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει το δυσανάλογο όφελος του, για να υλοποιήσει μία πολιτική που αποσκοπεί στο να ζημιώσει ή να καταστρέψει το άλλο.
Ακόμη και η προοπτική μεγάλων απόλυτων ωφελημάτων και για τα δύο μέρη δεν επιφέρει τη συνεργασία τους, αν το καθένα απ'αυτά έχει φόβο για το πώς το άλλο θα χρησιμοποιήσει τις αυξημένες δυνατότητές του.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα εμπόδια προς τη συνεργασία μπορεί να μην οφείλονται στον χαρακτήρα και στις άμεσες προθέσεις των δύο μερών.
Αυτό που επενεργεί ενάντια στη συνεργασία τους είναι η κατάσταση της ανασφάλειας -κατ'ελάχιστον η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές προθέσεις και ενέργειες του άλλου.
Σε κάθε σύστημα αυτοβοήθειας οι μονάδες ανησυχούν για την επιβίωσή τους και η ανησυχία προσαρμόζει τη συμπεριφορά τους.
Οι ολιγοπωλιακές αγορές περιορίζουν τη συνεργασία των επιχειρήσεων κυρίως όπως οι διεθνείς πολιτικές δομές περιορίζουν τη συνεργασία των κρατών.
Στα πλαίσια των κανόνων που θέτουν οι κυβερνήσεις η επιβίωση και η ευημερία των επιχειρήσεων εξαρτώνται από τις δικές τους προσπάθειες.
Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να παρέχουν στους εαυτούς τους φυσική προστασία από επιθέσεις άλλων επιχειρήσεων. Είναι ελεύθερες να ασχοληθούν με τα οικονομικά συμφέροντά τους.
Ως οικονομικές οντότητες όμως ζουν σε έναν κόσμο αυτοβοήθειας.
Όλες θέλουν να αυξήσουν τα κέρδη τους.
Αν αναλάβουν υπερβολικό ρίσκο κατά τη προσπάθεια τούς να αυξήσουν τα κέρδη τους, θα πρέπει να αναμένουν ότι θα υποστούν τις συνέπειες.
Όπως το διατυπώνει ο William Fellner, είναι «αδύνατο να αυξηθούν τα κέρδη όλων, χωρίς να γίνει συμπαιγνία στη διαχείριση όλων των σχετικών μεταβλητών» και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον με «τον πλήρη αφοπλισμό μεταξύ των επιχειρήσεων».
Όμως δεν είναι λογικό για τις επιχειρήσεις να αφοπλιστούν, ακόμη κι αν αυτό γίνει, για να αυξηθούν τα κέρδη τους. Αυτή η πρόταση μετριάζει, αλλά δεν αναιρεί, την υπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αποσκοπούν στο μέγιστο κέρδος.
Για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους όχι μόνον σήμερα αλλά και αύριο, οι επιχειρήσεις θα πρέπει προηγουμένως να επιβιώσουν...
Οι επιχειρήσεις είναι αναγκασμένες να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στη μεγιστοποίηση των κερδών τους και στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου της εξαφάνισης τους. Δύο επιχειρήσεις μπορεί να βγούν και οι δύο ωφελημένες, αν μια από αυτές δεχτεί ανταλλάγματα από την άλλη, για να αποσυρθεί από κάποιο τμήμα της αγοράς.
Όμως μια επιχείρηση που αποδέχεται να έχει μικρότερες αγορές με αντάλλαγμα κέρδη θα έχει μεγάλο μειονέκτημα, αν, για παράδειγμα, ένας νέος αγώνας για αγορές οδηγήσει σε πόλεμο τιμών.
Μια επιχείρηση θα πρέπει, αν είναι δυνατόν, να μη δεχτεί να έχει μικρότερες αγορές με αντάλλαγμα μεγαλύτερα κέρδη.
Ο Fellner επιμένει ότι «δεν ενδείκνυται να αφοπλιστείς έναντι των ανταγωνιστών σου».
Γιατί όχι; Επειδή «υπάρχει πάντα η δυνατότητα επανάληψης των εχθροπραξιών».
Η συλλογιστική του Fellner μοιάζει πολύ με τη συλλογιστική που έκανε ο Lenin, όταν πίστευε ότι οι καπιταλιστικές χώρες ουδέποτε θα ήταν σε θέση να συνεργαστούν για τον αμοιβαίο πλουτισμό τους σε μια γιγαντιαία καπιταλιστική επιχείρηση.
Όπως και τα έθνη, έτσι και οι ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις θα πρέπει να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχετική δύναμη παρά για το απόλυτο πλεονέκτημα.
Οι ολιγοπωλιακές αγορές περιορίζουν τη συνεργασία των επιχειρήσεων κυρίως όπως οι διεθνείς πολιτικές δομές περιορίζουν τη συνεργασία των κρατών.
Στα πλαίσια των κανόνων που θέτουν οι κυβερνήσεις η επιβίωση και η ευημερία των επιχειρήσεων εξαρτώνται από τις δικές τους προσπάθειες.
Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να παρέχουν στους εαυτούς τους φυσική προστασία από επιθέσεις άλλων επιχειρήσεων. Είναι ελεύθερες να ασχοληθούν με τα οικονομικά συμφέροντά τους.
Ως οικονομικές οντότητες όμως ζουν σε έναν κόσμο αυτοβοήθειας.
Όλες θέλουν να αυξήσουν τα κέρδη τους.
Αν αναλάβουν υπερβολικό ρίσκο κατά τη προσπάθεια τούς να αυξήσουν τα κέρδη τους, θα πρέπει να αναμένουν ότι θα υποστούν τις συνέπειες.
Όπως το διατυπώνει ο William Fellner, είναι «αδύνατο να αυξηθούν τα κέρδη όλων, χωρίς να γίνει συμπαιγνία στη διαχείριση όλων των σχετικών μεταβλητών» και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον με «τον πλήρη αφοπλισμό μεταξύ των επιχειρήσεων».
Όμως δεν είναι λογικό για τις επιχειρήσεις να αφοπλιστούν, ακόμη κι αν αυτό γίνει, για να αυξηθούν τα κέρδη τους. Αυτή η πρόταση μετριάζει, αλλά δεν αναιρεί, την υπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αποσκοπούν στο μέγιστο κέρδος.
Για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους όχι μόνον σήμερα αλλά και αύριο, οι επιχειρήσεις θα πρέπει προηγουμένως να επιβιώσουν...
Οι επιχειρήσεις είναι αναγκασμένες να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στη μεγιστοποίηση των κερδών τους και στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου της εξαφάνισης τους. Δύο επιχειρήσεις μπορεί να βγούν και οι δύο ωφελημένες, αν μια από αυτές δεχτεί ανταλλάγματα από την άλλη, για να αποσυρθεί από κάποιο τμήμα της αγοράς.
Όμως μια επιχείρηση που αποδέχεται να έχει μικρότερες αγορές με αντάλλαγμα κέρδη θα έχει μεγάλο μειονέκτημα, αν, για παράδειγμα, ένας νέος αγώνας για αγορές οδηγήσει σε πόλεμο τιμών.
Μια επιχείρηση θα πρέπει, αν είναι δυνατόν, να μη δεχτεί να έχει μικρότερες αγορές με αντάλλαγμα μεγαλύτερα κέρδη.
Ο Fellner επιμένει ότι «δεν ενδείκνυται να αφοπλιστείς έναντι των ανταγωνιστών σου».
Γιατί όχι; Επειδή «υπάρχει πάντα η δυνατότητα επανάληψης των εχθροπραξιών».
Η συλλογιστική του Fellner μοιάζει πολύ με τη συλλογιστική που έκανε ο Lenin, όταν πίστευε ότι οι καπιταλιστικές χώρες ουδέποτε θα ήταν σε θέση να συνεργαστούν για τον αμοιβαίο πλουτισμό τους σε μια γιγαντιαία καπιταλιστική επιχείρηση.
Όπως και τα έθνη, έτσι και οι ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις θα πρέπει να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχετική δύναμη παρά για το απόλυτο πλεονέκτημα.
γ´
Ένα κράτος ανησυχεί για μία κατανομή πιθανών ωφελημάτων που μπορεί να ωφελούν τα άλλα κράτη περισσότερο από εκείνο.
Αυτός είναι ο πρώτος τρόπος με τον οποίο η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών.
Ένα κράτος ανησυχεί επίσης μήπως τα συνεργατικά εγχειρήματα και οι ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών το καταστήσουν εξαρτημένο από άλλα κράτη.
Αυτός είναι ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών.
Όσο περισσότερο ένα κράτος εξειδικεύεται, τόσο περισσότερο βασίζεται σε άλλα κράτη, για να του προμηθεύσουν τα υλικά και τα αγαθά τα οποία εκείνο δεν παράγει.
Όσο μεγαλύτερες είναι οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ενός κράτους, τόσο περισσότερο βασίζεται σε άλλους.
Η παγκόσμια ευημερία θα αυξανόταν, αν αναπτυσσόταν ένας ακόμη πιο πολύπλοκος καταμερισμός εργασίας, αλλά με τον τρόπο αυτό τα κράτη θα εισέρχονταν σε καταστάσεις ακόμη στενότερης αλληλεξάρτησης.
Ορισμένα κράτη μπορεί να μην αντισταθούν σ'αυτό.
Για μικρά και άπορα κράτη η αντίσταση στην αλληλεξάρτηση θα είχε υπερβολικό κόστος.
Όμως τα κράτη που όντως μπορούν να αντισταθούν στην περαιτέρω σύζευξη με άλλα κράτη συνήθως το κάνουν με δυο τρόπους.
Τα κράτη που είναι πολύ εξαρτώμενα, ή στενά αλληλεξαρτώμενα, ανησυχούν για το πώς θα εξασφαλίσουν αυτό από το οποίο είναι εξαρτώμενα. Μεγάλη αλληλεξάρτηση μεταξύ κρατών σημαίνει ότι τα εν λόγω κράτη βιώνουν ή υπόκεινται στην κοινή τρωτότητα που συνεπάγεται η μεγάλη αλληλεξάρτηση.
Όπως και οι άλλοι οργανισμοί, έτσι και τα κράτη επιδιώκουν να ελέγξουν αυτό από το οποίο εξαρτώνται ή να μειώσουν τον βαθμό της εξάρτησής τους.
Αυτή η απλή σκέψη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των κρατών• εξηγεί τόσο τις αυτοκρατορικές εξορμήσεις τους, προκειμένου να διευρύνουν τη ζώνη ελέγχου τούς όσο και τις προσπάθειες τούς για εξασφάλιση μεγαλύτερης αυτάρκειας.
Αυτός είναι ο πρώτος τρόπος με τον οποίο η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών.
Ένα κράτος ανησυχεί επίσης μήπως τα συνεργατικά εγχειρήματα και οι ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών το καταστήσουν εξαρτημένο από άλλα κράτη.
Αυτός είναι ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο η δομή της διεθνούς πολιτικής περιορίζει τη συνεργασία των κρατών.
Όσο περισσότερο ένα κράτος εξειδικεύεται, τόσο περισσότερο βασίζεται σε άλλα κράτη, για να του προμηθεύσουν τα υλικά και τα αγαθά τα οποία εκείνο δεν παράγει.
Όσο μεγαλύτερες είναι οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ενός κράτους, τόσο περισσότερο βασίζεται σε άλλους.
Η παγκόσμια ευημερία θα αυξανόταν, αν αναπτυσσόταν ένας ακόμη πιο πολύπλοκος καταμερισμός εργασίας, αλλά με τον τρόπο αυτό τα κράτη θα εισέρχονταν σε καταστάσεις ακόμη στενότερης αλληλεξάρτησης.
Ορισμένα κράτη μπορεί να μην αντισταθούν σ'αυτό.
Για μικρά και άπορα κράτη η αντίσταση στην αλληλεξάρτηση θα είχε υπερβολικό κόστος.
Όμως τα κράτη που όντως μπορούν να αντισταθούν στην περαιτέρω σύζευξη με άλλα κράτη συνήθως το κάνουν με δυο τρόπους.
Τα κράτη που είναι πολύ εξαρτώμενα, ή στενά αλληλεξαρτώμενα, ανησυχούν για το πώς θα εξασφαλίσουν αυτό από το οποίο είναι εξαρτώμενα. Μεγάλη αλληλεξάρτηση μεταξύ κρατών σημαίνει ότι τα εν λόγω κράτη βιώνουν ή υπόκεινται στην κοινή τρωτότητα που συνεπάγεται η μεγάλη αλληλεξάρτηση.
Όπως και οι άλλοι οργανισμοί, έτσι και τα κράτη επιδιώκουν να ελέγξουν αυτό από το οποίο εξαρτώνται ή να μειώσουν τον βαθμό της εξάρτησής τους.
Αυτή η απλή σκέψη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των κρατών• εξηγεί τόσο τις αυτοκρατορικές εξορμήσεις τους, προκειμένου να διευρύνουν τη ζώνη ελέγχου τούς όσο και τις προσπάθειες τούς για εξασφάλιση μεγαλύτερης αυτάρκειας.
Οι δομές ενθαρρύνουν ορισμένες συμπεριφορές και τιμωρούν αυτούς πού δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ενθάρρυνση.
Στον εθνικό χώρο πολλοί παραπονιούνται για την πολύ μεγάλη ανάπτυξη τον καταμερισμού εργασίας, μία εξέλιξη πού έχει ως αποτέλεσμα να ανατίθενται στα άτομα ολοένα στενότερες αποστολές.
Παρ'όλα αυτά, η εξειδίκευση προχωρά και ο βαθμός εξειδίκευσης είναι ένα μέτρο της ανάπτυξης των κοινωνιών.
Σε ένα τυπικά οργανωμένο πεδίο υπάρχουν ανταμοιβές για κάθε μονάδα που είναι σε θέση να εξειδικευτεί, προκειμένου να αυξήσει την αξία πού έχει για τούς άλλους σε ένα σύστημα καταμερισμένης εργασίας.
κανόνας στο εσωτερικό είναι: «Εξειδικεύσου»!
Στον διεθνή χώρο πολλοί παραπονιούνται για τους πόρους πού ξοδεύονται μη παραγωγικά για την άμυνα και για τις χαμένες ευκαιρίες αύξησης της ευημερίας των λαών τους μέσω της συνεργασίας με άλλα κράτη.
Παρ'όλα αυτά, η συμπεριφορά των κρατών ελάχιστα αλλάζει.
Σε ένα ανοργάνωτο πεδίο κάθε μονάδα έχει κίνητρο να είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό της, καθώς δεν μπορεί να βασίζεται σε κανέναν, για να τη φροντίσει.
Ο κανόνας στον διεθνή χώρο είναι: «Φρόντισε τον εαυτό σου»!
Ορισμένοι αρχηγοί κρατών μπορεί να αντιληφθούν ότι η ευημερία όλων των κρατών θα αυξανόταν, αν συμμετείχαν σε έναν πληρέστερο καταμερισμό εργασίας.
Όμως το να δράσει κάποιος σύμφωνα με αυτή την ιδέα σημαίνει ότι δρα σύμφωνα με έναν κανόνα του εσωτερικού χώρου, έναν κανόνα ο οποίος δεν έχει εφαρμογή διεθνώς.
Αυτό που μπορεί να ήθελε κάποιος να κάνει ελλείψει δομικών περιορισμών είναι διαφορετικό από αυτό πού ενθαρρύνεται να κάνει, όταν υπάρχουν οι δομικοί περιορισμοί.
Τα κράτη δεν εισέρχονται πρόθυμα σε καταστάσεις αυξημένης εξάρτησης.
Σε ένα σύστημα αυτοβοήθειας οι συλλογισμοί περί ασφάλειας υποτάσσουν το οικονομικό όφελος στο πολιτικό συμφέρον.
Στον εθνικό χώρο πολλοί παραπονιούνται για την πολύ μεγάλη ανάπτυξη τον καταμερισμού εργασίας, μία εξέλιξη πού έχει ως αποτέλεσμα να ανατίθενται στα άτομα ολοένα στενότερες αποστολές.
Παρ'όλα αυτά, η εξειδίκευση προχωρά και ο βαθμός εξειδίκευσης είναι ένα μέτρο της ανάπτυξης των κοινωνιών.
Σε ένα τυπικά οργανωμένο πεδίο υπάρχουν ανταμοιβές για κάθε μονάδα που είναι σε θέση να εξειδικευτεί, προκειμένου να αυξήσει την αξία πού έχει για τούς άλλους σε ένα σύστημα καταμερισμένης εργασίας.
κανόνας στο εσωτερικό είναι: «Εξειδικεύσου»!
Στον διεθνή χώρο πολλοί παραπονιούνται για τους πόρους πού ξοδεύονται μη παραγωγικά για την άμυνα και για τις χαμένες ευκαιρίες αύξησης της ευημερίας των λαών τους μέσω της συνεργασίας με άλλα κράτη.
Παρ'όλα αυτά, η συμπεριφορά των κρατών ελάχιστα αλλάζει.
Σε ένα ανοργάνωτο πεδίο κάθε μονάδα έχει κίνητρο να είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό της, καθώς δεν μπορεί να βασίζεται σε κανέναν, για να τη φροντίσει.
Ο κανόνας στον διεθνή χώρο είναι: «Φρόντισε τον εαυτό σου»!
Ορισμένοι αρχηγοί κρατών μπορεί να αντιληφθούν ότι η ευημερία όλων των κρατών θα αυξανόταν, αν συμμετείχαν σε έναν πληρέστερο καταμερισμό εργασίας.
Όμως το να δράσει κάποιος σύμφωνα με αυτή την ιδέα σημαίνει ότι δρα σύμφωνα με έναν κανόνα του εσωτερικού χώρου, έναν κανόνα ο οποίος δεν έχει εφαρμογή διεθνώς.
Αυτό που μπορεί να ήθελε κάποιος να κάνει ελλείψει δομικών περιορισμών είναι διαφορετικό από αυτό πού ενθαρρύνεται να κάνει, όταν υπάρχουν οι δομικοί περιορισμοί.
Τα κράτη δεν εισέρχονται πρόθυμα σε καταστάσεις αυξημένης εξάρτησης.
Σε ένα σύστημα αυτοβοήθειας οι συλλογισμοί περί ασφάλειας υποτάσσουν το οικονομικό όφελος στο πολιτικό συμφέρον.
Αυτό που το κάθε κράτος κάνει για τον εαυτό του μοιάζει πολύ με αυτό που κάνουν όλα τα άλλα κράτη.
Τα κράτη στερούνται τα πλεονεκτήματα που θα παρείχε ένας πλήρης καταμερισμός εργασίας, πολιτικής και οικονομικής.
Συν τοις άλλοις, οι αμυντικές δαπάνες είναι μη παραγωγικές για όλους και αναπόφευκτες για τους περισσότερους.
Αντι για αυξημένη ευημερία, η ανταμοιβή τους είναι η διατήρηση της αυτονομίας τους.
Τα κράτη ανταγωνίζονται αλλά όχι με το να συνεισφέρουν τις ατομικές προσπάθειες τους στην από κοινού παραγωγή αγαθών για αμοιβαίο όφελος.
Εδώ έγκειται μια δεύτερη μεγάλη διαφορά μεταξύ των διεθνών πολιτικών και οικονομικών συστημάτων.
Τα κράτη στερούνται τα πλεονεκτήματα που θα παρείχε ένας πλήρης καταμερισμός εργασίας, πολιτικής και οικονομικής.
Συν τοις άλλοις, οι αμυντικές δαπάνες είναι μη παραγωγικές για όλους και αναπόφευκτες για τους περισσότερους.
Αντι για αυξημένη ευημερία, η ανταμοιβή τους είναι η διατήρηση της αυτονομίας τους.
Τα κράτη ανταγωνίζονται αλλά όχι με το να συνεισφέρουν τις ατομικές προσπάθειες τους στην από κοινού παραγωγή αγαθών για αμοιβαίο όφελος.
Εδώ έγκειται μια δεύτερη μεγάλη διαφορά μεταξύ των διεθνών πολιτικών και οικονομικών συστημάτων.
.~`~.
Οι αρετές της αναρχίας
Οι αρετές της αναρχίας
α´
Για να πετύχουν τους αντικειμενικούς σκοπούς τους και να διατηρήσουν την ασφάλεια τους, μονάδες που βρίσκονται σε κατάσταση αναρχίας -είτε πρόκειται για ανθρώπους, είτε για επιχειρήσεις, είτε για κράτη, είτε για οτιδήποτε άλλο- θε πρέπει να βασίζονται στα μέσα που μπορούν να κινητοποιήσουν και στους διακανονισμούς που μπορούν να κάνουν για τους εαυτούς τους.
Η αυτοβοήθεια είναι κατ'ανάγκην η αρχή της δράσης σε μια άναρχη τάξη.
Μια κατάσταση αυτοβοήθειας είναι μια κατάσταση υψηλού κινδύνου -χρεοκοπίας στο οικονομικό πεδίο, πολέμου σε έναν κόσμο ελεύθερων κρατών.
Συνάμα είναι μια κατάσταση στην οποία το οργανωτικό κόστος είναι χαμηλό.
Η αυτοβοήθεια είναι κατ'ανάγκην η αρχή της δράσης σε μια άναρχη τάξη.
Μια κατάσταση αυτοβοήθειας είναι μια κατάσταση υψηλού κινδύνου -χρεοκοπίας στο οικονομικό πεδίο, πολέμου σε έναν κόσμο ελεύθερων κρατών.
Συνάμα είναι μια κατάσταση στην οποία το οργανωτικό κόστος είναι χαμηλό.
Εντός μιας οικονομίας ή εντός μιας διεθνούς τάξης οι κίνδυνοι μπορεί να αποφευχθούν ή να μειωθούν μέσω μετακίνησης από μια κατάσταση συντονισμένης δράσης σε μια κατάσταση προϊστάμενου-υφιστάμενου'μ'άλλα λόγια, δημιουργώντας υπηρεσίες με αποτελεσματική εξουσία και επεκτείνοντας ένα σύστημα κανόνων.
Η κυβέρνηση ανακύπτει εκεί όπου οι ίδιες οι λειτουργίες της ρύθμισης και της διοίκησης γίνονται διακριτές και εξειδικευμένες αποστολές.
Το κόστος της διατήρησης μιας ιεραρχικής δομής αγνοείται συχνά από εκείνους που παραπονιούνται για την απουσία της.
Οι οργανισμοί έχουν τουλάχιστον δύο στόχους: να πραγματοποιήσουν κάτι και να διατηρηθούν ως οργανισμοί.
Πολλές από τις δραστηριότητες τους κατευθύνονται προς τον δεύτερο σκοπό.
Οι ηγέτες των οργανισμών και ιδίως οι πολιτικοί ηγέτες, δεν κατέχουν σε βάθος τα ζητήματα με τα οποία ασχολούνται οι οργανισμοί τους.
Έχουν γίνει ηγέτες, όχι επειδή είναι ειδικοί στο ένα ή στο άλλο πράγμα αλλά επειδή είχαν εξαιρετικές επιδόσεις στις οργανωτικές τέχνες -στη διατήρηση του ελέγχου των μελών μιας ομάδας, στο να αποσπούν προβλέψιμες και ικανοποιητικές προσπάθειες από τα εν λόγω μέλη, στο να διατηρούν τη συνοχή μιας ομάδας.
Όταν λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, η πρώτη και σημαντικότερη έγνοια δεν είναι να επιτευχθούν οι σκοποί που μπορεί να έχουν τα μέλη του οργανισμού αλλά να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η υγεία του ίδιου του οργανισμού (Diesing 1962, Downs 1967).
Η κυβέρνηση ανακύπτει εκεί όπου οι ίδιες οι λειτουργίες της ρύθμισης και της διοίκησης γίνονται διακριτές και εξειδικευμένες αποστολές.
Το κόστος της διατήρησης μιας ιεραρχικής δομής αγνοείται συχνά από εκείνους που παραπονιούνται για την απουσία της.
Οι οργανισμοί έχουν τουλάχιστον δύο στόχους: να πραγματοποιήσουν κάτι και να διατηρηθούν ως οργανισμοί.
Πολλές από τις δραστηριότητες τους κατευθύνονται προς τον δεύτερο σκοπό.
Οι ηγέτες των οργανισμών και ιδίως οι πολιτικοί ηγέτες, δεν κατέχουν σε βάθος τα ζητήματα με τα οποία ασχολούνται οι οργανισμοί τους.
Έχουν γίνει ηγέτες, όχι επειδή είναι ειδικοί στο ένα ή στο άλλο πράγμα αλλά επειδή είχαν εξαιρετικές επιδόσεις στις οργανωτικές τέχνες -στη διατήρηση του ελέγχου των μελών μιας ομάδας, στο να αποσπούν προβλέψιμες και ικανοποιητικές προσπάθειες από τα εν λόγω μέλη, στο να διατηρούν τη συνοχή μιας ομάδας.
Όταν λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, η πρώτη και σημαντικότερη έγνοια δεν είναι να επιτευχθούν οι σκοποί που μπορεί να έχουν τα μέλη του οργανισμού αλλά να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η υγεία του ίδιου του οργανισμού (Diesing 1962, Downs 1967).
Μαζί με τα πλεονεκτήματα των ιεραρχικών τάξεων έρχεται και το κόστος τους.
Επιπρόσθετα, στις ιεραρχικές τάξεις τα μέσα του ελέγχου καθίστανται αντικείμενο διαπάλης.
Τα ουσιώδη ζητήματα καταλήγουν να διαπλέκονται με τις προσπάθειες να επηρεαστούν ή να ελεγχθούν οι ελεγκτές.
Η ιεραρχική τάξη της πολιτικής προσθέτει ένα ακόμη αντικείμενο στα πολυάριθμα αντικείμενα διαπάλης και το αντικείμενο που προστίθεται βρίσκεται σε μια νέα τάξη μεγέθους...
Επιπρόσθετα, στις ιεραρχικές τάξεις τα μέσα του ελέγχου καθίστανται αντικείμενο διαπάλης.
Τα ουσιώδη ζητήματα καταλήγουν να διαπλέκονται με τις προσπάθειες να επηρεαστούν ή να ελεγχθούν οι ελεγκτές.
Η ιεραρχική τάξη της πολιτικής προσθέτει ένα ακόμη αντικείμενο στα πολυάριθμα αντικείμενα διαπάλης και το αντικείμενο που προστίθεται βρίσκεται σε μια νέα τάξη μεγέθους...
Ως ιεραρχικά συστήματα οι κυβερνήσεις σε εθνικό ή σε πλανητικό επίπεδο διαταράσσονται από την αποσκίρτηση σημαντικών τμημάτων τους.
Σε μία κοινωνία κρατώνμε μικρή συνοχή οι προσπάθειες για εγκαθίδρυση παγκόσμιας κυβέρνησης θα ναυαγούσαν λόγω της ανικανότητας μίας αναδυόμενης κεντρικής εξουσίας να κινητοποιήσει τους πόρους που χρειάζονται για τη δημιουργία και τη διατήρηση της ενότητας του συστήματος ρυθμίζοντας και διοικώντας τα τμήματά του.
Η προοπτική μίας παγκόσμιας κυβέρνησης θα ήταν πρόσκληση για παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο.
Σε μία κοινωνία κρατώνμε μικρή συνοχή οι προσπάθειες για εγκαθίδρυση παγκόσμιας κυβέρνησης θα ναυαγούσαν λόγω της ανικανότητας μίας αναδυόμενης κεντρικής εξουσίας να κινητοποιήσει τους πόρους που χρειάζονται για τη δημιουργία και τη διατήρηση της ενότητας του συστήματος ρυθμίζοντας και διοικώντας τα τμήματά του.
Η προοπτική μίας παγκόσμιας κυβέρνησης θα ήταν πρόσκληση για παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο.
Αυτό φέρνει στον νου μία ανάμνηση του Milovan Djilas από τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο.
Σύμφωνα με τον Djilas εκείνος και πολλοί ρώσοι στρατιώτες κατα τις συζητήσεις τους στη διάρκεια τον πολέμου κατέληξαν να πιστεύουν ότι οι ανθρώπινες διαμάχες θα αποκτούσαν τη μέγιστη σφοδρότητα, αν όλοι οι άνθρωποι υποκειντο στο ίδιο κοινωνικό σύστημα· «κι αυτό, γιατί το σύστημα θα ήταν αδύνατο να διατηρηθεί και διάφορες σέχτες θα προέβαιναν στην απερίσκεπτη καταστροφή της ανθρώπινης φυλής χάριν της ευτυχίας της».
Τα κράτη δεν μπορούν να εμπιστευτούν διοικητικές εξουσίες σε μία κεντρική υπηρεσία, αν αυτή η υπηρεσία δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τα κράτη-πελάτες της.
Όσο ισχυρότεροι είναι αυτοί οι πελάτες και όσο περισσότερο η ισχύς του καθενός φαίνεται ως απειλή για τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η ισχύς που διαθέτει το κέντρο.
Όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη που διαθέτει το κέντρο, τόσα μεγαλύτερο κίνητρο έχούν τα κράτη να αποδυθούν σε αγώνα για έλεγχο του κέντρου.
Σύμφωνα με τον Djilas εκείνος και πολλοί ρώσοι στρατιώτες κατα τις συζητήσεις τους στη διάρκεια τον πολέμου κατέληξαν να πιστεύουν ότι οι ανθρώπινες διαμάχες θα αποκτούσαν τη μέγιστη σφοδρότητα, αν όλοι οι άνθρωποι υποκειντο στο ίδιο κοινωνικό σύστημα· «κι αυτό, γιατί το σύστημα θα ήταν αδύνατο να διατηρηθεί και διάφορες σέχτες θα προέβαιναν στην απερίσκεπτη καταστροφή της ανθρώπινης φυλής χάριν της ευτυχίας της».
Τα κράτη δεν μπορούν να εμπιστευτούν διοικητικές εξουσίες σε μία κεντρική υπηρεσία, αν αυτή η υπηρεσία δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τα κράτη-πελάτες της.
Όσο ισχυρότεροι είναι αυτοί οι πελάτες και όσο περισσότερο η ισχύς του καθενός φαίνεται ως απειλή για τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η ισχύς που διαθέτει το κέντρο.
Όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη που διαθέτει το κέντρο, τόσα μεγαλύτερο κίνητρο έχούν τα κράτη να αποδυθούν σε αγώνα για έλεγχο του κέντρου.
β´
Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, είναι ανασφαλή σε αναλογία προς τον βαθμό ελευθερίας τους.
Αν επιθυμείται ελευθερία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η ανασφάλεια.
Οργανισμοί που εγκαθιδρύουν σχέσεις εξουσίας και ελέγχου μπορεί να αυξήσουν την ασφάλεια, καθώς μειώνουν την ελευθερία.
Αν, είτε μεταξύ ανθρώπων είτε μεταξύ κρατών, δεν ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου, αυτό σημαίνει ότι κάποιος θεσμός ή υπηρεσία έχει παρέμβει, για να βγάλει του ανθρώπους ή τα κράτη από τη φυσική κατάσταση.
Όσο μεγαλύτερη επιρροή έχει η υπηρεσία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η επιθυμία ελέγχου της. Αντιθέτως, οι μονάδες σε μια άναρχη τάξη ενεργούν για δικό τους λογαριασμό και όχι για να διατηρήσουν έναν οργανισμό και να βελτιώσουν την κατάσταση τους εντός του.
Η βία χρησιμοποιείται για το συμφέρον του καθενός.
Αν δεν υπάρχει κάποιος οργανισμός, οι άνθρωποι ή τα κράτη είναι ελεύθερα να αφήσουν ο ένας τον άλλον στην ησυχία του.
Ακόμη κι όταν δεν το κάνουν, είναι σε καλύτερη θέση, εφόσον απουσιάζει η πολιτική διαδικασία του οργανισμού, ώστε να επικεντρωθούν στην πολιτική διαδικασία του εκάστοτε προβλήματος και να αποσκοπήσουν στην ελάχιστη συμφωνία, που θα επιτρέψει την ξεχωριστή τους ύπαρξη, αντί στη μέγιστη συμφωνία χάριν της διατήρησης της ενότητας.
Αν η ισχύς αποφασίζει, είναι ευκολότερο να αποφευχθούν οι διαμάχες αναφορικά με το δίκαιο.
Αν επιθυμείται ελευθερία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η ανασφάλεια.
Οργανισμοί που εγκαθιδρύουν σχέσεις εξουσίας και ελέγχου μπορεί να αυξήσουν την ασφάλεια, καθώς μειώνουν την ελευθερία.
Αν, είτε μεταξύ ανθρώπων είτε μεταξύ κρατών, δεν ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου, αυτό σημαίνει ότι κάποιος θεσμός ή υπηρεσία έχει παρέμβει, για να βγάλει του ανθρώπους ή τα κράτη από τη φυσική κατάσταση.
Όσο μεγαλύτερη επιρροή έχει η υπηρεσία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η επιθυμία ελέγχου της. Αντιθέτως, οι μονάδες σε μια άναρχη τάξη ενεργούν για δικό τους λογαριασμό και όχι για να διατηρήσουν έναν οργανισμό και να βελτιώσουν την κατάσταση τους εντός του.
Η βία χρησιμοποιείται για το συμφέρον του καθενός.
Αν δεν υπάρχει κάποιος οργανισμός, οι άνθρωποι ή τα κράτη είναι ελεύθερα να αφήσουν ο ένας τον άλλον στην ησυχία του.
Ακόμη κι όταν δεν το κάνουν, είναι σε καλύτερη θέση, εφόσον απουσιάζει η πολιτική διαδικασία του οργανισμού, ώστε να επικεντρωθούν στην πολιτική διαδικασία του εκάστοτε προβλήματος και να αποσκοπήσουν στην ελάχιστη συμφωνία, που θα επιτρέψει την ξεχωριστή τους ύπαρξη, αντί στη μέγιστη συμφωνία χάριν της διατήρησης της ενότητας.
Αν η ισχύς αποφασίζει, είναι ευκολότερο να αποφευχθούν οι διαμάχες αναφορικά με το δίκαιο.
Στον εθνικό χώρο η ισχύς της κυβέρνησης ασκείται εν ονόματι του δικαίου και της δικαιοσύνης. Στον διεθνή χώρο η ισχύς του κράτους εφαρμόζεται με στόχο την προστασία του και το όφελός του. Οι επαναστάτες αντικρούούν την αξίωση μίας κυβέρνησης να κυβερνά• αμφισβητούν τη νομιμότητα της εξουσίας της.
Οι πόλεμοι μεταξύ κρατών δεν μπορούν να διευθετήσουν ζητήματα εξουσίας και δικαίου
• μπορούν μόνον να καθορίσουν την κατανομή κερδών και απωλειών μεταξύ των ανταγωνιστών και να διευθετήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα το ζήτημα του ποιος είναι ο ισχυρότερος. Στον εθνικό χώρο έχουν εδραιωθεί σχέσεις εξουσίας.
Στον διεθνή χώρο προκύπτουν μόνον σχέσεις ισχύος.
Στον εθνικό χώρο η ιδιωτική βια που χρησιμοποιείται εναντίον μίας κυβέρνησης απειλεί το πολιτικό σύστημα.
Η βία πού χρησιμοποιείται από ένα κράτος -ένα ιδιωτικό σώμα- είναι από διεθνή άποψη ιδιωτική χρήση βίας, αλλά δεν υπάρχει κυβέρνηση, για να ανατραπεί, ούτε κυβερνητικός μηχανισμός, για να ελεγχθεί.
Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση επιδίωξης της παγκόσμιας ηγεμονίας, η ιδιωτική χρήση βίας δεν απειλεί το σύστημα της διεθνούς πολιτικής αλλά μόνον ορισμένα μέλη του.
Ο πόλεμος αντιπαραθέτει ορισμένα κράτη σε έναν αγώνα μεταξύ παρομοίως συντεταγμένων οντοτήτων.
Η ισχύς των ισχυρών μπορεί να αποτρέπει τους αδύναμους από το να προβάλλουν τις αξιώσεις τούς, όχι επειδή οι αδύναμοι αναγνωρίζουν ότι οι ισχυροί έχουν δίκιο, αλλά απλώς επειδή είναι λογικό να μην έρθουν σε αντιπαράθεση με τούς ισχυρούς.
Αντίστροφα, οι αδύναμοι μπορεί να έχουν μεγάλη ελευθερία δράσης, αν οι δυνατότητές τούς υπολείπονται τόσο πολύ από εκείνες των ισχυρών, ώστε οι τελευταίοι να μην ενοχλούνται ιδιαίτερα από τις πράξεις τούς ή να μην ασχολούνται με οριακές αυξήσεις των δυνατοτήτων τούς.
Οι πόλεμοι μεταξύ κρατών δεν μπορούν να διευθετήσουν ζητήματα εξουσίας και δικαίου
• μπορούν μόνον να καθορίσουν την κατανομή κερδών και απωλειών μεταξύ των ανταγωνιστών και να διευθετήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα το ζήτημα του ποιος είναι ο ισχυρότερος. Στον εθνικό χώρο έχουν εδραιωθεί σχέσεις εξουσίας.
Στον διεθνή χώρο προκύπτουν μόνον σχέσεις ισχύος.
Στον εθνικό χώρο η ιδιωτική βια που χρησιμοποιείται εναντίον μίας κυβέρνησης απειλεί το πολιτικό σύστημα.
Η βία πού χρησιμοποιείται από ένα κράτος -ένα ιδιωτικό σώμα- είναι από διεθνή άποψη ιδιωτική χρήση βίας, αλλά δεν υπάρχει κυβέρνηση, για να ανατραπεί, ούτε κυβερνητικός μηχανισμός, για να ελεγχθεί.
Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση επιδίωξης της παγκόσμιας ηγεμονίας, η ιδιωτική χρήση βίας δεν απειλεί το σύστημα της διεθνούς πολιτικής αλλά μόνον ορισμένα μέλη του.
Ο πόλεμος αντιπαραθέτει ορισμένα κράτη σε έναν αγώνα μεταξύ παρομοίως συντεταγμένων οντοτήτων.
Η ισχύς των ισχυρών μπορεί να αποτρέπει τους αδύναμους από το να προβάλλουν τις αξιώσεις τούς, όχι επειδή οι αδύναμοι αναγνωρίζουν ότι οι ισχυροί έχουν δίκιο, αλλά απλώς επειδή είναι λογικό να μην έρθουν σε αντιπαράθεση με τούς ισχυρούς.
Αντίστροφα, οι αδύναμοι μπορεί να έχουν μεγάλη ελευθερία δράσης, αν οι δυνατότητές τούς υπολείπονται τόσο πολύ από εκείνες των ισχυρών, ώστε οι τελευταίοι να μην ενοχλούνται ιδιαίτερα από τις πράξεις τούς ή να μην ασχολούνται με οριακές αυξήσεις των δυνατοτήτων τούς.
Η εθνική πολιτική είναι το πεδίο της εξουσίας, της διοίκησης και του δικαίου.
Η διεθνής πολιτική είναι το πεδίο της ισχύος, της διαπάλης και του συμβιβασμού.
Το διεθνές πεδίο είναι κατ'εξοχήν πολιτικό πεδίο.
Το εθνικό πεδίο έχει χαρακτηριστεί ως ιεραρχικό, κάθετο, συγκεντρωτικό, ετερογενές, κατευθυνόμενο και κατασκευασμένο, ενώ το διεθνές πεδίο έχει χαρακτηριστεί ως άναρχο, οριζόντιο, αποκεντρωμένο, ομοιογενές, χωρίς κατεύθυνση και αμοιβαίως προσαρμόσιμο.
Όσο πιο συγκεντρωτική είναι η τάξη, τόσο πιο κοντά στην κορυφή λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Οι διεθνείς αποφάσεις λαμβάνονται στο χαμηλότερο επίπεδο, καθώς δεν υπάρχει άλλο.
Κατά τη διάκριση μεταξύ καθέτου και οριζοντίου οι διεθνείς δομές «λαμβάνουν τη θέση πρηνηδόν». Στον διεθνή χώρο γίνονται ρυθμίσεις, αλλά γίνονται, χωρίς να υπάρχει τυπικός ή επίσημος ρυθμιστής.
Οι ρυθμίσεις και οι συμβιβασμοί γίνονται μέσω αμοιβαίας προσαρμογής (Barnard 1948, Polanyi 1941)...
Το κάθε κράτος χρησιμοποιώντας ή όχι βία χαράσσει την πορεία που αισθάνεται ότι θα εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του.
Αν ένα κράτος χρησιμοποιήσει βία ή αν αναμένεται να το κάνει, η διέξοδος που έχουν τα άλλα κράτη είναι να χρησιμοποιήσουν βία μεμονωμένα ή συνδυασμένα.
Καμία προσφυγή δεν μπορεί να γίνει σε κάποια ανώτερη οντότητα περιβεβλημένη με την εξουσία και εφοδιασμένη με την ικανότητα να δρα με δική της πρωτοβουλία.
Η διεθνής πολιτική είναι το πεδίο της ισχύος, της διαπάλης και του συμβιβασμού.
Το διεθνές πεδίο είναι κατ'εξοχήν πολιτικό πεδίο.
Το εθνικό πεδίο έχει χαρακτηριστεί ως ιεραρχικό, κάθετο, συγκεντρωτικό, ετερογενές, κατευθυνόμενο και κατασκευασμένο, ενώ το διεθνές πεδίο έχει χαρακτηριστεί ως άναρχο, οριζόντιο, αποκεντρωμένο, ομοιογενές, χωρίς κατεύθυνση και αμοιβαίως προσαρμόσιμο.
Όσο πιο συγκεντρωτική είναι η τάξη, τόσο πιο κοντά στην κορυφή λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Οι διεθνείς αποφάσεις λαμβάνονται στο χαμηλότερο επίπεδο, καθώς δεν υπάρχει άλλο.
Κατά τη διάκριση μεταξύ καθέτου και οριζοντίου οι διεθνείς δομές «λαμβάνουν τη θέση πρηνηδόν». Στον διεθνή χώρο γίνονται ρυθμίσεις, αλλά γίνονται, χωρίς να υπάρχει τυπικός ή επίσημος ρυθμιστής.
Οι ρυθμίσεις και οι συμβιβασμοί γίνονται μέσω αμοιβαίας προσαρμογής (Barnard 1948, Polanyi 1941)...
Το κάθε κράτος χρησιμοποιώντας ή όχι βία χαράσσει την πορεία που αισθάνεται ότι θα εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του.
Αν ένα κράτος χρησιμοποιήσει βία ή αν αναμένεται να το κάνει, η διέξοδος που έχουν τα άλλα κράτη είναι να χρησιμοποιήσουν βία μεμονωμένα ή συνδυασμένα.
Καμία προσφυγή δεν μπορεί να γίνει σε κάποια ανώτερη οντότητα περιβεβλημένη με την εξουσία και εφοδιασμένη με την ικανότητα να δρα με δική της πρωτοβουλία.
Με τέτοιες συνθήκες η πιθανότητα ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί βία από ένα ή περισσότερα μέρη βρίσκεται πάντοτε στο παρασκήνιο ως απειλή.
Στην πολιτική λέγεται ότι η βία είναι το τελευταίο επιχείρημα (ultima ratio).
Στη διεθνή πολιτική η βία δεν είναι απλώς το τελευταίο επιχείρημα αλλά το πρώτο και μόνιμο επιχείρημα.
Το να περιοριστεί η βία στο να αποτελεί το τελευταίο επιχείρημα της πολιτικής υποδηλώνει, κατά τα λεγόμενα του Ortega y Gasset, «την προηγούμενη υπαγωγή της βίας στις μεθόδους της λογικής».
Η μόνιμη πιθανότητα ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί βία περιορίζει τους ελιγμούς, μετριάζει τις απαιτήσεις και λειτουργεί ως κίνητρο για τη διευθέτηση των διαφορών.
Στην πολιτική λέγεται ότι η βία είναι το τελευταίο επιχείρημα (ultima ratio).
Στη διεθνή πολιτική η βία δεν είναι απλώς το τελευταίο επιχείρημα αλλά το πρώτο και μόνιμο επιχείρημα.
Το να περιοριστεί η βία στο να αποτελεί το τελευταίο επιχείρημα της πολιτικής υποδηλώνει, κατά τα λεγόμενα του Ortega y Gasset, «την προηγούμενη υπαγωγή της βίας στις μεθόδους της λογικής».
Η μόνιμη πιθανότητα ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί βία περιορίζει τους ελιγμούς, μετριάζει τις απαιτήσεις και λειτουργεί ως κίνητρο για τη διευθέτηση των διαφορών.
Kenneth Waltz
Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής
Εκδ. Ποιότητα
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος - μέρος β´. Πρόσδεση στο άρμα του ισχυρότερου και εξισορρόπηση στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στα κόμματα και τα κράτη.
- Διαφορές εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής, οι παραδοσιακοί και οι μοντέρνοι μελετητές και οι αναγωγικές θεωρίες ερμηνείας της διεθνούς πολιτικής - μέρος α´.
- Εισαγωγικά περί καταμερισμού έργων και ισχύος μεταξύ των κρατών, αλληλεξάρτησης και ολοκλήρωσης τους -καθώς και ορισμένες παρατηρήσεις.
- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Kenneth Waltz (1924-2013).
- Μια σύντομη αναφορά στη σχέση κράτους, αναρχίας και ρεαλισμού. Μια κλασική παρερμηνεία.
- Είπαν ή έγραψαν -περί «αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης» και κοινωνικοπολιτικών θεσμών...
- Πόλεμος και -συστημική- αλλαγή στη διεθνή πολιτική. Αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος.
- Τα όρια της διεθνούς κοινωνίας.
- Οι προοπτικές για τη διεθνή κοινωνία.
- Διεθνής κοινωνία, civitas maxima, υπερ-κράτος.
- Διεθνές σύστημα κρατών, σύστημα επικυρίαρχου κράτους και διεθνής κοινωνία. Κοινωνία των κρατών, οικουμενική αυτοκρατορία, «υπερκρατικοί» και «υποκρατικοί» παράγοντες. Παγκόσμια τάξη και το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα.
- Καντιανισμός, δημοσιότητα, διπλωματία και η μεταστροφή του προσηλυτισμού σε καταδίκη.
- Ισχύς, εξουσία και βία. H φιλοσοφική συζήτηση του 20ού αιώνα πάνω στο πρόβλημα της ισχύος.
- The Left-Right Political Spectrum Is Bogus.
- Εισαγωγικά για την ταύτιση πολιτικού και κομματικού -η οποία εξαρτά την εξωτερική από την εσωτερική πολιτική- την αναγωγή στο «πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής» και τη συνάφεια της με τον Imperialismus -και την νομιμοποίηση του.
*
- Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.
- Με αφορμή τα αυτονομιστικά κινήματα και τις υποεθνικές-κρατικές τάσεις και πιέσεις: Ο «νεομεσαιωνισμός» ή «New medievalism» ως ένα πρότυπο διακυβέρνησης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, τρεις οπτικές θεώρησης της παγκοσμιοποίησης -από τα μάτια του τωρινά ισχυρού- και δυο λόγια εισαγωγικά περί «εδαφικών» και μη ιδεολογιών.
- Πολιτική, ισχύς και ηθική'η «αντίθεση» μεταξύ της πολιτικής και της ηθικής και ο «διαχωρισμός» των σφαιρών της πολιτικής και της ηθικής που συνδέει την οικονομία με την ηθική, καθώς και ορισμένα ρωμαιοδυτικά παραλειπόμενα.
- Governing the World: The Rise and Fall of an Idea (Internationalism, Imperialism, The era of Anglo-American world power and the establishment of the League of Nations and its successor, the United Nations) University Lecture with Professor Mark A. Mazower.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -εισαγωγικά περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής», παγκοσμιοποίησης και μη αναστρεψιμότητας της, διεθνικών οργανισμών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εθνών-κρατών.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά α.
- Άκουσε ο Κομφούκιος να λένε: Περί εθνικής ή διεθνούς προπαγάνδας - εθνικού συμφέροντος και οικουμενικού καλού - Και ο Κομφούκιος αποκρίθηκε...
- E.H.Carr - Τι συνέβη τότε ή μήπως τι (ξανα)συμβαίνει τώρα; Προβληματισμοί (παλαιοί;) πάνω στις προοπτικές μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων, μέρος α' - θα επιβιώσει το έθνος ως μονάδα ισχύος;
- Ουτοπία και πραγματικότητα - μέρος α´. Ελεύθερη βούληση και ντετερμινισμός - Αριστερά και Δεξιά - Ηθική και πολιτική.
- Αποσπάσματα από το έργο του Kenneth Waltz.
11/19/14--02:41:
II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου &
I) Εκτενής πρόλογος & γενικότεροι προβληματισμοί
περί της «Ευρώπης».
II) Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου &
I) Εκτενής πρόλογος & γενικότεροι προβληματισμοί
περί της «Ευρώπης».
.~`~.
I
Εκτενής πρόλογος & γενικότεροι προβληματισμοί
περί της «Ευρώπης»
περί της «Ευρώπης»
α´
Τούτο το βιβλίοείναι ένα βιβλίο για την Ευρώπη και είναι ένα βιβλίο αιρετικό'δηλαδή ένα βιβλίο που σκοπεί να εγγίση συνειδήσεις...
Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο για την Ευρώπη, αλλά όχι για την «Ευρώπη» ως ιδεολόγημα, καθώς την ξερομε, αλλά για την Ευρώπη ως ανερευνώμενη πραγματικότητα του μέλλοντος.
Η υλική υπόσταση της Ευρώπης είναι ταυτόσημη με το μέλλον της ως έννοιας και όχι ως επιχείρησης.
Δεν ασχοληθήκαμε συνεπώς με την λεξιχρησία του όρου «Ευρώπη», που στην νεώτερη ιμπεριαλιστική της καταγωγή εκπηγάζει από την «φιλοσοφία των φώτων».
Παραβλέψαμε κάθε μορφή σχετικής «φιλοσοφίας», κατά την υπόδειξη του Th. Mann άλλωστε: «αν αφαιρέση κανείς την "φιλοσοφία"από την γαλλική επανάσταση, μένει μια εξέγερση πείνας», και αρκεσθήκαμε μόνο στο τελευταίο τούτο υπό τρέχοντα δεδομένα.
Η φύση των πραγμάτων τεχνητώς μόνο είναι δυνατόν να αλλοιωθή'η ουσία της παραμένει πάντα.
Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο για την Ευρώπη, αλλά όχι για την «Ευρώπη» ως ιδεολόγημα, καθώς την ξερομε, αλλά για την Ευρώπη ως ανερευνώμενη πραγματικότητα του μέλλοντος.
Η υλική υπόσταση της Ευρώπης είναι ταυτόσημη με το μέλλον της ως έννοιας και όχι ως επιχείρησης.
Δεν ασχοληθήκαμε συνεπώς με την λεξιχρησία του όρου «Ευρώπη», που στην νεώτερη ιμπεριαλιστική της καταγωγή εκπηγάζει από την «φιλοσοφία των φώτων».
Παραβλέψαμε κάθε μορφή σχετικής «φιλοσοφίας», κατά την υπόδειξη του Th. Mann άλλωστε: «αν αφαιρέση κανείς την "φιλοσοφία"από την γαλλική επανάσταση, μένει μια εξέγερση πείνας», και αρκεσθήκαμε μόνο στο τελευταίο τούτο υπό τρέχοντα δεδομένα.
Η φύση των πραγμάτων τεχνητώς μόνο είναι δυνατόν να αλλοιωθή'η ουσία της παραμένει πάντα.
Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως «Ευρώπη», είναι μια πλανώμενη ιστορική και πολιτική αοριστολογία, η οποία προϋπόθεση της έχει ένα μόνο και καθόλου αυτονόητο δεδομένο: ότι οι εκτρωματικές «ισορροπίες» που επετεύχθησαν κάποτε (το 1854) στον μεσογειακό χώρο και δημιούργησαν - παγιούμενες μέσω αυτών - τους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα διαρκέσουν επ'άπειρον.
Η όλη πολιτική ύπαρξη της Ευρώπης, και της «Δύσεως» γενικότερα, στηρίζεται σε ένα και μόνο γεγονός: στην έκβαση του κριμαϊκού πολέμου.
Η όλη πολιτική ύπαρξη της Ευρώπης, και της «Δύσεως» γενικότερα, στηρίζεται σε ένα και μόνο γεγονός: στην έκβαση του κριμαϊκού πολέμου.
Μπορεί κανείς να φαντασθή πολιτικήν ύπαρξη του δυτικού κόσμου χωρίς τις τρείς αυτές χώρες; την Ελλάδα, την Τουρκία και την Αίγυπτο;
Οι τρείς αυτές χώρες, που ισοδυναμούν γεωπολιτικώς μ'αυτό που λέμε «ανατολική Μεσόγειο», κρατούν, μόνες αυτές, σχεδόν το σύνολο των «διεθνών σχέσεων».
Τελικώς η «Δύση» πουθενά αλλού δεν στηρίζεται στον εν λόγω χώρο.
Οι τρείς αυτές χώρες, που ισοδυναμούν γεωπολιτικώς μ'αυτό που λέμε «ανατολική Μεσόγειο», κρατούν, μόνες αυτές, σχεδόν το σύνολο των «διεθνών σχέσεων».
Τελικώς η «Δύση» πουθενά αλλού δεν στηρίζεται στον εν λόγω χώρο.
Μοιάζει λοιπόν τελείως αυτονόητο, ότι καμμιά συζήτηση δεν πρέπει να υπάρχη επί των θεμάτων τούτων.
Η μονίμως καταβαλλόμενη προσπάθεια δεν έγκειται μόνο στην δια της «ιστοριογραφίας» παρασιώπηση και αλλοίωση των εννοιών, αλλά - κυρίως - στην όσο το δυνατόν απώθηση από την κοινή συνείδηση παντός έστω και ίχνους σχετικού προβληματισμού.
Αλλά τα πράγματα δεν παύουν να έχουν τις συνέπειες των.
Επειδή κάθε νέα περί πολιτικής και ιστορίας άποψη οφείλει αναγκαστικώς να εκκινή από την επράγματον φύση των προβλημάτων, γι'αυτό και δεν κατέστη δυνατόν, δέκα περίπου χρόνια από της μεγάλης τροπής των καιρών μας, να υπάρξη κάτι (μια άποψη, μια νέα ιδέα - και πολύ λιγώτερο κάποιο όραμα) από την ιστοριογραφικώς λαλίστατην κατά τα άλλα «Ευρώπη».
Και ούτε πρόκειται να υπάρξη επί όσον χρόνο τα μεσογειακά προβλήματα παραμένουν στάσιμα. Διότι η φύση ώρισε καμμιά έννοια Ευρώπης να μην ολοκληρούται άνευ του μεσογειακού χώρου - της μονίμου αυτής μήτρας του πολιτιστικού γίγνεσθαι.
Η μονίμως καταβαλλόμενη προσπάθεια δεν έγκειται μόνο στην δια της «ιστοριογραφίας» παρασιώπηση και αλλοίωση των εννοιών, αλλά - κυρίως - στην όσο το δυνατόν απώθηση από την κοινή συνείδηση παντός έστω και ίχνους σχετικού προβληματισμού.
Αλλά τα πράγματα δεν παύουν να έχουν τις συνέπειες των.
Επειδή κάθε νέα περί πολιτικής και ιστορίας άποψη οφείλει αναγκαστικώς να εκκινή από την επράγματον φύση των προβλημάτων, γι'αυτό και δεν κατέστη δυνατόν, δέκα περίπου χρόνια από της μεγάλης τροπής των καιρών μας, να υπάρξη κάτι (μια άποψη, μια νέα ιδέα - και πολύ λιγώτερο κάποιο όραμα) από την ιστοριογραφικώς λαλίστατην κατά τα άλλα «Ευρώπη».
Και ούτε πρόκειται να υπάρξη επί όσον χρόνο τα μεσογειακά προβλήματα παραμένουν στάσιμα. Διότι η φύση ώρισε καμμιά έννοια Ευρώπης να μην ολοκληρούται άνευ του μεσογειακού χώρου - της μονίμου αυτής μήτρας του πολιτιστικού γίγνεσθαι.
Τελικῶς ἡ «Εὐρώπη» (συμποσουμένου σέ τοῦτο τῆς ἀνακαλύψεως τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Magna Carta, τῆς Ἀναγέννησης, τοῦ Διαφωτισμοῦ, τῆς Μεταρρύθμισης, καί παντός ἄλλου σχετικοῦ) εὑρῆκε διϊστορικῶς τήν ἐξίσωση «Πρῶτες ὕλες - βιομηχανικά προϊόντα - ντομάτες».
Δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη φιλοσοφική κατάρτιση, γιά νά καταλάβη κανείς τόν ὁλικῶς παράλογο καί βαθύτατα ἀντιανθρώπινο χαρακτήρα αὐτῆς τῆς ἐξίσωσης: ὁ μέσος ὅρος λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ πρώτου, πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τόν τρίτον.
Δηλαδή, ὁπωσδήποτε κι ἄν νοηθῆ λειτουργοῦσα ἡ ἐξίσωση καί ὅσο πιό πολλά τά βιομηχανικά προϊόντα τόσο πιό λίγες οἱ ντομάτες.
Μέ λίγα λόγια, ἡ πολιτιστική συνεισφορά τῆς «Εὐρώπης» στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος συνίσταται στήν ὁλική ὑπονόμευση τῆς ἐμβίου ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρώπου συμπεριλαμβανομένου.
Ἄν ἕνα κακό ἤ ἀνεπιθύμητο ἀποτέλεσμα προϋποθέτη ἕνα σύνολο ἐσφαλμένων ἰδεῶν, τότε πρέπει νά καταλάβωμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐξίσωση εἶναι μία ἱστορική παγίδα πού κάθε ἄλλο παρά σέ ἰδέες στηρίζεται.
Τό διαπιστώνομε αὐτό κάθε μέρα, ἀκούγοντας μονίμως τήν λέξη «ἀνάπτυξη».
Ἄν κανένας ρωτήση γιά τό βαθύτερο νόημα αὐτῆς τῆς «ἀνάπτυξης» ὑπό τά ὑπάρχοντα δεδομένα καί τά ὑφιστάμενα ἀποτελέσματα, τότε θά λάβη σάν σχεδόν κάτι τό αὐτονόητο ὡς ἀπάντηση, τό ἄκρον ἄωτο τοῦ παραλογισμοῦ: εἶναι διά τῆς τεχνολογίας πού μποροῦν νά ἀντιμετωπισθοῦν τά ἀποτελέσματα τῆς τεχνολογίας.
Πιό πολλή τεχνολογία, πιό ἐκλεπτυσμένες μέθοδοι - κι’ αὐτό εἶναι ἡ λύση.
Ἐν ὀλίγοις, ὁ σημερινός ἄνθρωπος μοιάζει μέ τήν ἀράχνη πού μπερδεύτηκε στόν ἱστό της καί προσπαθεῖ νά ξεμπερδευτῆ βγάζοντας ὅλο καί πιό πολλές κλωνές, ἐπειδή ἐκ φύσεως δέν μπορεῖ τίποτε ἄλλο νά κάνη.
Δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη φιλοσοφική κατάρτιση, γιά νά καταλάβη κανείς τόν ὁλικῶς παράλογο καί βαθύτατα ἀντιανθρώπινο χαρακτήρα αὐτῆς τῆς ἐξίσωσης: ὁ μέσος ὅρος λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ πρώτου, πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τόν τρίτον.
Δηλαδή, ὁπωσδήποτε κι ἄν νοηθῆ λειτουργοῦσα ἡ ἐξίσωση καί ὅσο πιό πολλά τά βιομηχανικά προϊόντα τόσο πιό λίγες οἱ ντομάτες.
Μέ λίγα λόγια, ἡ πολιτιστική συνεισφορά τῆς «Εὐρώπης» στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος συνίσταται στήν ὁλική ὑπονόμευση τῆς ἐμβίου ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρώπου συμπεριλαμβανομένου.
Ἄν ἕνα κακό ἤ ἀνεπιθύμητο ἀποτέλεσμα προϋποθέτη ἕνα σύνολο ἐσφαλμένων ἰδεῶν, τότε πρέπει νά καταλάβωμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐξίσωση εἶναι μία ἱστορική παγίδα πού κάθε ἄλλο παρά σέ ἰδέες στηρίζεται.
Τό διαπιστώνομε αὐτό κάθε μέρα, ἀκούγοντας μονίμως τήν λέξη «ἀνάπτυξη».
Ἄν κανένας ρωτήση γιά τό βαθύτερο νόημα αὐτῆς τῆς «ἀνάπτυξης» ὑπό τά ὑπάρχοντα δεδομένα καί τά ὑφιστάμενα ἀποτελέσματα, τότε θά λάβη σάν σχεδόν κάτι τό αὐτονόητο ὡς ἀπάντηση, τό ἄκρον ἄωτο τοῦ παραλογισμοῦ: εἶναι διά τῆς τεχνολογίας πού μποροῦν νά ἀντιμετωπισθοῦν τά ἀποτελέσματα τῆς τεχνολογίας.
Πιό πολλή τεχνολογία, πιό ἐκλεπτυσμένες μέθοδοι - κι’ αὐτό εἶναι ἡ λύση.
Ἐν ὀλίγοις, ὁ σημερινός ἄνθρωπος μοιάζει μέ τήν ἀράχνη πού μπερδεύτηκε στόν ἱστό της καί προσπαθεῖ νά ξεμπερδευτῆ βγάζοντας ὅλο καί πιό πολλές κλωνές, ἐπειδή ἐκ φύσεως δέν μπορεῖ τίποτε ἄλλο νά κάνη.
Τό κοινωνικῶς κατανοήσιμο περιεχόμενο τῆς παραπάνω ἐξίσωσης, δηλαδή ἡ πολιτική ἐνυποστασιότης του, λέγεται «τεχνολογία».
Στό βιβλίο τοῦτο ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι ἡ τεχνολογία ὡς ἱστορικό κατηγόρημα δέν εἶναι τό ξαφνικόν εὔρημα ἀπό τῆς ἐπιλεγομένης «Ἀναγεννήσεως» καί ἐντεῦθεν, ἀλλά μία δυνάμει πολιτιστική κατεύθυνση τοῦ συνόλου μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ.
Ἑπομένως, τό πρόβλημα δέν εἶναι ἡ τεχνολογία καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ὁ τρόπος ἀναπτύξεώς της.
Ἐννοεῖται ὅτι η τήν πολιτιστική κλειστότητα ἐπιδιώκουσα πολιτική χρήση τῆς «τεχνολογίας», δεν επέτρεψε μέχρι τώρα μίαν τέτοια ὀπτική καί συνεπῶς καθόλου παράξενο δέν εἶναι, ὅτι τά προβλήματα της διά τῆς τεχνολογίας παραγωγῆς ὁπουδήποτε ἀλλοῦ καί σέ ὁποιεσδήποτε ἄλλες νοητικές σφαῖρες ἐπιδιώκεται νά ἀναχθοῦν, ἐκτός ἀπό τόν χῶρο καταγωγῆς των, ὅπου πράγματι εἶναι δυνατόν νά ἀνερευνηθοῦν ἐνδεχόμενες λύσεις.
Στό βιβλίο τοῦτο ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι ἡ τεχνολογία ὡς ἱστορικό κατηγόρημα δέν εἶναι τό ξαφνικόν εὔρημα ἀπό τῆς ἐπιλεγομένης «Ἀναγεννήσεως» καί ἐντεῦθεν, ἀλλά μία δυνάμει πολιτιστική κατεύθυνση τοῦ συνόλου μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ.
Ἑπομένως, τό πρόβλημα δέν εἶναι ἡ τεχνολογία καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ὁ τρόπος ἀναπτύξεώς της.
Ἐννοεῖται ὅτι η τήν πολιτιστική κλειστότητα ἐπιδιώκουσα πολιτική χρήση τῆς «τεχνολογίας», δεν επέτρεψε μέχρι τώρα μίαν τέτοια ὀπτική καί συνεπῶς καθόλου παράξενο δέν εἶναι, ὅτι τά προβλήματα της διά τῆς τεχνολογίας παραγωγῆς ὁπουδήποτε ἀλλοῦ καί σέ ὁποιεσδήποτε ἄλλες νοητικές σφαῖρες ἐπιδιώκεται νά ἀναχθοῦν, ἐκτός ἀπό τόν χῶρο καταγωγῆς των, ὅπου πράγματι εἶναι δυνατόν νά ἀνερευνηθοῦν ἐνδεχόμενες λύσεις.
Ἐπί τῶν ἀρχῶν τῆς «ἀναπτύξεως» ἀναφερόμεθα εἰδικῶς στό βιβλίον τοῦτο.
Τό περιεχόμενο τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς σήμερα συνίσταται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ προβλήματος.
Τό γεγονός, καθώς εἴπαμε, ὅτι σχεδόν ὅλο τό βάρος τῶν «διεθνῶν σχέσεων» τό σηκώνουν τρεῖς μόνον χῶρες τῆς Μεσογείου, ἐπιβάλλει νά μήν γίνεται λόγος γι’ αὐτές.
Δέν ἀποδεικνύει ὅμως αὐτό, ὅτι ἀκριβῶς σέ τούτην τήν περιοχήν ὀφείλει νά ἀνερευνηθῆ κάθε πιθανότητα ἐνδεχομένης «λύσεως»;
Τό περιεχόμενο τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς σήμερα συνίσταται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ προβλήματος.
Τό γεγονός, καθώς εἴπαμε, ὅτι σχεδόν ὅλο τό βάρος τῶν «διεθνῶν σχέσεων» τό σηκώνουν τρεῖς μόνον χῶρες τῆς Μεσογείου, ἐπιβάλλει νά μήν γίνεται λόγος γι’ αὐτές.
Δέν ἀποδεικνύει ὅμως αὐτό, ὅτι ἀκριβῶς σέ τούτην τήν περιοχήν ὀφείλει νά ἀνερευνηθῆ κάθε πιθανότητα ἐνδεχομένης «λύσεως»;
Κριτήριο περί τῶν «ἀρχῶν» τῆς τεχνολογικῆς «ἀναπτύξεως» στό βιβλίο τοῦτο, δέν ἦταν βέβαια δυνατόν εἰμή νά τεθῆ η σύγκριση τῶν ἄλλων πολιτιστικῶν σωμάτων τῆς ἱστορικῆς μεσογειακῆς ὀντότητας, δηλαδή τοῦ ορθοδόξου Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ.
Στό βιβλίο τοῦτο δέν κάνουμε κάποια «κριτική» τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τῆς φιλοσοφικῆς του προϊστορίας.
Τέτοιες κριτικές ἔχουν γίνει ἀμέτρητες, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς κύκλους τῶν σλαβοφίλων τοῦ περασμένου αἰώνα (μέ ἐξέχουσα τήν ὀπτική της «φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας» στίς ἀναλύσεις των, ἀκριβῶς ἐπειδή διέθεταν τά πνευματικά ἐφόδια ἑνός ἄλλου πνευματικοῦ στερεώματος), μέχρι τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ σοσιαλισμοῦ, πού εἶναι οἱ ἔνθεν κακεῖθεν κριτικές τῶν αὐτῶν πολιτιστικῶν ἀπαρχῶν καί δεδομένων. Ἐδῶ γίνεται κάτι ἄλλο.
Ὅπως εἶναι ἱστορικῶς γνωστό, τά μέσα τῆς τεχνολογικῆς ἀναπτύξεως, ἡ δυτική Εὐρώπη τά πῆρε ἀπό τούς χώρους τοῦ ἀνατολικοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ.
Τά κείμενα τῆς ἀρχαιότητας λ.χ. διετηρήθησαν γιά τήν ἀνθρωπότητα διά τοῦ Βυζαντίου.
Καί ἐπρόκειτο γιά τήν συνεχῆ δουλειά αἰώνων. Ποιός ἦταν ὁ λόγος πού δέν ἀξιοποίησαν τά περί τεχνολογίας κείμενα;
Ποιά ἦσαν τά κοινωνικά δεδομένα πού ἐπέβαλαν - παραβλεπομένου τοῦ φυσικοῦ πλούτου - τήν συνειδητή παραμέρισή τους;
Τό αὐτό βέβαια ἰσχύει καί γιά τόν χῶρο τοῦ Ἰσλάμ, πού εἶναι μία ἀπό τίς ἐξελίξεις τοῦ ἀρχαίου μεσογειακοῦ πολιτισμοῦ.
Στό βιβλίο τοῦτο δέν κάνουμε κάποια «κριτική» τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τῆς φιλοσοφικῆς του προϊστορίας.
Τέτοιες κριτικές ἔχουν γίνει ἀμέτρητες, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς κύκλους τῶν σλαβοφίλων τοῦ περασμένου αἰώνα (μέ ἐξέχουσα τήν ὀπτική της «φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας» στίς ἀναλύσεις των, ἀκριβῶς ἐπειδή διέθεταν τά πνευματικά ἐφόδια ἑνός ἄλλου πνευματικοῦ στερεώματος), μέχρι τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ σοσιαλισμοῦ, πού εἶναι οἱ ἔνθεν κακεῖθεν κριτικές τῶν αὐτῶν πολιτιστικῶν ἀπαρχῶν καί δεδομένων. Ἐδῶ γίνεται κάτι ἄλλο.
Ὅπως εἶναι ἱστορικῶς γνωστό, τά μέσα τῆς τεχνολογικῆς ἀναπτύξεως, ἡ δυτική Εὐρώπη τά πῆρε ἀπό τούς χώρους τοῦ ἀνατολικοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ.
Τά κείμενα τῆς ἀρχαιότητας λ.χ. διετηρήθησαν γιά τήν ἀνθρωπότητα διά τοῦ Βυζαντίου.
Καί ἐπρόκειτο γιά τήν συνεχῆ δουλειά αἰώνων. Ποιός ἦταν ὁ λόγος πού δέν ἀξιοποίησαν τά περί τεχνολογίας κείμενα;
Ποιά ἦσαν τά κοινωνικά δεδομένα πού ἐπέβαλαν - παραβλεπομένου τοῦ φυσικοῦ πλούτου - τήν συνειδητή παραμέρισή τους;
Τό αὐτό βέβαια ἰσχύει καί γιά τόν χῶρο τοῦ Ἰσλάμ, πού εἶναι μία ἀπό τίς ἐξελίξεις τοῦ ἀρχαίου μεσογειακοῦ πολιτισμοῦ.
β´
Σκοπός τούτης τῆς προβληματικῆς δέν ἦταν νά ἀντιπαρατεθῆ κάποιο σύστημα ἀρχῶν πρός τόν λιμπεραλισμό (τήν βάση αὐτή τῆς «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» καί τῆς «δημοκρατίας») καί τήν τεχνολογία (τελικῶς αὐτή ἀπεδείχθη ὅτι μπορεῖ νά ἐπενδυθῆ σέ ὅλα τά πολιτιστικά δεδομένα, π.χ. στήν Ἰνδονησία, πού εἶναι τό μεγαλύτερο ἰσλαμικό κράτος), ἀλλά νά ἀνερευνηθῆ ὁ χῶρος τῶν πιθανῶν δυνατοτήτων (καί κατ’ ἐμᾶς βεβαιοτήτων), ὅπου θά μποροῦσε νά ὑπάρξη ἱστορικῶς ἐπίδραση ἐπί τῶν «φιλελευθέρων ἀρχῶν» τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς πρός μείωση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων.
Ὅπως εἴπαμε, ἡ τεχνολογία ἀπεδείχθη ὅτι μπορεῖ νά ἐπενδυθῆ σέ κάθε πολιτισμό.
Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι κάθε ἄλλο παρά ὁ λιμπεραλισμός εἶναι ἡ ἀποκλειστική προϋπόθεση τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως.
Καί δεδομένης τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων περιοχῶν τοῦ πλανήτη, ἡ συνθήκη της «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» ἀποτελεῖ ὄρον ἀνεξάρτητον ἀπό κάθε μορφή ἰδεολογίας.
Ὅπως εἴπαμε, ἡ τεχνολογία ἀπεδείχθη ὅτι μπορεῖ νά ἐπενδυθῆ σέ κάθε πολιτισμό.
Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι κάθε ἄλλο παρά ὁ λιμπεραλισμός εἶναι ἡ ἀποκλειστική προϋπόθεση τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως.
Καί δεδομένης τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων περιοχῶν τοῦ πλανήτη, ἡ συνθήκη της «ἐλεύθερης ἀγορᾶς» ἀποτελεῖ ὄρον ἀνεξάρτητον ἀπό κάθε μορφή ἰδεολογίας.
Ὁ συνδυασμός λιμπεραλισμοῦ καί τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης ἀποτελεῖ ἕνα πολιτικῶν σκοπιμοτήτων ἰδεολόγημα, ἐπιβληθέν ἀπό τήν ἔκβαση τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων καί ἔχον μονίμως τήν καταγωγήν του στήν ἰμπεριαλιστική προϊστορία τῶν δυτικῶν κρατῶν.
Οἱ πόλεμοι δέν εἶναι ἁπλῶς ἐπιβολή συμφερόντων'εἶναι κυρίως καί ἐπιβολή ἰδεῶν.
Οἱ πόλεμοι δέν εἶναι ἁπλῶς ἐπιβολή συμφερόντων'εἶναι κυρίως καί ἐπιβολή ἰδεῶν.
Αὐτό ὅμως πού ἀποτελεῖ τό πρόβλημα μέ τήν βιομηχανική ἀνάπτυξη δέν εἶναι ἡ τεχνολογία καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ἡ ἰδεολογική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό βιομηχανικό προϊόν.
Αὐτό εἶναι τό μοναδικό σημεῖο πού ἐπιδέχεται τήν ὅποια μεταβολή στή σχέση ἀνθρώπου καί μηχανῆς.
Κατά τά θεωρήματα τοῦ κλασσικοῦ λιμπεραλισμοῦ, ἡ ἰδεολογική σχέση ἀνθρώπου καί προϊόντος λέγεται ἁπλῶς «χρῆμα».
Στό θεώρημα ὅμως τοῦτο, ἡ ἱστορική ἐξίσωση πού εἴπαμε στήν ἀρχή, ἔχει βάλει πρό πολλοῦ ὅρια καί, τῆς ἰδεολογικῆς ἀρχῆς πάντα ἰσχυούσης, τό χρῆμα ἔχει καταντήσει εἶδος δαιμόνου, πού κινεῖται χωρίς νά φαίνεται, καί μέ τό αὐτό ἠθικό ποιόν του κάθε διαόλου.
Χρῆμα χωρίς ἀντικρυσμα, πού μεταβάλλει τήν «ἐξίσωση» σέ ἐργαλεῖο παγκόσμιας καταστροφῆς.
Αὐτό εἶναι τό μοναδικό σημεῖο πού ἐπιδέχεται τήν ὅποια μεταβολή στή σχέση ἀνθρώπου καί μηχανῆς.
Κατά τά θεωρήματα τοῦ κλασσικοῦ λιμπεραλισμοῦ, ἡ ἰδεολογική σχέση ἀνθρώπου καί προϊόντος λέγεται ἁπλῶς «χρῆμα».
Στό θεώρημα ὅμως τοῦτο, ἡ ἱστορική ἐξίσωση πού εἴπαμε στήν ἀρχή, ἔχει βάλει πρό πολλοῦ ὅρια καί, τῆς ἰδεολογικῆς ἀρχῆς πάντα ἰσχυούσης, τό χρῆμα ἔχει καταντήσει εἶδος δαιμόνου, πού κινεῖται χωρίς νά φαίνεται, καί μέ τό αὐτό ἠθικό ποιόν του κάθε διαόλου.
Χρῆμα χωρίς ἀντικρυσμα, πού μεταβάλλει τήν «ἐξίσωση» σέ ἐργαλεῖο παγκόσμιας καταστροφῆς.
Φανερό εἶναι ὅτι τό θεωρητικό πλαίσιο πού θά μποροῦσε νά ἀναπτυχθῆ ἡ παραπάνω προβληματική, ἦταν ἐκεῖνο τῆς σχέσεως τῶν μεσογειακῶν πολιτισμῶν μετά τό «τέλος τῶν ἰδεολογιῶν».
Ἡ Μεσόγειος ἄλλωστε στήν ἱστορία της, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό σχέση πολιτισμῶν κοινῆς καταγωγῆς.
Καί ἐπειδή οἱ μεσογειακοί πολιτισμοί ἐγγίζουν ὅλα τά πολιτιστικά σώματα ἐπί τοῦ πλανήτη, πλήν ἐκείνων τῶν φυσικῶν θρησκειῶν τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τελικῶς τό βασικώτερον τῶν θεμάτων τοῦ βιβλίου ἦταν ἐκεῖνο τῆς διαμορφώσεως τῆς πολιτικῆς διά τῶν πολιτισμῶν, δεδομένου ὅτι μετά τό «πέρας τῶν ἰδεολογιῶν» ἔμεναν ἀναγκαστικά αὐτοί σάν μόνες ἰδεολογίες...
Ἡ Μεσόγειος ἄλλωστε στήν ἱστορία της, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό σχέση πολιτισμῶν κοινῆς καταγωγῆς.
Καί ἐπειδή οἱ μεσογειακοί πολιτισμοί ἐγγίζουν ὅλα τά πολιτιστικά σώματα ἐπί τοῦ πλανήτη, πλήν ἐκείνων τῶν φυσικῶν θρησκειῶν τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τελικῶς τό βασικώτερον τῶν θεμάτων τοῦ βιβλίου ἦταν ἐκεῖνο τῆς διαμορφώσεως τῆς πολιτικῆς διά τῶν πολιτισμῶν, δεδομένου ὅτι μετά τό «πέρας τῶν ἰδεολογιῶν» ἔμεναν ἀναγκαστικά αὐτοί σάν μόνες ἰδεολογίες...
Δεδομένου ὅτι ἱστορία δέν ὑπάρχει, ἀλλά αὐτό πού λέμε «ἱστορία» εἶναι οἱ ἑκάστοτε «ἱστοριογραφικές» μας ἀντιλήψεις επί του παρελθόντος, αὐτό τό «τέλος τῆς ἱστορίας» - στήν νόησή μας τουλάχιστον – ἦταν ταυτόσημον μέ ἀλλαγήν τοῦ καθεστῶτος τῆς ἀσκουμένης ἱστοριογραφικῆς ἐπιτήδευσης.
Καί ἐπειδή αὐτή ἠσκεῖτο πάντοτε ὑπό τό πρίσμα συγκεκριμένων ἰδεολογιῶν, μετά τό πέρας τῆς ἰδεολογικῆς ἀντιμαχίας τοῦ παρόντος πολεμογενούς αἰῶνος, ἑπόμενο μᾶς ἐφάνηκε ὅτι καί ἡ «ἱστορία» ὡς ἰδεολογική ἐπιτήδευση ὤφειλε νά ἐγγίση τό τέλος της.
Καί τοῦτο παρά τήν ἐσπευσμένη τότε προσπάθεια ἐξευρέσεως νέων μύθων (ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θά κατακλυσθῆ ἀπό τά πεινασμένα στίφη τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ὅτι οἱ ἀτομικοί ἐπιστήμονες τῆς Ρωσίας θά διαρρεύσουν σέ χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου ἀπό λόγους οἰκονομικούς, ὅτι θά ἀρχίση τό λαθρεμπόριο ἀτομικῶν ὑλικῶν κ.λπ.)
Κατά τήν δική μας ἀντίληψη, ἡ κατάργηση τοῦ ὑπάρξαντος σοσιαλισμοῦ – ἐν πολλοῖς ἱστορικῶς ἐπιβληθέντος ἀπό τό εἶδος τῆς δυτικῆς πολιτικῆς - δέν ἦταν ἕνα ποδοσφαιρικό ἄθλημα μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ, ἀλλά μία ἀναγκαιότητα περίσκεψης τῶν τότε διοικούντων ἀπό τό πλῆθος τῶν πλανητικῆς φύσεως προβλημάτων, τά ὁποία ἦταν ὁλικῶς ἀδύνατο νά ἀντιμετωπισθοῦν μέ τό ὑπάρχον εἶδος πολιτικῆς.
Συνεπῶς, στήν πρωτοβουλία τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, δέν εἴδαμε κάποιο εἶδος ἥττας πρός ἀνακήρυξη «πρωταθλητῶν», ἀλλά ἄλλα πράγματα πιό κρίσιμης σημασίας.
Ἴσως καί μίαν ὑπεροχή τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου.
Διότι ἐνῶ αὐτός, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν δυτικόν, ἔχει αὐτοδυναμίαν πρώτων ὑλῶν καί θά μποροῦσε, ἀντί καταργήσεως τοῦ συστήματος, νά ἐγκαθιδρύση τό εἶδος τῆς ἐργατικῆς δικτατορίας πού ἐπικρατεῖ ἀνέκαθεν στήν Δύση καί πού ἐφήρμοσε καί ὁ Στάλιν παλαιότερα ἐν ὄψει τοῦ πολέμου, δέν τό ἔκαμε.
Τοῦτο, ἄν μή τί ἄλλο, ἐδείκνυε τουλάχιστον μία εἰλικρίνεια προθέσεων καί ἀληθινή πίστη ἤ μέριμνα γιά τήν ὑφή τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων. Καί ὡς πρός τοῦτο , μᾶς ἐφάνηκε μία οἱονεί ὑπεροχή ἔναντι τοῦ τότε δυτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος, καίτοι μή ἔχων ἐπάρκειαν πρώτων ὑλῶν, καίτοι ἐξαρτώμενος ἀπό περιοχές, πού ὁ ἴδιος παραδέχεται πώς δέν ὑπάγονται στόν πολιτισμό του, κανενός εἴδους ἱστορική καί πολιτική ἐπαφή δέν εὐρῆκε μέ τούς χώρους αὐτούς, εἰμή μόνον ἐκείνην τῆς μονίμου ἀποικιοκρατίας, μετονομαζομένης μέ πᾶσαν ἄνεση «δημοκρατία».
Καί ἐπειδή αὐτή ἠσκεῖτο πάντοτε ὑπό τό πρίσμα συγκεκριμένων ἰδεολογιῶν, μετά τό πέρας τῆς ἰδεολογικῆς ἀντιμαχίας τοῦ παρόντος πολεμογενούς αἰῶνος, ἑπόμενο μᾶς ἐφάνηκε ὅτι καί ἡ «ἱστορία» ὡς ἰδεολογική ἐπιτήδευση ὤφειλε νά ἐγγίση τό τέλος της.
Καί τοῦτο παρά τήν ἐσπευσμένη τότε προσπάθεια ἐξευρέσεως νέων μύθων (ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θά κατακλυσθῆ ἀπό τά πεινασμένα στίφη τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ὅτι οἱ ἀτομικοί ἐπιστήμονες τῆς Ρωσίας θά διαρρεύσουν σέ χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου ἀπό λόγους οἰκονομικούς, ὅτι θά ἀρχίση τό λαθρεμπόριο ἀτομικῶν ὑλικῶν κ.λπ.)
Κατά τήν δική μας ἀντίληψη, ἡ κατάργηση τοῦ ὑπάρξαντος σοσιαλισμοῦ – ἐν πολλοῖς ἱστορικῶς ἐπιβληθέντος ἀπό τό εἶδος τῆς δυτικῆς πολιτικῆς - δέν ἦταν ἕνα ποδοσφαιρικό ἄθλημα μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ, ἀλλά μία ἀναγκαιότητα περίσκεψης τῶν τότε διοικούντων ἀπό τό πλῆθος τῶν πλανητικῆς φύσεως προβλημάτων, τά ὁποία ἦταν ὁλικῶς ἀδύνατο νά ἀντιμετωπισθοῦν μέ τό ὑπάρχον εἶδος πολιτικῆς.
Συνεπῶς, στήν πρωτοβουλία τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, δέν εἴδαμε κάποιο εἶδος ἥττας πρός ἀνακήρυξη «πρωταθλητῶν», ἀλλά ἄλλα πράγματα πιό κρίσιμης σημασίας.
Ἴσως καί μίαν ὑπεροχή τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου.
Διότι ἐνῶ αὐτός, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν δυτικόν, ἔχει αὐτοδυναμίαν πρώτων ὑλῶν καί θά μποροῦσε, ἀντί καταργήσεως τοῦ συστήματος, νά ἐγκαθιδρύση τό εἶδος τῆς ἐργατικῆς δικτατορίας πού ἐπικρατεῖ ἀνέκαθεν στήν Δύση καί πού ἐφήρμοσε καί ὁ Στάλιν παλαιότερα ἐν ὄψει τοῦ πολέμου, δέν τό ἔκαμε.
Τοῦτο, ἄν μή τί ἄλλο, ἐδείκνυε τουλάχιστον μία εἰλικρίνεια προθέσεων καί ἀληθινή πίστη ἤ μέριμνα γιά τήν ὑφή τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων. Καί ὡς πρός τοῦτο , μᾶς ἐφάνηκε μία οἱονεί ὑπεροχή ἔναντι τοῦ τότε δυτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος, καίτοι μή ἔχων ἐπάρκειαν πρώτων ὑλῶν, καίτοι ἐξαρτώμενος ἀπό περιοχές, πού ὁ ἴδιος παραδέχεται πώς δέν ὑπάγονται στόν πολιτισμό του, κανενός εἴδους ἱστορική καί πολιτική ἐπαφή δέν εὐρῆκε μέ τούς χώρους αὐτούς, εἰμή μόνον ἐκείνην τῆς μονίμου ἀποικιοκρατίας, μετονομαζομένης μέ πᾶσαν ἄνεση «δημοκρατία».
Οποιαδήποτε κατάργηση του κομμουνισμού, χωρίς καμμίαν αντίστοιχη ιδεολογική ετοιμασία της «Δύσης», μας εφάνηκε πράγμα άκρως ανεπαρκές για την ουσιαστική νοηματοδότηση των σοβούντων προβλημάτων και την ιστορικήν νοηματοδότηση του «New Age» προέδρου Μπούς. Βεβαίως οι Αμερικανοί «εκέρδισαν» τον ψυχρό πόλεμο, επειδή η όλη πολιτική επεκεντρούτο επί της ατομικής βόμβας.
Εν προκειμένω η πολιτική των Αμερικανών υπήρξε απλή: εάν ένα παιδί δέκα χρονών έμπαινε με μια χειροβομβίδα στο χέρι στο στρατηγείο του Μεγάλου Ναπολέοντα και διέτασε «προσοχή», φανερό είναι, ότι τόσο ο Μ. Ναπολέων, όσο και όλοι οι στρατάρχες του, θα υπάκουαν άνευ της παραμικράς αντιρρήσεως.
Η μόνη δυνατή αντίδραση του παιδιού σε περίπτωση «ανυπακοής», θα ήταν απλώς να καταστρέψη το σύμπαν.
Ότι οι Αμερικανοί δεν το κατέστρεψαν, ωφείλετο αφ'ενός μεν στην φύση του «όπλου» και αφ'ετέρου στην μη άμεση εξάρτηση τους από αποικιακές κτίσεις.
Διέθεταν δηλαδή μιάν ειδοποιό διαφορά στις συζητήσεις των με τους Σοβιετικούς, που καμμιά από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν διέθετε.
Η ουσία όμως της πολιτικής έμενε ο εκβιασμός (εξοπλισμοί και «πόλεμος των άστρων») επειδή και ο φορέας της έμενε ιδεολογικός, δηλαδή μια αυθαίρετη ιδέα και θέμα πίστης (αγώνας για την «ελευθερία»), όπως ήταν παλαιότερα και η «αποστολή εκπολιτισμού» της ανθρωπότητας.
Η ιδεολογική πολιτική δεν έχει ανάγκη από τον κόσμο και οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα του, αλλά μόνο από τον εαυτό της.
Εν προκειμένω η πολιτική των Αμερικανών υπήρξε απλή: εάν ένα παιδί δέκα χρονών έμπαινε με μια χειροβομβίδα στο χέρι στο στρατηγείο του Μεγάλου Ναπολέοντα και διέτασε «προσοχή», φανερό είναι, ότι τόσο ο Μ. Ναπολέων, όσο και όλοι οι στρατάρχες του, θα υπάκουαν άνευ της παραμικράς αντιρρήσεως.
Η μόνη δυνατή αντίδραση του παιδιού σε περίπτωση «ανυπακοής», θα ήταν απλώς να καταστρέψη το σύμπαν.
Ότι οι Αμερικανοί δεν το κατέστρεψαν, ωφείλετο αφ'ενός μεν στην φύση του «όπλου» και αφ'ετέρου στην μη άμεση εξάρτηση τους από αποικιακές κτίσεις.
Διέθεταν δηλαδή μιάν ειδοποιό διαφορά στις συζητήσεις των με τους Σοβιετικούς, που καμμιά από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν διέθετε.
Η ουσία όμως της πολιτικής έμενε ο εκβιασμός (εξοπλισμοί και «πόλεμος των άστρων») επειδή και ο φορέας της έμενε ιδεολογικός, δηλαδή μια αυθαίρετη ιδέα και θέμα πίστης (αγώνας για την «ελευθερία»), όπως ήταν παλαιότερα και η «αποστολή εκπολιτισμού» της ανθρωπότητας.
Η ιδεολογική πολιτική δεν έχει ανάγκη από τον κόσμο και οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα του, αλλά μόνο από τον εαυτό της.
Η νοηματική πλήρωση συνεπώς αυτού του «τέλους της ιστορίας», επέβαλε εκ μέρους μας δύο πράγματα: πρώτον μεν, ανάλυση αυτού που επεκράτησε ως «ιστοριογραφία» και των πολιτικών αναγκαιοτήτων που την επέβαλαν, και δεύτερον, αναφορά στους τρόπους που θα ήταν δυνατόν αυτή ν'αλλάξη (πράγμα που ασφαλώς κάθε άλλο παρά αποκλειστικώς «δυτικοευρωπαϊκής» φύσεως ομματογυάλιαπροϋπέθετε).
Εννοείται, βέβαια, και ποιά πιθανά ενδεχόμενα θα ήταν δυνατόν να εμφανισθούν ως ιστορικές κατηγορίες, εάν, παρά το «τέλος των ιδεολογιών», τα πράγματα εξηντλούντο απλώς στην εξεύρεση εξυπηρετικών μύθων.
Το προκείμενον δεδομένο για τους πάντες ήταν, φυσικά, ότι ο κόσμος ευρύσκετο βυθισμένος σε ένα αδιέξοδον χάος, που ελάχιστα οι ιδεολογίες της «προόδου» άφηναν να καταστή ενεργό στις συνειδήσεις των ανθρώπων... το «τέλος της ιστορίας»... έγινε παγκόσμιο σύνθημα, προσφάτου καταγωγής, όπου στην μονογραμμική ευθεία διάσταση της υπαρχούσης «ιστοριογραφίας» - αυτό που λέμε στο βιβλίο τούτο «σιδηροδρομική» αντίληψη της ιστορίας - προστέθηκαν μερικά χιλιόμετρα ακόμη με μέτρο την εκτατικήν και μη άνεση της αμερικανικής ηπείρου...
Αλλά αλλάζει έτσι η ιστορία;
Εννοείται, βέβαια, και ποιά πιθανά ενδεχόμενα θα ήταν δυνατόν να εμφανισθούν ως ιστορικές κατηγορίες, εάν, παρά το «τέλος των ιδεολογιών», τα πράγματα εξηντλούντο απλώς στην εξεύρεση εξυπηρετικών μύθων.
Το προκείμενον δεδομένο για τους πάντες ήταν, φυσικά, ότι ο κόσμος ευρύσκετο βυθισμένος σε ένα αδιέξοδον χάος, που ελάχιστα οι ιδεολογίες της «προόδου» άφηναν να καταστή ενεργό στις συνειδήσεις των ανθρώπων... το «τέλος της ιστορίας»... έγινε παγκόσμιο σύνθημα, προσφάτου καταγωγής, όπου στην μονογραμμική ευθεία διάσταση της υπαρχούσης «ιστοριογραφίας» - αυτό που λέμε στο βιβλίο τούτο «σιδηροδρομική» αντίληψη της ιστορίας - προστέθηκαν μερικά χιλιόμετρα ακόμη με μέτρο την εκτατικήν και μη άνεση της αμερικανικής ηπείρου...
Αλλά αλλάζει έτσι η ιστορία;
Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές
& πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
& πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
.~`~.
II
Η προβληματική των σχέσεων «Ευρώπης» - Μεσογείου
Ο Bismarck έδειχνε να χάνει την υπομονή του όταν γινόταν χρήση των λέξεων «Χριστιανοσύνη» ή «Ευρώπη» στη διπλωματική γλώσσα (συνήθως από τους Ρώσους και τον Υπουργό των Εξωτερικών τους Gorchakov).
Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια σημείωση που έκανε ο Bismarck σε ένα υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov:
Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια σημείωση που έκανε ο Bismarck σε ένα υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov:
«Η συζήτηση περί Ευρώπης είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια:
Ποια είναι η Ευρώπη; (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) wer ist Europa? qui est-il l'Europe? who is Europe?»
Ποια είναι η Ευρώπη; (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) wer ist Europa? qui est-il l'Europe? who is Europe?»
Martin Wight
α´
Σήμερα η Ευρώπη αποτελεί πολιτιστικώς νησίδα, η οποία αντιμετωπίζει όλους τους άλλους πολιτισμούς ως είδος πειρατών.
Αλλά αυτό δεν είναι τυχαίο.
Οδεύοντας κανείς τον δρόμο της δυτικοευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, αντιμετωπίζει φως όσο δεν εξέρχεται των κατά προσέγγιση γεωγραφικών ορίων της δυτικής Ευρώπης. Από εκεί και πέρα το σκοτάδι έρχεται απότομα, διότι ακριβώς σκοπός της ιστοριογραφικής ασκήσεως είναι να κατοχυρώση το υπάρχον ως έστι και κυρίως να επιβεβαιώση την «γραμμική» περί ιστορίας αντίληψη, που αποτελεί εγγύηση διατηρήσεως του υπάρχοντος χωρίς μεταβολή και, κυρίως, χωρίς «έξωθεν» επηρεασμούς. Με διάφορες «κοινωνιολογικές προσεγγίσεις» των άλλων πολιτισμών (A. Comte, Hegel, Μαρξ, E. Durkheim, Βέμπερ, Γκομπινώ - II)και με κατασκευές «συνθημάτων» γι'αυτούς, σκοπούμενο πάντα ήταν να δοθεί στον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό πολιτιστική ανα τον κόσμο αποστολή, πράγμα που στον ιδεολογικό τομέα ήταν ακριβώς αντίστοιχο με τα αξιώματα του φιλελευθερισμού περί «διεθνούς κατανομής εργασίας» και «διεθνούς οικονομικής συνεργασίας», των οποίων το πρακτικό νόημα ήταν να καταργηθεί η όποια αυτοδυναμία των άλλων πολιτισμών, για να «ενσωματωθούν» οι οικονομίες τους στον προγραμματισμό της δυτικόευρωπαϊκής παραγωγής. Όπως αποδεικνύομε στο βιβλίο τούτο, όχι οι πρώτες ύλες (οι οποίες -μόνες- κανέναν ρόλο δεν ήταν δυνατόν να παίζουν για τις εσωτερικές οικονομίες των χωρών που τις είχαν και άρα ούτε θα τους έλειπαν αν τις έπαιρνε ο οποιοσδήποτε), αλλά η συρρίκνωση των άλλων πολιτισμών υπήρξε η προϋπόθεση συγκεντρώσεως του κεφαλαίου της βιομηχανικής παραγωγής.
Ιδιαίτερα των περίξ της Μεσογείου.
Η «φιλοσοφία των φώτων» δεν εσήμαινε και κατ'ανάγκην επαύξηση του πολιτιστικού πλούτου της ανθρώποτητας...
Σήμερα η επαφή της «Ευρώπης» με τους πολιτισμούς αυτούς είναι καθαρά φύσεως στατιστικής, όπως είναι με όλους τους «μη ευρωπαϊκούς» πολιτισμούς: κατά κεφαλήν εισόδημα, παιδική θνησιμότης, ποσοστά αναλφαβητισμού κ.λπ
Αλλά αυτό δεν είναι τυχαίο.
Οδεύοντας κανείς τον δρόμο της δυτικοευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, αντιμετωπίζει φως όσο δεν εξέρχεται των κατά προσέγγιση γεωγραφικών ορίων της δυτικής Ευρώπης. Από εκεί και πέρα το σκοτάδι έρχεται απότομα, διότι ακριβώς σκοπός της ιστοριογραφικής ασκήσεως είναι να κατοχυρώση το υπάρχον ως έστι και κυρίως να επιβεβαιώση την «γραμμική» περί ιστορίας αντίληψη, που αποτελεί εγγύηση διατηρήσεως του υπάρχοντος χωρίς μεταβολή και, κυρίως, χωρίς «έξωθεν» επηρεασμούς. Με διάφορες «κοινωνιολογικές προσεγγίσεις» των άλλων πολιτισμών (A. Comte, Hegel, Μαρξ, E. Durkheim, Βέμπερ, Γκομπινώ - II)και με κατασκευές «συνθημάτων» γι'αυτούς, σκοπούμενο πάντα ήταν να δοθεί στον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό πολιτιστική ανα τον κόσμο αποστολή, πράγμα που στον ιδεολογικό τομέα ήταν ακριβώς αντίστοιχο με τα αξιώματα του φιλελευθερισμού περί «διεθνούς κατανομής εργασίας» και «διεθνούς οικονομικής συνεργασίας», των οποίων το πρακτικό νόημα ήταν να καταργηθεί η όποια αυτοδυναμία των άλλων πολιτισμών, για να «ενσωματωθούν» οι οικονομίες τους στον προγραμματισμό της δυτικόευρωπαϊκής παραγωγής. Όπως αποδεικνύομε στο βιβλίο τούτο, όχι οι πρώτες ύλες (οι οποίες -μόνες- κανέναν ρόλο δεν ήταν δυνατόν να παίζουν για τις εσωτερικές οικονομίες των χωρών που τις είχαν και άρα ούτε θα τους έλειπαν αν τις έπαιρνε ο οποιοσδήποτε), αλλά η συρρίκνωση των άλλων πολιτισμών υπήρξε η προϋπόθεση συγκεντρώσεως του κεφαλαίου της βιομηχανικής παραγωγής.
Ιδιαίτερα των περίξ της Μεσογείου.
Η «φιλοσοφία των φώτων» δεν εσήμαινε και κατ'ανάγκην επαύξηση του πολιτιστικού πλούτου της ανθρώποτητας...
Σήμερα η επαφή της «Ευρώπης» με τους πολιτισμούς αυτούς είναι καθαρά φύσεως στατιστικής, όπως είναι με όλους τους «μη ευρωπαϊκούς» πολιτισμούς: κατά κεφαλήν εισόδημα, παιδική θνησιμότης, ποσοστά αναλφαβητισμού κ.λπ
Αρκούν όμως αυτά για μια ιστορική συνείδηση του παρόντος και μιαν αντίστοιχη ευρωπαϊκή του μέλλοντος;
Αποδεικνύουν κάτι από απόψεως πολιτισμού αυτοί οι «δείκτες»;
Τι μπορεί να αποδεικνύουν οι στατιστικές εξισώσεις μεταξύ ενός εκατομμυρίου Κινέζων και ενός εκατομμυρίου Βραζιλιάνων, αφού οι Βραζιλιάνοι δεν είναι Κινέζοι;
Για να δείξωμε πόσο στερημένοι είναι αυτοί οι «δείκτες», είναι ανάγκη να αναλύσωμε λίγο κατά νόημα τον πιο «ενδεικτικόν» από απόψεως πολιτισμού από αυτούς, δηλαδή την περίπτωση του αναλφαβητισμού.
Πρέπει ευθύς να πούμε ότι αυτός αποτελεί «δείκτη» στατιστικών μελετών, διότι θεωρείται δεδομένο ότι αναπαράγεται αδιακόπως από τις επίσημες κυβερνήσεις των «εθνικών κρατών», δηλαδή ότι αντιστοιχεί σε κάποια δεδομένη πολιτική τάξη πραγμάτων.
Έχουν όμως ανάγκη όλοι οι πολιτισμοί από σχολείο, ώστε να απεδείκνυαν κάτι οι «δείκτες» από απόψεως ιστορικής προοπτικής.
Σε κοινωνίες ωργανωμένης παραγωγής, το σχολείο είναι απαραίτητο λόγω της ανάγκης μεταδόσεως των τεχνικών τουλάχιστον γνώσεων.
Σε κοινωνίες, όμως, που έχουν άλλη σχέση με την φύση, που δεν έχουν την ανάγκη της ωργανωμένης παραγωγής κατά της φύσεως και μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν, το σχολείο όχι μόνο απαραίτητο δεν είναι, αλλά διΐστορικός η λειτουργία του πολιτισμού των συνίσταται ακριβώς στην κατάργηση της ανάγκης του σχολείου.
Αποδεικνύουν κάτι από απόψεως πολιτισμού αυτοί οι «δείκτες»;
Τι μπορεί να αποδεικνύουν οι στατιστικές εξισώσεις μεταξύ ενός εκατομμυρίου Κινέζων και ενός εκατομμυρίου Βραζιλιάνων, αφού οι Βραζιλιάνοι δεν είναι Κινέζοι;
Για να δείξωμε πόσο στερημένοι είναι αυτοί οι «δείκτες», είναι ανάγκη να αναλύσωμε λίγο κατά νόημα τον πιο «ενδεικτικόν» από απόψεως πολιτισμού από αυτούς, δηλαδή την περίπτωση του αναλφαβητισμού.
Πρέπει ευθύς να πούμε ότι αυτός αποτελεί «δείκτη» στατιστικών μελετών, διότι θεωρείται δεδομένο ότι αναπαράγεται αδιακόπως από τις επίσημες κυβερνήσεις των «εθνικών κρατών», δηλαδή ότι αντιστοιχεί σε κάποια δεδομένη πολιτική τάξη πραγμάτων.
Έχουν όμως ανάγκη όλοι οι πολιτισμοί από σχολείο, ώστε να απεδείκνυαν κάτι οι «δείκτες» από απόψεως ιστορικής προοπτικής.
Σε κοινωνίες ωργανωμένης παραγωγής, το σχολείο είναι απαραίτητο λόγω της ανάγκης μεταδόσεως των τεχνικών τουλάχιστον γνώσεων.
Σε κοινωνίες, όμως, που έχουν άλλη σχέση με την φύση, που δεν έχουν την ανάγκη της ωργανωμένης παραγωγής κατά της φύσεως και μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν, το σχολείο όχι μόνο απαραίτητο δεν είναι, αλλά διΐστορικός η λειτουργία του πολιτισμού των συνίσταται ακριβώς στην κατάργηση της ανάγκης του σχολείου.
Πως «φιλοσοφικώς» έχουν τα πράγματα, θα ιδή ο αναγνώστης στις σελίδες που ακολουθούν.
Όσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, τόσο λιγώτερο ανάγκη από την σχολική μόρφωση έχει.
Και τόσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, (τα κριτήρια εν προκειμένω παραμένουν πάντα «εσωτερικά»), όσο περισσότερο μπορεί να ανταποκριθή στις υπαρξιακές ανάγκες των μελών του. Από την άποψη αυτή, η όποια ιδεώδης Πολιτεία και ο πολιτισμός μιας πρωτόγονης είναι ένα και το αυτό. Διότι ικανοποιούν εξ ίσου τον άνθρωπο που τα ζη.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υψηλής διανοητικής πυκνότητος πολιτισμοί της μεσογειακής αρχαιότητας, μετεξελίχθηκαν σε θρησκείες.
Η «κατεύθυνση» υπάρχει ήδη στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως πιο κάτω θα ιδούμε.
Όσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, τόσο λιγώτερο ανάγκη από την σχολική μόρφωση έχει.
Και τόσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, (τα κριτήρια εν προκειμένω παραμένουν πάντα «εσωτερικά»), όσο περισσότερο μπορεί να ανταποκριθή στις υπαρξιακές ανάγκες των μελών του. Από την άποψη αυτή, η όποια ιδεώδης Πολιτεία και ο πολιτισμός μιας πρωτόγονης είναι ένα και το αυτό. Διότι ικανοποιούν εξ ίσου τον άνθρωπο που τα ζη.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υψηλής διανοητικής πυκνότητος πολιτισμοί της μεσογειακής αρχαιότητας, μετεξελίχθηκαν σε θρησκείες.
Η «κατεύθυνση» υπάρχει ήδη στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως πιο κάτω θα ιδούμε.
Το έσχατον τέλος παντός πολιτισμού είναι ακριβώς τούτο: ο άνθρωπος που ζη εντός του να αποκτήση σχέση πίστεως προς τις αρχές του.
Από εκεί και πέρα, ό,τι θα ήταν δυνατόν να θελήση να «προσεγγίση» το άτομο δια της «διανοήσεως» εντός του πολιτισμού του, του το παρέχει ο ίδιος ο πολιτισμός δια «μετοχής».
Αυτή είναι η κατάσταση της κοινωνικής ειρήνης.
Ο Χριστός εξύμνησε τους «πτωχούς» σε μια εποχή που η φιλοσοφία, οι επιστήμες και οι τέχνες είχαν προ πολλού εγγίσει ύπατες κορυφές της ανθρώπινης πνευματικής δημιουργίας και αποτελούσαν κοινήν εμπειρία όλου του τότε μεσογειακού κόσμου.
Γνωρίζωντας ο ίδιος την πολιτιστικήν πραγματικότητα του καιρού του, όταν ζήτησαν να τον επισκεφθούν οι έλληνες σοφοί -και τούτο σημαίνει ότι το κύρηγμα του είχε ήδη αρχίσει να εμβολιάζεται με τον ελληνιστικό κόσμο-, εξεφράσθη ως βέβαιος πολιτιστικός νικητής, λέγοντας ότι ήρθε η ώρα να δοξασθή ο «υιός του ανθρώπου».
Η νίκη συνίστατο ακριβώς στο να επενδυθή η διδασκαλία των νέων ιδεών στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής. Και επειδή ο ίδιος έναν νέον πολιτισμό βασικά προσέφερε, δηλαδή μιαν νέαν κατέυθυνση για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, εξέφρασε δια των λόγων του περί «πτωχείας» το ύπατον τέλος κάθε φιλοσοφίας του πολιτισμού:
εφ'όσον ένας πολιτισμός καταφέρνει να ισορροπή τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και να εξαφανίζη την εσωτερική τριβή των κοινωνιών, δηλαδή τις προϋποθέσεις εμφυλίου διαμάχης, τότε η «διανόηση» και η «φιλοσοφία» είναι πράγματα περιττά. Αυτού του είδους η «πτωχεία του πνεύματος», που προϋπόθεση της έχει την βιωματική αφομοίωση των κοινωνικών διεργασιών της φιλοσοφικής διανοήσεως, πολύ βέβαια απέχει από του να συμπίπτη με την στατιστικήν έννοια του... «αναλφαβητισμού».
Δεν χρειάζεται να εντρυφή κανείς οπωσδήποτε στα συγγράμματα του Πλάτωνα όταν έχη βρεί τρόπο να πραγματοποιή κοινωνικά την σημασία που αυτά δηλώνουν, όπως δεν χρειάζεται στον έμπορο να εντρυφήση στα συγγράμματα του Τζ. Λώκ και του Α. Σμίθ, προκειμένου να ασκήση τις αρχές που αυτά ενέχουν, ή στον ψηφοφόρο να σπουδάση προηγουμένως την φιλοσοφία του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, προκειμένου να πάη να ψηφίση.
Από την άποψη συνεπώς του πολιτισμού, η έννοια του «αναλφαβητισμού» είναι κρισίμου περιεχομένου.
Αυτή είναι η κατάσταση της κοινωνικής ειρήνης.
Ο Χριστός εξύμνησε τους «πτωχούς» σε μια εποχή που η φιλοσοφία, οι επιστήμες και οι τέχνες είχαν προ πολλού εγγίσει ύπατες κορυφές της ανθρώπινης πνευματικής δημιουργίας και αποτελούσαν κοινήν εμπειρία όλου του τότε μεσογειακού κόσμου.
Γνωρίζωντας ο ίδιος την πολιτιστικήν πραγματικότητα του καιρού του, όταν ζήτησαν να τον επισκεφθούν οι έλληνες σοφοί -και τούτο σημαίνει ότι το κύρηγμα του είχε ήδη αρχίσει να εμβολιάζεται με τον ελληνιστικό κόσμο-, εξεφράσθη ως βέβαιος πολιτιστικός νικητής, λέγοντας ότι ήρθε η ώρα να δοξασθή ο «υιός του ανθρώπου».
Η νίκη συνίστατο ακριβώς στο να επενδυθή η διδασκαλία των νέων ιδεών στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής. Και επειδή ο ίδιος έναν νέον πολιτισμό βασικά προσέφερε, δηλαδή μιαν νέαν κατέυθυνση για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, εξέφρασε δια των λόγων του περί «πτωχείας» το ύπατον τέλος κάθε φιλοσοφίας του πολιτισμού:
εφ'όσον ένας πολιτισμός καταφέρνει να ισορροπή τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και να εξαφανίζη την εσωτερική τριβή των κοινωνιών, δηλαδή τις προϋποθέσεις εμφυλίου διαμάχης, τότε η «διανόηση» και η «φιλοσοφία» είναι πράγματα περιττά. Αυτού του είδους η «πτωχεία του πνεύματος», που προϋπόθεση της έχει την βιωματική αφομοίωση των κοινωνικών διεργασιών της φιλοσοφικής διανοήσεως, πολύ βέβαια απέχει από του να συμπίπτη με την στατιστικήν έννοια του... «αναλφαβητισμού».
Δεν χρειάζεται να εντρυφή κανείς οπωσδήποτε στα συγγράμματα του Πλάτωνα όταν έχη βρεί τρόπο να πραγματοποιή κοινωνικά την σημασία που αυτά δηλώνουν, όπως δεν χρειάζεται στον έμπορο να εντρυφήση στα συγγράμματα του Τζ. Λώκ και του Α. Σμίθ, προκειμένου να ασκήση τις αρχές που αυτά ενέχουν, ή στον ψηφοφόρο να σπουδάση προηγουμένως την φιλοσοφία του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, προκειμένου να πάη να ψηφίση.
Από την άποψη συνεπώς του πολιτισμού, η έννοια του «αναλφαβητισμού» είναι κρισίμου περιεχομένου.
β´
Η «Ευρώπη» του λιμπεραλισμού, κατά την επαφή της με τις πολιτιστικές καταστάσεις της ανατολικής Μεσογείου κατά τον 19ον αι., δεν ήταν βέβαια δυνατόν να ιδή τα πράγματα ειμή στατιστικά και συνεπώς να καλλιεργήση μιαν εντύπωση στατιστικότητας για τους μεσογειακούς πολιτισμούς εντελώς άγνωστη στην συνείδηση των ιδίων.
Η λεγόμενη «ιστοριογραφία» (ένα καθαρό προϊόν του 19ου αιώνος) με τα συνθήματα της περί υποδουλώσεως και «εθνικής» απελευθερώσεως σύμφωνα με τα πρακτικά επιτάγματα των καιρών, εξωβέλισε τελείως από την κοινή συνείδηση οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής συνθέσεως για τα πράγματα της Μεσογείου, πράγμα που είχε σαν συνέπεια την ψυχολογική και πνευματική αποκοπή της δυτικής κυρίως Ευρώπης από αυτά.
Το πρόβλημα τούτο, δηλαδή το πρόβλημα της σχέσεως δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου, παραμένει το κατ'εξοχήν ιστορικό και πολιτικό ευρωπαϊκό πρόβλημα της σήμερον.
Η αμηχανία της ευρωπαϊκής διανόησης, η οποία επί πέντε ολόκληρα χρόνια από τις κοσμογονικές αλλαγές των καιρών μας δεν μπορεί να αρθρώση λέξη για κανένα από τα υπάρχοντα προβλήματα και έχει καταντήσει αμελητέος παράγοντας στην άσκηση της πολιτικής πράξης, προέρχεται κυρίως από το κενό συνείδησης ως προς την μεσογειακή κυρίως περιοχή, δηλαδή από την θέση της ίδιας της δυτικής Ευρώπης, ως προς την περιοχή αυτή.
Τα αορίστου χρήσεως κατασκευασμένα συνθήματα «Δύση», «Ευρώπη» κλπ. είναι ακριβώς ψυχολογικές και νοητικές «κλειστότητες» που προϋπετίθεντο κατά την «μελέτη» άλλων πολιτισμών. Ως «κάτι» που αυτοί δεν είχαν, ενώ έπρεπε να έχουν...
Τα «συμπεράσματα» συνεπώς και οι «θέσεις», ακόμη και σήμερα, δεν είναι αισθητώς διαφορετικά από αυτά που ήσαν όταν η «Ευρώπη» εξήρχετο εαυτής και ανεκάλυπτε την ύπαρξη άλλων πολιτισμών:
όλοι αυτοί εθεωρήθηκαν συλλήβδην «εχθροί» εκ μόνο του γεγονότος ότι απλώς διέφεραν και ως μόνη σχέση έναντι των θεωρήθηκε ο πόλεμος και ει δυνατόν η εξαφάνιση τους! (λ. π.χ. R. Polin La creation des cultures, PUF 1993, σελ 188).
Η ιστορική πορεία, εξαιρέσει ωρισμένων πρωτόγονων πολιτισμών της Αυστραλίας και των Ινδιάνων της Αμερικής, δεν ήταν βέβαια δυνατόν να επιβεβαιώση αυτή την ζοφερή τάξη πραγμάτων.
Το πολιτιστικό βάθος των πολιτισμών της Μεσογείου (ο ουσιαστικός δηλαδή φορέας αμύνης κάθε πολιτισμού) ήταν εξαιρετικά βαθύ για να υποστή τις επιθυμητές αλλοιώσεις.
Αυτό που εκατορθώθη ήταν απλώς η τεχνική διαίρεση των κοινωνικών σωμάτων για λόγους που θα ιδούμε πιο κάτω. Αυτό όμως εδημιούργησε ακριβώς ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ δυτικής Ευρώπης και των άλλων μεσογειακών κοινωνικών σωμάτων, που βασικά έδρασε πολιτιστικώς υπέρ των τελευταίων.
Το γεγονός τούτο εκφράζεται δια του όρου «ριζοσπαστισμός» (Funtamentalismus).
Η λεγόμενη «ιστοριογραφία» (ένα καθαρό προϊόν του 19ου αιώνος) με τα συνθήματα της περί υποδουλώσεως και «εθνικής» απελευθερώσεως σύμφωνα με τα πρακτικά επιτάγματα των καιρών, εξωβέλισε τελείως από την κοινή συνείδηση οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής συνθέσεως για τα πράγματα της Μεσογείου, πράγμα που είχε σαν συνέπεια την ψυχολογική και πνευματική αποκοπή της δυτικής κυρίως Ευρώπης από αυτά.
Το πρόβλημα τούτο, δηλαδή το πρόβλημα της σχέσεως δυτικής Ευρώπης και Μεσογείου, παραμένει το κατ'εξοχήν ιστορικό και πολιτικό ευρωπαϊκό πρόβλημα της σήμερον.
Η αμηχανία της ευρωπαϊκής διανόησης, η οποία επί πέντε ολόκληρα χρόνια από τις κοσμογονικές αλλαγές των καιρών μας δεν μπορεί να αρθρώση λέξη για κανένα από τα υπάρχοντα προβλήματα και έχει καταντήσει αμελητέος παράγοντας στην άσκηση της πολιτικής πράξης, προέρχεται κυρίως από το κενό συνείδησης ως προς την μεσογειακή κυρίως περιοχή, δηλαδή από την θέση της ίδιας της δυτικής Ευρώπης, ως προς την περιοχή αυτή.
Τα αορίστου χρήσεως κατασκευασμένα συνθήματα «Δύση», «Ευρώπη» κλπ. είναι ακριβώς ψυχολογικές και νοητικές «κλειστότητες» που προϋπετίθεντο κατά την «μελέτη» άλλων πολιτισμών. Ως «κάτι» που αυτοί δεν είχαν, ενώ έπρεπε να έχουν...
Τα «συμπεράσματα» συνεπώς και οι «θέσεις», ακόμη και σήμερα, δεν είναι αισθητώς διαφορετικά από αυτά που ήσαν όταν η «Ευρώπη» εξήρχετο εαυτής και ανεκάλυπτε την ύπαρξη άλλων πολιτισμών:
όλοι αυτοί εθεωρήθηκαν συλλήβδην «εχθροί» εκ μόνο του γεγονότος ότι απλώς διέφεραν και ως μόνη σχέση έναντι των θεωρήθηκε ο πόλεμος και ει δυνατόν η εξαφάνιση τους! (λ. π.χ. R. Polin La creation des cultures, PUF 1993, σελ 188).
Η ιστορική πορεία, εξαιρέσει ωρισμένων πρωτόγονων πολιτισμών της Αυστραλίας και των Ινδιάνων της Αμερικής, δεν ήταν βέβαια δυνατόν να επιβεβαιώση αυτή την ζοφερή τάξη πραγμάτων.
Το πολιτιστικό βάθος των πολιτισμών της Μεσογείου (ο ουσιαστικός δηλαδή φορέας αμύνης κάθε πολιτισμού) ήταν εξαιρετικά βαθύ για να υποστή τις επιθυμητές αλλοιώσεις.
Αυτό που εκατορθώθη ήταν απλώς η τεχνική διαίρεση των κοινωνικών σωμάτων για λόγους που θα ιδούμε πιο κάτω. Αυτό όμως εδημιούργησε ακριβώς ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ δυτικής Ευρώπης και των άλλων μεσογειακών κοινωνικών σωμάτων, που βασικά έδρασε πολιτιστικώς υπέρ των τελευταίων.
Το γεγονός τούτο εκφράζεται δια του όρου «ριζοσπαστισμός» (Funtamentalismus).
Παρά τα ιστορικά τούτα δεδομένα, παρά το εξέχον παράδειγμα της Αμερικής, παρά την παγκοσμίως κοινή διαπίστωση ότι ο φιλελεύθερος τρόπος βιομηχανικής παραγωγής πολύ απέχει από του να σημαίνη ποιοτική βελτίωση του επιπέδου της ζωής του ανθρώπου ως είδους, τα «κριτήρια» και τα συμπεράσματα παραμένουν πάντα τα αυτά: οι πολιτισμοί συνεχίζουν να χωρίζωνται σε «αποδοτικούς» και «μη αποδοτικούς».
Αυτό το «γραδάρισμα» των πολιτισμών έχει βέβαια καθωρισμένην οπτική γωνία.
Δηλοί απλώς τον «βαθμό χρησιμότητας» άλλων πολιτισμών για την «Ευρώπη», δεν δηλώνει όμως και τον «τρόπο χρήσεως»: οι άλλοι πολιτισμοί αποτελούν «αντικείμενα χρήσεως» προς διασφάλιση ενός υπάρχοντος «καθεστώτος Ευρώπης» χωρίς καμμίαν ανάγκη μεταβολής, ή ο ορισμός της «Ευρώπης» πρέπει να διαμορφωθή έτσι ως προς τους γειτονικούς της τουλάχιστον πολιτισμούς, ώστε αυτοί να της «χρησιμεύσουν» για μια ευρύτερη ιστορική σύνθεση διαρκείας;
Μάταια θα ψάξη να βρή κανείς έστω και μιαν στοιχειώδη απάντηση στο ερώτημα τούτο.
Αυτό το «γραδάρισμα» των πολιτισμών έχει βέβαια καθωρισμένην οπτική γωνία.
Δηλοί απλώς τον «βαθμό χρησιμότητας» άλλων πολιτισμών για την «Ευρώπη», δεν δηλώνει όμως και τον «τρόπο χρήσεως»: οι άλλοι πολιτισμοί αποτελούν «αντικείμενα χρήσεως» προς διασφάλιση ενός υπάρχοντος «καθεστώτος Ευρώπης» χωρίς καμμίαν ανάγκη μεταβολής, ή ο ορισμός της «Ευρώπης» πρέπει να διαμορφωθή έτσι ως προς τους γειτονικούς της τουλάχιστον πολιτισμούς, ώστε αυτοί να της «χρησιμεύσουν» για μια ευρύτερη ιστορική σύνθεση διαρκείας;
Μάταια θα ψάξη να βρή κανείς έστω και μιαν στοιχειώδη απάντηση στο ερώτημα τούτο.
Σε έναν πρόσφατο διάλογο «ευρωπαίων διανοούμενων» (sic) για την «Ευρώπη», στο ερώτημα πως θα μπορούσε να ολοκληρωθή η εικόνα της Ευρώπης προς Νότον, η απάντηση, ή μάλλον η διαπίστωση από τις απαντήσεις είναι, απλώς, ότι δεν υπάρχει κανένας Νότος για την σημερινή «ευρωπαϊκή» αυτοσυνείδηση.
Η Μεσόγειος αποτελεί απλώς κάποιο «νότιο σύνορο της Ευρώπης» (ρόλος που της ανετέθη ακριβώς λίγο πρίν από το Συνέδριο της Βιέννης...).
Παρά ταύτα, είναι πάντως βέβαιο ότι τα κράτη της ανατολικής Μεσογείου δεν υπαγονται και ούτε μπορούν να συμπεριληφθούν στην «Ευρώπη». Δεν γεννάται καν ερώτημα για κάτι τέτοιο, διότι οι Τούρκοι πολιτικοί επιμένουν να επαναλαμβάνουν μονίμως:
«είναι ίδιον του ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ (sic) να ενεργή η Αστυνομία ενίοτε λίγο βίαια». Επειδή όμως τα μεσογειακά προϊόντα αποτελούν είδη πρώτης ανάγκης για την «Ευρώπη», είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να διατηρηθούν οι ελεύθερες εμπορικές σχέσεις με την μεσογειακή περιοχή. Αλλοιώς υπάρχει ο ίδιος κίνδυνος για την «Ευρώπη» που υπάρχει και για τις ΗΠΑ, οι οποίες πνίγηκαν από τους Μεξικανούς και κοντεύουν να γίνουν ισπανόφωνες.
Η Μεσόγειος αποτελεί απλώς κάποιο «νότιο σύνορο της Ευρώπης» (ρόλος που της ανετέθη ακριβώς λίγο πρίν από το Συνέδριο της Βιέννης...).
Παρά ταύτα, είναι πάντως βέβαιο ότι τα κράτη της ανατολικής Μεσογείου δεν υπαγονται και ούτε μπορούν να συμπεριληφθούν στην «Ευρώπη». Δεν γεννάται καν ερώτημα για κάτι τέτοιο, διότι οι Τούρκοι πολιτικοί επιμένουν να επαναλαμβάνουν μονίμως:
«είναι ίδιον του ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ (sic) να ενεργή η Αστυνομία ενίοτε λίγο βίαια». Επειδή όμως τα μεσογειακά προϊόντα αποτελούν είδη πρώτης ανάγκης για την «Ευρώπη», είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να διατηρηθούν οι ελεύθερες εμπορικές σχέσεις με την μεσογειακή περιοχή. Αλλοιώς υπάρχει ο ίδιος κίνδυνος για την «Ευρώπη» που υπάρχει και για τις ΗΠΑ, οι οποίες πνίγηκαν από τους Μεξικανούς και κοντεύουν να γίνουν ισπανόφωνες.
Στην πολύ κρίσιμη ερώτηση του συντονιστού της συζητήσεως (που είναι Ιταλός...), αν η πορεία των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντί για την κατεύθυνση προς την δυτική Ευρώπη, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση, λάβη την κατεύθυνση εις βάρος του Νότου, ο πολωνοεβραίος ιστορικός και πολιτικός B. Geremek είπε ότι το βασικό ήταν να γίνη το Ζλότυ μετατρέψιμο νόμισμα, ώστε να «μπη» η Πολωνία στην «Ευρώπη» - πράγμα που έγινε. Από εκεί και πέρα, «ελπίζει» ότι δεν θα λάβουν τα πράγματα τέτοιαν τροπή.
Αυτή είναι περίπου η τρέχουσα «προβληματική» ως προς τις σχέσεις «Ευρώπης» και Μεσογείου.
Η Μεσόγειος συνεχίζει να είναι «σύνορο» (τι είδους σύνορο, βέβαια, και ως προς ποιόν, δεν υπάρχει απάντηση), όπως ακριβώς «ήταν» και προ δύο αιώνων.
Βλέπει όμως κανείς στις εκτιμήσεις αυτές κάποιαν συγκεκριμένη έννοια Ευρώπης που να προσφέρεται σήμερα στην οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής προοπτικής;
Αν η «Ευρώπη» δεν διαθέτη καμμιάν αντίληψη περί Μεσογείου, ιδιαίτερα περί ανατολικής Μεσογείουκαι Βαλκανίων, τότε δεν είναι δυνατόν να διαθέτη καμμία ούτε για την ανατολική Ευρώπηούτε και για τις σχέσεις της ως προς την Ρωσία.
Δεν είναι εξ αντικειμένου δηλαδή δυνατόν να διαθέτη, πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια στερείται στοιχείου αυτοκαθορισμού. Και αυτό είναι το κατ'εξοχήν πρόβλημα για την Ευρώπη σήμερα.
Η Μεσόγειος συνεχίζει να είναι «σύνορο» (τι είδους σύνορο, βέβαια, και ως προς ποιόν, δεν υπάρχει απάντηση), όπως ακριβώς «ήταν» και προ δύο αιώνων.
Βλέπει όμως κανείς στις εκτιμήσεις αυτές κάποιαν συγκεκριμένη έννοια Ευρώπης που να προσφέρεται σήμερα στην οποιαδήποτε αντίληψη ιστορικής προοπτικής;
Αν η «Ευρώπη» δεν διαθέτη καμμιάν αντίληψη περί Μεσογείου, ιδιαίτερα περί ανατολικής Μεσογείουκαι Βαλκανίων, τότε δεν είναι δυνατόν να διαθέτη καμμία ούτε για την ανατολική Ευρώπηούτε και για τις σχέσεις της ως προς την Ρωσία.
Δεν είναι εξ αντικειμένου δηλαδή δυνατόν να διαθέτη, πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια στερείται στοιχείου αυτοκαθορισμού. Και αυτό είναι το κατ'εξοχήν πρόβλημα για την Ευρώπη σήμερα.
Κοινή γνώμη, ιδεολογία και ιστοριογραφία.
Γεράσιμος Κακλαμάνης
To «Ανατολικό Ζήτημα» Σήμερα
Εκδ. Εικοστού Πρώτου
1998
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Κοινή γνώμη, ιδεολογία και ιστοριογραφία.
- Δυτική Ευρώπη, αποικίες και Ανατολική Μεσόγειος. Το χθες στο σήμερα.
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Για την κύρια «ιδεολογική» διαμάχη των καιρών μας.
- Η επιστημονική γνώση, η «μάζα» και τα όρια του φιλελευθερισμού.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
*
- Γιατί η «Ευρώπη» αποτυγχάνει - μέρος α´.
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική (και Εγγύς καί Μέση Ανατολή).
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια. Το ΝΑΤΟ, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας.
- Διεθνείς οργανισμοί, ιδεολογικά δεδομένα και τα θρησκευτικά πράγματα.
- Μεταπολεμική νέα εποχή και διαχείριση των γηγενών πολιτισμών.
- Ο Ανατολικός Χριστιανισμός, «Παγκόσμια Οικονομία» και Μεσόγειος.
- Οι γυναίκες τής ISIS. Επισημάνσεις και προβληματισμοί με αφορμή το κείμενο - και η «κοινοβουλευτική δημοκρατία» και το τσαντόρ.
- Νέο Ανατολικό Ζήτημα.
12/12/14--03:59:
I) Ελλάδα ένα νέο πολιτειακό μόρφωμα
II) Ο κατήφορος
III) Διαφθορά και εθνικά συμφέροντα &
IV) Το φοβικό μας σύνδρομο, η εθνική ουτοπία & η συντριβή
Τέσσερα κείμενα για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
I) Ελλάδα ένα νέο πολιτειακό μόρφωμα
II) Ο κατήφορος
III) Διαφθορά και εθνικά συμφέροντα &
IV) Το φοβικό μας σύνδρομο, η εθνική ουτοπία & η συντριβή
Τέσσερα κείμενα για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
.~`~.
I
Ελλάδα ένα νέο πολιτειακό μόρφωμα
Η χώρα εισέρχεται βιαίως σε μία ιστορική φάση. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι ως ένα νέο πολιτειακό «παράδειγμα» θα αποτελεί μία περιπτωσιακή ανάλυση ενός μετα-κυριαρχικού, μετα-δημοκρατικού πολιτειακού καθεστώτος.Η πολιτική επιστήμη εμπλουτίζεται με ένα νέου είδους ημι-κρατικό δρώντα, αφού η Ελλάδα ως κρατική οντότητα, αυτόνομο πολιτικό σύστημα και εθνική συνταγματική τάξη δεν υφίσταται.
Ως ακαδημαϊκοί καλούμαστε να επανεξετάσουμε θεμελιώδη δεδομένα και αντιλήψεις όσον αφορά, τη δημοκρατία, την αμφίδρομη σχέση ηγεσίας και συλλογικότητας, τη νομιμοποίηση, την εθνική ανεξαρτησία και την κρατική κυριαρχία.
Αυτές οι αντιλήψεις αναθεωρούνται υπό το βάρος μίας κοσμογονικής μεταστροφής του ρόλου της εθνικής ηγεσίας.
Αυτές οι αντιλήψεις αναθεωρούνται υπό το βάρος μίας κοσμογονικής μεταστροφής του ρόλου της εθνικής ηγεσίας.
Τα συστατικά των κρατών είναι η φυσική τους βάση και η θεσμική τους έκφραση.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό παραπέμπει στη θεσμική και πολιτική οργάνωση που ρυθμίζει την ενδοκρατική τάξη πραγμάτων λειτουργώντας ως εθνικός Λεβιάθαν, ως μία υπέρτατη αρχή που απονέμει δικαιοσύνη, προστατεύει και επιβάλλει κανόνες δικαίου.
Η εσωτερική οργανωτική δομή σήμερα αποσυντίθεται με πρωτοβουλία μίας απονομιμοποιημένης ηγεσίας, καθώς η συλλογικότητα δεν αμφισβητεί απλά τον ορθολογισμό των επιλογών της αλλά κυρίως τα κίνητρα της.
Η πεποίθηση αυτή αποτελεί ένα διττό δράμα για τον εντολέα και τον εντολοδόχο.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό παραπέμπει στη θεσμική και πολιτική οργάνωση που ρυθμίζει την ενδοκρατική τάξη πραγμάτων λειτουργώντας ως εθνικός Λεβιάθαν, ως μία υπέρτατη αρχή που απονέμει δικαιοσύνη, προστατεύει και επιβάλλει κανόνες δικαίου.
Η εσωτερική οργανωτική δομή σήμερα αποσυντίθεται με πρωτοβουλία μίας απονομιμοποιημένης ηγεσίας, καθώς η συλλογικότητα δεν αμφισβητεί απλά τον ορθολογισμό των επιλογών της αλλά κυρίως τα κίνητρα της.
Η πεποίθηση αυτή αποτελεί ένα διττό δράμα για τον εντολέα και τον εντολοδόχο.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ John Foster Dulles μία από τις θεμελιώδεις λειτουργίες των εθνικών κρατών είναι να παράσχουν «επαρκή μέσα επιβίωσης στους πολίτες, ώστε η απελπισία να μην τους οδηγήσει στη χρήση βίας».
Η παρούσα ηγεσία αδυνατεί να παράσχει αυτή τη θεμελιώδη ασπίδα έναντι μίας ακέφαλης και απροστάτευτης συλλογικότητας.
Αδυνατούν κάποιοι να κατανοήσουν τις συνέπειες αυτής της συστημικής αδυναμίας και οδηγούν τη χώρα σε ένα θεσμικό και συνταγματικό χάος.
Η παρούσα ηγεσία αδυνατεί να παράσχει αυτή τη θεμελιώδη ασπίδα έναντι μίας ακέφαλης και απροστάτευτης συλλογικότητας.
Αδυνατούν κάποιοι να κατανοήσουν τις συνέπειες αυτής της συστημικής αδυναμίας και οδηγούν τη χώρα σε ένα θεσμικό και συνταγματικό χάος.
Η απομονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος συνετελέσθη υπό το βάρος της οριστικής διάρρηξης των δεσμών ανάμεσα στον εντολέα και εντολοδόχο, όταν η πολιτική ελίτ παρέδωσε την εθνική εδαφική βάση σε εξω-εθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Συνετελέσθη όταν η ηγεσία της χώρας υιοθέτησε το ρόλο του πολιτικού μαστροπού και αρνήθηκε να διαδραματίσει τον εξ ορισμού και εκ συντάγματος ρόλο της, παραδίδοντας συνειδητά τη συλλογικότητα στα χέρια διεθνών κερδοσκόπων.
Η μετάλλαξη μίας εθνικής, με όρους εκπροσώπησης και νομιμοποίησης, ηγεσίας σε μία εκτελεστική εξουσία μη εθνικών κέντρων χάραξης πολιτικής αυτό-αναίρεσε το ρόλο ύπαρξης της και απέκοψε τον ομφάλιο λώρο ανάμεσα στους συντελεστές της εθνικής οργανωτικής δομής.
Συνετελέσθη όταν η ηγεσία της χώρας υιοθέτησε το ρόλο του πολιτικού μαστροπού και αρνήθηκε να διαδραματίσει τον εξ ορισμού και εκ συντάγματος ρόλο της, παραδίδοντας συνειδητά τη συλλογικότητα στα χέρια διεθνών κερδοσκόπων.
Η μετάλλαξη μίας εθνικής, με όρους εκπροσώπησης και νομιμοποίησης, ηγεσίας σε μία εκτελεστική εξουσία μη εθνικών κέντρων χάραξης πολιτικής αυτό-αναίρεσε το ρόλο ύπαρξης της και απέκοψε τον ομφάλιο λώρο ανάμεσα στους συντελεστές της εθνικής οργανωτικής δομής.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι πολίτες αναζητούμε εκφραστή του εθνικού συμφέροντος και δρούμε σε ένα κατακερματισμένο κοινωνικό περιβάλλον.
Καλούμαστε να λειτουργήσουμε σε ένα περιβάλλον αυτοβοήθειας [Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος], αφού η εθνική ηγεσία μας κατέστησε έθνος ανάδελφο, έθνος παρία εντός της ΕΕ. Είναι σαφές ότι ως συλλογικότητα καλούμαστε οι ίδιοι, ατομικά και συλλογικά, να διαχειριστούμε το κενό ηγεσίας της χώρας και να προασπίσουμε το πολυτιμότερο αγαθό της μεταπολίτευσης, τους θεσμούς και τη δημοκρατία μας.
Καλούμαστε να λειτουργήσουμε σε ένα περιβάλλον αυτοβοήθειας [Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος], αφού η εθνική ηγεσία μας κατέστησε έθνος ανάδελφο, έθνος παρία εντός της ΕΕ. Είναι σαφές ότι ως συλλογικότητα καλούμαστε οι ίδιοι, ατομικά και συλλογικά, να διαχειριστούμε το κενό ηγεσίας της χώρας και να προασπίσουμε το πολυτιμότερο αγαθό της μεταπολίτευσης, τους θεσμούς και τη δημοκρατία μας.
Γιώργος Βοσκόπουλος
Πηγή: gvoskop.wordpress.com
Πηγή: gvoskop.wordpress.com
.~`~.
II
Ο κατήφορος
Η ελεύθερη πτώση πολιτικού συστήματος και κοινωνίας συνεχίζεται με συνέπεια στις νέο-αποικιακές ρυθμίσεις που έχουν επιβληθεί στη χώρα από το Βερολίνο.
Μέτρα που ανακοινώνονται, μέτρα που προκύπτουν, μέτρα που αποκρύπτονται επιμελώς σε μία τριτοσκοσμική δημοκρατία υψηλής κοινοβουλευτικής παστερίωσης.
Μέτρα που ανακοινώνονται, μέτρα που προκύπτουν, μέτρα που αποκρύπτονται επιμελώς σε μία τριτοσκοσμική δημοκρατία υψηλής κοινοβουλευτικής παστερίωσης.
Το δράμα του ελληνικού Δήμου δεν φαίνεται να έχει τέλος, αφού το πολιτικό σύστημα εξαϋλώθηκε καθιστώντας τη χώρα εταίρα των εταίρων.
Οι συνθήκες απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος είναι πρωτοφανείς. Στην προσπάθεια αυτοπροστασίας του ενεργοποιεί αρνητικά αντανακλαστικά σε σημείο που αναρωτιέται κανείς τι θα έχει απομείνει όταν η κρίση θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο οργανωτικής και συνταγματικής φαυλότητας που αποδομεί τη χώρα.
Είχα επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο μου ότι «ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης εφαρμόζεται στη χώρα μας με πρωτοβουλία της ΕΕ και τη συναίνεση της ηγεσίας της χώρας.
Πρόκειται για ένα νέο σοβιετικό μοντέλο που θεμελιώνεται στον εκφοβισμό, τη διεξαγωγή ενός ψυχολογικού πολέμου έναντι των πολιτών, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και κοινωνική αποδόμηση, τη διάχυση της φτώχειας, την αποδόμηση της συνταγματικής τάξης πραγμάτων της χώρας».
Η Ελλάδα αποτελεί ένα πείραμα όπως επεσήμανε ορθά το BBC.
Πείραμα δημοσιονομικό αλλά και ταυτόχρονα πολιτειακό.
Οι συνθήκες απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος είναι πρωτοφανείς. Στην προσπάθεια αυτοπροστασίας του ενεργοποιεί αρνητικά αντανακλαστικά σε σημείο που αναρωτιέται κανείς τι θα έχει απομείνει όταν η κρίση θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο οργανωτικής και συνταγματικής φαυλότητας που αποδομεί τη χώρα.
Είχα επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο μου ότι «ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης εφαρμόζεται στη χώρα μας με πρωτοβουλία της ΕΕ και τη συναίνεση της ηγεσίας της χώρας.
Πρόκειται για ένα νέο σοβιετικό μοντέλο που θεμελιώνεται στον εκφοβισμό, τη διεξαγωγή ενός ψυχολογικού πολέμου έναντι των πολιτών, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και κοινωνική αποδόμηση, τη διάχυση της φτώχειας, την αποδόμηση της συνταγματικής τάξης πραγμάτων της χώρας».
Η Ελλάδα αποτελεί ένα πείραμα όπως επεσήμανε ορθά το BBC.
Πείραμα δημοσιονομικό αλλά και ταυτόχρονα πολιτειακό.
Είναι σαφές ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται το κενό ηγεσίας της χώρας.
Ο φόβος και η αμηχανία τους αποτελούν απόδειξη της συντριβής και όχι νίκης του πολιτικού συστήματος.
Είναι η απόδειξη της αποτυχίας του να δικαιολογήσει τον καταστατικό ρόλο του, τη συνταγματική δέσμευση του να προασπίσει ένα λαό.
Υπό αυτό το πρίσμα η ανάγκη στήριξης των μνημονιακών επιταγών επιβάλλει την ιδεολογική συνύπαρξη ετερογενών δυνάμεων.
Είναι αυτό το τέλος της ιδεολογίας στη χώρα;
Συνιστά μία εφήμερη παρενέργεια της κρίσης;
Πιθανότατα ναι, εκτός κι αν οι παρούσες οργανωτικές δομές εξελιχθούν σε μία εκφυλιστική κανονικότητα.
Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα δεν χαρακτηρίζονται ως στατικής υφής διεργασίες.
Οι εισροές είναι σχεδόν καθημερινές και μετατρέπονται σε απροσδιόριστες ποσοτικά και ποιοτικά εκροές.
Αυτό αντανακλάται και στις δημοσκοπήσεις, στιγμιαίες αποτυπώσεις τάσεων και αντιδράσεων μιας αποπροσανατολισμένης κοινής γνώμης την οποία τόσοι πολλοί προσπαθούν επιμελώς να επηρεάσουν.
Ο φόβος και η αμηχανία τους αποτελούν απόδειξη της συντριβής και όχι νίκης του πολιτικού συστήματος.
Είναι η απόδειξη της αποτυχίας του να δικαιολογήσει τον καταστατικό ρόλο του, τη συνταγματική δέσμευση του να προασπίσει ένα λαό.
Υπό αυτό το πρίσμα η ανάγκη στήριξης των μνημονιακών επιταγών επιβάλλει την ιδεολογική συνύπαρξη ετερογενών δυνάμεων.
Είναι αυτό το τέλος της ιδεολογίας στη χώρα;
Συνιστά μία εφήμερη παρενέργεια της κρίσης;
Πιθανότατα ναι, εκτός κι αν οι παρούσες οργανωτικές δομές εξελιχθούν σε μία εκφυλιστική κανονικότητα.
Τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα δεν χαρακτηρίζονται ως στατικής υφής διεργασίες.
Οι εισροές είναι σχεδόν καθημερινές και μετατρέπονται σε απροσδιόριστες ποσοτικά και ποιοτικά εκροές.
Αυτό αντανακλάται και στις δημοσκοπήσεις, στιγμιαίες αποτυπώσεις τάσεων και αντιδράσεων μιας αποπροσανατολισμένης κοινής γνώμης την οποία τόσοι πολλοί προσπαθούν επιμελώς να επηρεάσουν.
Tο ίδιο το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να «ανανεωθεί» με «νέους» φορείς γκρίζας απόχρωσης και προέλευσης, χωρίς θέσεις, χωρίς ένα σαφές ιδεολογικό και διαχειριστικό υπόβαθρο, χωρίς προτάσεις. Συνιστούν αυτές αξιόπιστες λύσεις σε ένα δημοσιονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και συνταγματικό αδιέδοξο ή άλλη μία πινελιά στο θολό πολιτικό τοπίο και στην έλλειψη αξιοπιστίας;
Στη νέα ανθρωπογεωγραφία της φτώχειας προστέθηκε το ιδεολογικό κενό των νέων πολιτικών φορέων.
Η χρονική συγκυρία της εμφάνισης τους δημιουργεί μόνο ερωτηματικά, τουλάχιστον για όσους και όσες κατέστησαν πιο σοφοί μέσα από την παιδαγωγική της κρίσης.
Στη νέα ανθρωπογεωγραφία της φτώχειας προστέθηκε το ιδεολογικό κενό των νέων πολιτικών φορέων.
Η χρονική συγκυρία της εμφάνισης τους δημιουργεί μόνο ερωτηματικά, τουλάχιστον για όσους και όσες κατέστησαν πιο σοφοί μέσα από την παιδαγωγική της κρίσης.
Η «νέα Ελλάδα» οικοδομείται για τους Έλληνες χωρίς τους Έλληνες.
Αν δεν αλλάξει κάτι οι ίδιοι θα αποτελούν παθητικούς συντελεστές μίας μετα-νεωτερικής οικονομικο-κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας σε ένα οργανωτικό περιβάλλον που θα εμπεριέχει σοβιετικής αντίληψης οργανωτικά στοιχεία και βαλκανικής έμπνευσης κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα.
Αν δεν αλλάξει κάτι οι ίδιοι θα αποτελούν παθητικούς συντελεστές μίας μετα-νεωτερικής οικονομικο-κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας σε ένα οργανωτικό περιβάλλον που θα εμπεριέχει σοβιετικής αντίληψης οργανωτικά στοιχεία και βαλκανικής έμπνευσης κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα.
Γιώργος Βοσκόπουλος - Πηγή: thinkfree
.~`~.
III
Διαφθορά & εθνικά συμφέροντα
Η αποτυχία του συστήματος διακυβέρνησης της μεταπολίτευσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Η οικονομική κατάρρευση της χώρας αποτελεί αποτέλεσμα της ανικανότητας των ηγεσιών να κυβερνήσουν ορθολογικά επιβάλλοντας κανόνες διαφάνειας.
Η σημερινή τριτοκοσμική εικόνα της Ελλάδας αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός της αποτυχίας τους.
Τα κόμματα ως φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης απέτυχαν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο διακυβέρνησης το οποίο να οικοδομείται στην αξιοκρατία, τη διαφάνεια, την ανάδειξη των ικανών, την επίτευξη εθνικών στόχων.
Η οικονομική κατάρρευση της χώρας αποτελεί αποτέλεσμα της ανικανότητας των ηγεσιών να κυβερνήσουν ορθολογικά επιβάλλοντας κανόνες διαφάνειας.
Η σημερινή τριτοκοσμική εικόνα της Ελλάδας αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός της αποτυχίας τους.
Τα κόμματα ως φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης απέτυχαν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο διακυβέρνησης το οποίο να οικοδομείται στην αξιοκρατία, τη διαφάνεια, την ανάδειξη των ικανών, την επίτευξη εθνικών στόχων.
Το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού εκ του αποτελέσματος τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα.
Πως είναι δυνατόν μία μη ορθολογική και κυρίως διεφθαρμένη ηγεσία να διαχειριστεί με επιτυχία τα εθνικά ζητήματα και προασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα;
Πως είναι δυνατόν μία μη ορθολογική και κυρίως διεφθαρμένη ηγεσία να διαχειριστεί με επιτυχία τα εθνικά ζητήματα και προασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα;
Το σύστημα διαφθοράς διέβρωσε επιχειρησιακά την ικανότητα των ηγεσιών να προασπιστούν σθεναρά ελληνικές θέσεις και αιτήματα.
Ως αποτέλεσμα, η χώρα υπέστη ήττες σε επίπεδο διμερών σχέσεων, ενώ η εξωτερική της πολιτική χαρακτηρίστηκε από παλινδρομήσεις.
Το προσωποκεντρικό και όχι θεσμικό πλαίσιο χάραξης εξωτερικής πολιτικής σε συνδυασμό με τη γενικευμένη διαφθορά ανέδειξε τις εύλογες αδυναμίες των ηγεσιών να υλοποιήσουν επιχειρησιακά ένα συγκροτημένο σχέδιο εθνικής στρατηγικής.
Οι ηγέτες απέτυχαν να θέσουν υλοποιήσιμους στόχους, να ορίσουν προτεραιότητες και να εναρμονίσουν τα διαθέσιμα μέσα με τους ονομαστικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής.
Η διαφθορά βαλκανοποίησε περαιτέρω τη χώρα και αποδυνάμωσε όχι μόνο τη διεθνή της αξιοπιστία αλλά και την αντικειμενική ικανότητα των ηγεσιών να διαπραγματευτούν ζωτικά εθνικά συμφέροντα χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις.
Ως αποτέλεσμα, η χώρα υπέστη ήττες σε επίπεδο διμερών σχέσεων, ενώ η εξωτερική της πολιτική χαρακτηρίστηκε από παλινδρομήσεις.
Το προσωποκεντρικό και όχι θεσμικό πλαίσιο χάραξης εξωτερικής πολιτικής σε συνδυασμό με τη γενικευμένη διαφθορά ανέδειξε τις εύλογες αδυναμίες των ηγεσιών να υλοποιήσουν επιχειρησιακά ένα συγκροτημένο σχέδιο εθνικής στρατηγικής.
Οι ηγέτες απέτυχαν να θέσουν υλοποιήσιμους στόχους, να ορίσουν προτεραιότητες και να εναρμονίσουν τα διαθέσιμα μέσα με τους ονομαστικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής.
Η διαφθορά βαλκανοποίησε περαιτέρω τη χώρα και αποδυνάμωσε όχι μόνο τη διεθνή της αξιοπιστία αλλά και την αντικειμενική ικανότητα των ηγεσιών να διαπραγματευτούν ζωτικά εθνικά συμφέροντα χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις.
Τα παραπάνω δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης.
Όπως επισημαίνει ο Μαρκ Πλάτνερ, «η παγκοσμιοποίηση αποψιλώνει τις εθνικές κυβερνήσεις από αποτελεσματικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων».
Η διαφθορά στη χώρα επιδείνωσε αυτή τη δομική ανικανότητα και κατέστησε τις ηγεσίες αδύναμες να διαπραγματευτούν και προασπιστούν τη συλλογικότητα.
Αυτή την αίσθηση έχει σήμερα και ο ελληνικός λαός, ότι κάποιοι δεν προασπίστηκαν αποφασιστικά τα συμφέροντα του και τον κατέστησαν ένα τριτοκοσμικό έθνος.
Το έπραξαν στο όνομα του ιδιωτικού και όχι δημόσιου συμφέροντος.
Όπως επισημαίνει ο Μαρκ Πλάτνερ, «η παγκοσμιοποίηση αποψιλώνει τις εθνικές κυβερνήσεις από αποτελεσματικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων».
Η διαφθορά στη χώρα επιδείνωσε αυτή τη δομική ανικανότητα και κατέστησε τις ηγεσίες αδύναμες να διαπραγματευτούν και προασπιστούν τη συλλογικότητα.
Αυτή την αίσθηση έχει σήμερα και ο ελληνικός λαός, ότι κάποιοι δεν προασπίστηκαν αποφασιστικά τα συμφέροντα του και τον κατέστησαν ένα τριτοκοσμικό έθνος.
Το έπραξαν στο όνομα του ιδιωτικού και όχι δημόσιου συμφέροντος.
Γιώργος Βοσκόπουλος - Πηγή: academia.edu
.~`~.
IV
Το φοβικό μας σύνδρομο,
η εθνική ουτοπία & η συντριβή
η εθνική ουτοπία & η συντριβή
Τα πρωτογενή χαρακτηριστικά της σημερινής Ελλάδας είναι η σιωπηλή αποδοχή, η έλλειψη αντανακλαστικών και αυτοσεβασμού, η καταβαράθρωση της εθνικής αξιοπρέπειας, η έλλειψη συλλογικής μνήμης.
Προέκυψαν από μία πορεία εθνικών συμβιβασμών, ηττοπάθειας, φοβικών συμπλεγμάτων, κυριαρχίας του εγώ έναντι του εμείς.
Προέκυψαν από μία πορεία εθνικών συμβιβασμών, ηττοπάθειας, φοβικών συμπλεγμάτων, κυριαρχίας του εγώ έναντι του εμείς.
Η κρίση των Ιμίων και ο τρόπος αντιμετώπισης της ως ένα περίπου φυσιολογικό γεγονός σηματοδότησε μία νέα εποχή για τον αυτοσεβασμό μας ως πολιτικό σύστημα και συλλογικότητα, για το εθνικό σύστημα αξιών μας, την αποφασιστικότητα και αγωνιστικότητα μας, τη διάθεση να αναλάβουμε ρίσκο.
Η τελευταία παράμετρος αποτελεί θεμέλιο λίθο οποιασδήποτε εθνικής στρατηγικής.
Ήταν η ιστορική στιγμή αποδοχής της εθνικής ήττας ως «ορθολογικής» πράξης, η τελευταία σκηνή του δράματος της πτώσης στο κενό σε επίπεδο διεθνούς κύρους και αξιολόγησης από πλευράς τρίτων.
Η τελευταία παράμετρος αποτελεί θεμέλιο λίθο οποιασδήποτε εθνικής στρατηγικής.
Ήταν η ιστορική στιγμή αποδοχής της εθνικής ήττας ως «ορθολογικής» πράξης, η τελευταία σκηνή του δράματος της πτώσης στο κενό σε επίπεδο διεθνούς κύρους και αξιολόγησης από πλευράς τρίτων.
Ακολούθησε η «εθνική ανάταση» με τη σαθρή όπως απεδείχθη ένταξη μας στην ευρωζώνη, στον σκληρό πυρήνα του ευρώ.
Η εθνική νιρβάνα συνεχίστηκε με τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων και τη σκύλευση του οικονομικού πτώματος της χώρας.
Επικοινωνιακά τρυκ και η πλασματική ευφορία ενός αποπροσανατολισμένου λαού δεν επέτρεψαν στην κοινή γνώμη να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κινδύνου και το επερχόμενο αδιέξοδο.
Η εθνική νιρβάνα συνεχίστηκε με τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων και τη σκύλευση του οικονομικού πτώματος της χώρας.
Επικοινωνιακά τρυκ και η πλασματική ευφορία ενός αποπροσανατολισμένου λαού δεν επέτρεψαν στην κοινή γνώμη να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κινδύνου και το επερχόμενο αδιέξοδο.
Σε ένα άρθρο του ο Α. Καρακούσης («Αγοράζουμε όπλα για να πάρουμε δάνεια», ΤΟ ΒΗΜΑ, 3-2-2009) περιέγραψε το μέγεθος του προβλήματος επισημαίνοντας:
«Η ελληνική οικονομική περιπλοκή, σχεδόν μόνιμη από τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, εξέθετε σχεδόν πάντα -πολύ περισσότερο σε περιόδους κρίσης- τη χώρα σε πιέσεις και εκβιασμούς από τις μεγάλες δυνάμεις.
Στην παρούσα συγκυρία της διεθνούς πιστωτικής κρίσης η ασθενής και εξαρτώμενη από τους δανειστές της Ελλάδα είναι αναγκασμένη και πάλι να προσφέρει ή να παζαρέψει βαρύτατα αντισταθμίσματα, προκειμένου να εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση του δυσθεώρητου δημοσίου χρέους των 260 δισ. ευρώ.
Παλεύει σε δυσμενείς συνθήκες, υποβαθμιζόμενη ως προς την πιστοληπτική δυνατότητά της από τους οίκους αξιολόγησης, να εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση των παλαιών χρεών και την εξεύρεση νέων χρηματοδοτικών πόρων για την κάλυψη των υπερβολικών ελλειμμάτων.
Ήδη από την αρχή του νέου χρόνου αντιμετωπίζει δύσκολες αγορές, πληρώνει πανύψηλα επιτόκια…
Με την πλάτη λοιπόν στον τοίχο, με το χρέος να πιέζει ασφυκτικά και με τις αγγλοσαξονικές, τις γερμανικές και τις γαλλικές εφημερίδες να περιγράφουν την Ελλάδα ως ασθενή κρίκο της ευρωζώνης και να την αντιμετωπίζουν ως οιονεί κίνδυνο της σταθερότητας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δεν έχει και μεγάλη σημασία τι συνέβη πρώτο:
Αν δηλαδή εμείς προσφέραμε ως αντιστάθμισμα της σχετικής χρηματοδοτικής μας άνεσης το δέλεαρ των εξοπλιστικών προμηθειών ή μας επιβλήθηκε από τις «φίλιες» κυβερνήσεις ως εχέγγυο για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους».
Στην παρούσα συγκυρία της διεθνούς πιστωτικής κρίσης η ασθενής και εξαρτώμενη από τους δανειστές της Ελλάδα είναι αναγκασμένη και πάλι να προσφέρει ή να παζαρέψει βαρύτατα αντισταθμίσματα, προκειμένου να εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση του δυσθεώρητου δημοσίου χρέους των 260 δισ. ευρώ.
Παλεύει σε δυσμενείς συνθήκες, υποβαθμιζόμενη ως προς την πιστοληπτική δυνατότητά της από τους οίκους αξιολόγησης, να εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση των παλαιών χρεών και την εξεύρεση νέων χρηματοδοτικών πόρων για την κάλυψη των υπερβολικών ελλειμμάτων.
Ήδη από την αρχή του νέου χρόνου αντιμετωπίζει δύσκολες αγορές, πληρώνει πανύψηλα επιτόκια…
Με την πλάτη λοιπόν στον τοίχο, με το χρέος να πιέζει ασφυκτικά και με τις αγγλοσαξονικές, τις γερμανικές και τις γαλλικές εφημερίδες να περιγράφουν την Ελλάδα ως ασθενή κρίκο της ευρωζώνης και να την αντιμετωπίζουν ως οιονεί κίνδυνο της σταθερότητας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δεν έχει και μεγάλη σημασία τι συνέβη πρώτο:
Αν δηλαδή εμείς προσφέραμε ως αντιστάθμισμα της σχετικής χρηματοδοτικής μας άνεσης το δέλεαρ των εξοπλιστικών προμηθειών ή μας επιβλήθηκε από τις «φίλιες» κυβερνήσεις ως εχέγγυο για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους».
Ήταν σαφές ότι το δημοσιονομικό αδιέξοδο εγκλώβιζε τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης που περιόριζε τα όρια δράσης της και την οδηγούσε στην καταστροφή.
Στο ίδιο διάστημα (1996 και εντεύθεν) στο εσωτερικό η χώρα μετεβλήθη σε ένα εργαστήρι αντιπαράθεσης «μετα-νεωτερικών αντιλήψεων».
Η έννοια πατρίδα ισοπεδώθηκε από τον κοσμοπολιτισμό, τις ιδεοληψίες, την αποστασιοποίηση από το εθνικό κέντρο ενός τμήματος της αριστεράς και την απόρριψη από πλευράς της, της έννοιας του «εθνικού» ως μία παρωχημένη αντίληψη.
Στο ίδιο διάστημα (1996 και εντεύθεν) στο εσωτερικό η χώρα μετεβλήθη σε ένα εργαστήρι αντιπαράθεσης «μετα-νεωτερικών αντιλήψεων».
Η έννοια πατρίδα ισοπεδώθηκε από τον κοσμοπολιτισμό, τις ιδεοληψίες, την αποστασιοποίηση από το εθνικό κέντρο ενός τμήματος της αριστεράς και την απόρριψη από πλευράς της, της έννοιας του «εθνικού» ως μία παρωχημένη αντίληψη.
Για ένα πολιτικό σύστημα και μία κοινωνία όπου οι εθνικοί στόχοι αποτελούσαν ένα νεφέλωμα συλλογικής ψευδαίσθησης, οι όροι πρόβλεψη και επιβίωση συνιστούσαν καινοφανή ορθολογικά διαβήματα και αιτήματα στον μικρόκοσμο μίας αμέριμνα εποχούμενης χώρας σε ένα εξόχως ανταγωνιστικό και επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον.
Σταδιακά ο καταναλωτισμός και το προσωπικό όφελος, επί μέρους, κατατετμημένα και ανταγωνιστικά μεταξύ τους ατομικά συμφέροντα εκπαραθύρωσαν κάθε έννοια συλλογικής αξιοπρέπειας, αξιοπιστίας και εθνικών στόχων.
Υπό αυτές τις συνθήκες η πτώση ήταν αναμενόμενη. Συνιστούσε μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Το έδαφος προλειάνθηκε από έναν συμβιβαστικό μινιμαλισμό, την αδυναμία, ανικανότητα και απροθυμία ενός λαού να προασπίσει εθνικές κόκκινες γραμμές, τα μειωμένα αντανακλαστικά της κοινωνίας, την κυριαρχία πολιτικών πυγμαίων, την εξαΰλωση μη υλικών αξιών από τον εφήμερο υλισμό, τη ματαιοδοξία ενός ευρωπαίου επαρχιώτη.
Υπό αυτές τις συνθήκες η πτώση ήταν αναμενόμενη. Συνιστούσε μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Το έδαφος προλειάνθηκε από έναν συμβιβαστικό μινιμαλισμό, την αδυναμία, ανικανότητα και απροθυμία ενός λαού να προασπίσει εθνικές κόκκινες γραμμές, τα μειωμένα αντανακλαστικά της κοινωνίας, την κυριαρχία πολιτικών πυγμαίων, την εξαΰλωση μη υλικών αξιών από τον εφήμερο υλισμό, τη ματαιοδοξία ενός ευρωπαίου επαρχιώτη.
Σήμερα η Ελλάδα κατέστη η πατρίδα του κλαυσίγελου.
Εκεί όπου η συντριβή βαφτίζεται επιτυχία.
Όπου η εθνική ήττα μπορεί να προσδιοριστεί «αξιοπρεπής».
Όπου το βουβό κλάμα στο εσωτερικό στροβιλίζεται στον αέρα με το γέλιο των εκτός των πυλών. Αυτών που στο εσωτερικό δεν γνωρίζουν το μέγεθος της ήττας που υπέστησαν και αυτών στο εξωτερικό που γνωρίζουν το μέγεθος της νίκης τους.
Εκεί όπου η συντριβή βαφτίζεται επιτυχία.
Όπου η εθνική ήττα μπορεί να προσδιοριστεί «αξιοπρεπής».
Όπου το βουβό κλάμα στο εσωτερικό στροβιλίζεται στον αέρα με το γέλιο των εκτός των πυλών. Αυτών που στο εσωτερικό δεν γνωρίζουν το μέγεθος της ήττας που υπέστησαν και αυτών στο εξωτερικό που γνωρίζουν το μέγεθος της νίκης τους.
Γιώργος Βοσκόπουλος - Πηγή: academia.edu
*
Ο Γιώργος Βοσκόπουλος αναπληρωτής καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Brock (Καναδάς) και του ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου (1996).
Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Lancaster (1997) και αναγορεύτηκε διδάκτορας Ευρωπαϊκών Σπουδών από το Πανεπιστήμιο Exeter, Centre for European Studies (2001).
Η διατριβή του με τίτλο "Greece, Common Foreign and Security Policy and the European Union: Interaction Within and Between a Zone of Peace and a Zone of Tumoil as an Explanatory Factor"ανέλυσε τα δομικά προβλήματα διαμόρφωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα πλαίσια χάραξης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι επιμελητής μαζί με τον James Mitchell (California State University, Northridge), του έργου American Politics and Government in Focus, Whittier Publishers, New York, 2005.
Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Lancaster (1997) και αναγορεύτηκε διδάκτορας Ευρωπαϊκών Σπουδών από το Πανεπιστήμιο Exeter, Centre for European Studies (2001).
Η διατριβή του με τίτλο "Greece, Common Foreign and Security Policy and the European Union: Interaction Within and Between a Zone of Peace and a Zone of Tumoil as an Explanatory Factor"ανέλυσε τα δομικά προβλήματα διαμόρφωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα πλαίσια χάραξης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι επιμελητής μαζί με τον James Mitchell (California State University, Northridge), του έργου American Politics and Government in Focus, Whittier Publishers, New York, 2005.
Βιβλία του στην ελληνική:
1. Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ποιότητα (2012)
2. Ευρωπαϊκή Ένωση, Επίκεντρο (2009)
3. Η οικοδόμηση της Ευρώπης, Ποιότητα (2008)
4. Ελληνική εξωτερική πολιτική, Εκδόσεις Παπαζήση (2005).
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
1. Ο ψυχρός πόλεμος, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης (2012) 2. Russia the EU and the US as a security triangle, Ευρασία [κείμενα, επιμέλεια] (2011) 3. South-Eastern Europe Today: Problems and Perspectives. The Greek and the German Aspect, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου [εισήγηση] (2010).
1. Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ποιότητα (2012)
2. Ευρωπαϊκή Ένωση, Επίκεντρο (2009)
3. Η οικοδόμηση της Ευρώπης, Ποιότητα (2008)
4. Ελληνική εξωτερική πολιτική, Εκδόσεις Παπαζήση (2005).
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
1. Ο ψυχρός πόλεμος, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης (2012) 2. Russia the EU and the US as a security triangle, Ευρασία [κείμενα, επιμέλεια] (2011) 3. South-Eastern Europe Today: Problems and Perspectives. The Greek and the German Aspect, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου [εισήγηση] (2010).
1) Για την «κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και την άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση»και για τη «σταθερή μεταβολή της Ελλάδας σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων»έχει γράψει ο Παναγιώτης Κονδύλης.
2) Για την μεθοδευμένη αιχμαλωσία της ελληνικής κοινωνίας από ένα αναχρονιστικό και ανίκανο πολιτικό σύστημα, ένα στεγανό και κλειστό σύστημα εξουσίας, μια δομή εξουσιαστικών συμφερόντων που περιορισμένα μόνον επηρεάζεται από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, ένα σύμπλεγμα κρατικοδίαιτων ή μη επιχειρηματιών που έχουν άμεσα ή έμμεσα οφέλη από τη συμμετοχή τους στην εξουσιαστική δομή και τα ΜΜΕ, έχει γράψει ο πρώην πρέσβης Ευστράτιος Αλμπάνης.
3) Για τα πλαίσια και τις συνέπειες της υποτέλειαςέχει γράψει ο Περικλής Ροδάκης.
4) Για την «κρίση των κομμάτων» και τον «δρόμο προς την υποτέλεια»έχουν γράψει οι Gunnar Heringκαι Jean Meynard.
5) Για την εξωτερική πολιτική: θεωρία και εφαρμοσμένη πολιτική, από τον Γιώργο Βοσκόπουλο εδώ.Περισσότερες αναρτήσεις για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
2) Για την μεθοδευμένη αιχμαλωσία της ελληνικής κοινωνίας από ένα αναχρονιστικό και ανίκανο πολιτικό σύστημα, ένα στεγανό και κλειστό σύστημα εξουσίας, μια δομή εξουσιαστικών συμφερόντων που περιορισμένα μόνον επηρεάζεται από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, ένα σύμπλεγμα κρατικοδίαιτων ή μη επιχειρηματιών που έχουν άμεσα ή έμμεσα οφέλη από τη συμμετοχή τους στην εξουσιαστική δομή και τα ΜΜΕ, έχει γράψει ο πρώην πρέσβης Ευστράτιος Αλμπάνης.
3) Για τα πλαίσια και τις συνέπειες της υποτέλειαςέχει γράψει ο Περικλής Ροδάκης.
4) Για την «κρίση των κομμάτων» και τον «δρόμο προς την υποτέλεια»έχουν γράψει οι Gunnar Heringκαι Jean Meynard.
5) Για την εξωτερική πολιτική: θεωρία και εφαρμοσμένη πολιτική, από τον Γιώργο Βοσκόπουλο εδώ.Περισσότερες αναρτήσεις για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
- Από την κρίση των κομμάτων, στον δρόμο προς την υποτέλεια και τις επακόλουθες ψευδαισθήσεις. Tο τέλος του μακρού 20ού αιώνα της Ελλάδας - μέρος α´.
- Ενθυμήσεις και -μεταβατικά- σημεία καμπής της αποσύνθεσης του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος.
- Ευερέθιστες, αλλά αναγκαίες ενθυμήσεις και παρατηρήσεις.
- Ελλάδα και παγκοσμιοποίηση - μέρος α´. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
- Ενθυμήσεις για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας, τη παλαιότερη διάψευση των προσδοκιών, τη κρίση των κομμάτων κατά τη περίοδο ανάμεσα στην τότε χρεοκοπία και τον πόλεμο και τη δημιουργία της «Εθνικής Εταιρείας»'καθώς και ένα παράρτημα.
- Ιστορικές ενθυμήσεις για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, τα όρια του θεωρήματος των πελατειακών σχέσεων, ορισμένες αναλύσεις και συγκρίσεις, και αόριστες σοφιστείες περί εξουσίας.
- Εξωτερική πολιτική: θεωρία και εφαρμοσμένη πολιτική.
- Απόσπασμα από ένα κλασικό κείμενο: Τουρκία, Ευρώπη, Ευρασία - και Ελλάδα.
- Περί της -δήθεν αυτονόητης- «πρωτοκαθεδρίας» της εσωτερικής πολιτικής I.
- Τρία κείμενα για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τις Η.Π.Α σχετιζόμενα με τη θεωρία του Huntington και δύο κείμενα για την αποπαγκοσμιοποίηση και τα γεωπολιτικά ρήγματα στην Ευρώπη.
- Οι δομές του νεοφασισμού και Η αποστολή του Σαμαρά και τα «άκρα». Η Ελλάδα δεν αντέχει τις χειραγωγήσεις.
- Μετα-πολιτική μετα-ανθρωπότητα στο ελλαδικό μετα-κράτος του Σαμαρά και του Τσίπρα.
- Εισαγωγικά για το εσωτερικό κομματικό -ονομάζεται και- «πολιτικό» σκηνικό της χώρας, την ιστορικότητα του και τρεις υποθέσεις για τα ελληνικά κόμματα'καθώς και μια παρέκβαση.
- Εισαγωγικά για την ιστορικότητα της αιτίασης της διαφθοράς και των κομματικών συστημάτων στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.
- Πλαίσια και συνέπειες της υποτέλειας - μέρος α´.
- Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις, (η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)...
- Δύο σχόλια για το εσωτερικό: Το δικαίωμα των νέων στην πολιτική παιδεία και «Υπαρκτή Δημοκρατία» χωρίς πολιτική και χωρίς κόμματα. Δεν μπορούμε να χάσουμε άλλα 40 χρόνια.
- Για έναν ερωτικό Λόγο -α.
- Ας προσπαθήσουμε να ρωτήσουμε το μαντείο για τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας... - μέρος α.
- Ας προσπαθήσουμε να ρωτήσουμε το μαντείο για τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας... - μέρος β.
- Ορισμένες σκέψεις.
- Σκέψεις χρείας.
- Εισαγωγή στη νεοελληνική ἀστική ἰδεολογία. Οι παρενέργειες του γλωσσικού, τέχνη και επιστήμη, και η νεοελληνική ἀστική ἰδεολογία καί η ἀριστερά.
- Ενθυμήσεις παραμέτρων και ψευδαισθήσεων - για το εσωτερικό «πολιτικό» σκηνικό.
12/14/14--05:38:
Η μονοδιάστατη & η πολυδιάστατη ερμηνεία του Διαφωτισμού
Η μονοδιάστατη & η πολυδιάστατη ερμηνεία του Διαφωτισμού
α´
Από τη σχηματική και αποσπασματική παρουσίαση της ζωής και του έργου ορισμένων βασικών εκπροσώπων της διαφωτιστικής σκέψης, όπως τη συναντούμε στην Geschichte der Philosophieτου Karl Vorländer, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκομίσουμε μια συνολική εικόνα του Διαφωτισμού και της εποχής του που να ικανοποιεί τις σημερινές γνώσεις και απαιτήσεις μας'είναι όμως δυνατό να διακρίνουμε με μεγάλη ακρίβεια στις σελίδες της μια γενική θεώρηση του Διαφωτισμού που υπήρξε χαρακτηριστική για ορισμένη ερμηνευτική κατεύθυνση και διατηρεί ακόμη κάποια επίκαιρα στοιχεία.
Σύμφωνα μ'αυτήν, ο Διαφωτισμός χαρακτηρίζεται αφ'ενός από τη διάδοση εμπειριστικών και αισθησιοκρατικών τάσεων, αφ'ετέρου από την προγραμματική πρόταξη της αξίωσης του ανθρώπινου λόγου να υπερνικήσει το πρόβλημα του κόσμου με τις δικές του δυνάμεις και να διαπλάσει τον ανθρώπινο βίο όπως αυτός κρίνει ορθότερο.
Όμως ένας Λόγος που εξαρτάται γνωστικά από την αισθητή εμπειρία, δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της σκέψης της απλής διάνοιας, ενώ ο εμπειρισμός και η αισθησιοκρατία ως τέτοιες κινδυνεύουν να εκφυλιστούν σε έναν χονδροειδή υλισμό.
Σύμφωνα μ'αυτήν, ο Διαφωτισμός χαρακτηρίζεται αφ'ενός από τη διάδοση εμπειριστικών και αισθησιοκρατικών τάσεων, αφ'ετέρου από την προγραμματική πρόταξη της αξίωσης του ανθρώπινου λόγου να υπερνικήσει το πρόβλημα του κόσμου με τις δικές του δυνάμεις και να διαπλάσει τον ανθρώπινο βίο όπως αυτός κρίνει ορθότερο.
Όμως ένας Λόγος που εξαρτάται γνωστικά από την αισθητή εμπειρία, δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της σκέψης της απλής διάνοιας, ενώ ο εμπειρισμός και η αισθησιοκρατία ως τέτοιες κινδυνεύουν να εκφυλιστούν σε έναν χονδροειδή υλισμό.
Η αποδοχή ενός Διαφωτισμού με κύριο γνώρισμα τη διάνοια συνεπάγεται ότι αντινοησιαρχικά ρεύματα όπως η φιλοσοφία του αισθήματος δεν επιτρέπεται να συγκαταλέγονται στον Διαφωτισμό με την αυστηρή έννοια του όρου'και το εξαγόμενο πάλι συμπέρασμα από την αποδοχή μιας θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ της αξίωσης του αυτόνομου Λόγου και της εμμονής στην αισθητή εμπειρία είναι ότι για την υπέρβαση της απαιτείται μια φιλοσοφική σύνθεση, όπως εκείνη που επιχειρήθηκε από τον Kant.
Η εξέταση του Διαφωτισμού sub specie philosophiae kantianae, με την τελευταία να παρουσιάζεται ως τελείωση του, σημαίνει βεβαίως ότι εισάγουμε λάθρα τελολογικές αντιλήψεις σε μια εξέλιξη που καθ'εαυτήν υπήρξε ανοιχτή, και ότι πραγματευόμαστε κατά τρόπο αντίστοιχο το υλικό της ιστορίας των ιδεών'πρό πάντων όμως σημαίνει ότι κατανοούμε κανονιστικά τη φύση του Διαφωτισμού, με την έννοια ότι τον συρρικνώνουμε, προκειμένου να παραμείνει «γνήσιος», σε εκείνους τους κανόνες που έθεσε και υπερασπίστηκε ο Kantμε τη διπλή απομάκρυνση του αφ'ενός από τον εμπειρισμό και τον σκεπτικισμό, αφ'ετέρου από τον δογματισμό και την παραδοσιακή οντολογία.
Η εξέταση του Διαφωτισμού sub specie philosophiae kantianae, με την τελευταία να παρουσιάζεται ως τελείωση του, σημαίνει βεβαίως ότι εισάγουμε λάθρα τελολογικές αντιλήψεις σε μια εξέλιξη που καθ'εαυτήν υπήρξε ανοιχτή, και ότι πραγματευόμαστε κατά τρόπο αντίστοιχο το υλικό της ιστορίας των ιδεών'πρό πάντων όμως σημαίνει ότι κατανοούμε κανονιστικά τη φύση του Διαφωτισμού, με την έννοια ότι τον συρρικνώνουμε, προκειμένου να παραμείνει «γνήσιος», σε εκείνους τους κανόνες που έθεσε και υπερασπίστηκε ο Kantμε τη διπλή απομάκρυνση του αφ'ενός από τον εμπειρισμό και τον σκεπτικισμό, αφ'ετέρου από τον δογματισμό και την παραδοσιακή οντολογία.
Η κανονιστική θεώρηση του Διαφωτισμού είναι επί πλέον υποχρεωμένη να παραδεχτεί άμεσα ή έμμεσα τον ορισμό του Kant για το περιεχόμενο του Διαφωτισμού ως «εξόδου του ανθρώπου από την ανηλικότητα του, της οποίας υπαίτιος είναι ο ίδιος».
Και τούτο, γιατί οι εκπρόσωποι της είναι φιλόσοφοι και ερευνητές που κατανοούν το διανοητικό τους εγχείρημα ως περαιτέρω εξέλιξη της πρωτεύουσας κατ'αυτούς πρακτικοηθικής αποστολής «του» Διαφωτισμού.
Ιδίως στη Γερμανία μετά το 1945, παρά τις όποιες αποχρώσεις, επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις, η θεώρηση αυτή υποστηρίζεται με μια έμφαση που συνήθως απουσιάζει από ανάλογες τάσεις στις αγγλοσαξωνικές χώρεςή τη Γαλλία.
Αυτό το φαινόμενο εξηγεί γιατί οι μεγάλες ωθήσεις, όσες ανάγκασαν την έρευνα των τελευταίων να αναθεωρήσει τις μονοδιάστατες ερμηνείες του Διαφωτισμού, δεν εκπορεύθηκαν από τη Γερμανία.
Πάντως το γεγονός αυτό είναι ψυχολογικά καθ'όλα κατανοητό: εκπηδά από τις τραυματικές εμπειρίες του εθνικοσοσιαλισμού και συμβαδίζει με την επιθυμία να επικρατήσει στη χώρα αυτή το διαφωτιστικό ιδεώδες ως συστατικό στοιχείο μιας φιλελεύθερης ή δημοκρατικής συνείδησης ικανής να υποβαστάξει ένα αντίστοιχα διαμορφωμένο κρατικό θεσμικό οικοδόμημα.
Εξ άλλου, το παρασκήνιο της ιστορίας των ιδεών ενισχύει ex negativo την τάση συγκερασμού της ιστορικής εικόνας του Διαφωτισμού με τις επικαιρικές διαφωτιστικές προθέσεις.
Και τούτο, γιατί οι εκπρόσωποι της είναι φιλόσοφοι και ερευνητές που κατανοούν το διανοητικό τους εγχείρημα ως περαιτέρω εξέλιξη της πρωτεύουσας κατ'αυτούς πρακτικοηθικής αποστολής «του» Διαφωτισμού.
Ιδίως στη Γερμανία μετά το 1945, παρά τις όποιες αποχρώσεις, επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις, η θεώρηση αυτή υποστηρίζεται με μια έμφαση που συνήθως απουσιάζει από ανάλογες τάσεις στις αγγλοσαξωνικές χώρεςή τη Γαλλία.
Αυτό το φαινόμενο εξηγεί γιατί οι μεγάλες ωθήσεις, όσες ανάγκασαν την έρευνα των τελευταίων να αναθεωρήσει τις μονοδιάστατες ερμηνείες του Διαφωτισμού, δεν εκπορεύθηκαν από τη Γερμανία.
Πάντως το γεγονός αυτό είναι ψυχολογικά καθ'όλα κατανοητό: εκπηδά από τις τραυματικές εμπειρίες του εθνικοσοσιαλισμού και συμβαδίζει με την επιθυμία να επικρατήσει στη χώρα αυτή το διαφωτιστικό ιδεώδες ως συστατικό στοιχείο μιας φιλελεύθερης ή δημοκρατικής συνείδησης ικανής να υποβαστάξει ένα αντίστοιχα διαμορφωμένο κρατικό θεσμικό οικοδόμημα.
Εξ άλλου, το παρασκήνιο της ιστορίας των ιδεών ενισχύει ex negativo την τάση συγκερασμού της ιστορικής εικόνας του Διαφωτισμού με τις επικαιρικές διαφωτιστικές προθέσεις.
Γιατί μολονότι κατά τον 19ο και 20ο αι. μεγάλα τμήματα της θύραθεν αστικής τάξης και οι σοσιαλιστές στο σύνολο τους έκαναν λόγο για τον Διαφωτισμό με την κανονιστική έννοια του όρου καιθετικά (κι όταν ακόμη με τον όρο αυτόν εννοούσαν εκάστοτε κάτι ολότελα διαφορετικό ή εξήραν διαφορετικές όψεις του), από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι ήδη τον 18ο αι. η αποκρυστάλλωση του αισθήματος της εθνικής ταυτότητας στη Γερμανία -και μάλιστα όχι μόνο σε κύκλους «αντιδραστικών»- συνοδεύτηκε επανειλημμένα από την επιδεικτική περιχαράκωση απέναντι στην υποτιθέμενη ρηχότητα του δυτικού-διαφωτιστικού πνεύματος.
Η στάση αυτή επιβίωσε τον 19ο αι. σε διάφορες εκδοχές και μάλιστα επανήλθε ενδυναμωμένη στο προσκήνιο τον 20ο αι., ιδίως κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά μετά τις Βερσαλλίες, εξέλιξη που εκδηλώθηκε σε αισθητίζοντες κύκλους διανοουμένων όπως επίσης και στη ριζοσπαστική Δεξιά.
Παρέλκει να αποδείξουμε εδώ ότι η επίδραση της στην επιστημονική διερεύνηση του Διαφωτισμού στη Γερμανία υπήρξε ενδεχομένως ακόμη πιο μοιραία και από εκείνην της μονοδιάστατης κανονιστικής αντίληψης.
Η στάση αυτή επιβίωσε τον 19ο αι. σε διάφορες εκδοχές και μάλιστα επανήλθε ενδυναμωμένη στο προσκήνιο τον 20ο αι., ιδίως κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά μετά τις Βερσαλλίες, εξέλιξη που εκδηλώθηκε σε αισθητίζοντες κύκλους διανοουμένων όπως επίσης και στη ριζοσπαστική Δεξιά.
Παρέλκει να αποδείξουμε εδώ ότι η επίδραση της στην επιστημονική διερεύνηση του Διαφωτισμού στη Γερμανία υπήρξε ενδεχομένως ακόμη πιο μοιραία και από εκείνην της μονοδιάστατης κανονιστικής αντίληψης.
β´
Οπωσδήποτε, αυτή η κοινωνικοπολιτικά υποκινούμενη έριδα για τη φύση του Διαφωτισμού δεν αποτελεί σε καμμιά περίπτωση αποκλειστικά γερμανικό φαινόμενο.
Γενικά, η συζήτηση γύρω από τον Διαφωτισμό, όταν αυτός άνηκε ήδη στο παρελθόν και μπορούσε επομένως να εξεταστεί αναδρομικά ή με κριτήριο τις εικαζόμενες συνέπειες του, διεξήχθη εξ αρχής υπό τη σκιά κοινωνικοπολιτικών βλέψεων και αναγκών, και μάλιστα στο πλαίσιο της μεγάλης θεωρητικής διαμάχης που ξέσπασε με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση και αντικείμενο την προϊστορία ή την εξελικτική πορεία της.
Φυσικά, οι πρωταγωνιστές ή οι θιασώτες της Επανάστασης δεν την κατανόησαν ούτε την παρουσίασαν ως ένα ακόμα επεισόδιο της συνήθους πολιτικής πορισμού ισχύος, αλλά αντίθετα ως μια ριζοσπαστική πολιτική καιηθικοπνευματική καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας'υπ'αυτό το πρίσμα, η Επανάσταση ήταν η έμπρακτη επαλήθευση όλων των ιδεών και των οραμάτων του Διαφωτισμού.
Όμως και οι πολέμιοι της Επανάστασης υπέθεσαν εξ ίσου φυσικά έναν οργανικό δεσμό μεταξύ εκείνης και του Διαφωτισμού - αν και με αντεστραμμένο πρόσημο: στα δικά τους μάτια η Επανάσταση αποτελούσε το βδελυρό αλλά αναπόδραστο γέννημα της μακράς υπονόμευσης των αξιών του χριστιανισμού και των νομοκατεστημένων τάξεων από μια μειονότητα διανοουμένων διψασμενων για ισχύ, που εν τέλει κατόρθωσαν να παρασύρουν τις μάζες και επικαλούμενοι γενικά και αφηρημένα ιδεώδη να εγκαθιδρύσουν το τρομοκρατικό καθεστώς τους.
Γενικά, η συζήτηση γύρω από τον Διαφωτισμό, όταν αυτός άνηκε ήδη στο παρελθόν και μπορούσε επομένως να εξεταστεί αναδρομικά ή με κριτήριο τις εικαζόμενες συνέπειες του, διεξήχθη εξ αρχής υπό τη σκιά κοινωνικοπολιτικών βλέψεων και αναγκών, και μάλιστα στο πλαίσιο της μεγάλης θεωρητικής διαμάχης που ξέσπασε με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση και αντικείμενο την προϊστορία ή την εξελικτική πορεία της.
Φυσικά, οι πρωταγωνιστές ή οι θιασώτες της Επανάστασης δεν την κατανόησαν ούτε την παρουσίασαν ως ένα ακόμα επεισόδιο της συνήθους πολιτικής πορισμού ισχύος, αλλά αντίθετα ως μια ριζοσπαστική πολιτική καιηθικοπνευματική καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας'υπ'αυτό το πρίσμα, η Επανάσταση ήταν η έμπρακτη επαλήθευση όλων των ιδεών και των οραμάτων του Διαφωτισμού.
Όμως και οι πολέμιοι της Επανάστασης υπέθεσαν εξ ίσου φυσικά έναν οργανικό δεσμό μεταξύ εκείνης και του Διαφωτισμού - αν και με αντεστραμμένο πρόσημο: στα δικά τους μάτια η Επανάσταση αποτελούσε το βδελυρό αλλά αναπόδραστο γέννημα της μακράς υπονόμευσης των αξιών του χριστιανισμού και των νομοκατεστημένων τάξεων από μια μειονότητα διανοουμένων διψασμενων για ισχύ, που εν τέλει κατόρθωσαν να παρασύρουν τις μάζες και επικαλούμενοι γενικά και αφηρημένα ιδεώδη να εγκαθιδρύσουν το τρομοκρατικό καθεστώς τους.
Παρά την αγεφύρωτη διάσταση στην τελική τους αποτίμηση, και οι δύο αυτές θέσεις έχουν κοινές κάποιες ουσιώδεις παραδοχές, οι οποίες έγιναν έτσι κοινό κτήμα και σφράγισαν επί μακρόν τις τρέχουσες απόψεις για τον Διαφωτισμό, ακόμη και της επιστήμης άμεσα ή έμμεσα.
Πρώτον, Επανάσταση και Διαφωτισμός αποτέλεσαν αντικείμενο συνεξέτασης, ήτοι η πρώτη θεωρήθηκε παράγωγο των ιδεών του δεύτερου, πράγμα που με τη σειρά του διευκόλυνε τη συρρίκνωση του Διαφωτισμού σ'εκείνα πάνω-κάτω τα στοιχεία που στάθηκαν σημαντικά για την ιδεολογία της Επανάστασης, και άνοιξε τον δρόμο σε μια ενοποιητική θεώρηση του υπ'αυτήν ακριβώς την έποψη.
Καθώς όμως η Επανάσταση είχε έρθει στο προσκήνιο με την αξίωση να εφαρμόσει εμπράκτως σε κοινωνική κλίμακα ορισμένους κανόνες και αξίες, ήταν επόμενο -δεύτερον- η πεμπτουσία του Διαφωτισμού να εντοπιστεί στη συνειδητή κανονιστική του τοποθέτηση, πράγμα που πάλι σήμαινε ότι η αυτοκατανόηση των εκπροσώπων και οπαδών του και η εκ του αρνητικού ομογνωμία των εχθρών του Διαφωτισμού και της Επανάστασης ως προς την αυτοκατανόηση αυτή λαμβανόταν στην ονομαστική της αξία.
Τρίτον, ο Διαφωτισμός φάνηκε ότι ακολουθεί νοησιαρχική κατεύθυνση, με την έννοια ότι οι κανόνες και οι αξίες του αποτελούσαν θέσμια του αυτόνομου Λόγου, τα οποία δεν λογοδοτούσαν (αναγκαία) στην εμπειρία, αλλά ατένιζαν αφ'υψηλού, κυρίαρχα ή επιπόλαια (ανάλογα με την εκτίμηση), τη χαοτική ποικιλία των εμπειρικών συμβεβηκότων'η κοινωνική ενσάρκωση αυτού του Λόγου και αυτής της νόησης που με αυτοπεποίθηση επιζητούσε να βελτιώσει τον κόσμο δεν ήταν παρά ο διανοούμενος - από τον φιλόσοφο ως τον στρατευμένο δημοσιογράφο.
Καθώς όμως η Επανάσταση είχε έρθει στο προσκήνιο με την αξίωση να εφαρμόσει εμπράκτως σε κοινωνική κλίμακα ορισμένους κανόνες και αξίες, ήταν επόμενο -δεύτερον- η πεμπτουσία του Διαφωτισμού να εντοπιστεί στη συνειδητή κανονιστική του τοποθέτηση, πράγμα που πάλι σήμαινε ότι η αυτοκατανόηση των εκπροσώπων και οπαδών του και η εκ του αρνητικού ομογνωμία των εχθρών του Διαφωτισμού και της Επανάστασης ως προς την αυτοκατανόηση αυτή λαμβανόταν στην ονομαστική της αξία.
Τρίτον, ο Διαφωτισμός φάνηκε ότι ακολουθεί νοησιαρχική κατεύθυνση, με την έννοια ότι οι κανόνες και οι αξίες του αποτελούσαν θέσμια του αυτόνομου Λόγου, τα οποία δεν λογοδοτούσαν (αναγκαία) στην εμπειρία, αλλά ατένιζαν αφ'υψηλού, κυρίαρχα ή επιπόλαια (ανάλογα με την εκτίμηση), τη χαοτική ποικιλία των εμπειρικών συμβεβηκότων'η κοινωνική ενσάρκωση αυτού του Λόγου και αυτής της νόησης που με αυτοπεποίθηση επιζητούσε να βελτιώσει τον κόσμο δεν ήταν παρά ο διανοούμενος - από τον φιλόσοφο ως τον στρατευμένο δημοσιογράφο.
Πάνω σ'αυτή τη σύζευξη κανονιστικότητας και ορθολογισμού/νοησιαρχίας δεν εδραζόταν μόνο η υπερήφανη αυτοπεποίθηση πολλών διαφωτιστών, αλλά και η κριτική που τους άσκησαν οι πολέμιοι τους, ιδίως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.
Προ πάντων η αντεπαναστατική πτέρυγα του ρομαντισμού κατηγόρησε τον Διαφωτισμό ότι αγωνίζεται υπέρ εσφαλμένων κανόνων και αξιών, επειδή ακριβώς εργάζεται με την ψυχρή νόηση και περιφρονεί τη φωνή της καρδιάς και του αισθήματος, όπου φανερώνεται η πραγματική φύση του ανθρώπου'γιατί μόνο το αίσθημα ριζώνει στο συγκεκριμένο, στον κόσμο δηλ. της ιστορίας και της παράδοσης που χρέος μας είναι να διαφυλάξουμε, ενώ ο καθαρός Λόγος αρέσκεται σε αφαιρέσεις γενικευτικές και εν τέλει ξένες ή και εχθρικές προς τον άνθρωπο.
Προ πάντων η αντεπαναστατική πτέρυγα του ρομαντισμού κατηγόρησε τον Διαφωτισμό ότι αγωνίζεται υπέρ εσφαλμένων κανόνων και αξιών, επειδή ακριβώς εργάζεται με την ψυχρή νόηση και περιφρονεί τη φωνή της καρδιάς και του αισθήματος, όπου φανερώνεται η πραγματική φύση του ανθρώπου'γιατί μόνο το αίσθημα ριζώνει στο συγκεκριμένο, στον κόσμο δηλ. της ιστορίας και της παράδοσης που χρέος μας είναι να διαφυλάξουμε, ενώ ο καθαρός Λόγος αρέσκεται σε αφαιρέσεις γενικευτικές και εν τέλει ξένες ή και εχθρικές προς τον άνθρωπο.
Τούτη η συντηρητική-ρομαντική κριτική του Διαφωτισμού μπόρεσε να αποκτήσει περιωπή επιστημονικής θεώρησης του βαθύτερου χαρακτήρα του Διαφωτισμού, απλώς και μόνο επειδή παρουσιάστηκε ως αντίβαρο στη θετική, αλλά και μονοδιάστατη συγχρόνως, θεώρηση του Διαφωτισμού.
Η διάδοση της είχε ως συνέπεια να επιδιωχθεί η αναγωγή του Διαφωτισμού ως όλου στο γεωμετρικό πνεύμα ή και στον καρτεσιανό τρόπο σκέψης, πρό πάντων όμως να παραγνωριστούν φαινόμενα της ιστορίας των ιδεών όπως η φιλοσοφία του αισθήματος και μάλιστα ο ρουσσωισμός ή το κίνημα Θύελλα και Ορμή, και να μην εκτιμηθούν ως συστατικά τμήματα του Διαφωτισμού, αλλά ως πρόδρομοι της αντίδρασης εναντίον του.
Η διάδοση της είχε ως συνέπεια να επιδιωχθεί η αναγωγή του Διαφωτισμού ως όλου στο γεωμετρικό πνεύμα ή και στον καρτεσιανό τρόπο σκέψης, πρό πάντων όμως να παραγνωριστούν φαινόμενα της ιστορίας των ιδεών όπως η φιλοσοφία του αισθήματος και μάλιστα ο ρουσσωισμός ή το κίνημα Θύελλα και Ορμή, και να μην εκτιμηθούν ως συστατικά τμήματα του Διαφωτισμού, αλλά ως πρόδρομοι της αντίδρασης εναντίον του.
Τούτη η ρομαντική θεώρηση και κριτική του Διαφωτισμού παρουσιάστηκε σε πολλές ελεύθερες παραλλαγές και οι επιδράσεις της συναντώνται και σε μεταγενέστερες εποχές, όταν οι κοινωνικές της καταβολές και τα κοινωνικά της κίνητρα περιέπεσαν στη λήθη'γι'αυτό και οι αδαείς στην ιστορία των ιδεών εκπλήσσονται σήμερα με τη διαπίστωση, ότι οι αιτιάσεις του Adorno και του Horkheimer κατά του Διαφωτισμού ως αποθέωσης του εργαλειακού Λόγου μαζί με όλες τις ηθικές και πολιτισμικές συνέπειές τους συνιστούν κατά βάση μεταμφίεση αυτής της παλαιορομαντικής-συντηρητικής θεώρησης σε μια νεορομαντική-προοδευτική εννοιολογία και γλώσσα.
Όμως για να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτής της διατήρησης των βασικών μοτίβων ενός θεωρητικού ρεύματος παρά την άλλαγή των κανονιστικών βλέψεων, πρέπει να γνωρίζουμε τις μακροχρόνιες και δαιδαλώδεις περιπέτειες της παλαιοσυντηρητικής κριτικής του καπιταλισμού και του πολιτισμού στην όψιμη διασταύρωση της με ανάλογες σοσιαλιστικές θέσεις.
Όμως για να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτής της διατήρησης των βασικών μοτίβων ενός θεωρητικού ρεύματος παρά την άλλαγή των κανονιστικών βλέψεων, πρέπει να γνωρίζουμε τις μακροχρόνιες και δαιδαλώδεις περιπέτειες της παλαιοσυντηρητικής κριτικής του καπιταλισμού και του πολιτισμού στην όψιμη διασταύρωση της με ανάλογες σοσιαλιστικές θέσεις.
γ´
Τα πρώτα μεγάλα συνθετικά έργα για τη σκέψη του Διαφωτισμού αναπαρήγαν σε ποικίλες παραλλαγές τις εν τω μεταξύ εκλαϊκευμένες μονοδιάστατες ερμηνείες.
Ο Hazard ανασυνέθεσε τό θετικό πρόγραμμα του Διαφωτισμού από τήν έποψη της κριτικής των διαφωτιστών στόν κατεστημένο χριστιανισμό και αποπειράθηκε έτσι να καταδείξει ότι το πρόγραμμα αύτό ως όλον προέκυψε από την αξίωση του αυτόνομου Λόγου για καθολικότητα.
Κατά την αποψή του, οι αιτίες για την πρακτική αποτυχία του διαφωτιστικού προγράμματος οφείλονταν όχι λίγο στην παραγνώριση του αισθήματος, άποψη που βεβαίως σήμαινε ότι η φιλοσοφία του αισθήματος δεν ανήκε στόν Διαφωτισμό stricto sensu.
Ο Hazard ωστόσο δεν κατέβαλε καμμιά προσπάθεια να εξηγήσει το γεγονός που ο ίδιος διαπίστωσε, ότι δηλ. τα φαινόμενα που κατά την ανάλυσή του προκάλεσαν την κρίση του Διαφωτισμού, συχνότατα προηγήθηκαν της υποτιθέμενης ακμής του τελευταίου.
Κατά το μέτρο αυτό, η θεματική και λογική κατάταξη του ύλικού, που απέβλεπε να τονίσει την εντύπωση ότι η κρίση του Διαφωτισμού ήταν η όψιμη συνέπεια της κατανόησης της ανεπάρκειας και των ατελειών του, αντέφασκε με την ιστορική διαδοχή των γεγονότων, και έτσι στοιχεία σκέψης που στην πραγματικότητα ήταν λογικά και χρονικά συναφή, εμφανίζονται λογικά ετερογενή και χρονικά απομακρυσμένα.
Όμως η συνεπής εξήγηση του τεκμηριωμένουγεγονότος της λογικής και χρονικής συνάφειας αυτών των στοιχείων αντί του τεχνητού διαχωρισμού τους θα απαιτούσε μιά ουσιωδώς διαφορετική συνολική ερμηνεία του Διαφωτισμού.
Όμοιες ενστάσεις μπορούν να προβληθούν εναντίον του κατά δεκαπέντε έτη αρχαιότερου έργου του Cassirer, ο οποίος ακολουθώντας τον Dilthey δεν αποδέχεται μεν τη ρομαντική μομφή περί ανιστορικής νοησιαρχίας του Διαφωτισμού, αντ'αυτού όμως αποπειράται να συμπιέσει όλη την ιστορική πολυμέρεια των ιδεών του σε ό,τι εκείνος αποκαλεί τύπο σκέψης του Διαφωτισμού.
Ο τελευταίος αντιστοιχεί υποτίθεται τον μεθοδικό τρόπο εργασίας των μαθηματικών φυσικών επιστημών, ή και εκπηγάζει από αυτόν, και δηλώνει σε σημαντικό βαθμό τη διάπλαση της εμπειρίας από την κυρίαρχη νόηση, όπως τούτο καταδεικνύεται στην κεντρική έννοια του νόμου.
Σ'αυτή την προοπτική, ο Kant προβάλλει ως ο στοχαστής εκείνος που αποπεράτωσε τον Διαφωτισμό, ήτοι ως εκείνος που όχι μόνο εφάρμοσε τον διαφωτιστικό τύπο σκέψης σε όλο το εύρος της φιλοσοφικής ερωτηματοθεσίας, αλλά και που τον θεμελίωσε γνωσιοθεωρητικά, εξηγώντας και καθιστώντας εύλογη την επιστημολογική του αναγκαιότητα.
Ο Hazard ανασυνέθεσε τό θετικό πρόγραμμα του Διαφωτισμού από τήν έποψη της κριτικής των διαφωτιστών στόν κατεστημένο χριστιανισμό και αποπειράθηκε έτσι να καταδείξει ότι το πρόγραμμα αύτό ως όλον προέκυψε από την αξίωση του αυτόνομου Λόγου για καθολικότητα.
Κατά την αποψή του, οι αιτίες για την πρακτική αποτυχία του διαφωτιστικού προγράμματος οφείλονταν όχι λίγο στην παραγνώριση του αισθήματος, άποψη που βεβαίως σήμαινε ότι η φιλοσοφία του αισθήματος δεν ανήκε στόν Διαφωτισμό stricto sensu.
Ο Hazard ωστόσο δεν κατέβαλε καμμιά προσπάθεια να εξηγήσει το γεγονός που ο ίδιος διαπίστωσε, ότι δηλ. τα φαινόμενα που κατά την ανάλυσή του προκάλεσαν την κρίση του Διαφωτισμού, συχνότατα προηγήθηκαν της υποτιθέμενης ακμής του τελευταίου.
Κατά το μέτρο αυτό, η θεματική και λογική κατάταξη του ύλικού, που απέβλεπε να τονίσει την εντύπωση ότι η κρίση του Διαφωτισμού ήταν η όψιμη συνέπεια της κατανόησης της ανεπάρκειας και των ατελειών του, αντέφασκε με την ιστορική διαδοχή των γεγονότων, και έτσι στοιχεία σκέψης που στην πραγματικότητα ήταν λογικά και χρονικά συναφή, εμφανίζονται λογικά ετερογενή και χρονικά απομακρυσμένα.
Όμως η συνεπής εξήγηση του τεκμηριωμένουγεγονότος της λογικής και χρονικής συνάφειας αυτών των στοιχείων αντί του τεχνητού διαχωρισμού τους θα απαιτούσε μιά ουσιωδώς διαφορετική συνολική ερμηνεία του Διαφωτισμού.
Όμοιες ενστάσεις μπορούν να προβληθούν εναντίον του κατά δεκαπέντε έτη αρχαιότερου έργου του Cassirer, ο οποίος ακολουθώντας τον Dilthey δεν αποδέχεται μεν τη ρομαντική μομφή περί ανιστορικής νοησιαρχίας του Διαφωτισμού, αντ'αυτού όμως αποπειράται να συμπιέσει όλη την ιστορική πολυμέρεια των ιδεών του σε ό,τι εκείνος αποκαλεί τύπο σκέψης του Διαφωτισμού.
Ο τελευταίος αντιστοιχεί υποτίθεται τον μεθοδικό τρόπο εργασίας των μαθηματικών φυσικών επιστημών, ή και εκπηγάζει από αυτόν, και δηλώνει σε σημαντικό βαθμό τη διάπλαση της εμπειρίας από την κυρίαρχη νόηση, όπως τούτο καταδεικνύεται στην κεντρική έννοια του νόμου.
Σ'αυτή την προοπτική, ο Kant προβάλλει ως ο στοχαστής εκείνος που αποπεράτωσε τον Διαφωτισμό, ήτοι ως εκείνος που όχι μόνο εφάρμοσε τον διαφωτιστικό τύπο σκέψης σε όλο το εύρος της φιλοσοφικής ερωτηματοθεσίας, αλλά και που τον θεμελίωσε γνωσιοθεωρητικά, εξηγώντας και καθιστώντας εύλογη την επιστημολογική του αναγκαιότητα.
Τώρα ο Cassirer ορίζει αυτόν τον τύπο σκέψης, ως τυπικό εκπρόσωπο του οποίου θεωρεί τον Newton, κατά τρόπο που η πατρότητα του να μπορεί να αποδοθεί εξ ίσου καλά και στον Galilei για παράδειγμα, ενώ μοιραία μένει άδηλο σε τι έγκειται η ειδοποιός διαφορά του Διαφωτισμού, καθώς και το ξεχωριστό μυστικό της πελώριας επίδρασης που άσκησε ο Newton τον 18ο αι., εκτός αυτού ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να ακολουθήσει με συνέπεια τον ερμηνευτικό μίτο του σε όλα τα πεδία της διαφωτιστικής σκέψης που διερευνά και να καταδείξει με τρόπο λογικά και ιστορικά ικανοποιητικό τη συγκεκριμένη τους φυσιογνωμία ανάγοντας την στις συλλογιστικές προϋποθέσεις που αποδέχεται.
Έχοντας επιβάλλει οικειοθελώς στον εαυτό του τον καταναγκασμό να ερμηνεύσει τον Διαφωτισμό ως ενιαίο όλο, συχνά παρατρέχει σιωπηρώς κείμενα και γεγονότα ή τα θέτει επί προκρούστειας κλίνης. Θύματα του πέφτουν κυρίως οι υλιστικές τάσεις, τις οποίες ο Cassirer ξεγράφει, ως μεμονωμένα φαινόμενα χωρίς τυπική σημασία.
Πρόκειται βέβαια για κατανοητή στάση, αν αναλογιστούμε τον καταστατικό ρόλο που είχε για τη γέννεση και τον χαρακτήρα του νεοκαντιανισμού ο αγώνας του κατά του υλισμού'από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αντικειμενική εικόνα του Διαφωτισμού, αν δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε γιατί ο υλισμός έρχεται προγραμματικά στο προσκήνιο για πρώτη φορά στην ιστορία των ιδεών των Νέων Χρόνων ακριβώς κατά τον 18ο αι.
Εν ολίγοις, ο Cassirer ταυτολογεί εξοβελίζοντας όλα όσα δεν συμφωνούν με τον θεμελιώδη κατά τους ισχυρισμούς του τύπο σκέψης του Διαφωτισμού, και τελολογεί όταν περιγράφει την εξέλιξη του Διαφωτισμού με το βλέμμα στραμμένο στη δήθεν τελείωση του από το έργο του Kant.
Έχοντας επιβάλλει οικειοθελώς στον εαυτό του τον καταναγκασμό να ερμηνεύσει τον Διαφωτισμό ως ενιαίο όλο, συχνά παρατρέχει σιωπηρώς κείμενα και γεγονότα ή τα θέτει επί προκρούστειας κλίνης. Θύματα του πέφτουν κυρίως οι υλιστικές τάσεις, τις οποίες ο Cassirer ξεγράφει, ως μεμονωμένα φαινόμενα χωρίς τυπική σημασία.
Πρόκειται βέβαια για κατανοητή στάση, αν αναλογιστούμε τον καταστατικό ρόλο που είχε για τη γέννεση και τον χαρακτήρα του νεοκαντιανισμού ο αγώνας του κατά του υλισμού'από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αντικειμενική εικόνα του Διαφωτισμού, αν δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε γιατί ο υλισμός έρχεται προγραμματικά στο προσκήνιο για πρώτη φορά στην ιστορία των ιδεών των Νέων Χρόνων ακριβώς κατά τον 18ο αι.
Εν ολίγοις, ο Cassirer ταυτολογεί εξοβελίζοντας όλα όσα δεν συμφωνούν με τον θεμελιώδη κατά τους ισχυρισμούς του τύπο σκέψης του Διαφωτισμού, και τελολογεί όταν περιγράφει την εξέλιξη του Διαφωτισμού με το βλέμμα στραμμένο στη δήθεν τελείωση του από το έργο του Kant.
Οι σύντομες αυτές παρατηρήσεις πάνω σε δύο βασικά έργα της βιβλιογραφίας του Διαφωτισμού πρέπει να κατέστησαν ευκρινείς τις ουσιώδεις ελλείψεις των μονοδιάστατων ερμηνειών. Στην αμφισβήτηση και αναθεώρηση τους οδήγησαν σε γενικές γραμμές οι ίδιοι λόγοι που ενέπνευσαν και τη νεορομαντική -και μονοδιάστατη πάντα στη σύλληψή της- ενασχόληση των Adorno και Horkheimer με τον Διαφωτισμό.
Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η ανάδυση εκείνου του φαινομένου που ονομάστηκε στην εποχή του ολοκληρωτισμός και σε κάποιες τουλάχιστον εκδοχές του επικράτησε και ασκήθηκε (και) εν ονόματι διαφωτιστικών αρχικά ιδεωδών και αξιών, πρέπει να διέδωσαν το αίσθημα ότι η εποχή που είχε αναγράψει στα λάβαρα της τα συνθήματα του διαφωτιστικού ουμανισμού και που σύμφωνα με τη δική της αυτοκατανόηση εργαζόταν για την πραγμάτωση τους, είχε φθάσει ήδη στο πέρας της - πολλώ μάλλον: ότι η πρακτική αποτυχία των προσπαθειών που είχαν τις καταβολές και την απαρχή τους στο πρόγραμμα του Διαφωτισμού, ήδη λόγω του εύρους της δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε συμπτώσεις ούτε σε υποκειμενικά κακές προθέσεις, αλλά στις ίδιες τις θεμελιώδεις θέσεις του Διαφωτίσμού.
Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η ανάδυση εκείνου του φαινομένου που ονομάστηκε στην εποχή του ολοκληρωτισμός και σε κάποιες τουλάχιστον εκδοχές του επικράτησε και ασκήθηκε (και) εν ονόματι διαφωτιστικών αρχικά ιδεωδών και αξιών, πρέπει να διέδωσαν το αίσθημα ότι η εποχή που είχε αναγράψει στα λάβαρα της τα συνθήματα του διαφωτιστικού ουμανισμού και που σύμφωνα με τη δική της αυτοκατανόηση εργαζόταν για την πραγμάτωση τους, είχε φθάσει ήδη στο πέρας της - πολλώ μάλλον: ότι η πρακτική αποτυχία των προσπαθειών που είχαν τις καταβολές και την απαρχή τους στο πρόγραμμα του Διαφωτισμού, ήδη λόγω του εύρους της δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε συμπτώσεις ούτε σε υποκειμενικά κακές προθέσεις, αλλά στις ίδιες τις θεμελιώδεις θέσεις του Διαφωτίσμού.
Όπως είναι εύλογο, πρόθυμοι να αποδεχτούν τέτοιες υποθέσεις υπήρξαν στην αρχή περισσότερο συντηρητικοί και αστοί φιλελεύθεροι ερευνητές και ιστορικοί (όπως λ.χ. οι Becker και Crocker), που εν μέρει θεωρούσαν τον εαυτό τους φύλακα της χριστιανικής-ουμανιστικής κληρονομιάς και είχαν επί πλέον την έφεση να προσγράφουν την πλάνη του ολοκληρωτισμού στον εκριζοσπαστισμό των δυτικών-φιλελεύθερων ιδεών από τους άθεους διαφωτιστές.
Παρόμοιες αποστάσεις από τον Διαφωτισμό πήραν βαθμηδόν και άνθρωποι που από την προσωπική τους τριβή με σύγχρονα πολιτικά κινήματα ή από δικούς τους αναλογισμούς πάνω στην παράδοξη δυναμική των κοινωνικών και ιδεολογικών παραγόντων εξεπλάγησαν δυσάρεστα από το φαινόμενο της μετατροπής της διαφωτιστικής ιδεολογίας σε χειροπιαστές μορφές κυριαρχίας.
Πάντως, έστω κι έτσι η επιστήμη ξεκίνησε να αναζητά σκοτεινές πλευρές, άδηλα σημεία, ανομολόγητες προϋποθέσεις ή συνεπαγωγές, εσωτερικές αντιφάσεις ή ιστορικές παραλληλότητες'το ουσιωδώς νέο και γόνιμο σε αυτή την τοποθέτηση ήταν ότι οι ερευνητές δεν ενδιαφέρονταν πλέον τόσο πολύ για ταξινομήσεις και περιοδολογήσεις, αλλά πολύ εντονότερα για την πολυδιάστατη σύλληψη ενός αντικειμένου του οποίου αναγνώριζαν πλέον τον πολυδιάστατο χαρακτήρα.
Παρόμοιες αποστάσεις από τον Διαφωτισμό πήραν βαθμηδόν και άνθρωποι που από την προσωπική τους τριβή με σύγχρονα πολιτικά κινήματα ή από δικούς τους αναλογισμούς πάνω στην παράδοξη δυναμική των κοινωνικών και ιδεολογικών παραγόντων εξεπλάγησαν δυσάρεστα από το φαινόμενο της μετατροπής της διαφωτιστικής ιδεολογίας σε χειροπιαστές μορφές κυριαρχίας.
Πάντως, έστω κι έτσι η επιστήμη ξεκίνησε να αναζητά σκοτεινές πλευρές, άδηλα σημεία, ανομολόγητες προϋποθέσεις ή συνεπαγωγές, εσωτερικές αντιφάσεις ή ιστορικές παραλληλότητες'το ουσιωδώς νέο και γόνιμο σε αυτή την τοποθέτηση ήταν ότι οι ερευνητές δεν ενδιαφέρονταν πλέον τόσο πολύ για ταξινομήσεις και περιοδολογήσεις, αλλά πολύ εντονότερα για την πολυδιάστατη σύλληψη ενός αντικειμένου του οποίου αναγνώριζαν πλέον τον πολυδιάστατο χαρακτήρα.
δ´
Βεβαίως από μόνη της η επανεκτίμηση του προγράμματος και των ιστορικών επιδράσεων του Διαφωτισμού σε καμμιά περίπτωση δεν αρκούσε για να συνθέσει μια επιστημονικά αξιόπιστη συνολική εικόνα του.
Σ'αυτήν ήρθαν να προστεθούν σημαντικές εξελίξεις στις ερευνητικές μεθόδους της ιστορίας των ιδεών καθώς και ρηξικέλευθες θεωρήσεις των μηχανισμών διαμόρφωσης και λειτουργίας των φιλοσοφικών και επιστημονικών θεωριών.
Η εμβριθέστερη μελέτη της ιστορίας των φυσικών επιστημών, που συνιστά ένα από τα μεγάλα γεγονότα στο χώρο της ιστορίας των ιδεών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και οδήγησε συχνά στην εξιστορίκευση ή σχετίκευση της απόλυτης αντικειμενικότητας που αξίωναν για τον εαυτό τους οι λεγόμενες θετικές ή ακριβείς επιστήμες, ήταν επόμενο να οδηγήσει στο συμπέρασμα, για παράδειγμα, ότι η ερμηνεία της φύσης από τον Newton δεν ήταν αποτέλεσμα μιας εφαρμογής ορισμένων μεθόδων πάνω σε νέα φυσικά δεδομένα που έλαβε χώρα σε ιστορικό κενό, αλλά αντίθετα μια σύνθεση που μεταξύ άλλων δεν χρωστούσε λίγα στην παράδοση του ερμητισμού'εξάλλου, η τεράστια επιρροή της πάνω σ'όλη την πνευματική ζωή του 18ου αι. ερειδόταν, όπως γνωρίζουμε σήμερα, σε παράγοντες που είχαν να κάνουν περισσότερο με πολιτικές και θεολογικές παρά με ειδικά φυσικοεπιστημονικές αντιλήψεις.
Υπ'αυτές τις συνθήκες βεβαίως δεν μπορούσε να γίνει πλέον λόγος για έναν τύπο σκέψης «του» Διαφωτισμού, του οποίου παραδειγματικός εκπρόσωπος υπήρξε το επιστημονικό επίτευγμα του Newton, ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι οι διαφωτιστές στη μεγάλη τους πλειοψηφία επεδίωξαν να υποβαθμίσουν την αμιγώς μαθηματική συνιστώσα στο έργο του Newton όπως και εν γένει τα μαθηματικά, επειδή έβλεπαν σ'αυτά μια νεκρανάσταση νοησιαρχικών αφαιρέσεων.
Σ'αυτήν ήρθαν να προστεθούν σημαντικές εξελίξεις στις ερευνητικές μεθόδους της ιστορίας των ιδεών καθώς και ρηξικέλευθες θεωρήσεις των μηχανισμών διαμόρφωσης και λειτουργίας των φιλοσοφικών και επιστημονικών θεωριών.
Η εμβριθέστερη μελέτη της ιστορίας των φυσικών επιστημών, που συνιστά ένα από τα μεγάλα γεγονότα στο χώρο της ιστορίας των ιδεών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και οδήγησε συχνά στην εξιστορίκευση ή σχετίκευση της απόλυτης αντικειμενικότητας που αξίωναν για τον εαυτό τους οι λεγόμενες θετικές ή ακριβείς επιστήμες, ήταν επόμενο να οδηγήσει στο συμπέρασμα, για παράδειγμα, ότι η ερμηνεία της φύσης από τον Newton δεν ήταν αποτέλεσμα μιας εφαρμογής ορισμένων μεθόδων πάνω σε νέα φυσικά δεδομένα που έλαβε χώρα σε ιστορικό κενό, αλλά αντίθετα μια σύνθεση που μεταξύ άλλων δεν χρωστούσε λίγα στην παράδοση του ερμητισμού'εξάλλου, η τεράστια επιρροή της πάνω σ'όλη την πνευματική ζωή του 18ου αι. ερειδόταν, όπως γνωρίζουμε σήμερα, σε παράγοντες που είχαν να κάνουν περισσότερο με πολιτικές και θεολογικές παρά με ειδικά φυσικοεπιστημονικές αντιλήψεις.
Υπ'αυτές τις συνθήκες βεβαίως δεν μπορούσε να γίνει πλέον λόγος για έναν τύπο σκέψης «του» Διαφωτισμού, του οποίου παραδειγματικός εκπρόσωπος υπήρξε το επιστημονικό επίτευγμα του Newton, ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι οι διαφωτιστές στη μεγάλη τους πλειοψηφία επεδίωξαν να υποβαθμίσουν την αμιγώς μαθηματική συνιστώσα στο έργο του Newton όπως και εν γένει τα μαθηματικά, επειδή έβλεπαν σ'αυτά μια νεκρανάσταση νοησιαρχικών αφαιρέσεων.
Σ'αυτή τη συνάφεια, η ένδελεχέστερη διερεύνηση της ιστορίας της επιστήμης προσέφερε μιάν άλλη ούσιαστική υπηρεσία στη μελέτη του Διαφωτισμού.
Διότι έφερε στό φώς την κεντρική σημασία τής ανάπτυξης των βιολογικών επιστημών γιά τον κόσμο των ιδεών του Διαφωτισμού (Roger), και έτσι μας υποχρέωσε να επανεξετάσουμε τις τρέχουσες απόψεις ως πρός την καταγωγή του υλισμού του 18ου αι. από τον καρτεσιανό δήθεν μηχανικισμό
• έτσι προχωρήσαμε κατ'ανάγκην στη γενική διαπίστωση, ότι η αντίληψη του Διαφωτισμού για τη φύση, που αποτέλεσε τη θεωρητική βάση του αγώνα ενάντια στη θεολογική διδασκαλία της Δημιουργίας, αποκρυσταλλώθηκε κάτω από προϋποθέσεις κατά πολύ διαφορετικές από τη μηχανικιστική κοσμοεικόνα του Galilei, του Descartes ή του Hobbes, με των οποίων την αρωγή ο ορθολογισμός των Νέων Χρόνων κέρδισε την πρώτη μεγάλη μάχη του κατά της έως τότε κρατούσας ερμηνείας του κόσμου.
Διότι έφερε στό φώς την κεντρική σημασία τής ανάπτυξης των βιολογικών επιστημών γιά τον κόσμο των ιδεών του Διαφωτισμού (Roger), και έτσι μας υποχρέωσε να επανεξετάσουμε τις τρέχουσες απόψεις ως πρός την καταγωγή του υλισμού του 18ου αι. από τον καρτεσιανό δήθεν μηχανικισμό
• έτσι προχωρήσαμε κατ'ανάγκην στη γενική διαπίστωση, ότι η αντίληψη του Διαφωτισμού για τη φύση, που αποτέλεσε τη θεωρητική βάση του αγώνα ενάντια στη θεολογική διδασκαλία της Δημιουργίας, αποκρυσταλλώθηκε κάτω από προϋποθέσεις κατά πολύ διαφορετικές από τη μηχανικιστική κοσμοεικόνα του Galilei, του Descartes ή του Hobbes, με των οποίων την αρωγή ο ορθολογισμός των Νέων Χρόνων κέρδισε την πρώτη μεγάλη μάχη του κατά της έως τότε κρατούσας ερμηνείας του κόσμου.
Η αναδίφηση της εξέλιξης των κοινωνικών επιστημών την εποχή του Διαφωτισμού έφερε κι εκείνη στο φώς στοιχεία και γεγονότα που διέλυσαν τελεσίδικα τον ρομαντικό θρύλο για την ανιστορική τοποθέτηση του δήθεν νοησιαρχούμενου Διαφωτισμού ο οποίος μολονότι είχε αμφισβητηθεί από τον Dilthey στον καιρό του, εξακολουθούσε να ζει.
Οι ανανεωμένες αναγνώσεις ή και η έκ νέου ανακάλυψη κειμένων όπως λ.χ. εκείνα της σκωτικής σχολής, τούτη τη φορά από την έποψη των ερωτημάτων που έθεσαν οι σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, έδειξε ότι ο Διαφωτισμός όχι μόνο είχε αφήσει πίσω του την παλαιά αυλική ιστοριογραφία, αλλά και αυτήν την πολιτική ιστοριογραφία (Ηume, Gibbon), και ότι κατόρθωσε να ιδρύσει την ιστορικά θεμελιωμένη κοινωνιολογία.
Η διάνοιξη του ιστορικού κόσμου με τις ιστορικές ρίζες και την ιστορική ποικιλία του υπήρξε δίχως άλλο ένα πνευματικό επίτευγμα του 18ου αι. που απέδωσε πλήρως ώριμους καρπούς μόνο κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων.
Μέ τη σειρά της, η διαπίστωση αυτή οδήγησε αναγκαία στο συμπέρασμα, ότι οι ιστορικές κατασκευές που ομνύουν πίστη στην ευθύγραμμη πρόοδο, στις οποίες μέχρι πρότινος συρρίκνωνε κανείς απλοϊκά την ιστορική σκέψη του Διαφωτισμού, αποτελούσαν μια μόνο όψη ή εκδοχή του πραγματικού φάσματος των ιστορικών τοποθετήσεων και των προσπαθειών γενικής ερμηνείας.
Οι ανανεωμένες αναγνώσεις ή και η έκ νέου ανακάλυψη κειμένων όπως λ.χ. εκείνα της σκωτικής σχολής, τούτη τη φορά από την έποψη των ερωτημάτων που έθεσαν οι σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, έδειξε ότι ο Διαφωτισμός όχι μόνο είχε αφήσει πίσω του την παλαιά αυλική ιστοριογραφία, αλλά και αυτήν την πολιτική ιστοριογραφία (Ηume, Gibbon), και ότι κατόρθωσε να ιδρύσει την ιστορικά θεμελιωμένη κοινωνιολογία.
Η διάνοιξη του ιστορικού κόσμου με τις ιστορικές ρίζες και την ιστορική ποικιλία του υπήρξε δίχως άλλο ένα πνευματικό επίτευγμα του 18ου αι. που απέδωσε πλήρως ώριμους καρπούς μόνο κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων.
Μέ τη σειρά της, η διαπίστωση αυτή οδήγησε αναγκαία στο συμπέρασμα, ότι οι ιστορικές κατασκευές που ομνύουν πίστη στην ευθύγραμμη πρόοδο, στις οποίες μέχρι πρότινος συρρίκνωνε κανείς απλοϊκά την ιστορική σκέψη του Διαφωτισμού, αποτελούσαν μια μόνο όψη ή εκδοχή του πραγματικού φάσματος των ιστορικών τοποθετήσεων και των προσπαθειών γενικής ερμηνείας.
Ένα άλλο, κατά κανένα τρόπο υποδεέστερο ή ασημαντότερο μέρος του ίδιου φάσματος, το συνέθεταν σχετεκιστικές και σκεπτικιστικές θέσεις, που όχι μόνο ήταν αντίθετες αλλά συχνότατα και πολέμιες τών πρώτων.
Ο σχετικισμός και ο πεσσιμισμός αναγνωρίστηκαν ως οργανικά συστατικά στοιχεία της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού (Vyeverberg), και αν αυτό το φαινόμενο δεν έξηγήθηκε αμέσως ή δεν εξηγήθηκε πάντοτε πειστικά και με σαφήνεια, πάντως η υπόδειξή του αποτέλεσε έναν πρόσθετο βαρύνοντα λόγο ώστε να αναζητηθεί μιά συνολική εικόνα του Διαφωτισμού πλουσιότερη σε αποχρώσεις και περιεχόμενο.
Ο σχετικισμός και ο πεσσιμισμός αναγνωρίστηκαν ως οργανικά συστατικά στοιχεία της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού (Vyeverberg), και αν αυτό το φαινόμενο δεν έξηγήθηκε αμέσως ή δεν εξηγήθηκε πάντοτε πειστικά και με σαφήνεια, πάντως η υπόδειξή του αποτέλεσε έναν πρόσθετο βαρύνοντα λόγο ώστε να αναζητηθεί μιά συνολική εικόνα του Διαφωτισμού πλουσιότερη σε αποχρώσεις και περιεχόμενο.
Η ίδια ανάγκη έν μέρει προξενήθηκε και εν μέρει ενισχύθηκε από την αυξανόμενη αλληλοδιείσδυση των μεθόδων των επιστημονικών κλάδων.
Διόλου τυχαία ερευνητές, που κατά την ειδικότητα τους ήταν φιλόλογοι, συνέβαλαν εξαιρετικά στην αναθεώρηση των μονοδιάστατων ερμηνειών του Διαφωτισμού (Dieckmann).
Ένα χαρακτηριστικό του ίδιου του Διαφωτισμού ήταν ότι έκανε ρευστά τα όρια μεταξύ φιλοσοφίας λογοτεχνίας και επιστήμης ως διαφορετικών ειδών του γραπτού λόγου και σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τα απάλειψε.
Η έρευνα του Διαφωτισμού αξιοποίησε τη διαπίστωση αυτή θέτοντας ως μέλημα της την παράλληλη ανάγνωση φιλοσοφικών, λογοτεχνικών και κοινωνικοεπιστημονικών ή φυσικοεπιστημονικων κειμένων, συνεξετάζοντάς τα δηλ. με βάση το κοινό τους περιεχόμενο και φέρνοντας στο φώς τις κοινές κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις που τα υποστρώνουν.
Με αυτόν τον τρόπο κανόνας των σχετικά λίγων ονομαστών στοχαστών που επί μακρόν θεωρούνταν κλασσικοί εκπρόσωποι του διαφωτιστικού πνεύματος και αποτελούσαν το προτιμητέο ή και το αποκλειστικό θέμα των επιστημονικών πραγματεύσεων, εμπλουτίστηκε εξαιρετικά και η παλαιότερη ιεραρχική του συγκρότηση καταλύθηκε, εν μέρει τουλάχιστον
• ύποπτα ή διαβόητα έργα αξιολογήθηκαν εκ νέου και κατανοήθηκαν διαφορετικά, ενώ η καλύτερη γνώση της ιστορίας της συγγραφής των ήδη ικανοποιητικά γνωστών και καθιερωμένων θάμπωσε ένα μέρος από την πρώτη τους λάμψη.
Η διεύρυνση του υλικού και η αποσύνθεση του παλαιού κανόνα μας επέτρεψαν με τη σειρά τους όχι μόνο να ρίξουμε μια ματιά στις έως τότε κρυφές γωνίες της διαφωτιστικής σκέψης, αλλά και να κατανοήσουμε βαθύτερα και διεισδυτικότερα τους μεγάλους κοινούς τόπους γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η σκέψη αυτή και όπου αναζήτησε την έσχατη κοσμοθεωρητική της θεμελίωση, όπως είναι λ.χ. οι κοινοί τόποι της φύσης ή της ευτυχίας'οι υποδειγματικές ερευνητικές συμβολές τών Ehrard και Mauzi, που πραγματεύονται τα θέματα αυτά, έγιναν δυνατές ακριβώς πάνω στη βάση των μεθοδολογικών προϋποθέσεων που περιγράψαμε.
Χρήσιμη συνδρομή προσέφερε εδώ η προηγμένη εν τώ μεταξύ κοινωνιολογική διερεύνηση του βίου των συγγραφέων, της εκδοτικής παραγωγής, του αναγνωστικού κοινού κλπ. κατά τον 18ο αι., που έριξε φώς στις συγκεκριμένες συνθήκες και ανάγκες, υπό τήν επήρεια των οποίων αποκρυσταλλώθηκε η σκέψη του Διαφωτισμού με όλη της την πολυμέρεια.
Διόλου τυχαία ερευνητές, που κατά την ειδικότητα τους ήταν φιλόλογοι, συνέβαλαν εξαιρετικά στην αναθεώρηση των μονοδιάστατων ερμηνειών του Διαφωτισμού (Dieckmann).
Ένα χαρακτηριστικό του ίδιου του Διαφωτισμού ήταν ότι έκανε ρευστά τα όρια μεταξύ φιλοσοφίας λογοτεχνίας και επιστήμης ως διαφορετικών ειδών του γραπτού λόγου και σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τα απάλειψε.
Η έρευνα του Διαφωτισμού αξιοποίησε τη διαπίστωση αυτή θέτοντας ως μέλημα της την παράλληλη ανάγνωση φιλοσοφικών, λογοτεχνικών και κοινωνικοεπιστημονικών ή φυσικοεπιστημονικων κειμένων, συνεξετάζοντάς τα δηλ. με βάση το κοινό τους περιεχόμενο και φέρνοντας στο φώς τις κοινές κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις που τα υποστρώνουν.
Με αυτόν τον τρόπο κανόνας των σχετικά λίγων ονομαστών στοχαστών που επί μακρόν θεωρούνταν κλασσικοί εκπρόσωποι του διαφωτιστικού πνεύματος και αποτελούσαν το προτιμητέο ή και το αποκλειστικό θέμα των επιστημονικών πραγματεύσεων, εμπλουτίστηκε εξαιρετικά και η παλαιότερη ιεραρχική του συγκρότηση καταλύθηκε, εν μέρει τουλάχιστον
• ύποπτα ή διαβόητα έργα αξιολογήθηκαν εκ νέου και κατανοήθηκαν διαφορετικά, ενώ η καλύτερη γνώση της ιστορίας της συγγραφής των ήδη ικανοποιητικά γνωστών και καθιερωμένων θάμπωσε ένα μέρος από την πρώτη τους λάμψη.
Η διεύρυνση του υλικού και η αποσύνθεση του παλαιού κανόνα μας επέτρεψαν με τη σειρά τους όχι μόνο να ρίξουμε μια ματιά στις έως τότε κρυφές γωνίες της διαφωτιστικής σκέψης, αλλά και να κατανοήσουμε βαθύτερα και διεισδυτικότερα τους μεγάλους κοινούς τόπους γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η σκέψη αυτή και όπου αναζήτησε την έσχατη κοσμοθεωρητική της θεμελίωση, όπως είναι λ.χ. οι κοινοί τόποι της φύσης ή της ευτυχίας'οι υποδειγματικές ερευνητικές συμβολές τών Ehrard και Mauzi, που πραγματεύονται τα θέματα αυτά, έγιναν δυνατές ακριβώς πάνω στη βάση των μεθοδολογικών προϋποθέσεων που περιγράψαμε.
Χρήσιμη συνδρομή προσέφερε εδώ η προηγμένη εν τώ μεταξύ κοινωνιολογική διερεύνηση του βίου των συγγραφέων, της εκδοτικής παραγωγής, του αναγνωστικού κοινού κλπ. κατά τον 18ο αι., που έριξε φώς στις συγκεκριμένες συνθήκες και ανάγκες, υπό τήν επήρεια των οποίων αποκρυσταλλώθηκε η σκέψη του Διαφωτισμού με όλη της την πολυμέρεια.
ε´
Οι μονοδιάστατες ερμηνείες του Διαφωτισμού ερείδονται άμεσα ή έμμεσα στην πεποίθηση, ότι οι προγραμματικές αποφάνσεις του ίδιου του Διαφωτισμού περιέχουν πράγματι τον μεγάλο κοινό παρονομαστή, στον οποίο συνοψίζονται τόσο το καθοριστικό γενικό του μέλημα όσο και οι ιδιαίτερες θέσεις και έννοιες που το συγκεκριμενοποιούν.
Και ήταν επόμενο να εντοπίσουν αυτόν τον κοινό παρονομαστή στην έννοια του Λόγου
• διότι ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε όντως, και δή ωςΔιαφωτισμός, με την αξίωση να παραμερίσει ολοσχερώς την Αποκάλυψη και την αυθεντία χάριν της αυτόνομης δράσης του ανθρώπινου Λόγου ή τουλάχιστον να τις υποβάλει στη βάσανο και τη βελτιωτική επίδραση του Λόγου.
Ωστόσο, ήδη η προγραμματική (και συνήθης) αντιπαράταξη Λόγου και Αποκάλυψης ή αυθεντίας μας επιτρέπει να διακρίνουμε ότι η επίκληση του Λόγου από μέρους του Διαφωτισμού έχει χαρακτήρα αμιγώς πολεμικό ή αρνητικό, πράγμα που συνεπάγεται πάλι ότι μια ενιαία θεώρηση του διαφωτιστικού κινήματος θα μπορούσε να επιχειρηθεί μόνο από την έποψη της οριοθέτησης του απέναντι στον εκκλησιαστικό-θεολογικό εχθρό, μολονότι ο τελευταίος δεν πολεμήθηκε από όλους τους διαφωτιστές με την ίδια έμφαση και τα ίδια επιχειρήματα.
Και ήταν επόμενο να εντοπίσουν αυτόν τον κοινό παρονομαστή στην έννοια του Λόγου
• διότι ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε όντως, και δή ωςΔιαφωτισμός, με την αξίωση να παραμερίσει ολοσχερώς την Αποκάλυψη και την αυθεντία χάριν της αυτόνομης δράσης του ανθρώπινου Λόγου ή τουλάχιστον να τις υποβάλει στη βάσανο και τη βελτιωτική επίδραση του Λόγου.
Ωστόσο, ήδη η προγραμματική (και συνήθης) αντιπαράταξη Λόγου και Αποκάλυψης ή αυθεντίας μας επιτρέπει να διακρίνουμε ότι η επίκληση του Λόγου από μέρους του Διαφωτισμού έχει χαρακτήρα αμιγώς πολεμικό ή αρνητικό, πράγμα που συνεπάγεται πάλι ότι μια ενιαία θεώρηση του διαφωτιστικού κινήματος θα μπορούσε να επιχειρηθεί μόνο από την έποψη της οριοθέτησης του απέναντι στον εκκλησιαστικό-θεολογικό εχθρό, μολονότι ο τελευταίος δεν πολεμήθηκε από όλους τους διαφωτιστές με την ίδια έμφαση και τα ίδια επιχειρήματα.
Όμως η πολεμική-αρνητική συναίνεση στην επίκληση του Λόγου κατά της Αποκάλυψης και της αυθεντίας, μέσα στον ίδιο τον Διαφωτισμό δεν μετατράπηκε σε θετική συναίνεση ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο του ίδιου αυτού Λόγου
• οί ορισμοί της έννοιας του Λόγου καθώς και της έννοιας της φύσης που προτάθηκαν εκάστοτε από διάφορους στοχαστές και ρεύματα απέχουν κατά πολύ ο ένας από τον άλλο ή μάλιστα είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους, ώστε δεν γίνεται να συνθέσουμε από αυτούς έναν θετικό ενιαίο ορισμό του Διαφωτισμού υπό την αιγίδα του Λόγου, μολονότι όλες οι πλευρές τον επικαλούνται.
Και όταν ζητούμε την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου ορισμού της έννοιας του Λόγου και τη χρήση του ως μέτρου και γνώμονα, απλώς γνωστοποιούμε την προθυμία μας να ταυτιστούμε με την αυτοκατανόηση ορισμένης πτέρυγας του διαφωτιστικού κινήματος και να θυσιάσουμε την περιγραφική προσέγγιση προς όφελος κανονιστικών επιδιώξεων.
• οί ορισμοί της έννοιας του Λόγου καθώς και της έννοιας της φύσης που προτάθηκαν εκάστοτε από διάφορους στοχαστές και ρεύματα απέχουν κατά πολύ ο ένας από τον άλλο ή μάλιστα είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους, ώστε δεν γίνεται να συνθέσουμε από αυτούς έναν θετικό ενιαίο ορισμό του Διαφωτισμού υπό την αιγίδα του Λόγου, μολονότι όλες οι πλευρές τον επικαλούνται.
Και όταν ζητούμε την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου ορισμού της έννοιας του Λόγου και τη χρήση του ως μέτρου και γνώμονα, απλώς γνωστοποιούμε την προθυμία μας να ταυτιστούμε με την αυτοκατανόηση ορισμένης πτέρυγας του διαφωτιστικού κινήματος και να θυσιάσουμε την περιγραφική προσέγγιση προς όφελος κανονιστικών επιδιώξεων.
Η συρρίκνωση του Διαφωτισμού στην έννοια του Λόγου συνεπάγεται μια επιπρόσθετη οπτική απάτη, με ιδιαιτέρως λυπηρά επακόλουθα για την έως τώρα έρευνα.
Η επίκληση του Λόγου και η παρακίνηση των ανθρώπων να κάνουν χρήση του τηρώντας τις αρχές και τα διδάγματα του, όπως απορρέουν από τη χρήση αυτή, ονομάζεται κοινώς ορθολογισμός, και με αυτή την έννοια η εποχή του Διαφωτισμού αποκλήθηκε εποχή του ορθολογισμού.
Όμως συχνότατα ο ορθολογισμός ρίχτηκε μαζί με τη νοησιαρχία στο ίδιο καζάνι'έτσι δημιουργήθηκε σύγχυση μεταξύ του περιεχομένου του Λόγου και της γνωσιοθεωρητικής του διάρθρωσης και νομίστηκε ότι η ομολογία πίστεως προς τον Λόγο είναι το ίδιο πράγμα με την ομολογία πίστεως προς τη νόηση ως ύψιστη και πολυτιμότερη ανθρώπινη ικανότητα.
Η επίκληση του Λόγου και η παρακίνηση των ανθρώπων να κάνουν χρήση του τηρώντας τις αρχές και τα διδάγματα του, όπως απορρέουν από τη χρήση αυτή, ονομάζεται κοινώς ορθολογισμός, και με αυτή την έννοια η εποχή του Διαφωτισμού αποκλήθηκε εποχή του ορθολογισμού.
Όμως συχνότατα ο ορθολογισμός ρίχτηκε μαζί με τη νοησιαρχία στο ίδιο καζάνι'έτσι δημιουργήθηκε σύγχυση μεταξύ του περιεχομένου του Λόγου και της γνωσιοθεωρητικής του διάρθρωσης και νομίστηκε ότι η ομολογία πίστεως προς τον Λόγο είναι το ίδιο πράγμα με την ομολογία πίστεως προς τη νόηση ως ύψιστη και πολυτιμότερη ανθρώπινη ικανότητα.
Στην προοπτική της ιστορίας των ιδεών, αυτή η σύγχυση έλκει την καταγωγή της από τη ρομαντική-συντηρητική πολεμική κατά του Διαφωτισμού και των επαναστατικών του επενεργειών. Συντηρητικοί (ρομαντικοί) μέμφθηκαν τον Διαφωτισμό ότι στο όνομα του Λόγου ύποστηρίζει οικουμενικούς κανόνες καθώς και μιά οικουμενική εικόνα περί ανθρώπου, δίχως να λαμβάνει ύπ'όψιν του τις συγκεκριμένες γεωγραφικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες
• άρα αυτός ο κανονιστικός οικουμενισμός δεν μπορεί να εκπηγάζει παρά μόνο από εκείνη την ανθρώπινη ιδιότητα που είναι η λιγότερο ευαίσθητη στην αισθητή πραγματικότητα και τείνει περισσότερο από όλες τις άλλες να γεννά και να υφαίνει αφαιρέσεις: τη νόηση.
Η ρομαντική-συντηρητική αντίθεση στο περιεχόμενο του στραμμένου ενάντια στην Αποκάλυψη και τήν αυθεντία διαφωτιστικού Λόγου, αρθρώθηκε έτσι (και) με την απόρριψη της αφηρημένης νοησιαρχίας ή με τη συρρίκνωση του διαφωτιστικού ορθολογισμού (ως πεμπτουσίας ορισμένων θέσεων και κανόνων) στη νοησιαρχία (ως μορφή και μέθοδο σκέψης)
• με αυτόν τον τρόπο οι υποτιθέμενες εμπράγματες πλάνες του Διαφωτισμού προβλήθηκαν ως αναγκαίο αποτέλεσμα του εσφαλμένου τρόπου και τής εσφαλμένης μεθόδου της σκέψης του.
Αυτή η ρομαντική-συντηρητική ανακριβολογία δέν θα είχε κάνει σχολή αν οι διαφωτιστές δεν ήταν πράγματι υποχρεωμένοι να μετέρχονται αποκλειστικά οικουμενικές και κατά το μέτρο αυτό αφηρημένες διατυπώσεις, προκειμένου να ορίσουν θετικά το περιεχόμενο ή τους κανόνες του Λόγου.
Από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών, όπως ήδη παρατηρήσαμε, η διαφωτιστική έννοια τού Λόγου είναι (τυπικά) ενιαία μόνο ως πολεμική αρνητική έννοια κατά της Αποκάλυψης και της αυθεντίας, ενώ παρουσιάζεται κατακερματισμένη και πολύσημη μόλις λάβουμε ως γνώμονα τους ποικίλους ορισμούς που προσέδιδαν στο περιεχόμενό της τα διάφορα διαφωτιστικά ρεύματα.
• άρα αυτός ο κανονιστικός οικουμενισμός δεν μπορεί να εκπηγάζει παρά μόνο από εκείνη την ανθρώπινη ιδιότητα που είναι η λιγότερο ευαίσθητη στην αισθητή πραγματικότητα και τείνει περισσότερο από όλες τις άλλες να γεννά και να υφαίνει αφαιρέσεις: τη νόηση.
Η ρομαντική-συντηρητική αντίθεση στο περιεχόμενο του στραμμένου ενάντια στην Αποκάλυψη και τήν αυθεντία διαφωτιστικού Λόγου, αρθρώθηκε έτσι (και) με την απόρριψη της αφηρημένης νοησιαρχίας ή με τη συρρίκνωση του διαφωτιστικού ορθολογισμού (ως πεμπτουσίας ορισμένων θέσεων και κανόνων) στη νοησιαρχία (ως μορφή και μέθοδο σκέψης)
• με αυτόν τον τρόπο οι υποτιθέμενες εμπράγματες πλάνες του Διαφωτισμού προβλήθηκαν ως αναγκαίο αποτέλεσμα του εσφαλμένου τρόπου και τής εσφαλμένης μεθόδου της σκέψης του.
Αυτή η ρομαντική-συντηρητική ανακριβολογία δέν θα είχε κάνει σχολή αν οι διαφωτιστές δεν ήταν πράγματι υποχρεωμένοι να μετέρχονται αποκλειστικά οικουμενικές και κατά το μέτρο αυτό αφηρημένες διατυπώσεις, προκειμένου να ορίσουν θετικά το περιεχόμενο ή τους κανόνες του Λόγου.
Από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών, όπως ήδη παρατηρήσαμε, η διαφωτιστική έννοια τού Λόγου είναι (τυπικά) ενιαία μόνο ως πολεμική αρνητική έννοια κατά της Αποκάλυψης και της αυθεντίας, ενώ παρουσιάζεται κατακερματισμένη και πολύσημη μόλις λάβουμε ως γνώμονα τους ποικίλους ορισμούς που προσέδιδαν στο περιεχόμενό της τα διάφορα διαφωτιστικά ρεύματα.
Ώστε το ζητούμενο είναι ένα σημείο θεώρησης που να μάς επιτρέπει να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την πληθωρικά μαρτυρούμενη και στις μέρες μας αναγνωρισμένη πλέον αντιφατική πολυμέρεια των διαφωτιστικών θέσεων, δίχως συγχρόνως να ταυτίζουμε τη διαφωτιστική επίκληση του Λόγου, ήτοι τον διαφωτιστικό ορθολογισμό, με τη νοησιαρχία'διότι η νοησιαρχική συρρίκνωση του διαφωτιστικού ορθολογισμού είναι ασύμβατη με την κρίσιμη διαπίστωση της πολυμέρειας των ιδεών του Διαφωτισμού.
Τέτοιο σημείο θεώρησης μπορεί να μας εξασφαλίσει μόνο μιά ανάλυση προσανατολισμένη στη διεργασία τής αποκατάστασης τών αισθητών.
Βεβαίως, η αποκατάσταση των αισθητών δεν άποτελει καθ'εαυτήν επινόηση ή επίτευγμα τού Διαφωτισμού , άλλά κεντρική θέση τού όρθολογισμού τών Νέων Χρόνων εν γένει , τού οποίου οργανικό τμήμα καί νευραλγική φάση είναι ό Διαφωτισμός
• ως τέτοια στρέφεται εναντίον της κεντρικής αντίληψης της αρχαίας και της χριστιανικής μεταφυσικής, σύμφωνα με την οποία ο αίσθητός-υλικός κόσμος είναι οντολογικά υποδεέστερος σε σύγκριση με τη σφαίρα τού καθαρού (ύπερβατικού) πνεύματος, ήτοι ελλιπώς διαρθρωμένος, ασταθής, απρόβλεπτος και συνεπώς δεν μπορεί να συλληφθεί με μέσα καθαρά ορθολογικά όπως εκείνη.
Αντίθετα, η μαθηματική φυσική επιστήμη του 17ου αί. ζήτησε να αποδείξει ότι η φύση συνιστά ένα τέλεια διαρθρωμένο όλον που ως τέτοιο είναι και οφείλει να είναι αντάξιο της ανθρώπινης ορθολογικής διανοητικής προσπάθειας, αποτελώντας στην ουσία το μόνο δυνατό ή σοβαρό αντικείμενό της.
Βεβαίως, η αποκατάσταση των αισθητών δεν άποτελει καθ'εαυτήν επινόηση ή επίτευγμα τού Διαφωτισμού , άλλά κεντρική θέση τού όρθολογισμού τών Νέων Χρόνων εν γένει , τού οποίου οργανικό τμήμα καί νευραλγική φάση είναι ό Διαφωτισμός
• ως τέτοια στρέφεται εναντίον της κεντρικής αντίληψης της αρχαίας και της χριστιανικής μεταφυσικής, σύμφωνα με την οποία ο αίσθητός-υλικός κόσμος είναι οντολογικά υποδεέστερος σε σύγκριση με τη σφαίρα τού καθαρού (ύπερβατικού) πνεύματος, ήτοι ελλιπώς διαρθρωμένος, ασταθής, απρόβλεπτος και συνεπώς δεν μπορεί να συλληφθεί με μέσα καθαρά ορθολογικά όπως εκείνη.
Αντίθετα, η μαθηματική φυσική επιστήμη του 17ου αί. ζήτησε να αποδείξει ότι η φύση συνιστά ένα τέλεια διαρθρωμένο όλον που ως τέτοιο είναι και οφείλει να είναι αντάξιο της ανθρώπινης ορθολογικής διανοητικής προσπάθειας, αποτελώντας στην ουσία το μόνο δυνατό ή σοβαρό αντικείμενό της.
Η αποκατάσταση των αίσθητών στους Νέους Χρόνους δεν εξαντλείται όμως μόνο σ'αυτή την οντολογική (και γνωστική) ανατίμηση του υλικού κόσμου στην ολότητά του
• συγχρόνως έχει μιά άμεσα πρακτική-κανονιστική διάσταση, καθώς είναι δυνατόν να μεταφραστεί στο αίτημα μιάς αυτόνομης ηθικής, που έρχεται σε σύγκρουση με την ετερονομία του χριστιανικού-ασκητικού βίου. Η οντολογική και αντιασκητική αποκατάσταση των αισθητών συμβαδίζει πλέον στο πλαίσιο του κοσμοθεωρητικού πλέγματος του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων με το πρωτείο της ανθρωπολογίας, το οποίο αντικαθιστά το πρωτείο της θεολογίας.
Άπό την άποψη της οντολογικής ανατίμησης του υλικού κόσμου, το πρωτείο αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος επιλέγει πλέον αυτόν τον κόσμο ως κύριο πεδίο της δραστηριότητάς του και αποπειράται να κυριαρχήσει επάνω του διαμέσου της επιστήμης και της τεχνικής
• φυσικά, για να ανυψωθεί ο άνθρωπος στή θέση του κυρίαρχου, είναι απαραίτητο να παραμεριστεί το πρωτείο της θεολογίας, για την οποία η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον Θεό είναι αδιανόητη.
Από την άποψη της αποκατάστασης των αίσθητών με την αντιασκητική έννοια του όρου, το πρωτείο της ανθρωπολογίας σημαίνει πάλι ότι ο άνθρωπος γίνεται όλο και πιό έντονα αντιληπτός ως φυσικό ον, του οποίου το πνεύμα ή η ψυχή ριζώνει στο βιολογικό του υπόστρωμα και εκτός αυτού (συν)καθορίζεται από εξωτερικούς αισθητούς παράγοντες.
Η αντίθεση μεταξύ της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι κύριος της φύσης (περιλαμβανομένης και της δικής του) και της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι φύση, η αντίθεση δηλ. μεταξύ κανονιστικού και αιτιώδους, έκρινε ουσιαστικά τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων έν γένει.
• συγχρόνως έχει μιά άμεσα πρακτική-κανονιστική διάσταση, καθώς είναι δυνατόν να μεταφραστεί στο αίτημα μιάς αυτόνομης ηθικής, που έρχεται σε σύγκρουση με την ετερονομία του χριστιανικού-ασκητικού βίου. Η οντολογική και αντιασκητική αποκατάσταση των αισθητών συμβαδίζει πλέον στο πλαίσιο του κοσμοθεωρητικού πλέγματος του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων με το πρωτείο της ανθρωπολογίας, το οποίο αντικαθιστά το πρωτείο της θεολογίας.
Άπό την άποψη της οντολογικής ανατίμησης του υλικού κόσμου, το πρωτείο αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος επιλέγει πλέον αυτόν τον κόσμο ως κύριο πεδίο της δραστηριότητάς του και αποπειράται να κυριαρχήσει επάνω του διαμέσου της επιστήμης και της τεχνικής
• φυσικά, για να ανυψωθεί ο άνθρωπος στή θέση του κυρίαρχου, είναι απαραίτητο να παραμεριστεί το πρωτείο της θεολογίας, για την οποία η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον Θεό είναι αδιανόητη.
Από την άποψη της αποκατάστασης των αίσθητών με την αντιασκητική έννοια του όρου, το πρωτείο της ανθρωπολογίας σημαίνει πάλι ότι ο άνθρωπος γίνεται όλο και πιό έντονα αντιληπτός ως φυσικό ον, του οποίου το πνεύμα ή η ψυχή ριζώνει στο βιολογικό του υπόστρωμα και εκτός αυτού (συν)καθορίζεται από εξωτερικούς αισθητούς παράγοντες.
Η αντίθεση μεταξύ της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι κύριος της φύσης (περιλαμβανομένης και της δικής του) και της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι φύση, η αντίθεση δηλ. μεταξύ κανονιστικού και αιτιώδους, έκρινε ουσιαστικά τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων έν γένει.
ζ´
Με τον Διαφωτισμό, η αποκατάσταση των αισθητών φτάνει σε μια έως τότε άγνωστη και αδιανόητη κορύφωση.
Στο φυσικόεπιστημονικό-κοσμολογικό επίπεδο αναγνωρίζεται βαθμηδόν στην ύλη αυτοκίνηση, στο γνωσιοθεωρητικό επίπεδο επικρατούν ως επί το πολύ εμπειριστικές ή αισθησιοκρατικές τάσεις, στο επίπεδο της φυσικής φιλοσοφίας η αντιασκητική στροφή είναι πλέον απαραγνώριστη και λαμβάνει μάλιστα επιθετικό χαρακτήρα, στο επίπεδο της κοινωνικής θεωρίας οι υλικοί παράγοντες, από τη γεωγραφία ως την οικονομία, εκτιμώνται πλέον περισσότερο από ποτέ άλλοτε και η διαμόρφωση και λειτουργία τους κατανοείται πλέον συγκεκριμένα.
Ωστόσο, οι ριζοσπαστικές μορφές της αποκατάστασης των αισθητών εντός του όλου πνευματικού φάσματος του Διαφωτισμού παραμένουν ποσοτικά μάλλον αμελητέες'όμως η πραγματική επιρροή φτάνει πολύ μακρύτερα.
Γιατί τα έσχατα οντολογικά και ηθικοφιλοσοφικά επακόλουθα μιας συνεπούς αποκατάστασης των αισθητών σε όλα τα επίπεδα απηχούνται κάθε στιγμή σε όλες τις φιλοσοφικές παρατάξεις, οι οποίες δρούν και αντιδρούν ακριβώς στην προοπτική αυτών των συνεπειών, αφού με τον θεωρητικό λόγο τους προωθούν την αποκατάσταση των αισθητών κατά τρόπο και μορφή σύμφωνη με την εκάστοτε οντολογική και κανονιστική θεμελιώδη τους απόφαση.
Άν η ενότητα του Διαφωτισμού εδράζεται στο γενικό του εγχείρημα να αποκαταστήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα αισθητά σε όλα τα παραπάνω επίπεδα ενάντια στις προτεραιότητες της θεολογικής μεταφυσικής, η πολυμέρεια του περιεχομένου του εκπηγάζει από την πληθώρα των διαφορετικών τοποθετήσεών του στο ερώτημα πως και σε ποιό μέτρο πρέπει αυτό να γίνει.
Στο φυσικόεπιστημονικό-κοσμολογικό επίπεδο αναγνωρίζεται βαθμηδόν στην ύλη αυτοκίνηση, στο γνωσιοθεωρητικό επίπεδο επικρατούν ως επί το πολύ εμπειριστικές ή αισθησιοκρατικές τάσεις, στο επίπεδο της φυσικής φιλοσοφίας η αντιασκητική στροφή είναι πλέον απαραγνώριστη και λαμβάνει μάλιστα επιθετικό χαρακτήρα, στο επίπεδο της κοινωνικής θεωρίας οι υλικοί παράγοντες, από τη γεωγραφία ως την οικονομία, εκτιμώνται πλέον περισσότερο από ποτέ άλλοτε και η διαμόρφωση και λειτουργία τους κατανοείται πλέον συγκεκριμένα.
Ωστόσο, οι ριζοσπαστικές μορφές της αποκατάστασης των αισθητών εντός του όλου πνευματικού φάσματος του Διαφωτισμού παραμένουν ποσοτικά μάλλον αμελητέες'όμως η πραγματική επιρροή φτάνει πολύ μακρύτερα.
Γιατί τα έσχατα οντολογικά και ηθικοφιλοσοφικά επακόλουθα μιας συνεπούς αποκατάστασης των αισθητών σε όλα τα επίπεδα απηχούνται κάθε στιγμή σε όλες τις φιλοσοφικές παρατάξεις, οι οποίες δρούν και αντιδρούν ακριβώς στην προοπτική αυτών των συνεπειών, αφού με τον θεωρητικό λόγο τους προωθούν την αποκατάσταση των αισθητών κατά τρόπο και μορφή σύμφωνη με την εκάστοτε οντολογική και κανονιστική θεμελιώδη τους απόφαση.
Άν η ενότητα του Διαφωτισμού εδράζεται στο γενικό του εγχείρημα να αποκαταστήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα αισθητά σε όλα τα παραπάνω επίπεδα ενάντια στις προτεραιότητες της θεολογικής μεταφυσικής, η πολυμέρεια του περιεχομένου του εκπηγάζει από την πληθώρα των διαφορετικών τοποθετήσεών του στο ερώτημα πως και σε ποιό μέτρο πρέπει αυτό να γίνει.
Θα κατανοήσουμε γιατί το ερώτημα αυτό απέκτησε τόσο επείγοντα χαραχτήρα ειδικά τον 18ο αί. ώστε να επισύρει εύλογα πλήθος απαντήσεις, αν αναλογιστούμε τη λειτουργία της έννοιας του πνεύματος στην προηγούμενη φιλοσοφική (και θεολογική) παράδοση - λειτουργία που για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε τόσο έντονα και μαζικά την εποχή του Διαφωτισμού.
Γιατί το πνεύμα δεν αποτελούσε μόνο το ανώτατο στρώμα του Είναι, αλλά ήταν συνάμα φορέας και εγγυητής του Κανονιστικού - τόσο ως Θεός που ως ens realissimum ήταν συγχρόνως και η πεμπτουσία όλων των κανόνων, όσο και ως ανθρώπινο πνεύμα που του αναγνωριζόταν η αρμοδιότητα να δαμάζει την αισθητή διάσταση του ανθρώπου και να την ποδηγετεί σύμφωνα με κανονιστικές επιταγές.
Σε μιά εποχή όπου ο Θεός δεν ήταν ακόμη νεκρός, ήταν επόμενο η υπονόμευση του πνεύματος από την αποκατάσταση, πόσο μάλλον από την οντολογική αυτονόμηση των αισθητών, να εκλαμβάνεται ως υπονόμευση εν γένει του κανονιστικού και του ηθικού στοιχείου.
Αυτή η εντύπωση θα ενοχλούσε ενδεχομένως λιγότερο τη μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών που επηρεάστηκαν από αυτήν, αν δεν έθετε ένα αποτελεσματικό όπλο στη διάθεση του θεολογικού αντιπάλου, ο οποίος βεβαίως παρουσίαζε την αποκοπή από την παραδοσιακή ιεραρχία των αξιών ως μηδενιστική αποκοπή από κάθε αξία. Στις συγκεκριμένες συνθήκες του 18ου αι. όλες πρακτικά οι πτέρυγες του Διαφωτισμού ήταν υποχρεωμένες να αντικρούσουν την υποψία του αθεϊσμού ή του μηδενισμού, αν ήθελαν να εξασφαλίσουν ευήκοον ούς στην κοινωνία.
Ώστε ο αγώνας στο εσωτερικό του Διαφωτισμού για τη μορφή και το μέτρο της αποκατάστασης των αίσθητών αποτελεί συγχρόνως και διαμάχη γιά το ποιά είναι η καλύτερη στρατηγική και τακτική κατανίκησης ή έστω εξουδετέρωσης του θεολογικού αντιπάλου.
Γιατί το πνεύμα δεν αποτελούσε μόνο το ανώτατο στρώμα του Είναι, αλλά ήταν συνάμα φορέας και εγγυητής του Κανονιστικού - τόσο ως Θεός που ως ens realissimum ήταν συγχρόνως και η πεμπτουσία όλων των κανόνων, όσο και ως ανθρώπινο πνεύμα που του αναγνωριζόταν η αρμοδιότητα να δαμάζει την αισθητή διάσταση του ανθρώπου και να την ποδηγετεί σύμφωνα με κανονιστικές επιταγές.
Σε μιά εποχή όπου ο Θεός δεν ήταν ακόμη νεκρός, ήταν επόμενο η υπονόμευση του πνεύματος από την αποκατάσταση, πόσο μάλλον από την οντολογική αυτονόμηση των αισθητών, να εκλαμβάνεται ως υπονόμευση εν γένει του κανονιστικού και του ηθικού στοιχείου.
Αυτή η εντύπωση θα ενοχλούσε ενδεχομένως λιγότερο τη μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών που επηρεάστηκαν από αυτήν, αν δεν έθετε ένα αποτελεσματικό όπλο στη διάθεση του θεολογικού αντιπάλου, ο οποίος βεβαίως παρουσίαζε την αποκοπή από την παραδοσιακή ιεραρχία των αξιών ως μηδενιστική αποκοπή από κάθε αξία. Στις συγκεκριμένες συνθήκες του 18ου αι. όλες πρακτικά οι πτέρυγες του Διαφωτισμού ήταν υποχρεωμένες να αντικρούσουν την υποψία του αθεϊσμού ή του μηδενισμού, αν ήθελαν να εξασφαλίσουν ευήκοον ούς στην κοινωνία.
Ώστε ο αγώνας στο εσωτερικό του Διαφωτισμού για τη μορφή και το μέτρο της αποκατάστασης των αίσθητών αποτελεί συγχρόνως και διαμάχη γιά το ποιά είναι η καλύτερη στρατηγική και τακτική κατανίκησης ή έστω εξουδετέρωσης του θεολογικού αντιπάλου.
Η πολυμέρεια τού Διαφωτισμού, που οφείλει τη γένεση και τα κίνητρα της στούς παράγοντες αυτούς, εκτείνεται από θέσεις που κάνουν μεγαλύτερες ή μικρές παραχωρήσεις στη νοησιαρχία προκειμένου να διασφαλίσουν καλύτερα το πνεύμα ως φορέα τού Κανονιστικού, ως τον απροκάλυπτο μηδενισμό, ήτοι ως τον συνεπή αξιολογικό σχετικισμό και τον αποχαιρετισμό όχι μόνο στούς θεολογικούς κανόνες, άλλά και σε κάθε κανονιστική και αξιολογική σκέψη.
Εκκινώντας από αυτή τη διαπίστωση -και με δεδομένη την εμμονή μας ενάντια στις μονοδιάστατες ερμηνείες που εκπορεύονται πάντοτε έμμεσα η άμεσα από μια κανονιστική έννοια το Διαφωτισμού- οφείλουμε να κάνουμε εδώ μιά διπλή διάκριση.
Κατά πρώτον, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ του Διαφωτισμού με την έννοια των πνευματικών ρευμάτων που επιζητούν να άντικαταστήσουν τη θεολογική με μιά όσο το δυνατόν θύραθεν και εμμενή ερμηνεία του κόσμου, και του Διαφωτισμού με την έννοια ορισμένων κανόνων και άξιών που δεν προβάλλονται μόνο κατά της θεολογίας άλλά και κατά του σκεπτικισμού και μηδενισμού που εκπορεύεται από τους κόλπους του ίδιου του Διαφωτισμού
• γιατί η ομολογία πίστεως σε μια εμμενή ερμηνεία του κόσμου δεν σημαίνει απαραίτητα και ομολογία πίστεως σε ορισμένη κλίμακα αξιών, εκτός κι άν εκλάβουμε κανονιστικά την έννοια της φύσης ή του ανθρώπου όπως το έκανε η μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών.
Εκκινώντας από αυτή τη διαπίστωση -και με δεδομένη την εμμονή μας ενάντια στις μονοδιάστατες ερμηνείες που εκπορεύονται πάντοτε έμμεσα η άμεσα από μια κανονιστική έννοια το Διαφωτισμού- οφείλουμε να κάνουμε εδώ μιά διπλή διάκριση.
Κατά πρώτον, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ του Διαφωτισμού με την έννοια των πνευματικών ρευμάτων που επιζητούν να άντικαταστήσουν τη θεολογική με μιά όσο το δυνατόν θύραθεν και εμμενή ερμηνεία του κόσμου, και του Διαφωτισμού με την έννοια ορισμένων κανόνων και άξιών που δεν προβάλλονται μόνο κατά της θεολογίας άλλά και κατά του σκεπτικισμού και μηδενισμού που εκπορεύεται από τους κόλπους του ίδιου του Διαφωτισμού
• γιατί η ομολογία πίστεως σε μια εμμενή ερμηνεία του κόσμου δεν σημαίνει απαραίτητα και ομολογία πίστεως σε ορισμένη κλίμακα αξιών, εκτός κι άν εκλάβουμε κανονιστικά την έννοια της φύσης ή του ανθρώπου όπως το έκανε η μεγάλη πλειονότητα των διαφωτιστών.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον Διαφωτισμό με αυτή τη διπλή έννοια και στήν εποχή του.
Δεν ήταν όλα Διαφωτισμός, όσα διαδραματίστηκαν στην πνευματική Ευρώπη το τελευταίο τρίτο τού 17ου αί. έως περίπου το 1789, το αντίθετο μάλιστα: πάρα πολλά στρέφονταν κατά του Διαφωτισμού, και πάρα πολλά δεν ήταν παρά μια αμέριμνη συνέχιση της σκέψης αιωνόβιων πνευματικών παραδόσεων ή και συνηθειών.
Ο Διαφωτισμός εκδιπλώθηκε στο πλαίσιο της εποχής του και υπό τους όρους που εκείνη υπαγόρευε από την άλλη μεριά, ό,τι ονομάζουμε επόχή του Διαφωτισμού δεν θα ήταν αυτό που ήταν δίχως τη γένεση και την επίδραση του Διαφωτισμού.
Αυτό το βλέπουμε για παράδειγμα στην επιρροή των διαφωτιστικών ιδεών πάνω στις μεταρρυθμιστικές απόπειρες στον χώρο της θεολογίας'γιατί δεν ήταν μόνο το (κύριο) ρεύμα του Διαφωτισμού αναγκασμένο να υπολογίζει τον θεολογικό αντίπαλο, αλλά και η ίδια η θεολογία δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει δίχως μιά (αρνητική, επιφυλακτική ή θετική) τοποθέτηση προς τον Διαφωτισμό.
Δεν ήταν όλα Διαφωτισμός, όσα διαδραματίστηκαν στην πνευματική Ευρώπη το τελευταίο τρίτο τού 17ου αί. έως περίπου το 1789, το αντίθετο μάλιστα: πάρα πολλά στρέφονταν κατά του Διαφωτισμού, και πάρα πολλά δεν ήταν παρά μια αμέριμνη συνέχιση της σκέψης αιωνόβιων πνευματικών παραδόσεων ή και συνηθειών.
Ο Διαφωτισμός εκδιπλώθηκε στο πλαίσιο της εποχής του και υπό τους όρους που εκείνη υπαγόρευε από την άλλη μεριά, ό,τι ονομάζουμε επόχή του Διαφωτισμού δεν θα ήταν αυτό που ήταν δίχως τη γένεση και την επίδραση του Διαφωτισμού.
Αυτό το βλέπουμε για παράδειγμα στην επιρροή των διαφωτιστικών ιδεών πάνω στις μεταρρυθμιστικές απόπειρες στον χώρο της θεολογίας'γιατί δεν ήταν μόνο το (κύριο) ρεύμα του Διαφωτισμού αναγκασμένο να υπολογίζει τον θεολογικό αντίπαλο, αλλά και η ίδια η θεολογία δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει δίχως μιά (αρνητική, επιφυλακτική ή θετική) τοποθέτηση προς τον Διαφωτισμό.
η´
Άν δούμε αυτόν τον τεράστιο σε μορφές και περιεχόμενο πλούτο των αποχρώσεων που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα επίπεδα, τότε ο λόγος γιά τήν πολυμέρεια του Διαφωτισμού αποκτά το συγκεκριμένο του νόημα, ανεξάρτητα από τη διάκριση των επί μέρους βασικών του εννοιών.
Ωστόσο μπορούμε να συγκρατήσουμε τη διαπίστωση, ότι η διανοητικά χαλαρότερη μεν αλλά ποσοτικά κατά πολύ υπέρτερη και επί πλέον δημοφιλέστερη κύρια τάση τού Διαφωτισμού είχε εμπειριστικό προσανατολισμό, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να διαφυλάξει το πνεύμα και τις βασικές οντολογικές μορφές του (ήτοι εκείνες του Θεού και του ανθρώπινου Λόγου) σε εκάστοτε διαφορετικό μέτρο και ερμηνεία
• οι θιασώτες της ευελπιστούσαν ότι θα αποσείσουν με αυτόν τον τρόπο την υποψία του μηδενισμού - τόσο επειδή οι ίδιοι δρούσαν έν όνόματι αξιών και κανόνων και ήταν εύλογο να αποτάσσονται από αληθή πεποίθηση τόν μηδενισμό, όσο και γιατί το τελευταίο ήταν τακτικά αναγκαίο στον αγώνα τους κατά του θεολογικού αντιπάλου.
Στό ένα άκρο του φάσματος τών ιδεών του Διαφωτισμού, όπου κυριαρχεί αυτό το βασικό ρεύμα, συναντούμε νοησιαρχικές τάσεις που βεβαίως δεν είχαν σκοπό να υπερασπίσουν τη νοησιαρχία με την έννοια της παλαιάς οντολογίας, αλλά προσπαθούσαν πάνω στη βάση τών κοσμοθεωρητικών προοπτικών των Νέων Χρόνων να θεμελιώσουν την αυτονομία του ανθρώπινου πνεύματος εκείθεν κάθε αισθητής εμπειρίας και παρά τον αναγκαίο χαραχτήρα της τελευταίας
• ηθικοφιλοσοφικά το ζητούμενο ήταν να μετατραπεί αυτή η αύτονομία της νόησης και του Λόγου σε μιά ηθική δίχως χρησιμοθηρικό άρα, τελικά, δίχως σχετικιστικό χαρακτήρα.
Ωστόσο μπορούμε να συγκρατήσουμε τη διαπίστωση, ότι η διανοητικά χαλαρότερη μεν αλλά ποσοτικά κατά πολύ υπέρτερη και επί πλέον δημοφιλέστερη κύρια τάση τού Διαφωτισμού είχε εμπειριστικό προσανατολισμό, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να διαφυλάξει το πνεύμα και τις βασικές οντολογικές μορφές του (ήτοι εκείνες του Θεού και του ανθρώπινου Λόγου) σε εκάστοτε διαφορετικό μέτρο και ερμηνεία
• οι θιασώτες της ευελπιστούσαν ότι θα αποσείσουν με αυτόν τον τρόπο την υποψία του μηδενισμού - τόσο επειδή οι ίδιοι δρούσαν έν όνόματι αξιών και κανόνων και ήταν εύλογο να αποτάσσονται από αληθή πεποίθηση τόν μηδενισμό, όσο και γιατί το τελευταίο ήταν τακτικά αναγκαίο στον αγώνα τους κατά του θεολογικού αντιπάλου.
Στό ένα άκρο του φάσματος τών ιδεών του Διαφωτισμού, όπου κυριαρχεί αυτό το βασικό ρεύμα, συναντούμε νοησιαρχικές τάσεις που βεβαίως δεν είχαν σκοπό να υπερασπίσουν τη νοησιαρχία με την έννοια της παλαιάς οντολογίας, αλλά προσπαθούσαν πάνω στη βάση τών κοσμοθεωρητικών προοπτικών των Νέων Χρόνων να θεμελιώσουν την αυτονομία του ανθρώπινου πνεύματος εκείθεν κάθε αισθητής εμπειρίας και παρά τον αναγκαίο χαραχτήρα της τελευταίας
• ηθικοφιλοσοφικά το ζητούμενο ήταν να μετατραπεί αυτή η αύτονομία της νόησης και του Λόγου σε μιά ηθική δίχως χρησιμοθηρικό άρα, τελικά, δίχως σχετικιστικό χαρακτήρα.
Στό άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται οι ποικίλες παραλλαγές του υλισμού που, μολονότι από ποσοτικής πλευράς βαραίνουν έξ ίσου λίγο με τις νοησιαρχικές τάσεις, δεν αποτελούν διόλου παραδοξότητες, όπως τις αποκάλεσε ο Cassirer.
Διότι αποκαλύπτουν (πρό πάντων με τη μηδενιστική μετεξέλιξή τους στόν La Mettrie και τον de Sade) τις έσχατες οντολογικές και ήθικοφιλοσοφικές συνέπειες εκείνης ακριβώς της εμφαντικής αποκατάστασης των αισθητών, στην οποία και το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού έβλεπε τη θεμελιώδη κοσμοθεωρητική του αφετηρία αλλά συγχρόνως και το οξύτερο κοσμοθεωρητικό του όπλο.
Από την άλλη πλευρά πρέπει να τονιστεί ότι και ο υλισμός μπορεί να θεωρηθεί τελείωση ή φιλοσοφικά αναγκαία έκβαση του Διαφωτισμού τόσο λίγο όσο λ.χ. ο καντιανισμός. Συνιστά μια από τος πολλές λογικά νόμιμες θέσεις που είχαν πραγματικούς ή δυνητικούς υποστηρικτές και οι οποίες προήλθαν από τον αντιθεολογικό κατά κύριο λόγο προσανατολισμό του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων γενικά και του Διαφωτισμού ειδικότερα - ήτοι από την αποκατάσταση των αισθητών με τη διπλή έννοια που περιγράψαμε.
Διότι αποκαλύπτουν (πρό πάντων με τη μηδενιστική μετεξέλιξή τους στόν La Mettrie και τον de Sade) τις έσχατες οντολογικές και ήθικοφιλοσοφικές συνέπειες εκείνης ακριβώς της εμφαντικής αποκατάστασης των αισθητών, στην οποία και το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού έβλεπε τη θεμελιώδη κοσμοθεωρητική του αφετηρία αλλά συγχρόνως και το οξύτερο κοσμοθεωρητικό του όπλο.
Από την άλλη πλευρά πρέπει να τονιστεί ότι και ο υλισμός μπορεί να θεωρηθεί τελείωση ή φιλοσοφικά αναγκαία έκβαση του Διαφωτισμού τόσο λίγο όσο λ.χ. ο καντιανισμός. Συνιστά μια από τος πολλές λογικά νόμιμες θέσεις που είχαν πραγματικούς ή δυνητικούς υποστηρικτές και οι οποίες προήλθαν από τον αντιθεολογικό κατά κύριο λόγο προσανατολισμό του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων γενικά και του Διαφωτισμού ειδικότερα - ήτοι από την αποκατάσταση των αισθητών με τη διπλή έννοια που περιγράψαμε.
Η πολυδιάστατη κατανόηση του Διαφωτισμού στο πλαίσιο της αποκατάστασης των αισθητών μας επιτρέπει επί πλέον να αποφύγουμε την παλαιά και πάντοτε διαδεδομένη σύγχυση μεταξύ διαφωτιστικού ορθολογισμού και νοησιαρχίας καθώς και τις εσφαλμένες αντιπαραθέσεις (λ.χ. Rousseau κατά Διαφωτισμού) και περιοδολογήσεις που προκύπτουν από αυτήν.
Η διαφωτιστική αποκατάσταση των αίσθητών ήρθε στό προσκήνιο ως αντίθεση όχι μόνο πρός ό,τι θεωρήθηκε σχολαστική νοησιαρχία, αλλά και πρός τον καρτεσιανό μαθηματικισμό και απαγωγισμό
• στον ταυτόχρονο αγώνα κατά τής νοησιαρχίας της σχολαστικής συλλογιστικής και των μαθηματικών του 18ου αι. ανατιμήθηκαν τόσο το έμπειριστικό-πειραματικό τμήμα της φυσικής επιστήμης όσο και οι βιολογικές και ιστορικές επιστήμες.
Παράλληλα, η έμπειριστική γνωσιοθεωρία με τη γενετική της θεώρηση κατέλυσε την παραδοσιακή έννοια της καθαρής νόησης, ώστε ο Λόγος να μην έκλαμβάνεται πλέον ως το ανώτατο συστατικό μιάς έξ αρχής παγιωμένης διαστρωμάτωσης της ψυχής, αλλά ως ύψιστη εξελικτική βαθμίδα ενός πνεύματος που δημιουργείται βαθμηδόν και έξαρτάται πάντοτε από τις αισθήσεις.
Ο αντινοησιαρχικός στόν γενικό προσανατολισμό του Διαφωτισμός μπορούσε παρά ταύτα να θεωρεί με ελαφρά συνείδηση τον εαυτό του ορθολογικό, επειδή δεν εξαρτούσε τη δική του έννοια του Λόγου από το όντολογικό καθεστώς της νόησης, άλλά τον συσχέτιζε με ορισμένο περιεχόμενο από το οποίο απέρρεαν ευθέως κανονιστικές συνέπειες.
«Συμπεριφέρομαι έλλογα» σήμαινε στην τρέχουσα γλώσσα του Διαφωτισμού «ζώ κατά φύσιν» - δηλ. σύμφωνα με επιταγές οι όποιες είναι ενδιάθετες στην (ανθρώπινη) φύση και δεν αποτελούν προϊόν υπαγόρευσης κάποιας Αποκάλυψης ή αύθεντίας.
Η διαφωτιστική αποκατάσταση των αίσθητών ήρθε στό προσκήνιο ως αντίθεση όχι μόνο πρός ό,τι θεωρήθηκε σχολαστική νοησιαρχία, αλλά και πρός τον καρτεσιανό μαθηματικισμό και απαγωγισμό
• στον ταυτόχρονο αγώνα κατά τής νοησιαρχίας της σχολαστικής συλλογιστικής και των μαθηματικών του 18ου αι. ανατιμήθηκαν τόσο το έμπειριστικό-πειραματικό τμήμα της φυσικής επιστήμης όσο και οι βιολογικές και ιστορικές επιστήμες.
Παράλληλα, η έμπειριστική γνωσιοθεωρία με τη γενετική της θεώρηση κατέλυσε την παραδοσιακή έννοια της καθαρής νόησης, ώστε ο Λόγος να μην έκλαμβάνεται πλέον ως το ανώτατο συστατικό μιάς έξ αρχής παγιωμένης διαστρωμάτωσης της ψυχής, αλλά ως ύψιστη εξελικτική βαθμίδα ενός πνεύματος που δημιουργείται βαθμηδόν και έξαρτάται πάντοτε από τις αισθήσεις.
Ο αντινοησιαρχικός στόν γενικό προσανατολισμό του Διαφωτισμός μπορούσε παρά ταύτα να θεωρεί με ελαφρά συνείδηση τον εαυτό του ορθολογικό, επειδή δεν εξαρτούσε τη δική του έννοια του Λόγου από το όντολογικό καθεστώς της νόησης, άλλά τον συσχέτιζε με ορισμένο περιεχόμενο από το οποίο απέρρεαν ευθέως κανονιστικές συνέπειες.
«Συμπεριφέρομαι έλλογα» σήμαινε στην τρέχουσα γλώσσα του Διαφωτισμού «ζώ κατά φύσιν» - δηλ. σύμφωνα με επιταγές οι όποιες είναι ενδιάθετες στην (ανθρώπινη) φύση και δεν αποτελούν προϊόν υπαγόρευσης κάποιας Αποκάλυψης ή αύθεντίας.
Όπως η φύση ως πολεμική έννοια στράφηκε κατά του υπερφυσικού, έτσι και η όμολογία πίστεως στον Λόγο ισοδυναμούσε με απόρριψη του έτεροκαθορισμού της ανθρώπινης δράσης από υπερφυσιοκρατικές διδασκαλίες.
Καί όπως η φύση εμπεριείχε τα αισθητά σε όλες τις διαστάσεις τους, δίχως γι'αυτό να παύει να επιτάσσει μιά έλλογη συμπεριφορά, έτσι και ο ανθρώπινος Λόγος περιέκλειε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου
• δεν έδρευε μόνο στη νόηση, άλλά ρίζωνε σε πολύ βαθύτερα στρώμματα και όφειλε να καθοδηγεί τον άνθρωπο με ασφάλεια φυσικού ενστίκτου, υπό φυσιολογικές τουλάχιστον ή ιδεωδεις συνθήκες. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σχηματίζει τον μεγάλο κοινό παρονομαστή των λοιπών ρευμάτων του Διαφωτισμού και της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού, που συχνά αντιμετωπίστηκαν ως ανταρσία κατά του Διαφωτισμού, ως πρόδρομοι του ρομαντισμού κλπ.
Διότι η φιλοσοφία του αισθήματος διατράνωσε ακριβώς το ρίζωμα του ήθικοκανονιστικά κατανοούμενου έλλογου στοιχείου στην (ανθρώπινη) φύση, ενώ αν κατηγόρησε τους αντιπάλους της για νοησιαρχία το έκανε απλώς καί μόνο επειδή στις γραμμές του Διαφωτισμού η νοησιαρχία εν γένει γινόταν αντιληπτή ως μομφή.
Και αντίστροφα: κανείς πολέμιος της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού δέν υποπτεύθηκε τα ρεύματα αυτά ως νοησιαρχικά με τη μεταγενέστερη μειωτική έννοια του όρου, μολονότι πολλοί αμφέβαλλαν αν το διαφωτιστικό πρόγραμμα ήταν ικανό να συμφιλιώσει μεταξύ τους τη φύση και τον πολιτισμό υπό τις προϋποθέσεις της φιλοσοφίας του αίσθήματος.
Η οργανική συνάφεια της φιλοσοφίας του αισθήματος και του Διαφωτισμού ως Διαφωτισμού καταδεικνύεται στα απλά γεγονότα, ότι η πρώτη έκδιπλώθηκε ταυτόχρονα με το κίνημα του Διαφωτισμού και ότι ένας από τους εκπροσώπους της, ο Shaftesbury, άνηκε στους συγγραφείς του 18ου αι. με τη μεγαλύτερη δημοτικότητα και επιρροή
• ο Rousseau από την πλευρά του εμφανίστηκε σε εποχή όπου πάμπολλα κλασσικά έργα της διαφωτιστικής σκέψης δέν είχαν ακόμη δημοσιευτεί.
Ήδη μέ βάση τα χρονολογικά δεδομένα μοιάζει ανεπίτρεπτο να κάνουμε λόγο για εποχή κυριαρχίας του ξηρού διαφωτιστικού ορθολογισμού, την όποια διαδέχτηκε δήθεν μιά έποχή αίσθήματος ως διαμαρτυρία εναντίον του.
Καί όπως η φύση εμπεριείχε τα αισθητά σε όλες τις διαστάσεις τους, δίχως γι'αυτό να παύει να επιτάσσει μιά έλλογη συμπεριφορά, έτσι και ο ανθρώπινος Λόγος περιέκλειε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου
• δεν έδρευε μόνο στη νόηση, άλλά ρίζωνε σε πολύ βαθύτερα στρώμματα και όφειλε να καθοδηγεί τον άνθρωπο με ασφάλεια φυσικού ενστίκτου, υπό φυσιολογικές τουλάχιστον ή ιδεωδεις συνθήκες. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σχηματίζει τον μεγάλο κοινό παρονομαστή των λοιπών ρευμάτων του Διαφωτισμού και της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού, που συχνά αντιμετωπίστηκαν ως ανταρσία κατά του Διαφωτισμού, ως πρόδρομοι του ρομαντισμού κλπ.
Διότι η φιλοσοφία του αισθήματος διατράνωσε ακριβώς το ρίζωμα του ήθικοκανονιστικά κατανοούμενου έλλογου στοιχείου στην (ανθρώπινη) φύση, ενώ αν κατηγόρησε τους αντιπάλους της για νοησιαρχία το έκανε απλώς καί μόνο επειδή στις γραμμές του Διαφωτισμού η νοησιαρχία εν γένει γινόταν αντιληπτή ως μομφή.
Και αντίστροφα: κανείς πολέμιος της φιλοσοφίας του αισθήματος ή του ρουσσωισμού δέν υποπτεύθηκε τα ρεύματα αυτά ως νοησιαρχικά με τη μεταγενέστερη μειωτική έννοια του όρου, μολονότι πολλοί αμφέβαλλαν αν το διαφωτιστικό πρόγραμμα ήταν ικανό να συμφιλιώσει μεταξύ τους τη φύση και τον πολιτισμό υπό τις προϋποθέσεις της φιλοσοφίας του αίσθήματος.
Η οργανική συνάφεια της φιλοσοφίας του αισθήματος και του Διαφωτισμού ως Διαφωτισμού καταδεικνύεται στα απλά γεγονότα, ότι η πρώτη έκδιπλώθηκε ταυτόχρονα με το κίνημα του Διαφωτισμού και ότι ένας από τους εκπροσώπους της, ο Shaftesbury, άνηκε στους συγγραφείς του 18ου αι. με τη μεγαλύτερη δημοτικότητα και επιρροή
• ο Rousseau από την πλευρά του εμφανίστηκε σε εποχή όπου πάμπολλα κλασσικά έργα της διαφωτιστικής σκέψης δέν είχαν ακόμη δημοσιευτεί.
Ήδη μέ βάση τα χρονολογικά δεδομένα μοιάζει ανεπίτρεπτο να κάνουμε λόγο για εποχή κυριαρχίας του ξηρού διαφωτιστικού ορθολογισμού, την όποια διαδέχτηκε δήθεν μιά έποχή αίσθήματος ως διαμαρτυρία εναντίον του.
θ´
Η αποκατάσταση των αίσθητών πυροδότησε τη σύγκρουση μεταξύ του αιτιώδους και του κανονιστικού στοιχείου.
Λογικά αυτή η σύγκρουση μπορούσε να ξεπεραστεί και μάλιστα είτε με την απαλοιφή του κανονιστικού (αυτό έκαναν οι μηδενιστές) είτε με τον κατ'αρχήν διαχωρισμό τού Είναι από το Δέον και των αισθητών από τον Λόγο (αυτή την οδό ακολούθησε ο Kant).
Όμως το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού δεν μπορούσε και δεν επιθυμούσε να αποδεχτεί καμμία από αυτές τις δύο συνεπείς λύσεις: δίχως το κανονιστικό στοιχείο δεν θα είχε τα μέσα να στηρίξει την αξίωση του να ηγηθεί της κοινωνίας, ενώ η δυαρχία πάλι όχι μόνο θα είχε ως συνέπεια τη νεκρανάσταση της νοησιαρχίας, αλλά θα αχρήστευε επί πλέον ως πηγή κανόνων και την (ανθρώπινη) φύση, που μόλις είχε ανακαλυφθεί και πάλι, και έτσι θα καθιστούσε ενδεχομένως δυνατή ή και αναγκαία την έκ νέου καταφυγή στο υπερφυσικό για τη θεμελίωση της ηθικής.
Άν όμως η αποδοχή και προάσπιση του κανονιστικού στοιχείου (όπως το όριζε ο Διαφωτισμός) ήταν έντελώς απαραίτητη στον αγώνα κατά του θεολογικού αντιπάλου και της ηθικής ή της κοινωνικής οργάνωσης που εκείνος υποστήριζε, έξ ίσου αδύνατη ήταν στον ίδιο αυτόν αγώνα η παραίτηση από την αιτιώδη εξήγηση τών φαινομένων τής φύσης και της κοινωνίας
• διότι, βεβαίως, όσοι ζήτησαν να ερευνήσουν και να εφαρμόσουν τους νόμους της αιτιότητας, το έκαναν με την πρόθεση να καταστήσουν αδύνατες ή περιττές τις αυθαίρετες και απρόβλεπτες επεμβάσεις τού Θεού στο κοσμικό γίγνεσθαι.
Η δομή της κυρίαρχης στον Διαφωτισμό έννοιας της φύσης, η οποία έχει μία αιτιώδη και μια κανονιστική πλευρά, εικονογραφεί αυτή τη διπλή αναγκαιότητα στη σκέψη του κύριου ρεύματος του Διαφωτισμού.
Ωστόσο η διαπλοκή Είναι και Δέοντος ή αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου δέν ήταν δυνατό να θεωρηθεί τετελεσμένο γεγονός, αλλά έκλαμβανόταν είτε ως οντολογική αφετηρία και δυνατότητα είτε ως αίτημα του οποίου η μελλοντική πραγμάτωση έμοιαζε εξασφαλισμένη λόγω άκριβώς της «φύσης τών πραγμάτων»
• πάντως, ό,τι επικρατούσε hic et nunc ήταν μιά «κακή» πραγματικότητα, υπήρχε δηλ. ένα χάσμα μεταξύ Είναι και Δέοντος το οποίο ήταν άνάγκη να υπερβαθεί.
Λογικά αυτή η σύγκρουση μπορούσε να ξεπεραστεί και μάλιστα είτε με την απαλοιφή του κανονιστικού (αυτό έκαναν οι μηδενιστές) είτε με τον κατ'αρχήν διαχωρισμό τού Είναι από το Δέον και των αισθητών από τον Λόγο (αυτή την οδό ακολούθησε ο Kant).
Όμως το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού δεν μπορούσε και δεν επιθυμούσε να αποδεχτεί καμμία από αυτές τις δύο συνεπείς λύσεις: δίχως το κανονιστικό στοιχείο δεν θα είχε τα μέσα να στηρίξει την αξίωση του να ηγηθεί της κοινωνίας, ενώ η δυαρχία πάλι όχι μόνο θα είχε ως συνέπεια τη νεκρανάσταση της νοησιαρχίας, αλλά θα αχρήστευε επί πλέον ως πηγή κανόνων και την (ανθρώπινη) φύση, που μόλις είχε ανακαλυφθεί και πάλι, και έτσι θα καθιστούσε ενδεχομένως δυνατή ή και αναγκαία την έκ νέου καταφυγή στο υπερφυσικό για τη θεμελίωση της ηθικής.
Άν όμως η αποδοχή και προάσπιση του κανονιστικού στοιχείου (όπως το όριζε ο Διαφωτισμός) ήταν έντελώς απαραίτητη στον αγώνα κατά του θεολογικού αντιπάλου και της ηθικής ή της κοινωνικής οργάνωσης που εκείνος υποστήριζε, έξ ίσου αδύνατη ήταν στον ίδιο αυτόν αγώνα η παραίτηση από την αιτιώδη εξήγηση τών φαινομένων τής φύσης και της κοινωνίας
• διότι, βεβαίως, όσοι ζήτησαν να ερευνήσουν και να εφαρμόσουν τους νόμους της αιτιότητας, το έκαναν με την πρόθεση να καταστήσουν αδύνατες ή περιττές τις αυθαίρετες και απρόβλεπτες επεμβάσεις τού Θεού στο κοσμικό γίγνεσθαι.
Η δομή της κυρίαρχης στον Διαφωτισμό έννοιας της φύσης, η οποία έχει μία αιτιώδη και μια κανονιστική πλευρά, εικονογραφεί αυτή τη διπλή αναγκαιότητα στη σκέψη του κύριου ρεύματος του Διαφωτισμού.
Ωστόσο η διαπλοκή Είναι και Δέοντος ή αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου δέν ήταν δυνατό να θεωρηθεί τετελεσμένο γεγονός, αλλά έκλαμβανόταν είτε ως οντολογική αφετηρία και δυνατότητα είτε ως αίτημα του οποίου η μελλοντική πραγμάτωση έμοιαζε εξασφαλισμένη λόγω άκριβώς της «φύσης τών πραγμάτων»
• πάντως, ό,τι επικρατούσε hic et nunc ήταν μιά «κακή» πραγματικότητα, υπήρχε δηλ. ένα χάσμα μεταξύ Είναι και Δέοντος το οποίο ήταν άνάγκη να υπερβαθεί.
Ούτως έχόντων των πραγμάτων και ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση και τις εκάστοτε πολεμικές ανάγκες, στο προσκήνιο ερχόταν πότε η αίτιώδης και πότε η κανονιστική εκδοχή, πράγμα που γέννησε νέες αντιφάσεις και νέες στρατηγικές γεφύρωσής τους.
Αυτό έγινε εμφανές στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας, όπου η θέση για τον άνθρωπο ως φυσικό ον υποστηρίχτηκε εμφαντικά προκειμένου να ανασκευαστεί η διδασκαλία του προπατορικού αμαρτήματος και να υποστηριχτεί συγχρόνως ο αντιασκητικός χαρακτήρας της διαφωτιστικής ηθικής, εγχείρημα όμως που ενείχε τον κίνδυνο μαζί με την πάλαι ποτέ κυρίαρχη και υπεράνω της απλής φύσης νόηση να καταποντιστεί και η ελευθερία της βουλήσεως αρα και η ηθική αυτοδιάθεση του ανθρώπου• για τον λόγο αυτόν, οι απόπειρες να θεμελιωθεί η ηθική στην έννοια της φιλαυτίας (όπως την εννοούσε ο Διαφωτισμός) και με τον τρόπο αυτόν να γεφυρωθεί μέσα στον άνθρωπο το φυσικό και το έλλογο στοιχείο, έμειναν προβληματικές από λογικής πλευράς και αμφιταλαντεύονταν μονίμως ανάμεσα στα δύο σκέλη του διλήμματος αυτού.
Αλλά και στο πεδίο της φιλοσοφίας της ιστορίας η σύγκρουση αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου έκανε αισθητή την παρουσία του ως αντίθεση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι τα ήθη, οι νόμοι και οι κανόνες κάθε λαού και πολιτισμού εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες και συνεπώς η εγκυρότητα τους είναι σχετική, και στην προσδοκία ότι μπορούμε να επηρεάσουμε πράγματι τους κανόνες αυτούς εμπνεόμενοι από οικουμενικές αξίες ή και να τους ενοποιήσουμε στο πέρας της ιστορικής εξέλιξης.
Η αδιάκοπη αμφιταλάντευση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου κάτω από την πίεση της κοσμοθεωρητικά επιτακτικής αποκατάστασης των αισθητών αποτελεί έναν πρόσθετο σημαντικό λόγο για την πολυμέρεια του περιεχομένου του Διαφωτισμού και την ανεπάρκεια των μονοδιάστατων ερμηνειών του.
Αυτό έγινε εμφανές στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας, όπου η θέση για τον άνθρωπο ως φυσικό ον υποστηρίχτηκε εμφαντικά προκειμένου να ανασκευαστεί η διδασκαλία του προπατορικού αμαρτήματος και να υποστηριχτεί συγχρόνως ο αντιασκητικός χαρακτήρας της διαφωτιστικής ηθικής, εγχείρημα όμως που ενείχε τον κίνδυνο μαζί με την πάλαι ποτέ κυρίαρχη και υπεράνω της απλής φύσης νόηση να καταποντιστεί και η ελευθερία της βουλήσεως αρα και η ηθική αυτοδιάθεση του ανθρώπου• για τον λόγο αυτόν, οι απόπειρες να θεμελιωθεί η ηθική στην έννοια της φιλαυτίας (όπως την εννοούσε ο Διαφωτισμός) και με τον τρόπο αυτόν να γεφυρωθεί μέσα στον άνθρωπο το φυσικό και το έλλογο στοιχείο, έμειναν προβληματικές από λογικής πλευράς και αμφιταλαντεύονταν μονίμως ανάμεσα στα δύο σκέλη του διλήμματος αυτού.
Αλλά και στο πεδίο της φιλοσοφίας της ιστορίας η σύγκρουση αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου έκανε αισθητή την παρουσία του ως αντίθεση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι τα ήθη, οι νόμοι και οι κανόνες κάθε λαού και πολιτισμού εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες και συνεπώς η εγκυρότητα τους είναι σχετική, και στην προσδοκία ότι μπορούμε να επηρεάσουμε πράγματι τους κανόνες αυτούς εμπνεόμενοι από οικουμενικές αξίες ή και να τους ενοποιήσουμε στο πέρας της ιστορικής εξέλιξης.
Η αδιάκοπη αμφιταλάντευση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού στοιχείου κάτω από την πίεση της κοσμοθεωρητικά επιτακτικής αποκατάστασης των αισθητών αποτελεί έναν πρόσθετο σημαντικό λόγο για την πολυμέρεια του περιεχομένου του Διαφωτισμού και την ανεπάρκεια των μονοδιάστατων ερμηνειών του.
ι´
Στην προοπτική που με αυτόν τον τρόπο διανοίξαμε, είναι ανάγκη να επαναξιολογηθούν και οι σχέσεις του Διαφωτισμού προς την Επανάσταση.
Τόσο η επαναστατική όσο και η αντεπαναστατική πλευρά συνήθιζε να συναγάγει από μιά υποστασιωμένη και μονοδιάστατη θεώρηση του Διαφωτισμού μια έξ ίσου υποστασιωμένη και μονοδιάστατη Επανάσταση, ώσάν να αποτελούσε «ή» Επανάσταση μια λίγο-πολύ πιστή εφαρμογή του προγράμματος «τού» Διαφωτισμού.
Στήν πραγματικότητα, η Επανάσταση συνιστά ένα έξ ίσου πολυστρώματο καί πολυμερές γεγονός όπως και ο ίδιος ο Διαφωτισμός, και δεν υπάρχει κάποια κοινή συνισταμένη των διαφωτιστικών ιδεών που θα συνέπιπτε με την κοινή συνισταμένη του κοινωνικού περιεχομένου και προγράμματος της Επανάστασης' ό,τι η ιστορία έχει να επιδείξει είναι απλώς κάποιες λιγότερο ή περισσότερο σταθερές διασταυρώσεις ορισμένων διαφωτιστικών ιδεών και ορισμένων επαναστατικών ρευμάτων - διασταυρώσεις άλλωστε που δεν ήταν έκ των προτέρων δεδομένες ως οιονεί προγραμματικές τοποθετήσεις, αλλά σχηματίστηκαν πρώτα κατά την πορεία της Επανάστασης από ποικίλες παρακαμπτηρίους.
Η άποψη ότι η Επανάσταση υπήρξε αστική επειδή αν κριθεί από το κοινωνικό της αποτέλεσμα ωφέλησε την αστική τάξη, ερείδεται σε μιά εν τέλει τελολογική θεώρηση των κοινωνικών διεργασιών και δεν μπορεί να κάνει κατανοητό ούτε το στοιχειακό κίνημα των αγροτών, έξ αίτιας του οποίου η αστική τάξη υποχρεώθηκε να μοιραστεί τη νίκη της στη Γαλλία με τους αγρότες, ούτε την αναγκαιότητα των εντελώς αδιανόητων προ του 1789 πολιτικών μορφών που διαδέχτηκαν το ancient regime και το συνέτριψαν βίαια.
Τόσο η επαναστατική όσο και η αντεπαναστατική πλευρά συνήθιζε να συναγάγει από μιά υποστασιωμένη και μονοδιάστατη θεώρηση του Διαφωτισμού μια έξ ίσου υποστασιωμένη και μονοδιάστατη Επανάσταση, ώσάν να αποτελούσε «ή» Επανάσταση μια λίγο-πολύ πιστή εφαρμογή του προγράμματος «τού» Διαφωτισμού.
Στήν πραγματικότητα, η Επανάσταση συνιστά ένα έξ ίσου πολυστρώματο καί πολυμερές γεγονός όπως και ο ίδιος ο Διαφωτισμός, και δεν υπάρχει κάποια κοινή συνισταμένη των διαφωτιστικών ιδεών που θα συνέπιπτε με την κοινή συνισταμένη του κοινωνικού περιεχομένου και προγράμματος της Επανάστασης' ό,τι η ιστορία έχει να επιδείξει είναι απλώς κάποιες λιγότερο ή περισσότερο σταθερές διασταυρώσεις ορισμένων διαφωτιστικών ιδεών και ορισμένων επαναστατικών ρευμάτων - διασταυρώσεις άλλωστε που δεν ήταν έκ των προτέρων δεδομένες ως οιονεί προγραμματικές τοποθετήσεις, αλλά σχηματίστηκαν πρώτα κατά την πορεία της Επανάστασης από ποικίλες παρακαμπτηρίους.
Η άποψη ότι η Επανάσταση υπήρξε αστική επειδή αν κριθεί από το κοινωνικό της αποτέλεσμα ωφέλησε την αστική τάξη, ερείδεται σε μιά εν τέλει τελολογική θεώρηση των κοινωνικών διεργασιών και δεν μπορεί να κάνει κατανοητό ούτε το στοιχειακό κίνημα των αγροτών, έξ αίτιας του οποίου η αστική τάξη υποχρεώθηκε να μοιραστεί τη νίκη της στη Γαλλία με τους αγρότες, ούτε την αναγκαιότητα των εντελώς αδιανόητων προ του 1789 πολιτικών μορφών που διαδέχτηκαν το ancient regime και το συνέτριψαν βίαια.
Αν ήταν ορθές οι κοινωνικοπολιτικές απόψεις της αστικής πτέρυγας του Διαφωτισμού, τότε η Επανάσταση ενδεχομένως να περατωνόταν τη νύχτα της 4ης Αύγούστου 1789, αφού σ'αυτές δεν υπήρχε θέση για έναν Robespierre, έναν Babeuf ή έναν Ναπολέοντα. In tοtο ο Διαφωτισμός υπήρξε με τη σειρά του έξ ίσου λίγο αστικός όσο και η ίδια η Επανάσταση, και μπορεί να αποδειχτεί ότι οι πλέον ριζοσπαστικές, δηλ. οι πιο υλιστικές μορφές πού εξέλαβε, ήταν άκρως ύποπτες στη μεγάλη μάζα της αστικής τάξης και στούς προσκείμενους σ'εκείνην «philοsophes» και ότι εκείνοι τις απέρριπταν για λόγους τόσο αρχής όσο και τακτικής
• στην εκστρατεία πάλι εναντίον των μηδενιστών υλιστών συμμετείχαν ασμένως και επισήμως και οι κανονιστικού προσανατολισμού υλιστές.
Αν διατηρήσουμε πρό οφθαλμών την ετερογενή συνολική εικόνα που περιγράψαμε, πρέπει να συμπεράνουμε ότι κατά την επαναστατική περίοδο έγινε μάλλον επιλεκτική χρήση διαφωτιστικών ιδεών και σε εκείνες τις ερμηνείες που υπαγόρευαν οι εκάστοτε συνθήκες του αγώνα και οι εκάστοτε αποβλέψεις των ερμηνευτών.
Η πολυμέρεια του Διαφωτισμού διασταυρώθηκε με την πολυμέρεια της Επανάστασης
• όμως καθοριστική για τις εξελίξεις δεν υπήρξε εδώ η λογική των κειμένων και των ιδεών, άλλά η λογική τού αγώνα.
• στην εκστρατεία πάλι εναντίον των μηδενιστών υλιστών συμμετείχαν ασμένως και επισήμως και οι κανονιστικού προσανατολισμού υλιστές.
Αν διατηρήσουμε πρό οφθαλμών την ετερογενή συνολική εικόνα που περιγράψαμε, πρέπει να συμπεράνουμε ότι κατά την επαναστατική περίοδο έγινε μάλλον επιλεκτική χρήση διαφωτιστικών ιδεών και σε εκείνες τις ερμηνείες που υπαγόρευαν οι εκάστοτε συνθήκες του αγώνα και οι εκάστοτε αποβλέψεις των ερμηνευτών.
Η πολυμέρεια του Διαφωτισμού διασταυρώθηκε με την πολυμέρεια της Επανάστασης
• όμως καθοριστική για τις εξελίξεις δεν υπήρξε εδώ η λογική των κειμένων και των ιδεών, άλλά η λογική τού αγώνα.
Η πολυδιάστατη ερμηνεία που στρέφεται γύρω από τον άξονα του κύριου μελήματος του Διαφωτισμού, ήτοι της αποκατάστασης των αισθητών, μας επιτρέπει τέλος να συλλάβουμε αντικειμενικά και σε όλο τους το εύρος τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του Διαφωτισμού στην ιστορία των ιδεών.
Η αποκατάσταση των αισθητών περατώθηκε με την κατάλυση αρχικά της νόησης και έπειτα (τής αυτονομίας) του πνεύματος εν γένει και αυτό πάλι καταγράφηκε στο πρωτείο της βούλησης και της πράξης έναντι της σκέψης και της θεωρίας όπως εκφράστηκε από τους Marx, Nietzsche, Freud, τους πραγματιστές κ.ά., με διαφορετικό εκάστοτε τρόπο.
Η έννοια της ιδεολογίας ως «ψευδούς» συνείδησης μπόρεσε να διαμορφωθεί μόνο πάνω στη βάση της διαφωτιστικής αντίληψης γιά τον υλικό επικαθορισμό και τον πρακτικό-εργάλειακό προσανατολισμό του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ η ανακάλυψη του πολιτισμού ως όλου από τη διαφωτιστική ιστοριογραφία και κοινωνιολογία άνοιξε τον δρόμο στη σύγχρονη κοινωνική και ιστορική επιστήμη.
Ως γνωστόν, το επακόλουθο όλων αυτών ήταν νά παραμεριστεί το πρόβλημα της αλήθειας στην απόλυτη μορφή του και συγχρόνως να οξυνθεί η τυπικά διαφωτιστική σύγκρουση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού
• πρό πάντων οι απόπειρες θεμελίωσης της θεωρίας των αξιών και της ηθικής φιλοσοφίας ήταν επόμενο να υποστούν τίς συνέπειες, καθώς ήταν υποχρεωμένες να κινούνται διαρκώς ανάμεσα στη Σκύλλα ενός όλο και πιό κενό λογου ιδεαλισμού και τη Χάρυβδη ενός όλο και πιό πιεστικού και αφόρητου σχετικισμού.
Η αποκατάσταση των αισθητών περατώθηκε με την κατάλυση αρχικά της νόησης και έπειτα (τής αυτονομίας) του πνεύματος εν γένει και αυτό πάλι καταγράφηκε στο πρωτείο της βούλησης και της πράξης έναντι της σκέψης και της θεωρίας όπως εκφράστηκε από τους Marx, Nietzsche, Freud, τους πραγματιστές κ.ά., με διαφορετικό εκάστοτε τρόπο.
Η έννοια της ιδεολογίας ως «ψευδούς» συνείδησης μπόρεσε να διαμορφωθεί μόνο πάνω στη βάση της διαφωτιστικής αντίληψης γιά τον υλικό επικαθορισμό και τον πρακτικό-εργάλειακό προσανατολισμό του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ η ανακάλυψη του πολιτισμού ως όλου από τη διαφωτιστική ιστοριογραφία και κοινωνιολογία άνοιξε τον δρόμο στη σύγχρονη κοινωνική και ιστορική επιστήμη.
Ως γνωστόν, το επακόλουθο όλων αυτών ήταν νά παραμεριστεί το πρόβλημα της αλήθειας στην απόλυτη μορφή του και συγχρόνως να οξυνθεί η τυπικά διαφωτιστική σύγκρουση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικού
• πρό πάντων οι απόπειρες θεμελίωσης της θεωρίας των αξιών και της ηθικής φιλοσοφίας ήταν επόμενο να υποστούν τίς συνέπειες, καθώς ήταν υποχρεωμένες να κινούνται διαρκώς ανάμεσα στη Σκύλλα ενός όλο και πιό κενό λογου ιδεαλισμού και τη Χάρυβδη ενός όλο και πιό πιεστικού και αφόρητου σχετικισμού.
Βεβαίως, μιά ανάλυση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών υπ'αυτό το πρίσμα δεν οφείλει μόνο να υπερβεί τον θρύλο τού νοησιαρχούμενου Διαφωτισμού, αλλά και την κανονιστική θεώρηση του Διαφωτισμού που συρρικνώνει τον Διαφωτισμό σε κανονιστικές-χειραφετητικές θέσεις.
Μοιάζει ωστόσο απίθανο, ότι οι κανονιστικές συντμήσεις του Διαφωτισμού θα πάψουν μελλοντικά να κυριαρχούν στην ευρεία σκηνή, ανεξαρτήτως του τι προωθεί σήμερα την επιστημονική έρευνα.
Και τούτο, επειδή είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των φιλοσόφων και των διανοουμένων που κατανοούν και προβάλλουν τη δική τους κανονιστική και αξιολογική σκέψη ως συνέχιση ενός μονοδιάστατα ερμηνευόμενου Διαφωτισμού, τον οποίο επικαλούνται συνήθως ως έσχατη νομιμοποίηση του εγχειρήματός τους, ενώ οι αντίπαλοί τους απλώς αντιστρέφουν τα πρόσημα.
Ή έριδα γιά τον χαραχτήρα και τις συνέπειες του Διαφωτισμού επομένως θα συνεχιστεί. Άπό τη φύση της η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι λιγότερο πολιτική και πολεμική από την ίδια την πολιτική σκέψη.
Και όπως ακριβώς ο Διαφωτισμός, έτσι και η ερμηνεία του δεν μπορεί παρά να τελεί υπό τον αστερισμό της πολιτικής και της πολεμικής.
Μοιάζει ωστόσο απίθανο, ότι οι κανονιστικές συντμήσεις του Διαφωτισμού θα πάψουν μελλοντικά να κυριαρχούν στην ευρεία σκηνή, ανεξαρτήτως του τι προωθεί σήμερα την επιστημονική έρευνα.
Και τούτο, επειδή είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των φιλοσόφων και των διανοουμένων που κατανοούν και προβάλλουν τη δική τους κανονιστική και αξιολογική σκέψη ως συνέχιση ενός μονοδιάστατα ερμηνευόμενου Διαφωτισμού, τον οποίο επικαλούνται συνήθως ως έσχατη νομιμοποίηση του εγχειρήματός τους, ενώ οι αντίπαλοί τους απλώς αντιστρέφουν τα πρόσημα.
Ή έριδα γιά τον χαραχτήρα και τις συνέπειες του Διαφωτισμού επομένως θα συνεχιστεί. Άπό τη φύση της η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι λιγότερο πολιτική και πολεμική από την ίδια την πολιτική σκέψη.
Και όπως ακριβώς ο Διαφωτισμός, έτσι και η ερμηνεία του δεν μπορεί παρά να τελεί υπό τον αστερισμό της πολιτικής και της πολεμικής.
Παναγιώτης Κονδύλης
Εμπεριέχεται στο 'Μελαγχολία και Πολεμική'Εκδ. Θεμέλιο
Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Κείμενα από το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη.
- Περί Kant.
- Η παλιά και η νέα θεότητα.
- «Λόγος», «Ορθολογικότητα», «Διαφωτισμος». Μια σύντομη αναφορά.
- Ιχνηλάτηση οντολογίας/επιστημολογίας και αξιολογίας ή ισχύος και αξίας στη πολιτική πραξεολογία - πνεύμα και αισθητά ή οντολογικό και αξιολογικό πρόβλημα.
- Η ανθρωπιστική στροφή προς την ρητορική στην συνύφανσή της με θεμελιώδεις αντιμεταφυσικές θέσεις - μέρος α´ και ορισμένες πολιτισμικές ενθυμήσεις.
- The Left-Right Political Spectrum Is Bogus.
- Ουτοπία και πραγματικότητα - μέρος α´. Ελεύθερη βούληση και ντετερμινισμός - Αριστερά και Δεξιά - Ηθική και πολιτική.
- Επαναστατισμός: Καλβινισμός -Ιησουιτισμός- Ρουσωισμός.
- Καντιανισμός, δημοσιότητα, διπλωματία και η μεταστροφή του προσηλυτισμού σε καταδίκη.
- I) Είναι οι Δημοκρατίες Αναγκαία Ειρηνόφιλες; II) Το Εμπόριο και ο Πόλεμος και III) Παγκοσμιοποίηση: Πολιτική, Οικονομία και Κατανομή. Ο Παναγιώτης Κονδύλης για τρία κυρίαρχα μυθεύματα.
- Η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» και οι γερμανικές προοπτικές.
- Η έννοια της Προόδου - μέρος β´. Η επιστημονική γνώση, η «μάζα» και τα όρια του φιλελευθερισμού.
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Πολιτισμοί και επιστήμη. Μια εισαγωγή.
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Κοινή γνώμη, ιδεολογία και ιστοριογραφία.
- Για την κύρια «ιδεολογική» διαμάχη των καιρών μας.
- Σύντομο σχόλιο-αναφορά στην «απομαγικοποίηση του κόσμου» και τον δυτικό θετικισμό.
- Είπαν ή έγραψαν... Περί «νέων» ιδιοτήτων και συμπεριφορών και «προνεωτερικών» Βρούτων.
- Ταυτότητα, ισχύς, πολιτισμός
- Ισχύς, εξουσία και βία. H φιλοσοφική συζήτηση του 20ού αιώνα πάνω στο πρόβλημα της ισχύος.
12/17/14--02:01: The Role of Central and Eastern Europe in the Building of Silk Road Economic Belt.
.~`~.
Εισαγωγή
Third Meeting of Heads of Government of China and Central and Eastern European Countries ("Belgrade meeting") will take place in Belgrade December 15-17... business and official delegations of China and 16 Central and Eastern European Countries will participate in the Summit as well as in the debate about burning issues regarding agriculture, industry, tourism, internet technology, transport and infrastructure in the Economic Forum at Sava Center.
The meeting strives to provide the continuation of joint efforts to strengthen cooperation between China and the Central and Eastern European countries, that was first initiated three years ago in Budapest, and then continued and deepened during the meetings in Warsaw in April 2012 and Bucharest in November 2013.
A special focus is on improving economic cooperation since there are many great and so far missed opportunities. The Belgrade meeting of the heads of Government of the Central and Eastern Europe will pay special attention to discussing and reaching agreements on specific cooperative projects and investments.
Sixteen Prime Ministers of all participating countries, high-ranking state officials and prominent businessmen are expected to attend, which puts The Belgrade meeting in the level of major events in Europe.
http://www.china-ceec.org/eng/
Ο ιστότοπος της συνόδου
Περισσότερα: 1) Why is China So Interested in Central and Eastern Europe? (the globalist). 2) Is China’s Money Enough to Unite Central and Eastern Europe? (the diplomat). 3) China forges new ties in Central and Eastern Europe (china dialogue). 4) Brussels should not fear Beijing's closer ties with Central and Eastern Europe (South China Morning Post).
.~`~.
The Role of Central and Eastern Europe in the Building of Silk Road Economic Belt
Liu Zuokui, China Institute of International Studies (CIIS)
On September 7, 2013, Chinese President Xi Jinping delivered a speech in Kazakhstan titled, “Promote Friendship Between Our People and Work Together to Build a Bright Future”, in which he proposed jointly creating a “Silk Road Economic Belt”.[1] The Silk Road Economic Belt [China’s Eurasian Pivot], which encompasses political, economic, trade and cultural elements, calls for enhanced communication in five areas: policy coordination, road connectivity, unimpeded trade, money circulation and mutual understanding between the various peoples. As a component of China’s strategy of expanding its opening-up westward, the development of such a Silk Road Economic Belt would provide China and other countries involved with greater regional cooperation opportunities.
Central and Eastern Europe (CEE) countries not only form a cooperative market, they also play a role in linking the European and Asian markets and help promote cooperation between the European Union and China. The rapidly growing cooperation between China and Central and Eastern Europe is expected to facilitate the construction of a Silk Road Economic Belt. A detailed and objective assessment of the role Central and Eastern Europe will play in facilitating the construction of a Silk Road Economic Belt between China and Europe is of realistic significance.
Feasibility of CEE’s Involvement
China and many CEE countries were already conducting cooperation in various fields, which has laid a realistic and practical foundation for the construction of a Silk Road Economic Belt. CEE countries would benefit economically from a Silk Road Economic Belt if they would tap their market potential and geographic advantages.
Market Potential and Geographic Advantages
Firstly, the CEE economies are representative of transitional economies and have diverse economic development modes. The countries are making the transition from being emerging economies to developed economies, and will thus benefit from financing from China, which in turn constitutes a testing ground for Chinese enterprises looking to invest in the European Union. Enjoying relatively good investment conditions such as cheap and abundant labor, the CEE economies can help China access the EU market and EU technology more easily. Because of this, Chinese investment in the region has increased in recent years with multi-tiered cooperation and exchanges taking shape, this will pave the way for a Silk Road Economic Belt that can stretches to the EU.
The majority of CEE countries enjoy good relations with China, with neither salient historical conflicts nor outstanding issues left over from history. So the construction of a Silk Road Economic Belt led by China is less likely to meet obvious strategic resistance. Most CEE countries are not only friendly with China; they are also keen to seize the opportunities offered by China’s development. They constitute the key fulcrum for building a Silk Road Economic Belt.
Bilateral Cooperation Relating to Corridor Construction
At present, Eurasia boasts three finished or about-to-be-finished continental land bridges: the Siberian Continental Bridge (also known as the First Eurasian Continental Bridge), starts from Vladivostok in the eastern part of Russia and ends in Rotterdam in the Netherlands; the New Eurasian Continental Bridge (also known as the Second Eurasian Continental Bridge), begins in Lianyungang in east China’s Jiangsu Province and ends in Rotterdam. It exits China via the Alataw Pass and runs through Central Asia into Russia, Poland, and Germany; the third is the Eurasian Continental Bridge that is now on the drawing board. This proposed route would start from Shenzhen in Guangdong Province and end in Europe via Myanmar, Bangladesh, India, Pakistan, Iran, Turkey and Bulgaria.
The Silk Road logistics corridor operated by China mainly uses the Second Eurasian Continental Bridge. In October 2011, the first “Chongqing-Xinjiang-Europe” international freight train made the journey from Chongqing, China, to Duisburg, Germany. In October 2012, the first “Wuhan-Xinjiang-Europe” freight train left Wuhan for Prague, the Czech Republic. In April 2013, Chengdu launched a regular rail freight service between Chengdu and Lodz, Poland, the “Chengdu-Europe Express”. In July 2013, Zhengzhou began to operate freight trains between Zhengzhou and Hamburg, Germany, via the Xinjiang Uygur autonomous region. Compared with current maritime and air freight transportation, railways are more competitive for some goods — faster than maritime transportation and cheaper than air transportation. On top of that, rail transportation is conducive to changing the overdependence of China’s foreign trade on sea transportation, therefore creating favorable conditions for the diversification of its freight and energy transportation. The operation of these corridors is a good foundation for the construction of a Silk Road logistics corridor linking Asia and Europe.
Diversified Cooperative Mechanisms
Today, the mechanisms for the involvement of Central and Eastern Europe in a Silk Road Economic Belt are varied. The most important mechanisms to be capitalized on are the cooperative mechanisms between China and CEE countries, the cooperative mechanisms between China and the EU, and the Asia-Europe Meeting (ASEM). Among them, as far as the construction of a Silk Road Economic Belt is concerned, the cooperative mechanisms between China and CEE countries are the key.
The “looking east” of CEE countries is intensifying and their wish to acquire more development opportunities from China is evident. CEE countries have unveiled measures aimed at enhancing cooperation with China and they are conducting frequent high-ranking exchanges. Even countries which previously had problems with China, such as the Czech Republic, are showing signs of improving bilateral relations. Relations between China and CEE countries are showing positive interaction, and Central and Eastern Europe is a new growth point for Sino-European cooperation.
The Silk Road Economic Belt initiative will present many opportunities for CEE countries. Polish think tanks hold that the construction of a Silk Road Economic Belt based on the Eurasian Continental Bridge will boost the bilateral cooperation between China and Poland, and bring many opportunities for the country’s development. In 2012, the Polish Government launched the “Go China” project for Polish enterprises, and thereafter, launched the “Go Poland” project for Chinese enterprises with a view to pushing forward bilateral economic, trade and investment cooperation. Polish Information and Foreign Investment Agency officials said it was their wish to attract more Chinese enterprises, particularly Chongqing enterprises, to invest in Poland through the “Chongqing-Xinjiang-Europe” railway, as they want Poland to be the bridgehead for Chinese enterprises entering Europe. The railway line from Chengdu to Lodz, Poland, although not free from problems, has already blazed a trail for the bilateral cooperation. Between April 2013 and January 2014, 33 trains arrived in Lodz from Chengdu, with the value of the freight transported reaching US$ 90 million.[2]
Hungary and Serbia have also shown great interest in joining a Silk Road Economic Belt. Although there are a number of difficulties standing in the way of a rail link between China, Hungary and Serbia, efforts are being made to support the construction of a Silk Road Economic Belt in these and other European countries.
Pathway Choice
Spanning Eurasia, a Silk Road Economic Belt would encompass quite a few countries and regions. So the choice of pathways for a modern Silk Road has a direct bearing upon the role of Central and Eastern Europe. At present there seem to be three possible pathways:
Model of “Development in Stages”
The construction of a Silk Road Economic Belt will likely be advanced in stages, with the focus on the countries in China’s neighborhood and Central Asia in the beginning. In accordance with the stipulations of China’s 12th Five-Year Plan (2011-15), among the four major border areas to be opened-up – the west, north, southwest, and cooperation with ASEAN – it is the westward opening-up that is necessary to construct a Silk Road Economic Belt between Asia and Europe. This requires deepening the cooperation between the Xinjiang Uygur autonomous region and Central, West and South Asia so as to expedite the construction of a logistics corridor between China and its neighboring states, and bring into play the Shanghai Cooperation Organization. With this the primary focus at present, the role of that CEE countries will play will be left to the next stage to clarify, i.e. when the Silk Road Economic Belt is expanded from Central Asia to Europe. The advancement of this mode is, to certain extent, contingent upon the speed with which China and its neighbors push forward regional cooperation. Consequently, what role the CEE countries will play and when they will start to play that role is still to be determined.
Model of “Corridor Development”
Taking the development of the Central Asian corridor as the key initial stage for constructing a Silk Road Economic Belt and pushing it on forward, it is essential that earnest efforts are made to build a Eurasian Silk Road logistics corridor to link up the two big markets of Asia and Europe in an effective fashion.
Chinese leaders have stated on many occasions that infrastructure is the key to the construction of a Silk Road Economic Belt, while communication is the key to making the necessary breakthroughs. At the Boao Forum for Asia, Premier Li Keqiang said that since infrastructure facilities and mutual communication constitute the prerequisites for development, countries in the region should join hands in stepping up of the development of infrastructure for rail, highway, aviation, and marine transportation.[3]
Should the three Eurasian Continental Bridges be firmly established then the majority of CEE countries will be incorporated into the construction of a Silk Road Economic Belt. It should also be noted that the CEE countries could also have a role to play in the construction of the 21st Maritime Silk Road, which China has also proposed. One of the 21st Century Maritime Silk Road routes goes from Guangdong to Greece, and reaches the heartland of Europe via the Balkan Peninsula. This route would save seven to ten days compared with the traditional silk road.
Model of “Equal Development Between the East and the West”
The development of a Silk Road Economic Belt linking Asia and Europe would necessarily strengthen ties between the countries in the middle. Presently, China’s economic and trade cooperation with both ends of the Eurasian continent is flourishing.
On the Asian end, the China-ASEAN Free Trade Area was launched in 2010; China, Japan and South Korea began negotiations on an FTA in November 2012; while Xinjiang and other areas are pushing for FTAs with Central Asian countries.
On the European end, China is showing interest in bilateral investment and FTA negotiations. To date, China has signed FTA agreements with Switzerland and Iceland and is now in talks with the EU over a bilateral investment accord. Compared to the cooperation at either end of the proposed Silk Road Economic Belt, China’s plans of building FTAs with countries such as Russia, Ukraine and Belarus are not clear. However, as the Eurasian Economic Union involving Russia, Belarus and Kazakhstan is to be established in 2015, FTA construction and interaction along Silk Road Economic Belt should be active and brisk. Considering the growing economic and trade relations between China and Russia, it can be expected that the two countries could make breakthroughs in constructing an FTA and this is worth exploring in a positive way.
To execute the model of “Equal Development between the East and the West”, Central and Eastern Europe has an important role to play. Firstly, CEE countries are located either on the periphery of the EU or in the center of the EU, some boast key ports, and others are overland hubs. CEE countries serve as a gateway to Europe from Asia, which is the reason why China has to count on them to help it forge economic and trade cooperation with the whole of Europe. Second, in the course of China’s negotiations with the EU over the bilateral investment accord as well as the building of an FTA, CEE countries, which have open markets, are expected to be the driving force in pushing forward the talks between China and Europe. Third, Central and Eastern Europe could serve as a center for Chinese products’ upgrading and marketing. The production, distribution, marketing and branding of Chinese products could be first localized in Central and Eastern Europe before being fully Europeanized. In this sense, CEE markets are at the forefront of Chinese investment and construction of a China-EU FTA.
By and large, the construction of a Silk Road Economic Belt will hinge not only on the strategic planning by China and its promotion by China, but also on the prevailing international situation and the support and response of the other countries involved. The most likely possibility is that it will be a combination of many models, with its focus varying with the strategic priorities of the different parties.
Challenges Ahead
Constructing a logistics corridor, without a doubt, constitutes a key stage for both China and Central and Eastern Europe. This corridor is progressing relatively smoothly, but it is not without challenges.
Domestic Factors
Due to the fast growth in trade between China and Europe in recent years, China has launched international rail links to West Europe via Central and Eastern Europe: the Second Eurasian Continental Bridge, that links four Chinese cities with Europe via Xinjinag – Chongqing, Chengdu, Wuhan, Zhengzhou – as well as Jiangsu and Shaanxi Provinces. Of these the “Chongqing-Xinjiang-Europe” line has been operating the longest, and it has created a number of new logistics models. However, the shortage of goods on the return journeys leads to spikes in transportation costs and there are still a number of challenges to overcome in China.
First, unhealthy competition has emanated from China’s domestic logistics transportation mismanagement. To survive the competition, the various localities rely on the local governments to interfere in the market. Many provinces in central and western China have taken measures to subsidize their respective logistics corridors to Europe. Although this is understandable, the excessively low prices offered by some provinces have seriously compromised the environment for fair competition and increased the subsidy burden on local governments concerned.
Second, since the various provinces have failed to unite they are competing against each other on price. And since the transportation in China has yet to be optimized to reduce the time and cost, the foreign partners have no motivation to raise their efficiency and reduce their prices. The extra cost resulting from the foreign side, however, is borne by the Chinese side.
Third, there exists the phenomenon of goods transportation moving away from the law of the market. Given the growing specialization of the logistics industry, what kinds of products are transported by air, or rail or sea should be decided by market forces. For example, cell phones, which are small in size and light in weight with high prices, are suitable for air transportation. Laptop computers, which are bigger than cell phones and weigh more, are suitable for rail transportation. Large products big with low overall prices, such as televisions, are better suited to being transported by sea.
However, some goods transportation does not observe the market rules, which results in goods accommodating logistics. As the majority of trains from Europe to China have no goods to transport on their return journeys, it is usual for the empty containers to be sent back to China via sea transportation, which is a waste of both resources and capital.
External Factors
The prominent external factors are the intensifying scramble for the Eurasian transport corridor and the dilemma of choice for China in establishing its Eurasian corridor.
Given the huge potential of the Eurasian market, states and regional organizations have unveiled their own plans for constructing such a corridor, one after another. To date, the United Nations, the United States, the EU, Russia, Turkey, Kazakhstan, and Japan, among others, have all announced plans spanning Eurasia, making the contest for the Eurasian international corridor all the more fierce.
The Silk Road is the name used for the various Eurasian trade and cultural communication routes that existed for over 2,000 years. In more recent times, with the development of Eurasian maritime trade and the discovery of the Americas these routes gradually became less important. But the logistics needs of some countries have prompted initiatives for a modern Silk Road.
After the disintegration of the Soviet Union, the renaissance of the Silk Road gathered momentum. In 1998, the International Road Transport Union put forward a plan to reopen a Silk Road. The UN then played a big role and launched the first and second projects of the Silk Road Regional Program in 2000 and 2005. UNESCO and UNESCAP also released their own plans. In 1995, the EU, based on the UN plan, launched a plan for a transportation corridor linking Europe, the Black Sea, the Caucasus, Caspian Sea, and Central Asia. Research was mainly funded by the EU, with sponsors such as the European Bank for Reconstruction and Development, the World Bank, the Asian Development Bank and the Islamic Development Bank, etc. The plan skirted Russia and strengthened the connection between the EU and Central Asia.
Russia’s idea for a modern Silk Road finds expression in the Eurasian Economic Union. On November 18, 2011, the presidents of Russia, Belarus and Kazakhstan signed an agreement that will bring about the establishment of the union in 2015, stressing that communication infrastructure and a corridor for transportation convenience should be the prime targets of cooperation.
In July 2011, then Secretary of State Hillary Clinton introduced the US’ “New Silk Road” plan in India while attending the Second US-India Strategic Dialogue. The US plan is a comprehensive strategy that includes Afghanistan, Central Asia and South Asia. Its implementation requires constructing a trade and energy corridor linking Europe, the Indian Subcontinent and South Asia. In so doing, the United Sates intends to dominate the development process of South Asia, Central Asia and even West Asia, and maintain and intensify its influence in these regions in the hope of overshadowing the influence of Russia and China.
Underlying all these different Silk Road initiatives is the geopolitical rivalry among China, the EU, Russia and the US for energy and resources. Russia and the EU are the two big players in Europe, Russia hopes to maintain its grip over the former members of the Soviet Union in a bid to control the gigantic bonanza of business opportunities generated by the Eurasian logistics corridor, while the EU harbors the ambition of reducing Russian influence and ridding the logistics corridor of Russian risks so as to ensure an easy and effective trade conduit between Europe and Asia, and explore more avenues to ensure its energy security.
Although the United States has no historical links with the Silk Road, its strategy in West Asia and Central Asia has much to do with a modern Silk Road. And the United States has been following big corridors in the region and it is supporting the approach of the European Union The contest between the European Union and Russia over the construction of the Eurasian corridor has brought no little amount of trouble, and China must take into account this complicated rivalry in advancing its own plan for a Silk Road Economic Belt.
China’s Eurasian corridor is naturally dependent on the good momentum in Sino-Russian relations and is vulnerable to the intervention of other powers. Russia has been concerned that China’s Silk Road Economic Belt will pose a threat to it, and it has been exerting pressure on China over the choice of logistics corridors. Russia wants the Silk Road Economic Belt transportation corridor to be the northern route, using its Siberian railways, while China prefers to take the shorter southern route. There have always been concerns in Russia and some European countries over China’s attempts to control Central Asian energy resources, and because of this the “China Threat theory” keeps popping up.
The security situation in Eurasia is complex and the strategic and resources competition among powers is exceedingly tense. The political instabilities in region tend to have a negative impact on both the existing and proposed logistics corridors. With the crisis in Ukraine, the United States and Russia have intensified their rivalry, which has increased the risks in this area. Affected by the Ukrainian crisis, China’s plan to invest in a deep water port in Crimea has almost evaporated and the earlier Ukrainian Logistics Center project by China is in flux.
As far as logistics corridors from China to Central and Eastern Europe are concerned, the various supporting infrastructure facilities in the CEE countries are rather underdeveloped and they lack unified standards. Also the double track rate and electrification of the railway lines are much lower than in developed countries. This has impeded progress in China-CEE freight transportation, storage and handling.
Policy Recommendations
To overcome all these problems, the principle of tackling easy issues first and seeking gradual improvement should be pursued. While stepping up its strategic layout for a transportation corridor, the Chinese Government should fully respect the law of the market, stress the leading role of enterprises and allow key projects to be the driving force. The emphasis should be on the avoidance of economic and political risks and on doing what can be done.
The existing mechanisms should be fully used and new com-munication channels tapped so as to deepen cooperation. It is important that China make a full use of the China-CEE Economic and Trade Forum as well as regular meetings between local leaders from China and CEE countries in a bid to promote wide-ranging communication and multi-tiered cooperation. Multilateral com-munication platforms should be established to facilitate exchanges of people and investment, and to expand bilateral cooperation on various levels, including state, provincial and municipal levels, and direct and specific collaboration between industrial zones. Meanwhile, research funds should be put to good use to step up research on relevant topics.
It is also necessary to inject new life into the ASEM mechanism. The ASEM has been in operation for many years, and it can be an important cooperation platform for the Silk Road Economic Belt, as it serves as a point-to-point communication platform between China and the EU, as well as between China and CEE countries. The ASEM is actually a good choice in pushing forward Silk Road Construction, as it is a diversified and flexible platform for communication.
The multiple choices available for logistics corridors should be maintained so as to ensure the smoothness of trade. On the one hand, cooperation with Russia should be insisted on.
It is supposed for China to be actively involved in the layout of European infrastructure construction to strengthen the connectivity of roads. And the railways in the CEE countries are in need of upgrading and restructuring, as well as electrification, which provides China with a good opportunity to “go abroad” and a good basis for facilitating the construction of a Silk Road Economic Belt in Central and Eastern Europe. As the rail network in Central and Eastern Europe is mainly within the framework of pan-European railways, it is essential China avoid conflicting with the EU when entering CEE countries. Extra care should be given to choice and design of projects.
Mutual benefit and win-win results should be the guiding principles, stressing the positive significance of a Silk Road Economic Belt to the two big markets of Asia and Europe. A Silk Road Economic Belt that includes China, Russia and Europe would benefit all three. China should make clear to Russia and the EU that its Silk Road is an economic concept that would be beneficial to both of them.
Liu Zuokui
China Institute of International Studies (CIIS)
China Institute of International Studies (CIIS) is the think tank of China's Ministry of Foreign Affairs. It conducts research and analysis on a wide range of foreign policy issues.
The Institute consists of the Departments of Department of Global Strategy, Information and Contingencies Analysis, American Studies, Asia-Pacific Security and Cooperation, EU Studies, Developing Countries Studies, Shanghai Cooperation Organization Studies, World Economy and Development Studies. Besides, there are Research Centers focused respectively on the study of European Union, the Middle East, the South Pacific, China's Energy Strategy, Periphery Security and World Economy and Security.
CIIS has its own Library and Information Center. The Library holdings include over 300,000 books. The collection on international affairs is among the best in the country.
International Studies is the Journal of CIIS. Its contributors include CIIS researchers and outside foreign affairs experts. The journal provides an influential forum for the discussion of important international issues and China's foreign policy. It has an English edition for foreign readers.
[1]Liu Zuokui is an associate research fellow at the Institute of European Studies, Chinese Academy of Social Sciences. Xi Jinping, “Promote Friendship Between Our People and Work Together to Build a Bright Future”, Astana, September 7, 2013, http://www.fmprc.gov.cn/mfa_eng/wjdt_665385/zyjh_665391/t1078088.shtml.
[2] Tomasz Jurczyk, “V4-China Trade: A Polish Perspective,” presented at the Visegrad International Conference “China-V4 Trade and Investment Cooperation: Trends and Prospects”, Bratislava, April 22, 2013.
[3] Li Keqiang, “Jointly Open-up New Vistas for Asia’s Development”, speech delivered at the Opening Plenary of the Boao Forum for Asia Annual Conference on April 10, 2014, www.chinadaily.com.cn/business/boao2014/2014-04/10/content_17425429.htm.
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- China’s Eurasian Pivot.
- Ο γεωπολιτικός και κοινωνικό-οικονομικός φόβος των Η.Π.Α για την συνεχιζόμενη άνοδο της Κίνας.
- I) Τα αίτια: Turkey: α´ an old ally, economic independence, and a "new strategic partnership", β´Enter the Industrial Dragon γ´, Turkey, China, and the Eurasian Land Bridges και II) Το επιφαινόμενο: Η «τουρκική» στροφή του Πούτιν.
- Πλανητικός μετασχηματισμός - Tο τέλος του μακρού 20ού αιώνα.
- Για πρώτη φορά μετά το 1872.
- There's nothing you can do, to stop it from happening.
- When China Rules the World: the End of the Western World and the Birth of a New Global Order.
- Κίνα και δυτικο(ευρω)κεντρικός επαρχιωτισμός. Μια σύντομη αναφορά.
- The global transformation: the nineteenth century and the making of modern international relations. Barry Buzan and George Lawson.
*
- Εισαγωγή στα -στοιχειώδη- περί της ευρασιατικής στρατηγικής της Γερμανίας και γιατί η σύγκλιση θρέφει την σύγκρουση. Η εξομοίωση θα απομακρύνει την Κίνα από τις Η.Π.Α.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- How Western Is Germany? Russia Crisis Spurs Identity Conflict - και ορισμένες συμπληρωματικές αναφορές.
- Είπαν ή έγραψαν... για το «ευρασιατικό προγεφύρωμα».
- Τρεις δυνητικές απειλές για την πρωτοκαθεδρία του κυρίαρχου.
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση.
*
- I) The Chinese Model of Development and the Democracy-Autocracy Dichotomy by Pan Wei II) Questions & Answers and III) 12 Facts on China’s Economic History - China’s boom restores the country’s former global economic preeminence.
- The China Model: A Dialogue between Francis Fukuyama and Zhang Weiwei.
- The China Model: a Civilizational-State Perspective - Zhang Weiwei: The China Wave (video) - Westphalia with Chinese Characteristics - Clashes with Russia point to globalization’s end.
- Ι) Beginning Of The End? ΙΙ) Indian Foreign Policy: The Cold War Lingers. ΙΙΙ) Modi’s BRICS moment. Ένα Ενδιαφέρον Σχόλιο ως γέφυρα - What Germany has and India lacks. ΙV) The Costs of American Interventionism. V) Barack Obama's Legacy Problem: A Nation in Retreat? Επιλογικές Αναφορές.
- Θα πραγματοποιηθεί η σπουδαιότερη γεωπολιτική εξέλιξη του 21ου αιώνα; Γιατί η 11η Σεπτεμβρίου 2014 μπορεί να αποδειχθεί η καθοριστικότερη στην ιστορία των Η.Π.Α - και πολύ σημαντικότερη από την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
- Είπαν ή έγραψαν... Περί Soft power και Hard power των Η.Π.Α από τη πλευρά της Κίνας.
- Debate: Western liberal democracy would be wrong for China.
Open menu Share
0 0
12/17/14--07:32: Leaving the West Behind. Germany Looks East - και ένα παράρτημα.
.~`~.
Leaving the West Behind
Germany Looks East
Russia’s annexation of Crimea in March 2014 was a strategic shock for Germany. Suddenly, Russian aggression threatened the European security order that Germany had taken for granted since the end of the Cold War. Berlin had spent two decades trying to strengthen political and economic ties with Moscow, but Russia’s actions in Ukraine suggested that the Kremlin was no longer interested in a partnership with Europe. Despite Germany’s dependence on Russian gas and Russia’s importance to German exporters, German Chancellor Angela Merkel ultimately agreed to impose sanctions on Russia and helped persuade other EU member states to do likewise.
Nevertheless, the Ukraine crisis has reopened old questions about Germany’s relationship to the rest of the West. In April, when the German public-service broadcaster ARD asked Germans what role their country should play in the crisis, just 45 percent wanted Germany to side with its partners and allies in the EU and NATO; 49 percent wanted Germany to mediate between Russia and the West [Περί των εξελίξεων στις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας. Περιφερειακά και παγκόσμια διακυβεύματα και στρατηγικές σημασίες]. These results led the weekly newsmagazine Der Spiegel, in an editorial published last May, to warn Germany against turning away from the West [How Western Is Germany? Russia Crisis Spurs Identity Conflict].
Germany’s response to the Ukraine crisis can be understood against the backdrop of a long-term weakening of the so-called Westbindung, the country’s postwar integration into the West. The fall of the Berlin Wall and the enlargement of the EU freed the country from its reliance on the United States for protection against a powerful Soviet Union. At the same time, Germany’s export-dependent economy has become increasingly reliant on demand from emerging markets such as China. Although Germany remains committed to European integration, these factors have made it possible to imagine a post-Western German foreign policy. Such a shift comes with high stakes. Given Germany’s increased power within the EU, the country’s relationship to the rest of the world will, to a large extent, determine that of Europe.
The German Paradox
---------------------------------------------------------------
Germany has produced
the most radical challenge to the West from within.
---------------------------------------------------------------
Germany has always had a complex relationship with the West [Η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία»]. On the one hand, many of the political and philosophical ideas that became central to the West originated in Germany with Enlightenment thinkers such as Immanuel Kant. On the other hand, German intellectual history has included darker strains that have threatened Western norms—such as the current of nationalism that emerged in the early nineteenth century. Beginning in the latter half of the nineteenth century, German nationalists increasingly sought to define Germany’s identity in opposition to the liberal, rationalistic principles of the French Revolution and the Enlightenment [Η μονοδιάστατη και η πολυδιάστατη ερμηνεία του Διαφωτισμού]. This version of German nationalism culminated in Nazism, which the German historian Heinrich August Winkler has called “the climax of the German rejection of the Western world”. Germany, therefore, was a paradox: it was part of the West yet produced the most radical challenge to it from within.
After World War II, West Germany took part in European integration, and in 1955, as the Cold War heated up, it joined NATO. For the next 40 years, the Westbindung, which led Germany to cooperate and pursue joint security initiatives with its Western allies, became an existential necessity that overrode other foreign policy objectives. Germany continued to define itself as a Western power through the 1990s. Under Chancellor Helmut Kohl, a reunified Germany agreed to adopt the euro. By the end of the decade, the country appeared to have reconciled itself to the use of military force to fulfill its obligations as a NATO member. After 9/11, Chancellor Gerhard Schröder pledged “unconditional solidarity” with the United States and committed German troops to the NATO mission in Afghanistan.
Over the past decade, however, Germany’s attitude toward the rest of the West has changed. In the debate about the 2003 invasion of Iraq, Schröder spoke of a “German way,” in contrast to the “American way.” Since then, Germany has hardened its opposition to the use of military force. After its experience in Afghanistan, Germany appears to have decided that the right lesson from its Nazi past is not “never again Auschwitz,” the principle it invoked to justify its participation in the 1999 NATO military intervention in Kosovo, but “never again war.” German politicians across the spectrum now define their country as a Friedensmacht, a “force for peace.”
Germany’s commitment to peace has led the EU and the United States to accuse Germany of free-riding within the Western alliance. Speaking in Brussels in 2011, U.S. Defense Secretary Robert Gates warned that NATO was becoming “a two-tiered alliance . . . between those willing and able to pay the price and bear the burdens of alliance commitments, and those who enjoy the benefits of NATO membership, be they security guarantees or headquarters billets, but don’t want to share the risks and the costs.” He singled out for particular criticism those NATO members that spend less on defense than the agreed-on amount of two percent of GDP; Germany spends just 1.3 percent. In the past few years, France has similarly criticized Germany for its failure to provide sufficient support for military interventions in Mali and the Central African Republic.
One reason Germany has neglected its NATO obligations is that the Westbindung no longer appears to be a strategic necessity. After the end of the Cold War, the EU and NATO expanded to include some central and eastern European countries, which meant that Germany was “encircled by friends,” as the former German defense minister Volker Rühe put it, rather than by potential military aggressors, and it was therefore no longer reliant on the United States for protection from the Soviet Union.
At the same time, Germany’s economy has become more dependent on exports, particularly to non-Western countries. In the first decade of this century, as domestic demand remained low and German manufacturers regained competitiveness, Germany became increasingly dependent on exports. According to the World Bank, the contribution of exports to Germany’s GDP jumped from 33 percent in 2000 to 48 percent in 2010. Beginning with Schröder, Germany began to base its foreign policy largely on its economic interests and, in particular, on the needs of exporters.
Increasing anti-American sentiment among ordinary Germans has contributed to the foreign policy shift, too. If the Iraq war gave Germans the confidence to split from the United States on issues of war and peace, the 2008 global financial meltdown gave it the confidence to diverge on economic issues. For many Germans, the crisis highlighted the failures of Anglo-Saxon capitalism and vindicated Germany’s social market economy. The revelations in 2013 that the U.S. National Security Agency had been conducting surveillance on Germans and eavesdropping on Merkel’s cell-phone calls further strengthened anti-American sentiment. Many Germans now say that they no longer share values with the United States, and some say that they never did.
To be sure, Germany’s liberal political culture, a result of its Western integration, is here to stay. But it remains to be seen whether Germany will continue to align itself with its Western partners and stand up for Western norms as it becomes more dependent on non-Western countries for its economic growth. The most dramatic illustration of what a post-Western German foreign policy might look like came in 2011, when Germany abstained in a vote in the UN Security Council over military intervention in Libya—siding with China and Russia over France, the United Kingdom, and the United States. Some German officials insist that this decision did not prefigure a larger trend. But a poll conducted shortly after the vote by the foreign policy journal Internationale Politik found Germans to be split three ways over whether they should continue to cooperate primarily with Western partners; with other countries, such as China, India, and Russia; or with both.
The New Ostpolitik
Germany’s policy toward Russia has long been based on political engagement and economic interdependence. When Willy Brandt became chancellor of West Germany in 1969, he sought to balance the Westbindung with a more open relationship with the Soviet Union and pursued a new approach that became known as the Ostpolitik, or “Eastern policy.” Brandt believed that increasing political and economic ties between the two powers might eventually lead to German reunification, a strategy his adviser Egon Bahr called Wandel durch Annäherung, “change through rapprochement.”
---------------------------------------------------------------
Germans are split over whether to cooperate with Western partners or with countries such as Russia and China.
---------------------------------------------------------------
Since the end of the Cold War, economic ties between Germany and Russia have expanded further. Invoking the memory of Brandt’s Ostpolitik, Schröder began a policy of Wandel durch Handel, or “change through trade.” German policymakers, and particularly the Social Democrats, championed a “partnership for modernization,” in which Germany would supply Russia with technology to modernize its economy—and, ideally, its politics.
These ties help explain Germany’s initial reluctance to impose sanctions after the Russian incursion into Ukraine in 2014. In deciding whether or not to follow the U.S. lead, Merkel faced pressure from powerful lobbyists for German industry, led by the Committee on Eastern European Economic Relations, who argued that sanctions would badly undermine the German economy. In a show of support for Russian President Vladimir Putin, Joe Kaeser, the CEO of Siemens, visited the Russian leader at his residence outside Moscow just after the annexation of Crimea. Kaeser assured Putin that his company, which had conducted business in Russia for roughly 160 years, would not let “short-term turbulence”—his characterization of the crisis—affect its relationship with the country. In an editorial in the Financial Times in May, the director general of the Federation of German Industries, Markus Kerber, wrote that German businesses would support sanctions but would do so “with a heavy heart.”
Germany’s heavy dependence on Russian energy also caused Berlin to shy away from sanctions. After the 2011 Fukushima nuclear disaster in Japan, Germany decided to phase out nuclear power sooner than planned, which made the country increasingly dependent on Russian gas. By 2013, Russian companies provided roughly 38 percent of Germany’s oil and 36 percent of its gas. Although Germany could diversify away from Russian gas by finding alternative sources of energy, such a process would likely take decades. In the short term, therefore, Germany has been reluctant to antagonize Russia.
For her support of sanctions, Merkel has faced pushback not just from industry but also from the German public. Although some in the United States and in other European countries have accused the German government of going too easy on Russia, many within Germany have felt that their government is acting too aggressively. When the German journalist Bernd Ulrich called for tougher action against Putin, for example, he found himself inundated with hate mail that accused him of warmongering. Even Frank-Walter Steinmeier, Germany’s foreign minister, long perceived to be sympathetic to Russia, has faced similar accusations. The National Security Agency spying revelations only increased sympathy for Russia. As Ulrich put it in April 2014, “When the Russian president says he feels oppressed by the West, many here think, ‘So do we.’”
That type of identification with Russia has deep historical roots. In 1918, the German writer Thomas Mann published a book, Reflections of a Nonpolitical Man, in which he argued that German culture was distinct from—and superior to—the cultures of other Western nations, such as France and the United Kingdom. German culture, he argued, fell somewhere between Russian culture and the cultures of the rest of Europe. That idea has experienced a dramatic resurgence in recent months. Writing in Der Spiegel in April 2014, Winkler, the historian, criticized the so-called Russlandversteher, Germans who express support for Russia, for repopularizing “the myth of a connection between the souls of Russia and Germany.”
In crafting a response to Russia’s annexation of Crimea, then, Merkel had to walk a fine line. She sought to keep open the possibility of a political solution for as long as possible, spending hours on the phone with Putin and sending Steinmeier to help mediate between Moscow and Kiev. It was only after Malaysia Airlines Flight 17 was shot down on July 17, 2014, allegedly by pro-Russian separatists, that German officials felt comfortable adopting a tougher stance. Even then, public support for sanctions remained tepid. An August poll by the ARD found that 70 percent of Germans supported Europe’s second round of sanctions against Russia, which included banning visas for and freezing the assets of a list of prominent Russian businesspeople. But only 49 percent said that they would continue to back sanctions even if they hurt the German economy—as the third round of sanctions likely will.
Popular support for sanctions could slip further if Germany goes into recession, as many analysts say it might. Although German businesses have reluctantly accepted the sanctions, they have continued to lobby Merkel to ease them. And even as its economic efforts come under threat, Germany has made it clear that military options are not on the table. Ahead of the NATO summit in Wales in September, Merkel opposed plans for the alliance to establish a permanent presence in eastern Europe, which she argued would violate the 1997 NATO-Russia Founding Act. Put simply, Germany may not have the stamina for a policy of containment toward Russia.
Pivot To China
---------------------------------------------------------------
Η συμμετοχή της Κίνας σε μια πιθανή γερμανορωσική συνεργασία ενδέχεται να αφυπνίσει εκ νέου ιστορικούς ανταγωνισμούς μεταξύ χερσαίων κρατών με άξονα την Ευρασία και τις θαλάσσιες αυτοκρατορίες βασιζόμενες σε ωκεανούς που περιβάλλουν την Ευρασία, γεγονός πουθα σήμαινε τη γέννηση μιας από τις πιο ανηλεείς πολώσεις που θα μπορούσε να δει ποτέ η ιστορία - Ahmet Davutoğlu.
---------------------------------------------------------------
Germany has also grown closer to China, an even more significant harbinger of a post-Western German foreign policy. As it has with Russia, Germany has benefited from increasingly close economic ties with China. In the past decade, German exports there have grown exponentially. By 2013, they added up to $84 billion, almost double the value of German exports to Russia. Indeed, China has become the second-largest market for German exports outside the EU, and it may soon overtake the United States as the largest. China is already the biggest market for Volkswagen—Germany’s largest automaker—and the Mercedes-Benz S-Class.
The relationship between Germany and China grew only stronger after the 2008 financial crisis, when the two countries found themselves on the same side in debates about the global economy. Both have exerted deflationary pressure on their trading partners, criticized the U.S. policy of quantitative easing, and resisted calls from the United States to take action to rectify macroeconomic imbalances in the global economy. Germany and China have, simultaneously, become closer politically. In 2011, the two countries began holding an annual government-to-government consultation—in effect, a joint cabinet meeting. The event marked the first time that China had conducted such a broad-based negotiation with another country.
For Germany, the relationship is primarily economic, but for China, which wants a strong Europe to counterbalance the United States, it is also strategic. China may see Germany as the key to getting the kind of Europe it wants, partly because Germany appears to be increasingly powerful within Europe but perhaps also because German preferences seem closer to its own than do those of other EU member states, such as France and the United Kingdom.
The tighter Berlin-Beijing nexus comes as the United States adopts a tougher approach to China as part of its so-called pivot to Asia—and it could pose a major problem for the West. If the United States found itself in conflict with China over economic or security issues—if there were an Asian Crimea, for instance—there is a real possibility that Germany would remain neutral. Some German diplomats in China have already begun to distance themselves from the West. In 2012, for example, the German ambassador to China, Michael Schaefer, said in an interview, “I don’t think there is such a thing as the West anymore.” Given their increasing dependence on China as an export market, German businesses would be even more opposed to the imposition of sanctions on China than on Russia. The German government would likely be even more reluctant to take tough action than it has been during the Ukraine crisis, which would create even greater rifts within Europe and between Europe and the United States.
A German Europe
Fears of German neutrality are not new. In the early 1970s, Henry Kissinger, then the U.S. national security adviser, warned that West Germany’s Ostpolitik could play into the hands of the Soviet Union and threaten transatlantic unity. He argued that closer economic ties with the Soviet Union would increase Europe’s dependence on its eastern neighbor, thereby undermining the West. The danger Kissinger foresaw was not so much that West Germany might leave NATO but, as he put it in his memoir, that it might “avoid controversies outside of Europe even when they affected fundamental security interests.” Fortunately for Washington, the Cold War kept such impulses in check, as West Germany relied on the United States for protection against the Soviet Union.
Now, however, Germany finds itself in a more central and stronger position in Europe. During the Cold War, West Germany was a weak state on the fringes of what became the EU, but the reunified Germany is now one of the strongest—if not the strongest—power in the union. Given that position, a post-Western Germany could take much of the rest of Europe with it, particularly those central and eastern European countries with economies that are deeply intertwined with Germany’s. If the United Kingdom leaves the EU, as it is now debating, the union will be even more likely to follow German preferences, especially as they pertain to Russia and China. In that event, Europe could find itself at odds with the United States—and the West could suffer a schism from which it might never recover.
Hans Kundnani - Πηγή: Foreign Affairs (January/February 2015 Issue)
.~`~.
Παράρτημα
Ὁ «ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς» στὴν Γερμανία εἶναι μιὰ πολὺ πιὸ παληὰ ὑπόθεση ἀπὸ τὸν «ἐθνικοσοσιαλισμό».
Οἱ ἀπαρχὲς του βρίσκονται στὰ πνευματικὰ κινήματα τοῦ Ρωμαντισμοῦ, ὁ ὁποῖος σὰν ἀντίδραση πρὸς τοὺς κατακτητικοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντα καὶ στὸ πνεῦμα τῆς «λογικοκρατίας τοῦ ἀτόμου» βάση ἔχει τὸ λαϊκὸ πνεῦμα σὰν σύνθεση κόσμου, φύσης καὶ λαοῦ (βλ. π.χ. Ε. Thier, Wegbereiter des deutschen Sozialismus, Stuttgart 1940).
Πρὸς τὶς ἐκ τῶν ἄνω κοινωνικὲς ὀργανώσεις διὰ τοῦ κράτους τοῦ δυτικοῦ λιμπεραλισμοΰ, οἱ ὁποῖες φέρουν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπανάστασης στὰ χέρια ὡρισμένων τάξεων καὶ συνεπῶς ἐλάχιστα ὁδηγοῦν σὲ μιὰ κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ χειραφέτηση τῶν λαϊκῶν μαζῶν, ὁ γερμανικὸς ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς θέλησε νὰ ἀντιπαρατάξη ἕνα μοντέλο κοινωνικῶν σχέσεων καὶ παραγωγῆς ἐξόχως λαϊκοῦ χαρακτήρα (βλέπε σχετικῶς καὶ F. Glum, Der Nationalsozialismus, München 1962, σeλ. 83 κ.ε.).
Οἱ ἀπαρχὲς του βρίσκονται στὰ πνευματικὰ κινήματα τοῦ Ρωμαντισμοῦ, ὁ ὁποῖος σὰν ἀντίδραση πρὸς τοὺς κατακτητικοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντα καὶ στὸ πνεῦμα τῆς «λογικοκρατίας τοῦ ἀτόμου» βάση ἔχει τὸ λαϊκὸ πνεῦμα σὰν σύνθεση κόσμου, φύσης καὶ λαοῦ (βλ. π.χ. Ε. Thier, Wegbereiter des deutschen Sozialismus, Stuttgart 1940).
Πρὸς τὶς ἐκ τῶν ἄνω κοινωνικὲς ὀργανώσεις διὰ τοῦ κράτους τοῦ δυτικοῦ λιμπεραλισμοΰ, οἱ ὁποῖες φέρουν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπανάστασης στὰ χέρια ὡρισμένων τάξεων καὶ συνεπῶς ἐλάχιστα ὁδηγοῦν σὲ μιὰ κοινωνικὴ καὶ πνευματικὴ χειραφέτηση τῶν λαϊκῶν μαζῶν, ὁ γερμανικὸς ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς θέλησε νὰ ἀντιπαρατάξη ἕνα μοντέλο κοινωνικῶν σχέσεων καὶ παραγωγῆς ἐξόχως λαϊκοῦ χαρακτήρα (βλέπε σχετικῶς καὶ F. Glum, Der Nationalsozialismus, München 1962, σeλ. 83 κ.ε.).
Ἡ λεγόμενη «μπουρζουαζία», πού φέρεται ἄκρως σχηματοποιημένη ἀπὸ τὶς μαρξιστικὲς ἀναλύσεις -ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὲς προσπαθοῦν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν διεθνιστικὸν χαρακτήρα της μέσα ἀπὸ τὰ ἰδεολογικὰ συνθήματα περὶ «προόδου» καὶ τῶν ἄλλων γενικοτήτων τοῦ λιμπεραλισμοῦ (ἐδῶ εἶναι πού ὁ μαρξισμὸς μεταβάλλεται καὶ ὁ ἴδιος σὲ «γραμμικὴ» ἀντίληψη περὶ ἱστορίας)-, δὲν ἔλειψε ἀπό τούς χώρους τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης (πού ὑπῆρξε καὶ οἰκονομικῶς προνομιοῦχος). Τόσο στὴν Γερμανία, ὅσο καὶ στὴν Αὐστροουγγρικὴ Μοναρχία καὶ τὴν Ρωσία, ὑπῆρξε συγκεντρωμένο ἐμπορικὸ κεφάλαιο.
Αὐτὸ πού ἔλειψε στὶς ἀντίστοιχες τάξεις ἦταν ἡ ἰδεολογικὴ ὀργάνωση -ὅπως π.χ. ἡ μασονικὴ ὀργάνωση τῆς γαλλικῆς μπουρζουαζίας-, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπέτρεπε τὴν χρησιμοποίηση τοῦ λαοῦ ὡς ἐργαλείου «ἱστορικῶν σκοπῶν»...
Ἀντ'αὐτοῦ εἰσήχθη στὴν Γερμανία λ.χ. ἡ αὐστηρὴ ὀργάνωση τῆς ἐργασίας, ἕνας «πρωσσικὸς» τρόπος παραγωγῆς ἐκ τῶν κάτω μὲ εὐρεία λαϊκὴ βάση (βλ. π.χ. Μ. van den Bruck, Das Recht der jungen Völker, Berlin 1932, σελ. 158).
Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ πρῶτα κοινωνικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν ἐλήφθησαν στὴν Γερμανία ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ, πολὺ πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο εὐρωπαϊκὸ κράτος, ὁ δὲ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐργασίας ἀπεικονίζεται σαφῶς στὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, πού εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προοδευτικὰ τοῦ καιροῦ του.
Ἡ λειτουργία τοῦ καπιταλιτιστικοΰ κράτους πάντα εἶχε προβλήματα στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης (ἐξ οὗ καὶ οἱ μεγάλες «δόσεις» φιλοσοφίας στὴν Γερμανία εἰδικά, πού ἀποτελοῦσε τὴν διασύνδεση μεταξὺ δυτικῆς καὶ ἀνατολικῆς Εὐρώπης), διότι ἀκριβῶς στὸν χῶρο τοῦτον ὑπάρχει κάτι πού λείπει ἀπὸ τὰ κράτη τῆς δυτικῆς Εὐρώπης (Ἀγγλίας, Γαλλίας), δηλαδὴ ὁ ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὶς ἐξ ὁρισμοῦ λαοκρατικὲς ἰδεολογίες τοῦ σλαβικοῦ ἠμισφαιρίου καὶ τῆς βαλκανικῆς Εὐρώπης.
Ὅπως ἐξηγοῦμε πιὸ κάτω καὶ ὅπως ἱστορικῶς ἔχομε ὡς δεδομένο, ἡ λειτουργία τοῦ κράτους στοὺς χώρους τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπρόσκοπτη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας τῆς πολιτιστικῆς παράδοσης.
Τὸ παράξενο γεγονὸς ὅτι στὴν νεώτερη ρωσικὴ ἱστορία ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐπαναστάτες συγγραφεῖς καὶ οἱ ἀναρχικοὶ προέρχονται ἀπὸ τὰ κυρίαρχα στρώματα (εἶναι πρίγκιπες καὶ κόμητες), φανερώνει ἀκριβῶς ὅτι τὰ στρώματα αὐτὰ δὲν ἐνεργοῦν «χειραφετημένα» καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὸ ὑπάρχον εἶδος τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας.
Ἡ ἐπίμονη θεματικὴ μὲ ζητήματα δικαίου στὰ μυθιστορήματα τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς σὲ μιὰ κατάσταση δικαιοσύνης πού τείνει νὰ διαχωρισθῆ μέσα στὶς ἀνάγκες τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς ἀπὸ μιὰ πατροπαράδοτη τάξη κοινωνικοῦ δικαίου ἄλλων ἰδεολογικῶν προϋποθέσεων.
Κατ'αὐτές, ὑποχρεοῦται τὸ δικαστήριο νὰ ἀποδείξη τὴν ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου –πρᾶγμα πού κοινωνικῶς συσχετιζόμενο ὁδηγεῖ σὲ ἀκραῖες καταστάσεις δικαίου-, ἐνῷ στὸ καπιταλιστικῶς ὀργανωμένο κράτος εἶναι ὁ κατηγορούμενος πού ὀφείλει νὰ ἀποδείξη τὴν ἀθωότητα του πρὸ τοῦ δικαστηρίου.
Τὰ ἰδεολογικὰ αὐτὰ δεδομένα ἐπηρεάζουν ἰσχυρὰ τὸν χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης, ὅπου ἡ πληθυσμιακὴ σύνθεση ἐνέχει προεξάρχοντα τὸν παράγοντα τῶν Σλάβων, οἱ ὁποῖοι, ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος, δὲν παύουν νὰ συμμετέχουν στὸν γενικώτερον ἰδεολογικὸ κόσμο τοῦ σλαβισμοῦ.
Αὐτὸ πού ἔλειψε στὶς ἀντίστοιχες τάξεις ἦταν ἡ ἰδεολογικὴ ὀργάνωση -ὅπως π.χ. ἡ μασονικὴ ὀργάνωση τῆς γαλλικῆς μπουρζουαζίας-, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπέτρεπε τὴν χρησιμοποίηση τοῦ λαοῦ ὡς ἐργαλείου «ἱστορικῶν σκοπῶν»...
Ἀντ'αὐτοῦ εἰσήχθη στὴν Γερμανία λ.χ. ἡ αὐστηρὴ ὀργάνωση τῆς ἐργασίας, ἕνας «πρωσσικὸς» τρόπος παραγωγῆς ἐκ τῶν κάτω μὲ εὐρεία λαϊκὴ βάση (βλ. π.χ. Μ. van den Bruck, Das Recht der jungen Völker, Berlin 1932, σελ. 158).
Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ πρῶτα κοινωνικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν ἐλήφθησαν στὴν Γερμανία ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ, πολὺ πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο εὐρωπαϊκὸ κράτος, ὁ δὲ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐργασίας ἀπεικονίζεται σαφῶς στὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης, πού εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προοδευτικὰ τοῦ καιροῦ του.
Ἡ λειτουργία τοῦ καπιταλιτιστικοΰ κράτους πάντα εἶχε προβλήματα στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης (ἐξ οὗ καὶ οἱ μεγάλες «δόσεις» φιλοσοφίας στὴν Γερμανία εἰδικά, πού ἀποτελοῦσε τὴν διασύνδεση μεταξὺ δυτικῆς καὶ ἀνατολικῆς Εὐρώπης), διότι ἀκριβῶς στὸν χῶρο τοῦτον ὑπάρχει κάτι πού λείπει ἀπὸ τὰ κράτη τῆς δυτικῆς Εὐρώπης (Ἀγγλίας, Γαλλίας), δηλαδὴ ὁ ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὶς ἐξ ὁρισμοῦ λαοκρατικὲς ἰδεολογίες τοῦ σλαβικοῦ ἠμισφαιρίου καὶ τῆς βαλκανικῆς Εὐρώπης.
Ὅπως ἐξηγοῦμε πιὸ κάτω καὶ ὅπως ἱστορικῶς ἔχομε ὡς δεδομένο, ἡ λειτουργία τοῦ κράτους στοὺς χώρους τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπρόσκοπτη, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας τῆς πολιτιστικῆς παράδοσης.
Τὸ παράξενο γεγονὸς ὅτι στὴν νεώτερη ρωσικὴ ἱστορία ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐπαναστάτες συγγραφεῖς καὶ οἱ ἀναρχικοὶ προέρχονται ἀπὸ τὰ κυρίαρχα στρώματα (εἶναι πρίγκιπες καὶ κόμητες), φανερώνει ἀκριβῶς ὅτι τὰ στρώματα αὐτὰ δὲν ἐνεργοῦν «χειραφετημένα» καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὸ ὑπάρχον εἶδος τῆς λαοκρατικῆς ἰδεολογίας.
Ἡ ἐπίμονη θεματικὴ μὲ ζητήματα δικαίου στὰ μυθιστορήματα τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς σὲ μιὰ κατάσταση δικαιοσύνης πού τείνει νὰ διαχωρισθῆ μέσα στὶς ἀνάγκες τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς ἀπὸ μιὰ πατροπαράδοτη τάξη κοινωνικοῦ δικαίου ἄλλων ἰδεολογικῶν προϋποθέσεων.
Κατ'αὐτές, ὑποχρεοῦται τὸ δικαστήριο νὰ ἀποδείξη τὴν ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου –πρᾶγμα πού κοινωνικῶς συσχετιζόμενο ὁδηγεῖ σὲ ἀκραῖες καταστάσεις δικαίου-, ἐνῷ στὸ καπιταλιστικῶς ὀργανωμένο κράτος εἶναι ὁ κατηγορούμενος πού ὀφείλει νὰ ἀποδείξη τὴν ἀθωότητα του πρὸ τοῦ δικαστηρίου.
Τὰ ἰδεολογικὰ αὐτὰ δεδομένα ἐπηρεάζουν ἰσχυρὰ τὸν χῶρο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης, ὅπου ἡ πληθυσμιακὴ σύνθεση ἐνέχει προεξάρχοντα τὸν παράγοντα τῶν Σλάβων, οἱ ὁποῖοι, ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος, δὲν παύουν νὰ συμμετέχουν στὸν γενικώτερον ἰδεολογικὸ κόσμο τοῦ σλαβισμοῦ.
Στὴν Γερμανία συγκλίνουν καὶ τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα «Ἀνατολῆς» καὶ «Δύσης» καὶ ὁ «ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς» βρίσκει ἀκριβῶς τὸ φυσικὸ ἔδαφος καλλιέργειάς του.
Γεράσιμος Κακλαμάνης
In fact, only Great Britain, France and the United States, in that historic order, constitute the core of the West. But not Germany... Even the greatest philosophers, like Kant and Hegel, were, unlike David Hume in England or Voltaire in France, not exactly beacons of political liberalism... I believe that the Germans still feel a secret and, at the same time, slightly narcissistic fear, as if they sensed that they are not quite part of the West. It seems to me that their preferred form of government is the grand coalition, not the abrupt change of power that occurs in France and the Anglo-Saxon countries. Perhaps Germany would rather be like a large Switzerland or a large Sweden, a consensus democracy in which the ideological camps come to resemble one another and the political extended family in the government takes care of everything... The cultural difference between Germany and France shouldn't be buried under avowals of friendship.
Emmanuel Todd
Μόλις αρχίσει να διαγράφεται μία τέτοια κατάσταση η Ρωσσία θα τεθεί υπό πίεση και θ’ αναγκαστεί ν’ αναζητήσει συμμάχους.
Αν δεν βρει, τότε θα υποχρεωθεί να κάμει παραχωρήσεις προς την Κίνα ή και να συμπαραταχθεί μαζί της, οπότε θα δημιουργούνταν ένας πανίσχυρος συνασπισμός.
Μία μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσσία οφείλει να προσανατολισθεί σ’ αυτές τις γεωπολιτικές προοπτικές. Ασφαλώς είναι δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιθυμούν τη διασφάλιση της πλανητικής μονοκρατορίας τους μεταξύ άλλων με τη συνεχή χαλιναγώγηση ή και με τον κατακερματισμό της Ρωσσίας.
Όμως μία ενωμένη Ευρώπη δεν θα είχε να κερδίσει πολλά πράγματα, αν εμφανιζόταν ως στρατηγικός τοποτηρητής των Αμερικάνων στην Ανατολική Ευρώπη και ως υποστηρικτής όλων των χωριστικών τάσεων μέσα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Η ευρωπαϊκή, και προπαντός γερμανική μυωπία, όπως φαίνεται με την υποστήριξη του αμερικάνικου σχεδίου για την επέκταση του ΝΑΤΟ ίσαμε τα ρωσσικά σύνορα, δεν μπορεί παρά να δώσει τροφή σε μία απολύτως θεμιτή δυσπιστία της Ρωσίας και να σπρώξει τη γιγαντιαία ευρασιατική χώρα στην επιθετική απομόνωση ή στην αγκαλιά της Κίνας.
Αν δεν βρει, τότε θα υποχρεωθεί να κάμει παραχωρήσεις προς την Κίνα ή και να συμπαραταχθεί μαζί της, οπότε θα δημιουργούνταν ένας πανίσχυρος συνασπισμός.
Μία μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσσία οφείλει να προσανατολισθεί σ’ αυτές τις γεωπολιτικές προοπτικές. Ασφαλώς είναι δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιθυμούν τη διασφάλιση της πλανητικής μονοκρατορίας τους μεταξύ άλλων με τη συνεχή χαλιναγώγηση ή και με τον κατακερματισμό της Ρωσσίας.
Όμως μία ενωμένη Ευρώπη δεν θα είχε να κερδίσει πολλά πράγματα, αν εμφανιζόταν ως στρατηγικός τοποτηρητής των Αμερικάνων στην Ανατολική Ευρώπη και ως υποστηρικτής όλων των χωριστικών τάσεων μέσα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Η ευρωπαϊκή, και προπαντός γερμανική μυωπία, όπως φαίνεται με την υποστήριξη του αμερικάνικου σχεδίου για την επέκταση του ΝΑΤΟ ίσαμε τα ρωσσικά σύνορα, δεν μπορεί παρά να δώσει τροφή σε μία απολύτως θεμιτή δυσπιστία της Ρωσίας και να σπρώξει τη γιγαντιαία ευρασιατική χώρα στην επιθετική απομόνωση ή στην αγκαλιά της Κίνας.
Παναγιώτης Κονδύλης
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Εισαγωγή στα -στοιχειώδη- περί της ευρασιατικής στρατηγικής της Γερμανίας και γιατί η σύγκλιση θρέφει την σύγκρουση. Η εξομοίωση θα απομακρύνει την Κίνα από τις Η.Π.Α.
- How Western Is Germany? Russia Crisis Spurs Identity Conflict - και ορισμένες συμπληρωματικές αναφορές.
- Η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» και οι γερμανικές προοπτικές.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- The Role of Central and Eastern Europe in the Building of Silk Road Economic Belt.
- Friedrich Ratzel, Μεσευρώπη (Mitteleuropa) και «Ευρωπαϊκή Ένωση».
- Η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- I) Emmanuel Todd on Europe - Can the European Union Hold? και II) αναφορές στο έργο του.
*
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Είπαν ή έγραψαν... για το «ευρασιατικό προγεφύρωμα».
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Τρεις δυνητικές απειλές για την πρωτοκαθεδρία του κυρίαρχου.
- Περί των εξελίξεων στις σχέσεις «Δύσης» και Ρωσίας. Περιφερειακά και παγκόσμια διακυβεύματα και στρατηγικές σημασίες.
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- A Note on Civilizations and Economies.
- How Obama Is Driving Russia and China Together.
- Θα πραγματοποιηθεί η σπουδαιότερη γεωπολιτική εξέλιξη του 21ου αιώνα; Γιατί η 11η Σεπτεμβρίου 2014 μπορεί να αποδειχθεί η καθοριστικότερη στην ιστορία των Η.Π.Α - και πολύ σημαντικότερη από την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου