Σάββατο 30 Μαΐου 2020

016 Cosmoidioglossia I) Το Ισραήλ ως έθνος - κράτος

Οὖτις ἐμοί γ'ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ'ἄλλοι πάντες ἑταῖροι…
       
06/20/14: Φεμινιστική γεωπολιτική.

Το κείμενο αποτελεί υποκεφάλαιο από το βιβλίο του Αστέρη Χουλιάρα, 
Γεωγραφικοί Μύθοι της Διεθνούς Πολιτικής, Εκδόσεις Ροές.

                             .~`~.

I

Τα τελευταία χρόνια, η κριτική γεωπολιτική στράφηκε και σε θέματα που ενδιαφέρουν το φεμινισμό. Μερικοί/ες αναλυτές/λύτριες σημείωσαν την απουσία γυναικών στην ιστορία της γεωπολιτικής και της θεωρίας και πρακτικής των διεθνών σχέσεων. 
Οι γυναίκες, τόνισαν, είναι «αόρατες», «σαν να μην υπάρχουν γυναίκες στη διεθνή πολιτική (...) σαν οι γυναίκες και οι άνδρες να δραστηριοποιούνται και να επηρεάζονται από την παγκόσμια πολιτική με τούς ίδιούς τρόπούς» (Pettman 1999: 484).
Αναμφίβολα η φεμινιστική γεωπολιτική οφείλει πολλά στην κριτική που έχει αναπτύξει ο φεμινισμός στη θεωρία των διεθνών σχέσεων. 
Για τη φεμινιστική προσέγγιση, το βασικό αναλυτικό εργαλείο είναι το «κοινωνικό φύλο». 
Το κοινωνικό φύλο (gender) είναι διαφορετικό από το βιολογικό φύλο (sex). Το δεύτερο αφορά τις βιολογικές διαφορές ενώ το κοινωνικό φύλο είναι μια κοινωνική κατασκευή που «αναφέρεται σε μια κοινωνικά [κατασκευασμένη] συμπεριφορά [η οποία «μαθαίνεται»] και [περιλαμβάνει τις] προσδοκίες που διακρίνούν μεταξύ αρρενωπότητας και θηλυκότητας» (Peterson και Runyan, 1993: 5). Στις περισσότερες κοινωνίες, οι αξίες που συνδέονται με την «αρρενωπότητα» (ορθολογισμός, δύναμη, δράση) θεωρούνται ανώτερες από τις αντίστοιχες που συνδέονται με τη «θηλυκότητα» (συναισθηματισμός, αδυναμία, παθητικότητα). 
Η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών (εμφανείς στην πολιτική εκπροσώπηση, στο εισόδημα και στην εκπαίδευση), υποστηρίζει η φεμινιστική προσέγγιση, είναι στην πραγματικότητα αντανάκλαση των ρόλων που επιβάλει το κοινωνικό φύλο. 
Το τελευταίο έχει μια σειρά από νοήματα (Pettman 1999: 488):
«Το κοινωνικό φύλο είναι μια προσωπική ταυτότητα - πως βιώνω το γεγονός ότι είμαι γυναίκα; μια κοινωνική ταυτότητα - τι προσδοκούν οι άλλοι από μένα ως γυναίκα; και μια σχέση εξουσίας - γιατί οι γυναίκες ως κοινωνική κατηγορία σχεδόν πάντοτε υποεκπροσωπούνται σε σχέσεις εξουσίας (...);»
Σε τελευταία ανάλυση όλες οι κοινωνικές σχέσεις - ταξικές, εθνικές αλλά και οικογενειακές - επηρεάζονται και συχνά καθορίζονται από το κοινωνικό φύλο.
 Κι αυτό συμβαίνει σε κάθε επίπεδο, από τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής μέχρι τις γεωπολιτικές αναπαραστάσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας.
 Η Sharp (1998), για παράδειγμα, αναλύοντας αμερικανικές κινηματογραφικές ταινίες της μεταπολεμικής περιόδού, διαπιστώνει ένα γενικευμένο φαινόμενο «εξανδρισμού» («re-masculinization») με την προβολή θεμάτων όπως «καλοί άνδρες υπερνικούν το χάος και την αταξία στο διεθνές πεδίο» και «ηρωϊκοί άνδρες μάχονται εναντίον της τυραννίας ενός "θηλυπρεπούς"κράτούς».
Το 1998, ο καθηγητής στο George Mason University των ΗΠΑ Francis Fukuyama, δημοσίεύσε ένα άρθρο στο περιοδικό Foreίgn Affairs με τίτλο «Γυναίκες και η Εξέλιξη της Παγκόσμιας Πολιτικής» («Women and the Evolutiοn Wοrld Politίcs») (Fukuyama 1998).
 Το άρθρο συζητήθηκε πολύ, προκαλώντας θετικές αλλά και πολλές αρνητικές αντιδράσεις. 
Ο Fukuyama, αποδεχόμενος τις θέσεις της φεμινιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων, υποστήριξε ότι ο σημερινός κόσμος είναι κυρίως δημιούργημα των ανδρών, το κοινωνικό φύλο δηλαδή έχει παίξει ένα ζωτικής σημασίας ρόλο στο σχηματισμό του κράτους. 
Ωστόσο εάν οι γυναίκες είχαν εμπλακεί περισσότερο στη διαδικασία αυτή το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ διαφορετικό: ένας «πραγματικά μητριαρχικός κόσμος... θα έτεινε λιγότερο προς τη σύγκρουση και θα ήταν περισσότερο συμφιλιωτικός και συνεργατικός απ'αυτόν στον οποίο κατοικούμε τώρα» (Fυkυyama 1998: 33).
 Το θετικό παρατήρησε ο Fukuyama, είναι ότι στον τελευταίο αιώνα η θυληκή παρουσία στη παγκόσμια πολιτική αυξάνεται (ιδιαίτερα στη Δύση).
Ωστόσο ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου περιλαμβάνει κράτη των οποίων ηγούνται αιμοσταγείς άνδρες. 
Αν λοιπόν οι μελλοντικοί ταραχοποιοί είναι οπλισμένοι με πυρηνικά όπλα, θα ήταν προτιμότερο να καθοδηγούμαστε από γυναίκες σαν την Μάργκαρετ Θάτσερ, παρά από γυναίκες τύπου Gro Harlem Brundtland. 
Για τον Fukuyama, λοιπόν, χρειαζόμαστε «αρρενωπές» πολιτικές - αν και όχι κατ'ανάγκη άνδρες-ηγέτες. 
Οι φεμινίστριες βέβαια αντέδρασαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η άποψη του Fukuyama -η οποία βασίζεται στα συμπεράσματα της εξελικτικής ψυχολογίας (evolutionary psychology)- ότι τα ατομικά χαρακτηριστικά προσδιορίζουν τη συλλογική συμπεριφορά αποτελεί ένα αντιεπιστημονικό νοητικό άλμα.

                                         .~`~.

II

Η Cynthia Enloe (1989) αρνήθηκε να αποδεχτεί την παραδοσιακή αντίληψη της γεωπολιτικής για τη σύγκρουση κρατών καθοδηγούμενων από άνδρες ηγέτες -που χαρακτηρίζει την προσέγηση του Fukuyama- και εστίασε την προσοχή της στην παραγνωρισμένη παράλληλη αλλά σιωπηλή «ιστορία» των γυναικών. 
Η ανάλυσή της εξετάζει θέματα όπως ο ρόλος της διεθνούς εργατικής μετανάστευσης, η διαθεσιμότητα γυναικείας εργατικής δύναμης για τις επενδύσεις των πολυεθνικών επιχειρήσεων και η θέση των γυναικών στη βιομηχανία τουρισμού της νοτιοανατολικής Ασίας. 
Ουσιαστικά η Enloe συσχετίζει τη γεωπολιτική ανάλυση με τις καθημερινές γεωγραφίες του κοινωνικού φύλου, υπογραμμίζοντας τη διασύνδεση ανάμεσα στα πρόσωπα και την πολιτική. Αυτές οι εναλλακτικές πολιτικές γεωγραφίες, υποστηρίζει, πρέπει να αποκαλυφθούν - αλλιώς είναι πιθανό να καταλήξουμε στη χαρτογράφηση ενός «τοπίου που κατοικείται από άνδρες, κυρίως άνδρες των ελίτ» (Enloe, 1989: 1).
Σ'ένα άλλο της εργο, η Enloe (1993) υποστηρίζει ότι η αρρενωπότητα (masculinity) και η θυληκότητα (femininity) παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη στρατιωτικοποίηση και την αποστρατιωτικοποίηση των κοινωνιών, επηρεάζοντας όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο είναι πιθανό να εξελιχθούν αλλά ακόμη και, σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό, την ίδια τη φύση του πολέμου και της ειρήνης.
Για να αποδείξει τον ισχυρισμό της, η Enloe εστιάζει την προσοχή της στην περίοδο τον Ψυχρού Πολέμου, εξετάζοντας το ρόλο του κοινωνικού φύλου στη στρατιωτικοποίηση και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση συγκεκριμένων ρόλων για τα κοινωνικά φύλα. 
Η Enloe παρουσιάζει παραδείγματα τέτοιων ρόλων που συνοδεύουν τη στρατιωτικοποίηση, όπως η θέση των γυναικών ως «υποστηρικτικών μορφών» και η θεώρηση του πολέμου ως «υπόθεσης των ανδρών» (Enloe 1993: 49). Αντίθετα, η αποστρατιωτικοποίηση απαιτεί έναν επαναπροσδιορισμό των ρόλων, που οδηγεί σε εντάσεις πού διατρέχουν το σύνολο της κοινωνίας. Η ειρήνη του μετα-ψυχροπολεμικού κόσμου δηλαδή συνοδεύεται από μια παράλληλη ένταση μεταξύ των φύλων (Enloe 1993: 22).
Ένα καλό παράδειγμα για το πώς η στρατιωτικοποίηση και αποστρατιωτικοποίηση επηρεάζουν τις σχέσεις των κοινωνικών φύλων είναι η περίπτωση της Ερυθραίας, της μικρής χώρας της ανατολικής Αφρικής που κέρδισε, μετά από έναν τριακονταετή απελευθερωτικό αγώνα, την ανεξαρτησία της από την Αιθιοπία το 1993: 
«Για χρόνια έκαναν ό,τι έκαναν και οι άνδρες: πολεμούσαν στα χαρακώματα, ανατίναζαν άρματα μάχης, διοικούσαν μονάδες, σκότωναν και σκοτώνονταν (...) Οι γυναίκες αποτελούσαν το ένα τρίτο της μάχιμης δύναμης που κέρδισε την ανεξαρτησία της Ερυθραίας». 
Κι όμως όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι Ερυθραίες βρέθηκαν αντιμέτωπες μ'ένα νέο εχθρό: τις παραδοσιακές κοινωνικές αντιλήψεις. 
Παρόλο που η αποτελούμενη από πρώην αντάρτες κυβέρνηση της ανεξάρτητης πια χώρας πήρε ορισμένα μέτρα υπέρ των γυναικών (για παράδειγμα η προίκα θεωρήθηκε παράνομη), οι γυναίκες πιέστηκαν από τους πρώην συναγωνιστές τους να εγκαταλείψουν το στρατό και να μείνουν στο σπίτι. 
Πολλές γυναίκες εγκαταλείφθηκαν από τους συζύγους τους οι οποίοι στράφηκαν σε νεώτερες - και κατά προτίμηση παρθένες - συζύγους.
 Τα λόγια μιας πρώην αντάρτισσας είναι χαρακτηριστικά:
 «Ποτέ δεν φανταστήκαμε ότι οι άνδρες μας θα μας πρόδιδαν. Πρέπει ν'αλλάξουμε τους νόμους και τους τρόπους σκέψης. 
Αυτή η νέα μάχη αρχίζει τώρα».
Για την Enloe η σχέση κοινωνικού φύλου και εθνικισμού είναι μάλλον αντιφατική. 
Οι εντάσεις στις σχέσεις των φύλων δεν περιορίζονται μόνο στη φάση της αποστρατιωτικοποίησης. Όταν τα εθνικιστικά κινήματα στρέφονται στον ένοπλο αγώνα, οι γυναίκες συνήθως αντιδρούν στον περιορισμό των ρόλων που συνεπάγεται η στρατιωτικοποιημένη κοινωνία. 
Κατά συνέπεια, ο εθνικισμός αντανακλά τη σημασία της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας (όπως εκδηλώνονται στην κοινωνία) αλλά και τη σύγκρουση μεταξύ των αντιλήψεων για τους ρόλους του κοινωνικού φύλου που θεωρούνται «κατάλληλοι» ή «ορθοί» μ'εκείνους που οι άνθρωποι θέλουν (ή μάλλον καλύτερα θα ήθελαν κάτω από άλλες συνθήκες) να υιοθετήσουν.
Οι εθνικισμοί είναι από τη φύση τους αφηγήσεις θεμελιωμένες στη διαφορά, είναι δηλαδή Λόγοι (discourses) που αντανακλούν ξεκάθαρα τις αντικρουόμενες πολιτικές της ένταξης και του αποκλεισμού.
 Οι κυρίαρχες ελίτ έχουν την ισχύ του εννοιολογικού προσδιορισμού του «έθνους» σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, αποφασίζοντας για το ποιοι είναι κεντρικής σημασίας και ποιοι περιθωριακοί στην δόμηση αλλά και τη διατήρηση της «εθνικής ταυτότητας». 
Οι Κούρδοι στην Τουρκία είναι ένα καλό παράδειγμα μιας κοινωνικής ομάδας η οποία παραμένει περιθωριακή στην εθνικιστική αφήγηση της Άγκυρας.
 Ωστόσο συχνά η περιθωριακή κοινωνική ομάδα για το «εθνικό σχέδιο» είναι οι γυναίκες. 
Ένα καλό παράδειγμα είναι η στάση ενός ιρλανδικού δικαστηρίου το οποίο εμπόδισε ένα θύμα βιασμού να ταξιδέψει στην Αγγλία για να κάνει έκτρωση (Martin 2000). 
Το σώμα της ανήλικης κοπέλας και εκείνο του αγέννητου μωρού συνδέθηκαν έτσι -μ'ένα συμβολικό βέβαια τρόπο- με τη θέση της χώρας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 
Η Martin καταδεικνύει πως το σώμα μιας γυναίκας καταλήγει να γίνει τμήμα της ευρύτερης εθνικιστικής αφήγησης περί «υγείας και ευημερίας» του έθνους σε σχέση μάλιστα με διεθνικούς κανόνες (ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 
Τα όρια του γυναικείου σώματος ταυτίζονται εν τέλει με τα σύνορα τον κράτους.
Βέβαια δεν είναι όλες οι φεμινίστριες σύμφωνες για την αντιφατική σχέση κοινωνικού φύλου και εθνικισμού. Αναμφίβολα γυναίκες έχουν παίξει σημαντικούς ρόλους σε πολλά εθνικο-απελευθερωτικά, εθνικιστικά και επαναστατικά κινήματα. 
Παρόλο όμως που πολλά απ'αυτά τα κινήματα περιλάμβαναν στα προγράμματά τους τα αιτήματα των γυναικών για ισότιμη συμμετοχή, στην πράξη δεν υπήρξε ποτέ ούτε ένα εθνικιστικό ή επαναστατικό κίνημα στο οποίο η φεμινιστική ατζέντα να συνέπεσε με τους κύριους επιδιωκόμενους στόχους (Light και Halliday, 1994: 48). 
Πάντως υπάρχουν φεμινίστριες που ισχυρίζονται ότι ο εθνικισμός και ο φεμινισμός δεν είναι αντιφατικές έννοιες. 
Η Molyneux, για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κάτι θεμελιωδώς αντιφατικό μεταξύ της γυναικείας απελευθέρωσης και των εθνικιστικών επιδιώξεων (Molyneyux 1985). 
Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα είναι αν τα συμφέροντα των γυναικών προωθούνται μέσω του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα ή αν αντίθετα θεωρούνται υποδεέστερα άλλων στόχων.

                                    .~`~.

III

Στις φεμινιστικές αναλύσεις του μιλιταρισμού και του πολέμου υπάρχουν τρία ευδιάκριτα ρεύματα σκέψης (Dalby 1994: 605). Το πρώτο, που αποτυπώνεται εν μέρει στη προσέγγιση τον Fukuyama αλλά και στο έργο της Tickner (1992), υποστηρίζει ότι ο πόλεμος οφείλεται στην επιθετικότητα και την «παιδική ανευθυνότητα» των ανδρών. 
Η αποξένωση των γυναικών από τον πόλεμο προέρχεται, σύμφωνα με πολλές μελέτες, από την αντίθεσή του με τη μητρότητα: η μη βία δεν είναι τίποτε άλλο από μια φυσική προέκταση της μητρικού ενστίκτου.
 Ο «πολιτισμικός φεμινισμός» που προβάλλει αυτή την άποψη θεωρεί ότι υπάρχουν γυναικείες αξίες (όπως η συνεργασία και η επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα) τις οποίες η σύγχρονη κοινωνία έχει ανάγκη. 
Υπάρχει δηλαδή μια οργανική σχέση ανάμεσα στο φεμινισμό και τον πασιφισμό.
 Το σλόγκαν «πάρτε τα παιχνίδια από τα αγόρια» (take the toys from the boys) αντανακλά ξεκάθαρα αυτή τη προσέγγιση.
 Το δεύτερο ρεύμα σκέψης που θα μπορούσε να ονομαστεί «φιλελεύθερος φεμινισμός» είναι περισσότερο κανονιστικό.
 Διαφοροποιείται επίσης από τον πολιτισμικό φεμινισμό καθώς δεν δέχεται ότι άνδρες και γυναίκες διαφέρουν (Pettman 1999: 487).
 Οι υπέρμαχοι του φιλελεύθερου φεμινισμού υποστηρίζουν και προωθούν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στο στρατό, συμπεριλαμβανομένων των μάχιμων θέσεων.
 Για τις φιλελεύθερες φεμινίστριες το επιχείρημα της «προστασίας» των γυναικών σε μια σύγκρουση είναι ένας ακόμη Λόγος (discourse) που εμποδίζει την πρόσβασή τους σε θέσεις ισχύος. 
Τέλος το τρίτο ρεύμα σκέψης, που θα μπορούσαμε ίσως να ονομάσούμε «μεταδομικό» ή «ριζοσπαστικό» φεμινισμό είναι περισσότερο φιλοσοφικό και υποστηρίζει ότι η ίδια η αντίθεση αρρενωπότητας / θηλυκότητας, που συνοδεύεται από τα αντίστοιχα στερεότυπα της ανδρικής επιθετικότητας και της γυναικείας υποταγής, αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή που εμποδίζει την επιδίωξη της ειρήνης (Dalby 1994: 605).
 Γι'αυτές τις μεταδομικές φεμινίστριες, η άποψη του πολιτισμικού φεμινισμού ότι οι γυναίκες υπερέχουν ηθικά έναντι των ανδρών ενισχύει τα στερεότυπα τον κοινωνικού φύλου, ενώ ο στόχος της ισότιμης συμμετοχής που προωθεί ο φιλελεύθερος φεμινισμός απλά αποσκοπεί στην ένταξη των γυναικών σε «ανδρικούς θεσμούς» σύμφωνα με τους όρους των ανδρών (Pettman 1999: 487).
Ισως η πιο πλήρης διερεύνηση της σχέσης πολέμου και κοινωνικού φύλου είναι το βιβλίο ενός άνδρα, του Joshua S. Goldstein (Goldstein 2001).
 Ο Goldstein ξεκινά την ανάλυσή του με την παρατήρηση ότι οι ρόλοι τον κοινωνικού φύλου σε περιόδούς πολέμου δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το χώρο (π.χ. σε διαφορετικούς πολιτισμούς) ή το χρόνο. 
Οι πολεμιστές είναι σχεδόν παντού και πάντοτε σχεδόν αποκλειστικά άνδρες. 
Ο Goldstein παρουσιάζει είκοσι πιθανές ερμηνείες για την άνιση παρουσία ανδρών και γυναικών στον πόλεμο, τις οποίες και κατατάσσει σε τέσσερις ευρύτερες αναλυτικές κατηγορίες: τη βιολογία (μέγεθος και ισχύ, ικανότητα εργασίας σε ιεραρχικές δομές, κλπ.), τις διαφορές των φύλων όταν δρουν σε ομάδες (group dynamics), την πολιτισμική κατασκευή της αρρενωπότητας και, τέλος, τις κοινωνικά κατασκευασμένες σχέσεις κυριαρχίας (των ανδρών) και υποταγής (των γυναικών).
 Ο Goldstein θεωρεί ότι οι πολιτισμικές ερμηνείες, ιδιαίτερα τα κλασικά στερεότυπα «σκληροί άνδρες» και «ευαίσθητες γυναίκες» έχουν μεγάλη ερμηνευτική αξία.
 Αν και παραδέχεται ότι μια από τις πλέον ισχυρές ερμηνείες για τους ρόλους των φύλων στον πόλεμο είναι οι μικρές αλλά σημαντικές διαφορές στο μέσο μέγεθος, στη μέση δύναμη και στις βιολογικά προκαθορισμένες συμπεριφορές, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι μορφές κοινωνικοποίησης των ανδρών, ιδιαίτερα αυτές που συνδέουν την αρρενωπότητα με τη σκληρότητα, την πειθαρχία και την ικανότητα ελέγχου των συναισθημάτων, αποτελούν τη πιο ολοκληρωμένη και πειστική εξήγηση της άνισης εκπροσώπησης των φύλων στους πολέμους. 
Ο Goldstein ισχυρίζεται εν τέλει ότι «ο πόλεμος δεν έρχεται με φυσικό τρόπο στους άνδρες (από τη βιολογία), και κατά συνέπεια οι στρατιώτες χρειάζονται έντονη κοινωνικοποίηση και εκπαίδευση για να πολεμήσουν αποτελεσματικά. 
Η κατασκευή του κοινωνικού φύλού είναι λοιπόν ένα εργαλείο με το οποίο οι κοινωνίες παρακινούν τους άνδρες να πολεμήσούν» (Goldstein 2001: 252-3).
 Ο Goldstein δηλαδή, με τη συστηματική μελέτη του, επιβεβαιώνει τα φεμινιστικά επιχειρήματα για το ρόλο τον κοινωνικού φύλου.

                               .~`~.

IV

Σε ό,τι αφορά τη γεωπολιτική, η πιο πρωτότυπη συμβολή της φεμινιστικής προσέγγισης είναι η αμφισβήτηση των παραδοσιακών γεωγραφικών κλιμάκων ανάλυσης. 
Ιδιαίτερα οι φεμινιστικές κριτικές της έννοιας της ασφάλειας έχουν προσφέρει πολλά στην αποδόμηση των εδαφικών υποθέσεων των διεθνών σχέσεων. 
Η φεμινιστική γεωπολιτική τονίζει ότι η ασφάλεια αφορά κοινωνικές σχέσεις κι όχι την απρόσωπη οντότητα τον κράτους που αποτελεί την παραδοσιακή κλίμακα ανάλυσης. 
Τα κράτη, με την εξασφάλιση του απαραβίαστου των συνόρων, στην πραγματικότητα δεν προστατεύουν όλους τους πολίτες τους.
 Αντίθετα, στο όνομα της επιδίωξης της εξωτερικής ασφάλειας, υποβάλλουν σε βίαιες διακρίσεις και αδικίες ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού τους. 
Στην πραγματικότητα η προστασία από μια εξωτερική απειλή είναι προστασία της εσωτερικής δικαιοδοσίας (jurisdiction) που εξασφαλίζει τη διαιώνιση της υποταγής των γυναικών. 
Η υποτιθέμενα σαφής (αλλά στην πραγματικότητα απόλύτα τεχνητή) διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών ζητημάτων αλλά και μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας ουσιαστικά διευκολύνουν την ανδρική κυριαρχία (*).
Στη Βοσνία η συστηματική πολιτική βιασμών ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια εκφοβισμού των γυναικών για να εγκαταλείψουν μια συγκεκριμένη περιοχή αλλά και μια άμεση επίθεση στην «πολιτική οργάνωση της αναπαραγωγής» που διατηρεί τη συνέχεια της εθνοτικής ταυτότητας στο χώρο (Stίglmayer 1994).
 Στη Βοσνία δηλαδή η διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας που προβάλει η γεωπολιτική και η ρεαλιστική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων κατέρρεύσε πλήρως. 
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν δεν είναι «εθνική ασφάλεια» (national security) αλλά «ασφάλεια για ποιόν;» (whose security?) (Dalby 1994: 601).
Η Jennifer Hyndman (2001) επιχειρηματολογεί υπέρ μιας φεμινιστικής γεωπολιτικής που θα εξετάζει πολιτικές πρακτικές σε κλίμακες ανάλύσης πού θα είναι καταλληλότερες από τις εθνοκρατικές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγισή της για τούς τρόπους με τούς οποίούς το διεθνές δίκαιο υπερβαίνει τη διάκριση δημόσιού και ιδιωτικού. 
Για παράδειγμα οι πρόσφατες αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων Εγκλημάτων Πολέμού (Γιουγκοσλαβία, Ρουάντα, Σιέρρα Λεόνε) να θεωρήσούν τους βιασμούς γυναικών «στρατηγικό όπλο» υπερβαίνουν τη κλασική διάκριση ιδιωτικού και δημόσιου και μεταθέτουν την προσωπική εμπειρία στο διεθνές πεδίο. 
Αυτές οι δικαστικές αποφάσεις βασίζονται στην παραδοχή ότι ο βιασμός αποτελεί μέσο στη διεξαγωγή των πολέμων και αντιπροσωπεύει μια νέα κατηγορία εγκλήματος που αναμορφώνει την παραδοσιακή γεωγραφική κλίμακα ανάλύσης και το πεδίο της τιμωρίας και αναπλάθει αυτό που μετράει (αυτό πού είναι δημόσιο) κι αυτό που δεν είναι (αυτό που θεωρείται ιδιωτικό). 
Η ασφάλεια του σώματος ως η ορθότερη κλίμακα γεωπολιτικού χώρου πολιτικοποιείται (Hyndman 2001: 216). 
Η Hyndman λοιπόν, όπως κι η Εnlοe, στρέφεται σε μια γεωπολιτική νέου τύπου τονίζοντας την πολιτική της καθημερινής ιδιωτικής ζωής πού αλληλεπιδρά με την περισσότερο προφανή πολιτική του δημόσιου χώρου του κράτούς και των διακρατικών σχέσεων.

                                   ---------------------------------------------------------------
                                                                      Σημείωση
(*) Όλα τα ζητήματα της παραγράφου αυτής είναι κομβικά. Ενδεικτικά: 
Για το ζήτημα της «εδαφικότητας», το οποίο εκβάλλει στα περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής» (Gilpin Robert, Waltz Kenneth, Bull Hedley) και εκκινεί τις δεκαετίες '60-70.
 Ομοίως το ζήτημα του απαραβίαστου των συνόρων έχει αμφισβητηθεί, με αρχή την ίδια περίοδο και με επιταχυνόμενους ρυθμούς από τη δεκαετία του '90 και έπειτα με τις αλλαγές που αξίωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο πεδίο του διεθνούς δικαίου, την αποσύνδεση εθνικού και διεθνικού και την έννοια της κυριαρχίας (Mazower Mark). 
Για τις διαφορές εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής και τις αναγωγικές θεωρίες ερμηνείας της διεθνούς πολιτικής εδώ μια εισαγωγή (Waltz Kenneth). 
Επίσης, το βασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας περί διεθνούς κοινωνίας ως μια civitas maxima, ενός υπερ-κράτους είναι ότι εξομοιώνει -με διάφορους τρόπους- τις διεθνείς σχέσεις σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής - η θεωρία έχει την απαρχή της στον Καλβίνο (Wight Martin). 
Γενικότερα το ζήτημα της Διεθνούς κοινωνία-civitas maximaμπορούμε να το ιχνηλατήσουμε μέχρι τον στωικισμό και τον ρωμαϊκό αυτοκρατορισμό και να κάνουμε συνδέσεις με τον κοσμοπολιτισμό και τον Kant. 
Σε όλες τις περιπτώσεις υποβόσκει η αμφισβήτηση του διεθνούς συστήματος και της κοινωνία των κρατών. 
Τέλος για τη συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας και μαζική δημοκρατία ενδεικτικά δες εδώ                                                         (Κονδύλης Παναγιώτης).
                                          ---------------------------------------------------------------

                                       .~`~.

V

Σύμφωνα με ορισμένες αναλύτριες, ο δυτικόςφεμινισμός που κυριαρχείται από λευκές μεσο-αστες απέτυχε να αναγνωρίσει ότι γυναίκες σε άλλες συνθήκες και σε άλλούς γεωγραφικούς χώρους μπορει να εχουν διαφορετικές προτεραιότητες. 
Μετά από ενα ταξίδι στην επαναστατημένη Νικαράγουα η Rich (1986: 216) έγραψε ότι «το πρόβλημα ήταν οτι δεν γνωρίζαμε ποιόν εννοούσαμε όταν λέγαμε εμείς». 
Η γυναικεία εμπειρία δηλαδή δεν είναι η ίδια σε όλους τους γεωγραφικούς χώρούς. 
Η απελευθέρωση των γυναικών στις δυτικές κοινωνίες, υποστηρίζει μια πρόσφατη μελέτη (Ehrenreich και Hochschild, 2002), έγινε δυνατή μόνο χάρη στην ύπαρξη ενός αόρατου συνόλου άλλων γυναικών οι οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά, καθαρίζουν τα σπίτια και μαγειρεύουν την τροφή των πρώτων. 
Οι γυναίκες αυτές φθάνουν στη Δύση από χώρες του Τρίτου Κόσμου και πρώην κομμουνιστικά κράτη. 
Στις ΗΠΑ, ο αριθμός τούς ξεπερνά το 1.000.000 (800.000 νόμιμα εργαζόμενες). 
Αυτές οι γυναίκες -από χώρες τόσο διαφορετικές όσο οι Φιλιππίνες και η Ουκρανία- εγκαταλείπουν τις οικογένειές τους στις πατρίδες τους, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στη Δύση. 
Συχνά αφήνουν πίσω τους άνεργους άνδρες που στρέφονται στο ποτό και τα τυχερά παιχνίδια, σπαταλώντας όλα τα με κόπο κερδισμένα χρήματα που οι ξενιτεμένες γυναίκες τους στέλνουν, αφήνοντας εν τέλει τα παιδιά σε χειρότερη κατάσταση απ'ό,τι θα ήταν αν οι μητέρες τους δεν είχαν μεταναστεύσει. 
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια από τις πιο στυγνές πλευρές της παγκοσμιοποίησης, καθώς στερεί τις φτωχές χώρες από τόσο βασικές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως η αγάπη και η φροντίδα. 
Αυτή η εξέλιξη είναι η ύστατη στέρηση, γράφούν οι Ehrenreich και Hochschild, επειδή εκμεταλλεύεται τον τελευταίο πλουτοπαραγωγικό πόρο που ο Τρίτος Κόσμος μπορεί να πουλήσει: τη μητρότητα.
Η ιδέα αυτή για τη «γεωπολιτική της οικιακής εργασίας» έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών αναλυτριών (England and Stiell 1997; Hondagneu-Sotelo 2001; Parreńas 2001). 
Οι φεμινιστικές προσεγγίσεις δεν είναι πάντοτε απαισιόδοξες. 
Η Matthew Sparke (1996) εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους μια καναδική φεμινιστική οργάνωση, η Επιτροπή Εθνικής Δράσης για τη Θέση των Γυναικών (ΝΑC), αμφισβήτησε τα όρια που διαιρούν την ανδροκρατούμενη δημόσια σφαίρα από τις προσωπικές ζωές των γυναικών στο σύγχρονο Καναδά. 
Η ΝΑC, τονίζοντας πως η απελευθέρωση του εμπορίου και η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προσωπικές ζωές των γυναικών, απέδειξε ότι μια φεμινιστική οργάνωση μπορεί να παρέμβει στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης, παραμερίζοντας, έστω προσωρινά, την πολιτική της «μεγάλης εικόνας» που προβάλει το συμπαγή και μη αμφισβητούμενο χαρακτήρα του «εθνικού συμφέροντος». 
Σε άλλες όμως περιπτώσεις, κυρίως στον Τρίτο Κόσμο, η επιρροή των γυναικών είναι πολύ πιο περιορισμένη.
 Η Sara C. White γράφει, με κάποια πικρία, ότι «ακόμη κι εκεί που οι γυναίκες κινητοποιούνται για ένα συγκεκριμένο θέμα, η ενότητά τους είναι πάντοτε εξαρτημένη.
 Σε συνθήκες ταξικής, κοινοτικής ή εθνοτικής σύγκρουσης, η ενότητα τα κατά μήκος των γραμμών του κοινωνικού φύλού τείνει προς την κατάρρευση» (White 1999: 131).

                                       .~`~.
                                   Επίλογος

Συμπερασματικά, η φεμινιστική γεωπολιτική επιτίθεται με πολύ πειστικά επιχειρήματα στις εθνοκρατικές κλίμακες ανάλυσης της γεωπολιτικής. 
Οι φεμινίστριες ισχυρίζονται ότι η παραδοσιακή κλίμακα ανάλυσης που τεμαχίζει τον παγκόσμιο χώρο σε αφηρημένες και απρόσωπες οντότητες (όπως τα κράτη ή οι πολιτισμοί) πρέπει να εγκαταληφθεί προς όφελος μιας εξέτασης των προσωπικών εμπειριών, των προσωπικών αφηγήσεων. Τα όρια δηλαδή μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού χώρου πρέπει να αρθούν. 
Η ανάλυση σε επίπεδο προσώπων, ισχυρίζεται η φεμινιστική προσέγγιση, όχι μόνο είναι βαθύτατα πολιτική αλλά έχει και μια πολύ σημαντική διεθνή διάσταση.
 Δίνοντας έμφαση στις αντιθέσεις κρατών, οι γεωπολιτικές ερμηνείες αποκρύπτουν τις πολύ πραγματικές και συχνά τραγικές ιστορίες των γυναικών και τις πολιτισμικά κατασκευασμένες διαφορές των κοινωνικών φύλων. 
Οι φεμινιστικές προσεγγίσεις επιδιώκουν να σηκώσουν αυτό το πέπλο σιωπής και έτσι προσφέρουν μερικές από τις πιο πρωτότυπες και δυναμικές θεωρητικές αναζητήσεις στο χώρο της κριτικής γεωπολιτικής.
                                                      Αστέρης Χουλιάρας
              Γεωγραφικοί Μύθοι της Διεθνούς Πολιτικής - Εκδόσεις Ροές

                                 .~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Διαφορές εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής, οι παραδοσιακοί και οι μοντέρνοι μελετητές και οι αναγωγικές θεωρίες ερμηνείας της διεθνούς πολιτικής - μέρος α´.
- Συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας και μαζική δημοκρατία - μέρος α´.
- Το δίκαιο της ανθρωπότητας - μέρος α´.
- After Western Hegemony – 40th World Congress of Sociology / Μετά τη Δυτική Ηγεμονία - Παγκόσμιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας.
- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Τα όρια της διεθνούς κοινωνίας.
- Διεθνής κοινωνία-civitas maxima.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -εισαγωγικά περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής», παγκοσμιοποίησης και μη αναστρεψιμότητας της, διεθνικών οργανισμών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εθνών-κρατών.
- Οι κλασικές γεωπολιτικές θεωρίες και οι παγκόσμιες στρατηγικές. Ratzel, Kjellén, Mackinder, Haushofer, Spykman, Mahan, de Seversky.
- Ο ευρωκεντρισμός και τα άβαταρ του: τα διλήμματα της κοινωνικής επιστήμης. Εισαγωγή.
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Καντιανισμός, δημοσιότητα, διπλωματία και η μεταστροφή του προσηλυτισμού σε καταδίκη.
*
- Ιχνηλατώντας τον Internationalism μέρος α´ - A Note on the Origin of the Word 'International' by Hidemi Suganami και Nationalism and internationalism by Nicholas Hans. Προλογικά και εννοιολογικό πλαίσιο από Alfred E. Zimmern, Immanuel Wallerstein και E. H. Carr.
- Fukuyama και Huntington (Barnett, Schmitt, Kojeve, Strauss, Spengler) και εισαγωγή στον αναστοχασμό των ιδεολογιών.
- Είπαν ή έγραψαν... Περί Soft power και Hard power των Η.Π.Α από τη πλευρά της Κίνας.
*
- Εισαγωγή στην αμερικανική στρατηγική, την Ευρασία και τη συσχέτιση του ΟΑΣΕ με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το πεδίο διαχωρισμού Βορρά-Νότου
- Νέος μεσαιωνισμός ή New medievalism - μέρος β´. Συνέχεια στο ζήτημα της κρίσης ή παρακμής της κυριαρχίας και του συστήματος κρατών - και της (υποτιθέμενης ή πιθανής) αντικατάστασης του από νέες μορφές πολιτικής οικουμενικής οργάνωσης.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά α.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά β -για να μην ξεχνιόμαστε...
- Γεγονότα και πολεμικές, ιδεολογίες και ερμηνείες - από τον Κονδύλη στον Wallerstein - από την μη πραγμάτωση της Ουτοπίας στη κρίση του αφηγήματος της εποχής μας και τη μεταβατική πλανητικά περίοδο.
*
- Γεωπολιτισμικά.
- Διεθνείς Σχέσεις.
- Πλανητικός μετασχηματισμός.
- Δυτικοευρωκεντρισμός.

                                    ======================================
                                     ++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
                                     ----------------------------------------------------------------
                                    ======================================
     
07/16/14--01:55: 
I) Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος, οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες και η μεταψυχροπολεμική περίοδος &
II) Όταν η επαγρύπνηση υπονομεύει την ελευθερία του λόγου.

.
                                      .~`~.

                                                                        Πρόλογος
Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στην Παλαιστίνη το 1947-1949 μοιάζει ασήμαντη μπροστά στο ολοκαύτωμα που γνώρισε ο κόσμος. 
Ωστόσο, το συντριπτικό βάρος τη σφαγής των Εβραίων της Ευρώπης υποβάλλει σε μια αδήριτη πίεση.
 Ένας λαός θέλει να ζήσει. Ένα κράτος εμφανίζεται μέσα στη βία. 
Το Ισραήλ γίνεται ο κόμβος όλων των αντιφάσεων, το σημείο όπου εστιάζεται η πληγωμένη συνείδηση της Δύσης, η οποία, άλλωστε, εκπληρώνει εκεί το χρέος της. 
Οι αραβικοί πληθυσμοί δεν έχουν κανένα λόγο να κατανοήσουν και να επωμιστούν αυτή την ευθύνη. Μια καινούργια πυριτιδαποθήκη αρχίζει να διαμορφώνεται. 
Η Δύση εξάγει τις ενοχές της.
                                                                         François Géré
Ο μηχανισμός της «κοινής γνώμης» είναι απλός: μεταβάλλει την ιστορία σε πολιτικά συνθήματα, σε όρους και φρασεολογίες, οι οποίες θα επιτρέψουν την δράση της πολιτικής υπό την ιδεολογία της αμύνης.
                                                                  Γεράσιμος Κακλαμάνης
                                        .~`~.
Ι
       Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος, οι παγκόσμιες/περιφερειακές                      ισορροπίες & η μεταψυχροπολεμική περίοδος
                                                                        Εισαγωγή
Οι κατάλληλες συνθήκες για τη δεύτερη αλλαγή που υπέστη η εβραϊκή κοινωνία -η πρώτη αλλαγή της οποίας είχε συντελεστεί στη Γαλλία- εμφανίστηκαν στον ατλαντικό άξονα. 
Η Αγγλία, όπου τα αντισημιτικά κινήματα είναι πιο αδύναμα, και οι ΗΠΑ, οι οποίες μαζί με νέες αρχές προσέφεραν στα άτομα και νέες δυνατότητες ανάδειξης, αποτέλεσαν νέους ασφαλείς χώρους έναντι των εθνικιστικών κινημάτων που διαδίδονταν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο... 
Η αντισημιτική συμπεριφορά και η προσπάθεια εκ νέου μεταφοράς του κέντρού ισχύος στην ηπειρωτική Ευρώπη [από τον Ατλαντικό], πού αποτελούν τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της επεκτατικής στρατηγικής του Χίτλερ, πού πήγαζε από τον ρατσισμό της Αρίας φυλής, αποτελούν από αυτή την άποψη αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. 
Η αντιπαράθεση μεταξύ του ναζισμού, ο οποίος συνιστά τον κοσμικοϊδεολογικό τύπο της θεώρησης της Αρίας φυλής ως ανώτερης φυλής, και του σιωνισμού, πού είναι ο θεολογικοϊδεολογικός τύπος του δόγματος περί περιούσιου λαού και πηγάζει από την εβραϊκή θεολογία, βαίνει παράλληλα προς μία τέτοιου είδους αλλαγή άξονα (α)...
Τρεις σημαντικές διεθνείς μεταβολές, που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα μετά τούς δύο Παγκοσμίούς πολέμους και τον Ψυχρό πόλεμο, προετοίμασαν το έδαφος για τη μετατροπή σταδιακά του Εβραϊκού ζητήματος στην Ευρώπη σε Ζήτημα του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. 
Το κενό κυριαρχίας που δημιουργήθηκε στη Μέση Ανατολή μετά τη διάλυση του Οθωμανικού κράτους, ως αποτέλεσμα του Α' Παγκοσμιου πολέμου, επιχειρήθηκε να καλυφθεί με εντολές συστάσεως προτεκτοράτων προς την Αγγλία, και τη Γαλλία. 
Η επέμβαση αυτή, προερχόμενη εκτός της περιοχής και αποκαλούμενη Ανατολικό ζήτημα, είναι προέκταση της προσπάθειας αλλαγής της γεωπολιτικής και γεωπολιτισμικής ταυτότητας της Μέσης Ανατολής, που διαμορφώθηκε για αιώνες γύρω από την ισλαμική ταυτότητα (;). 
Μετά την αποτυχία του Αρμενικου και Ρωμαίικου (β) εθνικού κινήματος στη Μικρά Ασία συνεπεία του πολέμου της Απελευθέρωσης των Τούρκων η τρίτη προσπάθεια, που στόχευε να προκαλέσει βλάβες στην ακεραιότητα αυτής της ταυτότητας, ήταν το Εβραϊκό μεταναστευτικό κίνημα, το οποίο αυξήθηκε μετά τον πόλεμο και υποστηρίχτηκε από την αγγλική διοίκηση του προτεκτοράτου. 
Από αυτή την άποψη η εβραϊκή μετανάστευση που ξεκίνησε να υλοποιείται με τη διακήρυξη του Balfour του 1917, η οποία συνιστά τον θεμέλιο λίθο της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, το συνέδριο του Σαν Ρέμο του 1920 και η ψήφιση της αγγλικής εντολής στην Παλαιστίνη από την Κοινωνία των Εθνών στις 24 Ιουλίου 1922 συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενα βήματα.
 Τα εν λόγω βήματα νομιμοποιήθηκαν από τη Σιωνιστική σύνοδο, η οποία προσδιορίζει τους απανταχου Εβραίους ως ένα έθνος, και από τις Αρχές του Wilson, που πρόταξε τον ατλαντικό άξονα εναντίον του ευρωπαιοκεντρικού διεθνούς συστήματος.
 Με αυτή τη μετανάστευση ο εβραϊκός πληθυσμός της Παλαιστίνης αυξήθηκε από 80.000 που ήταν το 1905, σε 110.000 το 1925 και σε 500.000 το 1939. 
Έτσι υλοποιήθηκε η αναγκαία υποδομή για την ίδρυση υπό τον έλεγχο της αγγλικής εντολής του κράτους του Ισραήλ.

Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος και οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες

Μετά τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο, με τη λήξη της αγγλικής αποικιακής εντολής στην Παλαιστίνη και την εξέλιξη του Ισραήλ σε εθνοκράτος ευθύς με τη δημιουργία του, η μετατροπή της μαζικής συνάθροισης, η οποία είναι ξένη προς την εθνογραφική δομή της περιοχής και προέκυψε ως αποτέλεσμα των μεταναστεύσεων, άσκησε μία συγκλονιστική επίδραση στη γεωπολιτισμική και γεωπολιτική ακεραιότητα της ισλαμοκεντρικής Μέσης Ανατολής.
Η εμφάνιση του κράτούς του Ισραήλ ως έθνος-κράτος είχε ως αποτέλεσμα το Εβραϊκό ζήτημα να πάρει νέες διαστάσεις.
 Πρώτα απ'όλα, με τον τρόπο αυτό η Δυση μετέτρεψε το Εβραϊκό ζήτημα, το οποίο εκλαμβανόταν για αιώνες στη γεωγραφία της Ευρώπης ως σύγκρούση Εβραίων-Χριστιανών, σε σύγκρουση Μουσουλμάνων-Εβραίων εξάγοντάς το στη Μέση Ανατολή. 
Ως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε ποτέ στον ισλαμικό γεωγραφικό χώρο ένα Εβραϊκό ζήτημα όπως εκείνο της Ευρώπης. 
Αντιθέτως, ο Ισλαμικός κόσμος προσέφερε συνεχώς ασφαλές καταφύγιο στούς Εβραίούς, οι οποίοι διέφεύγαν από την αντισημιτική καταπίεση των χριστιανών στην Ευρώπη. 
Η ιστορία του ισλάμ, εκτός από την τιμωρία κατά τη διάρκεια πολέμων ορισμένων περιπτώσεων προδοσίας, δεν έχει να επιδείξει σφαγές ή εφαρμογές τύπου γκέτο εναντίον των Εβραίων ή οποιασδήποτε άλλης θρησκευτικής/εθνικής ομάδας.
 Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του γεγονότος είναι τα δικαιώματα και οι κοινωνικές θέσεις που κατείχαν οι Εβραίοι κατά τις περιόδούς των Αμπασιδών, του Χαλιφάτου της Ανδαλουσίας και των Οθωμανών...
Η στάση των μουσουλμάνων επί του θέματος δεν άλλαξε ούτε μετά την ίδρυση του Ισραήλ. 
Δεν τέθηκε καν θέμα μαζικών επιθέσεων εναντίον των εβραϊκών μειονοτήτων στις μουσουλμανικές χώρες ως αντίποινα για τις εθνοκαθάρσεις και τις σφαγές που διέπραξε το Ισραήλ στην Παλαιστίνη και στον Λίβανο.
 Οι Ευρωπαίοι, πού κρατούν υπεύθυνες τις εν ζωή γενεές των Εβραίων για γεγονότα πού συνέβησαν πριν από αιώνες, κινούνται βάσει της αντίληψης περί προπατορικού αμαρτήματος, ενώ οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι κινούνται βάσει της πεποίθησης ότι κανένας άνθρωπος δεν δύναται να τιμωρηθεί εξαιτίας εγκλημάτων που διέπραξαν άλλοι, δεν σκέφτηκαν καν να τιμωρήσούν τους υπόλοιπους Εβραίους εξαιτίας της συμπεριφοράς των εν ζωή ομοθρήσκων τούς.
Εν κατακλείδι, το Εβραϊκό ζήτημα, πού διήρκησε αιώνες στην Ευρώπη, ήταν ένα Αντισημιτικό κίνημα που προέκυπτε από τη χριστιανική θεολογία ενώ η αντίδραση των μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής στο Ζήτημα του Ισραήλ, το οποίο μετά τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή, υπήρξε μία αντισιωνιστική στάση πολιτικής υφής. 
Οι Εβραίοι που δεν κινούνται σύμφωνα με τη σιωνιστική ρητορεία, κατά την οποία συνιστούν τον περιούσιο λαό, κατέχούν τη Γη της επαγγελίας και προνόμια, δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα στα πλαίσια των μουσουλμανικών κοινωνιών. 
Η ισλαμική θρησκεία, της οποίας οι προφήτες και οι πρώτοι ηγέτες ήταν σημίτες, ως η μοναδική θρησκεία πού περιλαμβάνει στους κόλπους τις σημιτικές και αριανές μάζες, δημιούργησε ένα πολιτικό έθιμο από το οποίο απουσιάζουν και οι δύο ρατσιστικές παρεκκλίσεις.
Με την ίδρύση του Ισραήλ η περιστρεφόμενη γύρω από τον ατλαντικό άξονα Δύση, αφενός, εξήγαγε το Εβραϊκό ζήτημα σε μία ξένη γεωγραφική περιοχή και, αφετέρού, εξαγόρασε την ποινή για τον ναζισμό, ο οποίος ήταν το πιο πρόσφατο παράδειγμα (α) του αντισημιτικού ρατσισμού πού έδρασε για αιώνες υποσυνείδητα βάσει της ψυχολογίας του εξαγνισμού αμαρτημάτων. 
Με την ψυχολογία αυτή τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και οι στόχοι που είχε θέσει το Συνέδριο των σιωνιστών συναντήθηκαν σε ένα ορισμένο πεδίο τομής. Η αντίδραση στον αντισημιτισμό που ταυτίστηκε με τον ναζισμό (α) στάθηκε εμπόδιο ακόμη και στην απλή αναφορά των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας πού διέπραξε το Ισραήλ. Επειδή στάθηκε αδύνατη η επίδειξη της διαφοράς μεταξύ του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού, ο Ισλαμικός κόσμος και ο λαός της Παλαιστίνης, μολονότι δεν τήρησαν ποτέ μία αντισημιτική στάση, εξαναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημα του αντισημιτικού αμαρτήματος της Ευρώπης.
Η περίοδος του Ψυχρού πολέμου εξελίχτηκε ως μία συνεχής σύγκρουση μεταξύ του κράτους του Ισραήλ και των περιφερειακών κρατών που δεν επιθυμούσαν να το αναγνωρίσουν, καθώς το θεωρούσαν στοιχείο ξένο στον γεωπολιτικό χαρακτήρα της περιοχής. 
Οι Εβραίοι πού μετανάστευσαν μαζικά στην περιοχή μετά τον Α'Παγκόσμιο πόλεμο και μετέτρεψαν την εν λόγω μαζική σώρευση σε κράτος κατα τη μεταψυχροπολεμική περίοδο ίσως και να στοχεύούν σε μία νέα και ριζικότερη μεταβολή. 
Οι εβραϊκές κοινότητες, οι οποίες μετά τον Α'Παγκόσμιο πόλεμο προστέθηκαν στην περιοχή μαζικά, προσπάθησαν να σφυρηλατήσούν την παρουσία τούς έναντι των γηγενών αραβικών κοινοτήτων με την υποστήριξη πού τούς παρείχε η αγγλική αποικιακή διοίκηση. 
Οι Εβραίοι, για τους οποίους υπήρχε για αιώνες απαγόρεύση απόκτησης γης στην Ευρώπη, προσπάθησαν να ριζώσούν στην περιοχή αγοράζοντας κτήματα με την πολιτική υποστήριξη της αγγλικής αποικιακής διοίκησης και την οικονομική στήριξη των Εβραίων που διαβιούσαν σε άλλα κράτη. 
Το Ισραήλ, το οποίο ιδρύθηκε στην περιοχή μετά τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο, εμφανίστηκε ως μία πολιτική δομή με προβλήματα εναρμόνισης από την άποψη των σχέσεών του με τα περιφερειακά κράτη. 
Η χώρα αυτή, η οποία θεωρείται από στρατηγική άποψη μέρος των ΗΠΑ και από αθλητική και πολιτισμική σκοπιά μέρος της Ευρώπης, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου διαχειρίστηκε τις σχέσεις της με την περιοχή συνεχώς στα πλαίσια της ψυχολογίας της σύγκρούσης και, προκειμένου να γίνει αναπόφεύκτο στοιχείο της περιοχής, ακολούθησε επεκτατική στρατηγική.
Από μία άλλη σκοπιά κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμού το Ισραήλ, από τη μία, βίωσε την ψυχολογία του γκέτο υπό την έννοια των ενδοπεριφερειακών σχέσεων στη Μέση Ανατολήκαι, από την άλλη, φυλάκισε τους Άραβες, οι οποίοι διαβιούσαν στα υπό κατοχή παλαιστινιακά εδάφη, σε ένα δεύτερο γκέτο.
 Οι σχέσεις πού μεταψυχροπολεμικά προέκύψαν σε παγκόσμιο επίπεδο αποδεικνύουν ότι το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να πραγματοποίήσει υπό στρατηγική έννοια μία από τις πιο ριζικές αλλαγές της εβραϊκής ιστορίας. 
Η σημαντικότερη αιτιολογία της εν λόγω στρατηγικής αλλαγής, οφείλεται στη συνειδητοποίηση εκ μέρους του Ισραήλ ότι σε μία περίοδο που διαδραματίζονται παγκόσμιες ανακατατάξεις έχει εγκλωβιστεί υπέρ του δέοντος στον τοπικισμό της Μέσης Ανατολής. 
Αυτή η κατάσταση, όπως προσπαθήσαμε να αποδείξουμε και στις προηγούμενες σελίδες, συνιστά ένα από τα πιο συγκλονιστικά αποτελέσματα της υφιστάμενης αντίφασης μεταξύ του τοπικισμού και της παγκοσμιοποίησης στην εβραϊκή ψυχολογία [Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας προσεγγίζει το ζήτημα της αντιπαράθεσης μεταξύ παγκοσμιότητας και τοπικισμού, αντίστασης και κυριαρχίας, γκέτο και διασποράς στην εβραϊκή ταυτότητα]. 
Η εικόνα του προκεχωρημένου φυλακίου της ατλαντικής ηγεμονίας σε περιορισμένο γκέτο στον γεωγραφικό χώρο της Μέσης Ανατολής απείχε από το να εξασφαλίσει την εβραϊκή κοινωνία, η οποία για αιώνες είχε προσαρμοστεί στην οικονομική κινητικότητα, μία κατάλληλη θέση τακτικής. Εξάλλου, αποτελούσε για το Ισραήλ ζωτική ανάγκη η διεύρυνση των πεδίων ελιγμών τακτικής του για τις παγκόσμιες μεταβολές που ενδεχομένως θα εμφανίζονταν προς κάλύψη των γεωοικονομικών και γεωπολιτικών κενών, τα οποία προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος και η νέα στρατηγική του Ισραήλ
Η μετατόπιση του κέντρου ισχύος στη διεθνή οικονομικοπολιτική από το μονοπώλιο του ατλαντικού άξονα προς το πολυπολικό σύστημα κατεύθυνε το Ισραήλ προς τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής ευρύτερης προοπτικής, ο οποίος να είναι σε θέση να διευρύνει την ικανότητα διεθνών ελιγμών της.
 Η προσπάθεια του Ισραήλ να αποκτήσει σχέσεις μεγαλύτερης ποικιλίας, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει τη σχέση στρατηγικών συμφερόντων πού έχει με τον Ατλαντικό, κατέστησε αναγκαία την εφαρμογή μιας ειρηνικής στρατηγικής, η οποία να καταρρίπτει τον περιφερειακό αποκλεισμό (γ). 
Γι'αυτό τον λόγο το Ισραήλ, το οποίο επιθύμεί να ολοκληρώσει το συντομότερο δυνατό την προσαρμογή του στην περιοχή, προσανατολίζεται σε νέα ανοίγματα είτε σε παγκόσμιο είτε σε περιφερειακό επίπεδο επιχειρώντας έτσι να βγει από την κατηγορία της χώρας που βασίζεται αποκλειστικά σε έναν κυρίαρχο άξονα. 
Προκαλεί εντύπωση ότι οι ισραηλινοί ηγέτες εγκαινίασαν την ειρηνευτική διαδικασία με την ΟΑΠ στην Ευρώπη (γ) σχεδόν ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ καθώς και ότι αύξησαν κατά την επόμενη περίοδο τις πρωτοβουλίες τους προς την Ασία και την Αφρική.
Η ίδρυση του Ισραήλ είναι αποτέλεσμα του ατλαντικού άξονα και της επ'αυτού δεσπόζουσας κοσμοπολίτικης δομής. 
Η Γερμανίακαι η Ιαπωνία, οι οποίες αποτελούν δύο σημαντικές δυνάμεις που κυριαρχούν στον νέο αυτό άξονα, θα είναι κατά σημαντικό βαθμό αποτρεπτικός παραγοντας για τη διείσδύση των Εβραίων, οι οποίοι πιστεύουν στην ανωτερότητα του εβραϊκού πολιτισμού και του εβραϊκού έθνους. Τα νεοεθνικιστικά κινήματα, που άρχισαν να σημειώνούν άνοδο κυρίως στην Ευρώπη, ώθησαν το Ισραήλ τόσο προς την ανάπτυξη του πεδίού επιρροής του προς αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου κύματος αντισημιτισμού όσο και προς τη σύναψη συμμαχίας με το τμήμα εκείνο των Μουσουλμάνων που άρχισε να παρενοχλείται από τα εν λόγω εθνικιστικά κινήματα, όπως συνέβη με την περίπτωση της Βοσνίας. 
Ο πρωταρχικός στόχος του Ισραήλ είναι να δημιουργήσει το δικό του πεδίο επιρροής... 
Το Ισραήλ, έχοντας μία αρνητική προϊστορία στην περιοχή και στην ομάδα των κρατών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου έγιναν γνωστά ως Τρίτος κόσμος και μεταψυχροπολεμικά ως χώρες του Νότου, στις οποίες συγκαταλέγονται εξαιρετικά δραστήρια κράτη, αντιλήφτηκε ότι του είναι αδύνατο να διαμορφώσει το πεδίο επιρροής του στη Μέση Ανατολή διατηρώντας το υφιστάμενο status quo...
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου το Ισραήλ συνέδεσε την ύπαρξη και το πολιτικό του μέλλον με τις σχέσεις που ανέπτυξε με τις χώρες που αποτελούσαν το διεθνές κέντρο ισχύος, ενώ γνωρίζει ότι κατά τη νέα περίοδο, όπου η παγκοσμιοποίηση σημειώνει άλματα, οι περιορισμένες αυτές σχέσεις θα του είναι ανεπαρκείς... 
Ο πιο σημαντικός λόγος αλλαγής της περιφερειακής στρατηγικής του οφείλεται στη συνειδητοποίηση ότι η ψυχροπολεμική στρατηγική υπεράσπισης μιας λεπτής λωρίδας γης με στρατιωτικά μέσα στην πραγματικότητα το κρατούσε μακριά από δύο σημαντικές φυσικές πηγές, όπως το νερό και το πετρέλαιο. 
Η αδυναμία ελέγχου των εν λόγω πηγών με στρατιωτικά μέσα οδήγησε το Ισραήλ να στραφεί προς τη στρατηγική απόκτησής τους με ειρηνικά μέσα.
                                                          Ahmet Davutoğlu
                                       Το Στρατηγικό Βάθος, Εκδ. Ποιότητα

                            ---------------------------------------------------------------
(α)
Σε άλλη σημείο γράφει ο συγγραφέας: «Η απόφαση κυρίως της Τρίτης συνόδου του Λατεράνου το 1179, η οποία αποφάσισε τον αφορισμό των χριστιανών που τόλμησαν να διαβιώσουν με τους Εβραίους, αποτέλεσε τη θρησκευτική βάση του συστήματος του γκέτο. 
Το σύστημα αυτό, που ανάγκαζε τους Εβραίους να ζουν σε περιστοιχισμένες περιοχές των πόλεων, απομονωμένες από τις υπόλοιπες συνοικίες, και τους επέτρεπε να βγαίνουν από αυτές σε ορισμένες χρονικές στιγμές και κατόπιν ειδικής άδειας, αποτέλεσε ένα κοινωνικό θεμέλιο το οποίο έθρεψε τόσο τον αντισημιτισμό όσο και τον σιωνισμό».
Ένας ενδιαφέρον υπομνηματισμός από τον Martin Wight:
Οι Εβραίοι ήταν ο πρώτος εκλεκτός λαός στην ιστορία και το πρώτο έθνος που είχε αυτό το μοναδικό, εξαιρετικό αίσθημα αποστολής, το πρώτο έθνος που ισχυρίστηκε ότι είναι κομιστής του νοήματος της ιστορίας. 
Η Ευρωπαϊκή ιστορία και πολιτισμός καταδιώκονταν από τη σκέψη των Εβραίων, αυτού του αινιγματικού λαού με τις κοσμικές, προερχόμενες από τη θεία πρόνοια, διεκδικήσεις.
 Έτσι άρχισε η μακρά ιστορία του αντισημιτισμού και του κατατρεγμού των Εβραίων.
Ωστόσο, ένας πιο λεπτός τρόπος για να συμβιβαστεί κανείς με τους Εβραίους ήταν να υιοθετήσει ο ίδιος τις διεκδικήσεις τους, να θεωρήσει ότι αυτός είναι ο εκλεκτός λαός. 
«Ο Εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια διαστρέβλωση της Παλαιάς Διαθήκης, ο αυτοδιορισμός ενός νέου εκλεκτού λαού, που ιδιοποιήθηκε την υπόσχεση χωρίς την τελική κρίση. 
Το μίσος του Hitler για τους Εβραίους είχε τις ρίζες του σε αυτό τον πνευματικό σφετερισμό».
 Ένα μικρό βήμα χωρίζει αυτή την άποψη του από την πεποίθηση ότι η Γερμανία ήταν κυρίαρχη φυλή. 
Ο Rauschning έγραψε για τον Hitler:
Το απόκρυφο δόγμα του προϋποθέτει έναν σχεδόν μεταφυσικό ανταγωνισμό με τους Εβραίους. 
Ο λαός του Ισραήλ, ο ιστορικός λαός του Πνευματικού Θεού, δεν μπορεί παρά να είναι άσπονδος εχθρός του νέου, του Γερμανικού, Εκλεκτού Λαού. 
Ο ένας θεός αποκλείει τον άλλο. Πίσω από τον αντισημιτισμό του Hitler αποκαλύπτεται ένας πραγματικός πόλεμος των Θεών.
Η Αγγλία το δέκατο έβδομο αιώνα φαινόταν να πιστεύει ότι εκείνη αποτελούσε τη χώρα του εκλεκτού λαού, όταν για λίγο έγινε κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη την εποχή του Cromwell, του Άγγλου Ναπολέοντα: 
«Ο Θεός αποφασίζει να ξεκινήσει μια νέα και μεγάλη περίοδο στην εκκλησία του, ακόμη και στην αναμόρφωση της ίδιας της μεταρρύθμισης'και όπως το συνηθίζει, αρχίζει από τους Άγγλους του...» και «Ας μην ξεχάσει η Αγγλία το καθήκον της να διδάξει τα έθνη πως να ζουν».
Η πουριτανική Αγγλία, όπως και η Λουθηρανική Γερμανία ήταν διαποτισμένη από την Παλαιά Διαθήκη. Μπορεί κανείς να διακρίνει μια παρόμοια πεποίθηση και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το «πεπρωμένο του έθνους» τους και χαρακτηρισμούς όπως «Ο Αμερικανός'αυτός ο Νέος Άνθρωπος»...

(β)
Ο συγγραφέας με τον όρο Ρωμαίικο αναφέρεται στους Έλληνες, σε Ελλάδα, Κύπρο αλλά και ευρύτερα. Περί της διάσωσης του ονόματος Ρούμ -το οποίο παραπέμπει ιστορικά στους Ορθόδοξους πληθυσμούς της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γενικά- από τους Τούρκους και τους Αραβες (και το Κοράνι) και των ιχνών μνήμης σε επίπεδο ταυτότητας και ιστορικότητας, που το ονομα αυτό φέρει, σε επόμενη ανάρτηση. 
«Η διεύρυνση της Ευρώπης στα Νότιο Ανατολικά, στην Μικρά Ασία θέτει το ζήτημα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας σε σχέση με το Βυζάντιο, την Ρωμανία» έχει γράψει ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, και αλλού αναφέρει «Το κλειδί για μια άλλη σχέση Ευρώπης-Ισλάμ βρίσκεται στη Μικρά Ασία, βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη.
 Εκεί μπορεί να λυθεί το ζήτημα της λεγόμενης σύγκρουσης των πολιτισμών». 
Ο Shimon Peres, στα γεράματα και εμφανώς ηπιότερος (παρά τις τυπικές ρητορικές), έθεσε το δίλημμα για το Παλαιστινιακό (δες αμέσως παρακάτω). Γιουγκοσλαβία ή Μπενελούξ; 
Σήμερα βλέπουμε την απάντηση στο δίλημμα του. 
Όταν γίνει κατανοητό τι συνέβη τότε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, θα γίνει κατανοητό και τι συμβαίνει τώρα στη Μέση Ανατολή.

(γ)
Σκεφτείτε τις δύο επόμενες αναφορές
Not all Israelis are oriented toward the United States, and Shimon Peres is living proof. U.S.-Israel ties are deep, to be sure, and include everything from close cooperation on the peace process to extensive academic and cultural exchanges. Many of the Israeli political, business, and cultural elite not only know American society, but think automatically about the U.S. when considering international initiatives, be they new efforts by diplomats, marketing campaigns by businessmen, or travel proposals by academics.
Many, but not all. Shimon Peres, the foreign minister of Israel, represents those Israelis who are European to the tips of their fingers. He spent the first ten years of his life in Poland. He had an important role in developing Israel's close relations with France in 1955-67 which in those years was Israel's main weapon's supplier. In domestic politics, he prefers European paternalism to American limited government and entrepreneurialism. In diplomacy, he rejects the Wilsonian notion of open agreements openly arrived at accordingly, he keeps pleading with the Syrians to open a private negotiation. It is no accident that of the many would-be channels between Israel and the Palestinians, he selected the one based in Norway, for he feels more at ease with Europeans.
And so, it is not surprising that Peres uses his new book, written with Arye Naor, to forward a vision of the Middle East that looks for all the world like the French plan for Europe after World War II: use economic cooperation as the starting point for cementing ties and reconciling peoples, with the goal being a common market that in turn leads to close political ties. The New Middle East is basically a development of this theme, one which he Peres has reiterated tirelessly during recent years, "There are only two alternatives [for the Levant]: Benelux or Yugoslavia," he holds. In the book, he observes that
Regional common markets reflect the new Zeitgeist... Ultimately, the Middle East will unite in a common market--after we achieve peace. And the very existence of this common market will foster vital interests in maintaining the peace over the long term...
Happily, Peres' vision does find an echo or two among the Arabs. Crown Prince Hasan of Jordan calls "a free-trade zone across the Middle East" the "ultimate goal" of the peace process and he hopes Palestinians, Jordanians, and Israelis will set up "an arrangement similar to that which exists between Belgium, the Netherlands, and Luxembourg." (I)
He foresees a new regional superstructure, providing security and economic prosperity “for all people and all nations of the Middle East.” To this end, there are chapters on “Sources of Investment and Funding” on agriculture (the Middle East will “change color from brown to green”); on water (canals, pipelines, and containers will provide a regional system); on transportation (railroads, free ports, an Israeli-Jordanian Red Sea-Dead Sea Canal); and on tourism (open borders will foster a huge increase of visitors).
The book concludes with Peres’s political solution to the Arab-Israeli conflict: a confederation of Jordan and Palestine for political matters and “a Jordanian-Palestinian-Israeli ‘Benelux’ arrangement for economic affairs.” The problem of the Arab refugees will be solved within the confederation’s framework. (II)
The New Middle East, by Shimon Peres with Arye Naor.
Review by I) Middle East Forum and II) Commentary Magazine.

Την ειρήνη όλοι βέβαια τήν επιθυμούν, ποιά όμως είναι ή βάση έπί τής όποίας στηρίζονται οί «ειρηνευτικές προσπάθειες» τής Ευρωπαϊκής Ένωσης;
 Άφού καμμιά θεωρία δέν υπάρχει, κανένα σχέδιο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την σχέση της με τήν μεσογειακή περιοχήκαί την άνατολικη Ευρώπη, καμμιά ιδεολογική προσέγγιση των πνευματικών μεσογειακών κόσμων ή καποια ένδειξη πώς κάτι τέτοιο είναι έπιθυμητό (η ιδεολογία του «ισλαμικού κινδύνου» είναι ικανή απόδειξη), ποιές είναι οι αρχές νομιμότητος βάσει τών όποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση άσκεί, τήν μεσολαβητική της πολιτική;
 Καί πώς μεσολαβεί γιά τά Βαλκάνια καί σιωπά γιά τό Κουρδικό, που έχει άμεση σχέση αίτίου καί αίτιατου; 
Μπορούν νά λυθούν μερικώς καί μέ σιωπηρά ημίμετρα, δηλαδή χωρίς μιαν γενικώτερη γεωπολιτική θεώρηση πού όφείλουν όλοι νά ξέρούν, τά προβλήματα του μεσογειακού χώρου, στόν οποίον καί ή δυτική Ευρώπη υπάγεται;
Άλλά οί τακτικές αυτές δέν είναι αναίτιες. 
Η δυτική Ευρώπη έχουσα σήμερα απλώς την οικονομική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδιαφέρεται για τη λύση κάποιων μεσογειακών προβλημάτων, διότι έχει αντιληφθεί ότι κάτι τέτοιο σημαίνει γι'αυτήν οικονομικό κυρίως κέρδος. 
Δέν μπορει όμως νά απαλλαγή άπό τήν σημασία τής προϊστορίας των πραγμάτων, τά όποία άμεσα όδηγουν πρός τό Μεσανατολικό. 
Γιά τό όποιο ή δυτική Ευρώπη πιστεύει πώς έχει συμφέρον, όπως διεκηρύχθη, νά μή διαθέτη καμμιά αποψη προοπτικής. 
Οί πιθανές «λύσεις» έτσι, πάντα έμπειρικά ζητούμενες, είναι καθωρισμένες νά πάλλωνται μεταξύ άναγκαιότητος καί ιδεολογικών σκοπιμοτήτων.
Τό Ισλάμ είναι «κίνδύνος», άλλά είναι τότε «Ευρωπαίος» ο βαλκάνιος μωαμεθανός;
 Καί άν δέν είναι, πώς θά δεχθή τόν μεσολαβητικόν ρόλο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης;... (ΙΙ)
...ή «Εύρώπη» τό μόνο πού έχει νά προτείνη ώς «νέο» είναι αύτό πού θά είχε νά προτείνη καί πρό δέκα αιώνων: νά ζή εις βάρος τής άνατολικής Μεσογείου χωρίς νά τό ομολογή, προσδίδοντας στό γεγονός φιλοσοφικές όνομασίες... 
Καί έπειδή ώς πρός αύτό έπί τού παρόντος ή «Εύρώπη» δέν έχει τίποτε τό νέο νά προτείνη, γι'αύτό καί κάθε «νέα τάξη» πραγμάτων είναι φυσικό νά τής είναι απόλυτα έχθρική.
 Τούτη ή τακτική όμως καθόλού δέν είναι απηλλαγμένη ριζικά άδιεξόδων καταστάσεων. Ιδού π.χ. πώς απηχούνται ειδικώτερα οί εύρωπαϊκές εκτιμήσεις στις αναλύσεις τού προαναφερθέντος ερευνητή [βλ. π.χ. Ε. Ο. Czempiel, Weltpolitιk im Umbruch. (Das Internationale System nach dem Ende des Ost-West-Κοnflikts), 1991, σελ. 47 κ.έ.]: σε όλες τις περιοχές τού κόσμου τις άπομακρυσμένες άπό τήν δυτική Εύρώπη, άναγνωρίζεται μιά αυτοδυναμία περιφερειακής άναπτύξεως καί πολιτικής σταθεροποιήσεως. 
Στήν περιοχή τού Ινδικού, στήν μέση καί νότια Αφρική, στήν νότια καί κεντρική Αμερική η περιφερειακή σταθεροποίηση είναι κάτι τό θεμιτό καί έπιθυμητό. 
Εκεί πού πρέπει όλα νά μείνουν όπως είναι, είναι άκριβώς ή περιοχή πού έχει τά μεγαλύτερα προβλήματα αύτή τήν στιγμή, δηλαδή τής άνατολικής Μεσογείου (στήν όποίαν περιλαμβάνονται τά Βαλκάνια, ή Μαύρη Θάλασσα καί ή Μέση Ανατολή). 
Η περιοχή τής Εγγύς και Μέσης Ανατολής, γράφει ό προαναφερθείς συγγραφέας, πρέπει να έξαιρεθή καί «νά μήν έπαφεθή στήν τάση της περιφερειακής άναπτύξεως». 
«Η ασφάλεια του Ισραήλ, ό πλούτος τού πετρελαίου καί ή στρατηγική σημασία τής περιοχής γιά τις βιομηχανίκές χώρες της Δύσης τήν έξαιρούν άπό τήν γενική κατεύθύνση του κόσμου... 
Η Εγγύς καί Μέση Ανατολή άρα δέν θά ύπαχθούν σέ περιφερειακή άνάπτυξη» (σελ. 68-69).
Η επιλεγμένη αοριστία εννοιών φανερώνει βέβαια τήν έμμονή σέ συγκεκριμένου είδους παραδεδομένες παραστάσεις, δηλαδή ότι ή δυτική Εύρώπη είναι ένας άπομονωμένος στήν αύτοσυνείδησή του χώρος από την Μεσόγειο, της οποίας το νόημα γι'αυτήν προκύπτει μόνο από τήν ιεράρχηση «στρατηγικών» αξιολογήσεων καί όχι άπό κάποια συνείδηση ιστορική. 
Γιατί όμως μιά «περιφερειακή άναπτυξη» αλλοιώνει τήν «στρατηγική σημασία» τής Μέσης Ανατολής γιά την δυτική Εύρώπη; 
Δέν μπορεί να υπάρξη άνάπτυξη πού νά μήν τήν άλλοιώνη; Τό ερώτημα αυτό, βέβαια, μόνο από μιά συλλογιστική συνολικής μεσογειακής συνείδησης θά μπορούσε νά προκύψη, πού βλέπομε να μην υπάρχη. 
Η δυτική Ευρώπη μόνο ως τέτοια βλέπει τόν εαυτό της σέ κάθε μελλοντική εξέλιξη τού κόσμου.
 Οχι ώς τμήμα ενός φυσικώς ώργανωμένου μεσογειακού οργανισμού.
 Χωρίς τήν ιστoρική οργάνωση ομως του μεσογειακού χώρου είναι πολύ άμφίβολο άν μπορούν νά διευθετηθούν άνάλογα προβλήματα άλλων γεωγραφικών εκτάσεων. 
Στά μεσογειακά προβλήματα υπάρχουν βεβαίως προτεραιότητες, άλλά χωρίς διευθέτηση του προβλήματος της Μέσης Ανατολής κανένα τελικώς πρόβλημα της Μεσογείου δέν μπορεί νά λυθή μακροπροθέσμως.
 Τούτο δέν είναι θέμα τών πολιτικών εργαστηρίων άλλά γεωπολιτικό καί ιστορικό δεδομένο δεκάδων αιώνων... 
Τά προβλήματα αυτά ακόμη μέχρι σήμερα δέν μοιάζει να απασχολούν κάν την συνείδηση τών δυτικοευρωπαίων μελετητών.
Σίγουρα τό κράτος τού Ισραήλ πολεμά για τήν «ασφάλειά» του, αυτό όμως δέν σημαίνει πώς εξασφαλίζει έτσι καί τήν ιστορική επιβίωση του, άκόμη κι'άν δεκαπλασιασθή.
 Διότι αύτή έξαρτάται άπό τις ιστορικές σχέσεις πού μπορεί νά άναπτύξη με τον ισλαμικό κόσμο και όχι από τα όπλα. 
Υπό άλλες συνθήκες το Ισραήλ θά μπορούσε νά παίξη ένα θετικό ρόλο, οί συνθήκες όμως αυτές βλέπομε πώς δέν προβλέπονται. 
Πρέπει έξ άλλου νά παραδεχθούμε ότι ουδέποτε άνεγνωρίσθη κατά τό παρελθόν, ότι είναι δυνατόν νά ύπάρξουν προβλήματα που θά μπορούσαν νά είχαν τις μακροπρόθεσμες άντανακλάσεις των στήν ίδια τήν Εύρώπη... (I)
Γεράσιμος Κακλαμάνης
I) Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική (και Εγγύς καί Μέση Ανατολή)και II) Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
                                     ---------------------------------------------------------------

                                  .~`~.

ΙΙ

Όταν η επαγρύπνηση υπονομεύει την ελευθερία του λόγου

Μια πρόσφατη ανάλυση που θίγει το θέμα του φιλοισραηλινού λόμπι στην Αμερική έχει προκαλέσει σημαντικές επικρίσεις και διαμάχες. 
Στην έκθεσή τους, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση London Review of Βοοks, ο Τζων Μήρσχάίμερκαι ο Στήβεν Ουώλτ, δυο πανεπιστημιακοί καθηγητές που απολαμβάνουν εξαιρετικό κύρος, υποστήριξαν ότι αυτό που εξηγεί το μέγεθος της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ δεν ειναι κάποια ιδιαίτερη σύγκλιση εθνικών συμφερόντων αλλά η επιτυχημένη δράση του λόμπι. 
Το εντυπωσιακό της υπόθεσης δεν είναι τόσο η ουσία της επιχείρηματολογίας τους όσο οι εξαγριωμένες αντιδράσεις που προκάλεσαν: 
η συζήτηση για την ειδική σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ, ανεξαρτήτως προθέσεων και σκοπών, εξακολουθεί να είναι ταμπού για τα κύρια αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Ενώ οι κυριώτερες εφημερίδες τηρούσαν σιγή, ορισμένοι άλλοι αντέδρασαν άμεσα. 
Κάποιοι επικριτές των δυο συγγραφέων τούς καταλόγισαν πραγματολογικού τύπου σφάλματα, ενώ άλλοι τούς προσάπτουν ότι πήραν τοις μετρητοίς τις καυχησιολογίες των ανθρώπων του λόμπι και παραφούσκωσαν τη δύναμη, την ενότητα και το πολιτικό του εκτόπισμα. 
Και όπως είχαν προβλέψει άλλωστε οι ίδιοι οι συγγραφείς, δέχθηκαν επίσης την εμπρηστική κατηγορία του αντισημιτισμού: 
η "Αμερικανική Ένωση Αντι-Δυσφήμισης", (Anti-Defamation League), για παράδειγμα, κατάγγειλε αυτή την «κλασική [sic] συνομωσιολογική αντισημιτική ανάλυση», όπως την χαραχτήρισε. 
Ασχέτως του τι νομίζει κανείς για την αξία του ίδιου του άρθρου, φαινεται εντελώς αδύνατο να γίνει ορθολογική δημόσια συζήτηση σήμερα στις ΗΠΑ για την σχέση της χώρας με το Ισραήλ. 
Τα αίτια -και το βαρύ κόστος- αυτού του προβλήματος νομιμοποιούν την περαιτέρω εξέτασή του.
Ενώ πολλοί παγώνουν από το φόβο μήπως χαραχτηριστούν αντισημίτες -και δεν υπάρχει πιο δηλητηριώδης κατηγορία στην αμερικανική πολιτική ζωή-, γίνεται ολοένα πιο ασαφές τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «αντισημιτισμός» σήμερα στην Αμερική. 
Στην πορεία του εικοστού αιώνα, αφ'ενός η εκκοσμίκευση της κοινωνίας και αφ'ετέρου ο πλούτος και το γόητρο των Αμερικανοεβραίων ενίσχυσαν την θέση τους στη ζωή του έθνους. 
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τώρα μόνο μια μικρή μειονότητα Αμερικανών ενστερνίζεται στα σοβαρά αντισημιτικές απόψεις. 
Ωστόσο ο φόβος του αντισημιτισμού δεν έχει χαθεί. 
Εκεί που κάποτε υποψιαζόταν κανείς -και συχνά διαπίστωνε- την παρουσία του στους χώρους δουλειάς και στον πολιτικό στίβο, σήμερα ο φόβος του αντισημιτισμού εκφράζεται ως ευαισθησία απέναντι σε κάθε επίκριση κατά του εβραϊκού κράτους. 
Οι Αμερικανοεβραίοι, συχνά αμφίθυμοι όσον αφορά στις μεθόδους που μετέρχονται οργανώσεις του λόμπι όπως η Αμερικανοισραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC), γενικά συμμερίζονται τον βασικό της στόχο, δηλαδή την διατήρηση του υψηλού επιπέδού αμερικανικής στήριξης στο Ισραήλ.
 Όπως παρατήρησε ο βετεράνος σχολιαστής Ερλ Ράαμπ, υπάρχει η αίσθηση ότι αν τυχόν η Αμερική εγχαταλείψει το Ισραήλ, θα είναι, κατά κάποιο τρόπο, σαν να εγκαταλείπει τους ίδιους τους Αμερικανοεβραίους. 
Στην πορεία, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισημιτισμό και την κριτική της πολιτικής του Ισραήλ θόλωσε. 
Η υπεράσπιση της χώρας που ο Μπέρναρντ Ρόζενμπλατ, ο περίφημος Σιωνιστής του Μεσοπολέμου, είχε προβλέψει ότι θα γινόταν «η Μικρή Αμερική της Ανατολής», είναι πλέον για πολλούς συνώνυμη με την υπεράσπιση των Εβραίων συνολικά.
Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είχαμε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004 στις ΗΠΑ. Τότε ψηφίστηκε από το Κονγκρέσο ο "Νόμος περί Επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντισημιτισμού" [Global Anti-Semitism Awareness Act], παρ'όλες τις ισχυρές ενστάσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. 
Το υπουργείο εξωτερικών δεν έβλεπε για ποιο λόγο θα έπρεπε η επίσημη πολιτική των ΗΠΑ να ασχολείται ιδιαίτερα με μία οποιαδήποτε μορφή μεροληπτικής διάκρισης'άλλο τόσο ενοχλήθηκε από την γλώσσα του εν λόγω νόμού, σύμφωνα με τον οποίο το «ισχυρό αντι-ισραηλινό αίσθημα» ή ακόμη και «η μουσουλμανική αντίθεση στις εξελίξεις εντός του Ισραήλ και στις κατεχόμενες περιοχές» θα πρέπει να θεωρούνται ενδείξεις αντισημιτισμού.
Σ'ένα πρώτο επίπεδο, το Κονγκρέσο συντονίστηκε εδώ με τη διπλωματική στρατηγική της κυβέρνησης Σαρόν, η οποία προέβαλε εμφατικά τον αντισημιτισμό προσπαθώντας έτσι να εκτρέψει την κριτική που δεχόταν η πολιτική της στα Κατεχόμενα. 
Πίσω όμως από τις προσπάθειες του λόμπι κρύβονται κάποιες βαθύτερες σημασιολογικές μεταβολές του κυρίαρχου αμερικανικού δημόσιου λόγου.
 Το να ειναι κανείς σιωνιστής δεν του προκαλεί πολιτικά προβλήματα - αλλά όποιος δηλώνει αντισιωνιστής γίνεται αυτόματα ευάλωτος στη μομφή του αντισημιτισμού. Έτυχε μάλιστα ν'ακούσω κάποτε ένα φοιτητή να καταλογίζει αντισημιτισμό σε καθηγητή ο οποίος μίλησε για «Παλαιστίνη» -αντί του Ισραήλ-, στη διάρκεια μαθήματος για την Ρωμαϊκή εξουσία στην ανατολική Μεσόγειο, σαν να ήταν προβληματική κάθε αναφορά στην Παλαιστίνη, ιδίως αν δεν συνοδευόταν από αναφορά στο Ισραήλ.
Φυσικά, οι περισσότεροι λογικοί άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι η αντίθεση στην ισραηλινή πολιτική είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τον αντισημιτισμό.
 Όσοι πάλι πιστεύουν το αντίθετο, δυσκολεύονται να εντοπίσουν τα όρια ανάμεσα στα δύο. 
Ο "Νόμος περί Επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντισημιτισμού"κάνει λόγο για μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισημιτισμό και την «αντικειμενική κριτική» στο Ισραήλ, δεν εξηγεί όμως πού βρίσκεται αυτή η γραμμή. 
Ο Λώρενς Σάμερς, πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, στηλίτευσε τις «βαθιά αντιισραηλινές απόψεις» σαν «αντισημιτικές στα αποτελέσματά τους, αν όχι ως προς τις προθέσεις τους». 
Άλλοι μιλούν για «δυσανάλογη» κριτική και κατασπίλωση του Ισραήλ. 
Δεν είναι όμως φανερό το νόημα κανενός από αυτούς τους όρους. 
Και επειδή το τίμημα είναι υψηλό για όποιον ξεπερνά τα εσκαμμένα, το αποτέλεσμα είναι να τίθεται υπό επιτήρηση και να εμποδίζεται ο διάλογος. 
Κατάλαβα πόσο καταστροφικό για τη διδασκαλία και παιδαγωγικά επιβλαβές συνολικά μπορεί να γίνει αυτό, όταν μετείχα σε μια πανεπιστημιακη επιτροπή που εξέταζε τέτοιου τύπου ζητήματα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουν μπει φραγμοί στην επιστημονική συζήτηση. 
Για να χρησιμοποιήσω ένα ακραίο αλλά σχετικό παράδειγμα: οι συγκρίσεις μεταξύ Ισραήλ και Τρίτου Ράιχ καταγγέλλονται συλλήβδην από τις οργανώσεις που συνήθως αποφαίνονται επί αυτών των θεμάτων. 
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τις αιτίες. 
Αυτή η αποκρουστική για πολλούς Εβραίούς επιζώντες των χιτλερικών στρατοπέδων σύγκριση με το κατ εξοχήν εγκληματικό κράτος του σύγχρονου κόσμού συχνά χρησιμοποιείται για να τεθεί υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα ύπαρξης του ισραηλινού κράτους. 
Και όμως, τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Εβραίοι εθνικιστές -όπως και πολλοί άλλοι, τον εικοστό αιώνα- επιδίωξαν να εθνικοποιήσουν εδάφη χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό αποικιακής κατάκτησης κι εποικισμού. 
Και οι δύο αυτές ομάδες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την αποικιακή τους πολιτική αντιδρώντας στην ίδια ακριβώς ιστορική εμπειρία: 
τις προηγούμενες εκστρατείες των Γερμανών, που προσπαθούσαν να διώξουν τους Πολωνούς από τη γη τούς, τη δεκαετία του 1890.
 Βεβαίως διέφεραν ουσιαστικά στο πώς αντιμετώπιζαν αυτό το ιστορικό προηγούμενο, όπως και στον τρόπο που μεταχειρίστηκαν τους ντόπιους. 
Αλλά ακριβώς επειδή αυτές οι διαφορές μπορούν ν'αναδειχτούν μόνο μέσω της σύγκρισης, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να επιτρέπουμε στην πολιτική ορθότητα να εμποδίζει την επιστημονική έρευνα.
Η επαγρύπνηση μπορεί να φτάσει στα άκρα.
 Η "Αμερικανική Ενωση Αντι-Δυσφήμισης", αφού κατάγγειλε αρκετούς Αμερικανούς πανεπιστημιακούς ότι δήθεν αρθρώνουν αντισημιτικό λόγο, πέρισυ κατηγόρησε και το προσωπικό του Εβράϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ. 
Είναι αλλόκοτη αυτή η καφκική εικόνα, ενός αμερικανοεβραϊκού μαντρόσκυλου που παρακολουθεί το ίδιο το Ισραήλ για αντισημιτισμό, κι όμως, από τη στιγμή που υπάρχουν ο μηχανισμός και η νοητική προδιάθεση, εδώ οδηγεί η λογική της επαγρύπνησης: 
ο αντισημιτισμός μπορεί να βρεθεί παντού. 
Στην πραγματικότητα, το πνευματικό κλίμα στο Ισραήλ είναι πιο εύρωστο από ό,τι στις ΗΠΑ, κι έτσι οι αρχές του Εβραϊκού Πανεπιστημίου απλώς αγνόησαν την καταγγελία.
Ωστόσο κανέναν δεν βοηθά το να επισείεται το φόβητρο του αντισημιτισμού ενάντια στους πάντες αδιακρίτως: 
μ'αυτό τον τρόπο μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι η σοβαρή κριτική και τα παρανοϊκά κηρύγματα, προσβάλλονται εκείνοι που πραγματικά υπέφεραν κάποτε από τον αντισημιτισμό, και καταπνίγεται ένας διάλογος απολύτως αναγκαίος στις ΗΠΑ.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει η σύμπραξη ΗΠΑ-Ισραήλ να υποστεί τη βάσανο μιας ανάλυσης με όρους κέρδους και ζημίας, ακριβώς όπως και κάθε άλλη πολιτική. 
Στο κάτω-κάτω, καμία ειδική σχέση δεν διαρκεί για πάντα: όσο γι'αυτό, ρωτήστε τους Βρετανούς.
                                                         Mark Mazower
Πρόλογος στο βιβλίο των John Mearsheimer και Stephen Walt
Το ισραηλινό λόμπι και η πολιτική των Η.Π.Α. - Εκδ Θυραθέν

                                                               .~`~.
                                                              Επίλογος
Η με κάθε πιθανό τρόπο υποστήριξη προς το Ισραήλ υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από το 1967, αν όχι νωρίτερα. 
Λίγοι έχουν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. 
Αλλά οι «λίγοι» αρχίζουν να γίνονται περισσότεροι, με ανοιχτή υποστήριξη από προσωπικότητες των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η πολιτική του Ισραήλ είναι επικίνδυνη για τα στρατιωτικά συμφέροντα των Η.Π.Α. 
Θα συνεχιστεί, λοιπόν, αυτή η άκριτη υποστήριξη προς το κράτος του Ισραήλ τις επόμενες μια-δυο δεκαετίες; 
Αμφιβάλλω. 
Το Ισραήλ ίσως να είναι η τελευταία από τις συναισθηματικές δεσμεύσεις που θα ξεθωριάσουν. 
Το ότι θα ξεθωριάσει, όμως, είναι σχεδόν σίγουρο.
                                                                   Immanuel Wallerstein
Tο Ισραήλ γνωρίζει ότι το κέντρο οικονομικοπολιτικής ισχύος μετατοπίζεται προς την Ασία τόσο από την άποψη οικονομικών πόρων όσο και από την άποψη οικονομικού δυναμισμού. 
Πράγματι, στον 21ο αιώνα ο πόλεμος για την ηγεμονία από την άποψη των οικονομικών πόρων και της δυναμικής θα διεξαχθεί στην Ασία παρά τη σώρευση κεφαλαίου και εμπειρίας στην Ευρώπη και στον Ατλαντικό. 
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου το Ισραήλ είχε προβληματικές σχέσεις με τις χώρες της Ασίας με εξαίρεση τις χώρες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέχεια της Αγγλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, όπως τη Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ. 
Το Ισραήλ έχει κατανοήσει ότι η αναδιαμόρφωση των σχέσεων και η διείσδυση στην Ασία θα καταστούν δυνατές μόνο με την απόκτηση της νομιμότητας στην περιοχή και την πραγματοποίηση της ειρηνευτικής διαδικασίας.
 Γι'αυτό τον λόγο με τη νέα εικόνα που προκαλεί τελευταία το Ισραήλ εγκαινίασε μία μεγάλη διπλωματική επίθεση προς τις μεγαλύτερες χώρες της Ασίας από την άποψη της ικανότητας επιρροής, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία. 
Όταν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι το Ισραήλ ανήκει στις χώρες που έχουν συνάψει ευρύτερες οικονομικές σχέσεις με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, με την επιχειρούμενη από το ίδιο διπλωματική επίθεση θα μπορέσει να κατανοήσει καλύτερα τον ρόλο της Ασίας στη μεταβαλλόμενη στρατηγική του Ισραήλ.
                                                                 Ahmet Davutoğlu

Δεν είμαστε ακριβώς ανίκανα μικρά παιδιά ξέρετε. 
Θα πρέπει να πετάξουν μέσα από τον δικό μας εναέριο χώρο στο Ιράκ [τότε που ήταν «δικός τους»]. Και εμείς θα καθίσουμε να τους βλέπουμε;... 
Πρέπει να είμαστε σοβαροί και να τους αρνηθούμε αυτό το δικαίωμα. 
Και αυτό σημαίνει μια άρνηση που δεν είναι απλά στα λόγια. 
Εάν πετάξουν από πάνω, τότε πας και τους αντιμετωπίζεις. 
Έχουν την επιλογή να επιστρέψουν πίσω ή όχι. Κανένας δεν εύχεται κάτι τέτοιο...
Μια συμβουλή που θα ήθελα να δώσω στην ισραηλινή κυβέρνηση είναι να μην εμπλακεί σε αυτήν την εκστρατεία για μια αμερικανική επίθεση στο Ιράν, γιατί δε νομίζω πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιτεθούν στο Ιράν, και εάν το έπρατταν, και οι συνέπειες ήταν καταστρεπτικές, δεν θα ήταν ιδιαίτερα καλό για τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις, και θα υπάρξει μεγάλη δυσαρέσκεια προς το Ισραήλ. 
Ήδη έχει υπάρξει κάποια μετά από τον πόλεμο στο Ιράκ.
                                                                  Zbigniew Brzezinski

                                      .~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Νέο Ανατολικό Ζήτημα.
- «Δύση και Ισλάμ».
- Ευρώπη.
- Το δίκαιο της ανθρωπότητας - μέρος α´.
- Η έννοια της Προόδου - μέρος α´. Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Από την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Κόσοβο και τη Βοσνία, στην Ανατολική Ευρώπη (και τη Μέση Ανατολή). Η εφαρμογή μιας στρατηγικής και η συνέχεια των «ιδεαλιστικών» και «ρεαλιστικών» στοιχείων της. Το σημείο τομής των γεωπολιτικών κενών και των πεδίων γεωπολιτισμικών αντιπαραθέσεων ή η «σύγκρουση των πολιτισμών», η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της «Δύσης», οι ανταγωνισμοί και τα στοιχεία συνέχειας της ευρασιατικής στρατηγικής των ΗΠΑ.
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Ιχνηλατώντας το Νέο Ανατολικό Ζήτημα και τις εξελίξεις στα καθ'ημάς, στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή - οδεύοντας προς τη Συρία και το Ιράν.
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Δυτική Ευρώπη, αποικίες και Ανατολική Μεσόγειος. Το χθες στο σήμερα.
- Από την Αδριατική έως τη Βαλτική και από την Ανατολική Ευρώπη έως τον Εύξεινο Πόντο. Από τη μεταψυχροπολεμική περίοδο και τα πεδία γεωπολιτικού κενού - στην αυτοκρατορική περίοδο του α'παγκοσμίου πολέμου και τα καταπιεστικά εθνομειονοτικά. Ιστορικές ενθυμήσεις και γεωπολιτικές προσεγγίσεις.
- «Δύση και Ισλάμ» - μέρος α´. Εισαγωγή στην αλληλοσυσχέτιση οντολογίας, επιστημολογίας, αξιολογίας και πολιτικής και στον τρόπο δικαιολόγησης και νομιμοποίησης στην ισλαμική και δυτική πραξεολογία.
- «Δύση και Ισλάμ» μέρος β´. Εισαγωγικά συγκριτικά σχόλια στις οντολογικές και επιστημολογικές αντιλήψεις και στον κοινωνικο-οικονομικό και πολιτιστικο-θρησκευτικό πλουραλισμό.
- Η κρίση του αραβικού εθνικισμού και το ζήτημα της πολιτικής νομιμότητας σε συσχέτιση με την κρίση του εθνοκράτους υπό τις γραφειοκρατικού και μοναρχικού τύπου αυταρχικές δικτατορίες.
- Πολιτισμικές δομές και πλανητικός μετασχηματισμός I -εισαγωγικά αυτογνωσιακά (;) για την καθ'ημάς Δύση.
- Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος α´.
- Το πολιτισμικό υπόδειγμα και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης - μέρος β´.
- Σύγκρουση των πολιτισμών ή συγκρούσεις ερήμην του πολιτισμού;
- Μεταπολεμική νέα εποχή και διαχείριση των γηγενών πολιτισμών.
- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Το Ισλάμ και τα ισλάμ - μέρος α´ . Γενικά στοιχεία για τη προσέγγιση της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής του ισλαμιστικού κινήματος.
- Ο πόλεμος στη Συρία ή ο πόλεμος για τη Συρία.
- Κύπρος και Θράκη (Ελλάδα και Τουρκία). Κριμαϊκός Πόλεμος και Ανατολικό Ζήτημα. Η περιφερειακή γεωιστορική και γεωπολιτική διάσταση.
- Περί εθνικισμού, δημοκρατικής ιδεολογίας -«τέλους της ιστορίας»- του Fukuyama, και χειρισμού της Μέσης Ανατολής από τους ουιλσονιανούς ιδεαλιστές και τους νεοσυντηρητικούς. Η προσέγγιση του εριστικού κ. John Mearsheimer και σύγκριση του έργου του με αυτό του Kenneth Waltz.
- Ενθυμήσεις: «Ο εγκαταλειμμένος ναός... η πτώση της δημοκρατίας».
- Περί φασισμού - μέρος α´. Η γέννηση των όρων φασισμός και εθνικοσοσιαλισμός, γενικά στοιχεία, στοιχειώδεις προϋποθέσεις, προάγγελοι και -επιγραμματικά- οι σημαντικότερες αντικρουόμενες ερμηνείες.
- Explaining the Rapid Rise of the Xenophobic Right in Contemporary Europe.
- Για τον γυάλινο πύργο'μικρά «ευρωπαϊκά» γ´. The Decline of Europe - Interview with Historian Walter Laqueur.
         
07/16/14--14:42: Ι) Beginning Of The End? ΙΙ) Indian Foreign Policy: The Cold War Lingers. ΙΙΙ) Modi’s BRICS moment. Ένα Ενδιαφέρον Σχόλιο ως γέφυρα - What Germany has and India lacks. ΙV) The Costs of American Interventionism. V) Barack Obama's Legacy Problem: A Nation in Retreat? Επιλογικές Αναφορές.

.
.~`~.
Ι
Beginning Of The End?

The unipolar moment in international relations is over. The new world order will be neither bipolar, the United States and China, nor multipolar, but a multiplex.
*
A multiplex world is like a multiplex cinema. American political scientist Joseph Nye describes the current international system as a three-dimensional chessboard. The top layer is military power which is still unipolar. The middle is a multipolar economic layer with the likes of the European Union, China and the other BRICS— Brazil, Russia, India and South Africa. The bottom layer consists of transnational non-state actors operating largely outside of government control.
In the real world, the military and economic elements of power are not separable. And chess is a game of conflict. As Nye himself would readily admit, today’s world has plenty of cooperation.
The multiplex cinema is more apt— several movies running in different theatres within a single complex. Hollywood style includes thrillers and Westerns with violence, crime, ruggedness and heroism as prominent themes. Bollywood fare offers passion, tragedy, song and dance. Kung fu films produced in Hong Kong and Taiwan play next to patriotic and propaganda films from communist China. No single director or producer would monopolize the audience’s attention or loyalty for long. The audience has a choice of shows.
A multiplex world comprises multiple key actors whose relationship is defined by complex forms of interdependence. Empires created by great powers in the past existed contemporaneously around the world: the Romans (27 BC to 393 AD), the Han (206 BC to 220 AD) and Maurya (322 to 185 BC); the Byzantine (330 AD to 1453 AD), the Gupta (320 to 550 AD) and the Tang (618 to 907 AD). They did interact, but not as closely or continuously as do today’s great and rising powers— whether the BRICS or members of the G20.
But a multiplex world is not a multipolar world, especially of the pre–World War II European kind. For one thing, today’s key players in international politics are not just great or rising powers. They include international institutions, non-state actors, regional powers and organizations, and multinational corporations. European interdependence before World War II, based narrowly on trade, was undermined by dynastic squabbles, balance of power politics and a bloodthirsty rivalry for overseas colonies. The major nations of the world today are bound by much broader and complex forms of interdependence comprising trade, finance and production networks as well as shared vulnerability to transnational challenges such as terrorism and climate change.
A multiplex world is not defined by the hegemony of any single nation. In fact, the advent of a multiplex world comes from the waning of the “American-led liberal hegemonic order,” as suggested by John Ikenberry in his 2010 The Liberal Leviathan. This does not necessarily mean the United States is in decline— the jury is still out on that issue. But the United States is no longer in a position to create the rules and dominate the institutions of global governance in the manner it had done for much of the post–World War II period. And while elements of the old liberal order survive, they would have to accommodate new actors and approaches that do not play to America’s commands and preferences.
While America may remain as a “first among equals,” “the era of American ascendancy in international politics that began in 1945— is fast winding down,” concludes a 2012 report by the US National Intelligence Council. The era is already past its use-by date.
This does not mean US leadership is unimportant. As the Indonesian President Susilo Bambang Yudhoyono has put it, “None of these global challenges [e.g. climate change] can be addressed by the world community without having America on-board. And conversely, none of these issues can be resolved by the United States alone.”
Defenders of the passing order argue that the emerging powers can be co-opted because they have benefitted so much from that order. But this is naïve, as has become clear during recent months, especially in Russian actions in Ukraine and in the abstention of the rest of the BRICS in the UN General Assembly vote calling for the non-recognition of the Russian annexation of Crimea. The rising powers want space for their own principles and approaches to sovereignty, security and development. This could lead to a significant redefinition of the existing order, moving it beyond the point where it could no longer sustain unquestioned US primacy.
A multiplex world will not be free from disorder. But it is not what Ian Bremmer calls a “G-Zero World,” simply because of the loss of a predominant US leadership role. Stability of a multiplex world would be attained through shared leadership among the rising and established powers as well as regional and civil society groups. This G-Plus World requires a genuinely reformed system of global governance and greater recognition by the West of the voices and aspirations of the Rest. America and its western allies must give up exclusive privileges like French leadership of the International Monetary Fund and an American leading the World Bank in return for their trust and cooperation in order to make the system work.
At the same time, the rising powers cannot rule the world on their own. Notwithstanding the “hype of the Rest,” the rising powers are not a united bunch. While seeking greater equality and justice, they also act as norm breakers, as Russia’s action in Ukraine and China’s sweeping claims in the South China Sea show. Moreover, some of them, especially China, suffer from poor relations with their immediate neighbours. This lack of regional legitimacy constrains their role in global leadership. Moreover, the rising powers cannot expect recognition without contribution. They need to make a greater contribution in key areas such as development assistance and conflict resolution, and show greater restraint and empathy toward regional neighbours.
A multiplex world would have multiple layers of authority and leadership. Especially important are the role of regions, regional powers and regional institutions. This does not mean a return to 19th-century type of European regional blocs, as the defenders of US hegemony fear. Much of regionalism today is “open” regionalism, as in Asia, and inter-regionalism as with the EU’s global reach. It is less territorially based and encompasses an ever widening range of actors and issues. As Hillary Clinton put it while US secretary of state, “Few, if any, of today’s challenges can be understood or solved without working through a regional context.” To make a multiplex world more stable, regional organizations should be given more resources and authority while remaining within the framework of UN-led universalism.
The American liberal hegemony story as presented is like being in the old neighbourhood cinema hall and watching one movie at a time. After the British run, the movie America has been showing for a while. The multiplex world with its shows and interdependent setting has no precedent in history. Instead of wishing for a rerun of America, western analysts and policymakers should ponder its implications of our multiplex future and get ready “to boldly go where no one has gone before.”

Amitav Acharya
Amitav Acharya is professor of international relations at American University in Washington, DC. This article is derived from his new book “The End of American World Order” (Polity 2014).
Πηγή
Outlook India

.~`~.
ΙΙ
Indian Foreign Policy: The Cold War Lingers

India’s support for Russia during the Crimea crisis should be a wake-up call for Washington.
*
In the wake of Vladimir Putin’s incursion into Crimea, almost every member of the international community voiced concern over Russia’s actions. While the U.S. and European Union were the most forceful in their criticism, non-Western states such as China and even Iran also made clear their support for the principles of non-intervention, state sovereignty and territorial integrity – oblique criticisms of Moscow’s disregard for cornerstone Westphalian norms. For the most part, support for Russia has been confined to the predictable incendiaries: Cuba, Venezuela and Syria, for example. Yet there is one unusual suspect among those lining up behind Putin that requires further investigation: India.
On its face, New Delhi’s enunciation of respect for Russia’s “legitimate interests” in Crimea is a surprising blow to the prevailing U.S. policy of reaching out to India. As the largest democracy in the world, a burgeoning capitalist economy and an increasingly important military power, India has been viewed as a counterweight to China’s rise and an anchor of the U.S.-led international order. India’s support for Russia’s revisionism in Crimea, then, is something that should trouble U.S. policymakers. In the long run, India’s response to the Crimean crisis might even be remembered as one of the more important implications of the whole episode. For how India aligns in the coming multipolar world will have enormous ramifications.
India’s support for Putin is a reminder that the West should not take India’s friendship for granted. To be sure, India made a necessary shift in tone towards the West following the collapse of the Soviet Union. India has liberalized its economy and become a strategic partner in several key areas. But the past two decades of broad cooperation should not be taken as an inexorable trend towards a complete harmonization of interests between India and the West. Amid all the talk of a renewed Cold War in Europe it has been forgotten that, for India, Cold War international relations never truly ended. In particular, the Indo-Russian relationship remains an important mainstay of Indian grand strategy – a hangover from that bygone era.
The years following the collapse of the Soviet empire saw the U.S. mainly concerned with a failed attempt to curb India’s nuclear program. After 9/11, America’s attention was focused on partnership with India while still maintaining the confidence and cooperation of Pakistan. Both periods of engagement, however, left the Indo-U.S. relationship well short of the kind of deep cooperation that marked Indo-Soviet relations during the Cold War. The result has been that Moscow still enjoys a thoroughly positive relationship with New Delhi.
India and Russia maintain deep cooperation on political, military and economic dimensions. Russian trade with India rivals the latter’s trade with the United States, and Indian companies have made huge investments in Russian energy firms and energy projects in the Bay of Bengal. In addition, the two nations are developing a southern route from Russia to the Arabian Sea that will increase Russian trade in the whole of the Indian Ocean region.
Russia still provides India’s military with more than 70 percent of its weapons systems and armaments and the two are currently cooperating in the development of cruise missile systems, strike fighters and transport aircraft. Russia is one of only two countries in the world that have annual ministerial-level defense reviews with India. The two cooperate on the advancement of a space program and they have bilateral nuclear agreement worth potentially tens of billions of dollars. Such deep and expansive ties with Russia complicate India’s multifarious importance from the perspective of Washington (as a cog in the U.S. “pivot” to Asia, an indispensable ally in the War on Terror and a bustling hub of the global economy).
After the Bush administration left office, India was heralded as one of the foreign policy success stories of his presidency. Economic relations had been deepened, diplomatic ties strengthened, a nuclear agreement signed. All indications were that India would be a stalwart American ally at a strategic nexus between the Middle East and the new focus on Asia. Historically poor relations with China would keep India safely out of the Chinese orbit. India could be relied upon to help encircle China, a vital link in a twenty-first century cordon sanitaire around the muscular Middle Kingdom.
But India never lost sight of its historic Cold War ally and the Indian people have never fully lost their suspicion of Western powers and creeping colonialism. American policymakers may have been overly naïve in thinking that economic growth, increased trade and a nuclear deal could move India safely into the American camp. Perhaps it is true that India will never cement itself on China’s side, but the fact is that nothing has been done to erase the deep Indo-Russian ties that formed during decades of Cold War.
Putin’s stratagem in Crimea has reminded the world that China is not the only rising or resurgent Great Power deserving of attention. As such, officials need to reconsider India’s place in American grand strategy. There is no doubt that India (itself a rising state with the potential to become a geopolitical pole in its own right) will remain a prominent player in the decades ahead. India occupies a crucial geostrategic location between a rising China, the energy producing regions of the Middle East and a newly vigorous African economy. An expanding Indian navy featuring 150 ships and multiple aircraft carriers will possess the capability to exercise veto power over key shipping choke points in the Persian Gulf, Strait of Malacca, and Suez region. Economic forecasts suggest India will surpass the GDP of the United States somewhere in the middle of the century.
It should greatly concern the American foreign policy establishment that, at a moment when international norms are under assault by Moscow, India has chosen to (at least partially) throw its lot in with Russia. How strong can a norm of territorial integrity be without the world’s largest nation and the world’s largest democracy? How stable can the American-led global order be with such a prominent repudiation of American foreign policy preferences? The answer to both of these questions is, unfortunately, “not very.”
What should be done? The past decade has seen a consistent focus by Washington to integrate and contain a rising China, but not enough has been done to integrate and build ties with a rising India. Simply because India is a democracy does not mean that it will automatically align itself to American preferences, and the United States must make a concerted effort to win India’s favor and goodwill in a lasting way. Until now, closeness with India has been compromised by competing demands to remain faithful to Pakistan, America’s own Cold War-era ally. Indeed, Russia’s historic support for Indian claims over Kashmir (sometimes explicit, sometimes implicit) has been no small part of Moscow’s appeal to New Delhi. Sooner or later, a new balance must be struck between U.S. commitments to these two nations. While Pakistan is integral to regional security, India’s cooperation will be essential to sustain the American vision of global governance.
The Obama administration can lay the groundwork for a more intimate relationship with India by doing three things. First, and easiest, the United States must clear up the detention and mistreatment of Devyani Khobragade. Far greater crimes have been excused for much less than would be gained in terms of Indian public opinion if the U.S. were to show flexibility towards Khobragade. Whether charges truly are warranted or not, Washington must at least apologize for her treatment in order to mitigate the blow that has been dealt to Indian impressions of the United States.
Second, the U.S. needs to commit itself to the establishment of a free trade agreement with India. India presents an enormous opportunity for American investment, with its stable system of property rights, consolidated democracy, and English-speaking population. An agreement will benefit both the Indian and American peoples, and intertwine the two nations to the high degree that their statures in the global economy mandate.
Third, the United States should seriously reconsider its support for a permanent Indian seat on the United Nations Security Council. If time is running out on the post-WWII international order, it makes sense for the U.S. to exploit its waning preponderant influence and play a major role in fashioning the future of the multipolar order. By seizing the agenda and winning the friendship and trust of rising countries (especially India and Brazil) that generally abide by an American-friendly set of global rules, the United States can promote the existence of a favorable global environment of peace and prosperity for generations to come.
Washington has been warned: India’s expression of sympathy for Russian interests in Crimea should serve as an alarm bell for American officials that a crucial player in world affairs has gone neglected. India’s enlistment as a card-carrying supporter of the existing international order simply cannot be counted upon going forward. If the U.S. wants India to serve as a bulwark of the international status quo, some form of policy change will be required. By shifting India to the front and center of American foreign policy, the United States can help to assure for itself – and the wider world – a future based on prevailing global norms rather than the designs of revisionist, illiberal and undemocratic states like Russia.

Andrew J. Stravers and Peter Harris
Andrew J. Stravers is a PhD student at the University of Texas at Austin, where he studies the global role of the American military. Peter Harris is a doctoral candidate in Government at the University of Texas at Austin, where he is also a graduate fellow of the Clements Center for History, Strategy and Statecraft.
Πηγή
The Diplomat

.~`~.
ΙΙΙ
Modi’s BRICS moment

The Bharatiya Janata Party’s election manifesto made it a point to mention BRICS as a foreign policy priority. Thus, there is really no scope to debunk the upcoming summit of the grouping in Brazil tomorrow as an “inherited baggage” for Prime Minister Narendra Modi, as some detractors in India have prematurely judged in their haste to caricature the event.
*
Modi’s statement, while leaving for Brazil, underscores that India attaches “high importance” to the BRICS. The striking thing about the statement is that Modi has not shied away from acknowledging that the BRICS summit in Brazil is expected to be a highly political event, since it is taking place “at a time of political turmoil, conflict and humanitarian crisis in several parts of the world.”
Modi visualizes the BRICS summit as an opportunity to discuss with his counterparts “how we can contribute to international efforts to address regional crises, address security threats and restore a climate of peace and stability in the world”. Suffice to say, he has buried ten feet below the ground the hysterical plea by the anti-BRICS lobbyists in India that the grouping should exclusively restrict itself to economics and keep world politics at arm’s length.
Frankly, the American lobbyists in our midst increasingly look like yesterday’s men. They fail to realize that the BRICS has already taken off with the two historic decisions that are being formalized this week — the creation of the BRICS Development Bank and the Contingent Reserve Fund. All indications are that Russian President Vladimir Putin will unveil a third major initiative in the nature of creating an energy association and an energy policy institution under the BRICS roof.
The American lobbyists in Delhi who have debunked BRICS all along and wished that the grouping could be somehow strangled in its cradle are absolutely justified in their fear that the cumulative impact of the latest developments will be that BRICS is taking on the phenomenon of ‘overdollaring’, which ultimately means incrementally opting out of dollar-dominated transactions or not accepting US accounts — that is to say, challenging the dominance of the US dollar globally.
Indeed, China is already a prime mover on this and the expectation is that by next year roughly 30 percent of China’s cross-border trade will be settled in the renminbi. China’s latest move to create a so-called Asian Infrastructure Investment Bank — to which, again, India has been invited to join — is also to be seen as creating an open and inclusive platform. China does not like to do a lot of talking and prefers to move forward steadily towards its objectives, Make no mistake, there is close coordination between Russia and China in getting the BRICS to start up its own version of the existing global financial institutions that are dominated by the West.
Of course, “rising China has its own agenda”. But then, who doesn’t have an agenda — India? Raising the China bogey to make the Indian leadership nervous about BRICS is also not going to work, as vividly brought out by the decision taken with Delhi’s consent to headquarter the new Development Bank in Shanghai.
Yes, China is putting more money into the bank than the rest of the BRICS added together and Beijing will have a weighty say in the way in which the bank conducts its business. But then, so what? As long as India can draw funds for its infrastructural projects, our purpose is served.
The choice is not between a bank where China might be influential and “those built by the West.” The choice is about the way the money is disbursed by the banks without conditionalities that impinge on our sovereignty. The choice is about deciding ourselves what developmental projects are our priority needs. The choice is about tapping new sources for investment in our infrastructural projects.
If China advances its interests by exploiting multilateral processes — BRICS, Shanghai Cooperation Organization, ASEAN bodies, et al — let us, in fact, try to emulate the Chinese. We have not been doing well enough in comparison with China, so, why can’t India too? It is never too late to learn a smart thing or two from our great competitor — how it excels in economic diplomacy.
What prevents India from doing what Russia and China are doing in front of our eyes — turning the BRICS as an instrument to advance their ‘enlightened national interests’? In fact, Modi also could have combined a Latin American tour with the BRICS summit in Brazil. That faraway continent feels great empathy toward India.
In any case, what is the prescription for India by our anti-BRICS lobby? Isolationism? Clearly, that’s a road to nowhere in a globalized world. G7? You must be joking. That is the harsh reality.
And we must be morons to fail to comprehend where India’s medium and long term interests lie as an emerging aspirational developing country in the global financial chess game. It is about time to realize that BRICS membership is a privilege — so many countries are queuing up for it — and it is entirely up to us to encash that privilege.
To be sure, what the BRICS countries are doing is to combine their resources to invest in their own developmental needs, and thereby initiating a challenge to the existing global monetary arrangements and signaling their frustrations with the lack of progress on reforming the governance of international financial institutions. That is exactly the reason why India belongs to the BRICS.

M K Bhadrakumar
M.K.Bhadrakumar served in the Indian Foreign Service for three decades and served as ambassador to Uzbekistan and Turkey. Apart from two postings in the former Soviet Union, his assignments abroad included South Korea, Sri Lanka, West Germany, Kuwait, Pakistan and Afghanistan. He has written extensively on Russia, China, Central Asia, Iran, Afghanistan and Pakistan and on the geopolitics of energy security.
Πηγή
Indian Punchline
Reflections on foreign affairs

.~`~.
Ένα Ενδιαφέρον Σχόλιο ως γέφυρα

What Germany has - and India lacks
There is a world of difference between Germany and India. India’s economy is 4.8 trillion US $ while that of Germany is only 3.25 trillion. India’s army is larger than Germany and India is a nuclear armed nation while Germany is not. However, India like Pakistan and Bangladesh had been colonised by the British. Hence, they have lower self esteem vis a vis the ex colonial masters (white anglo-saxon). Similar is the situation between the Arabs and the Turks. The Germans have been defeated in World War 2 but they have not been colonised. In our vicinity the Afghans are the only one who have not been colonised. Hence, they have the guts to standup to the white anglo-saxon invaders. India will need some time to shed off its colonial complex. It is just the influence of history nothing more.

.~`~.
IV
The Costs of American Interventionism

The lessons Washington must learn from the consequences of America's globalist post-9/11 policy.
*
In a New York Times op-ed published on February 2, 1981, Henry S. Bienen, then an Africa specialist at Princeton University, discussed how “globalists” and “regionalists” advocated differing foreign-policy approaches for the United States. “Globalists,” Bienen noted, “believe that weakening military positions will lead ineluctably to weakening economic ones and that, in any case, security interests, defined first in military terms, must be paramount in any discussion of United States policy.”
Bienen declared that he preferred the regionalist approach, however, since this perspective starts with the assumption that unless one knows what is possible in specific contexts, and unless one has a good understanding of local factors that are operating, policies are likely to fail or to be counterproductive. No accurate analysis of the trade-offs between costs and benefits of different policies can be made without a deep understanding of the specific configurations of power in given countries.
The Cold War is long over, but what Bienen wrote about American foreign policy back in 1981 is also true with regard to American foreign policy in the post–9/11 war on terror. Globalists have been primarily concerned about the “global threat” posed by al-Qaeda and its allies (both actual and perceived) and with defeating this threat militarily. Regionalists, by contrast, have been fearful that America’s deepening military involvements in Afghanistan and Iraq were so unpopular locally that they were creating more enemies than they were eliminating. But just as with the Cold War, it was the globalists and not the regionalists who were in control of formulating American foreign policy in the war on terror—especially during the George W. Bush administration.

The Report Card
After pursuing it for over a decade, what have been the results of America’s war on terror? On the positive side: the regimes of Saddam Hussein and the Taliban were toppled, elected governments have taken office in both countries, and, more recently, Osama bin Laden and several other top al-Qaeda leaders have been eliminated.
But there have been negative results as well. America and its allies have paid a high cost in terms of lives lost and resources expended in these two conflicts. The people of Afghanistan and Iraq, of course, have borne far higher human and material costs. Further, the elected governments in both countries have proven to be not only corrupt and authoritarian but also quite ungrateful toward and uncooperative with the United States.
While the U.S. intervention in Iraq ended the Arab Sunni minority’s domination of that country and allowed the Arab Shia majority to come to power via elections, harmony has not been established among Iraq’s three principle communities (Arab Shia, Arab Sunnis and Kurds). With the final departure of American armed forces from Iraq at the end of 2011, intercommunal conflict appears to be increasing.
Even though large numbers of American and coalition forces are still present there, the Taliban and its allies—with help from Pakistan—have made an unwelcome comeback in much of Afghanistan. It does not seem likely that the impending withdrawal of American and coalition forces by the end of 2014 is going to weaken the Taliban. Withdrawal will only provide the Taliban with greater opportunity to regain power.
Further, with America and its allies so heavily involved in Afghanistan and Iraq, al-Qaeda’s affiliates were able to gain influence elsewhere—including in Yemen and Somalia. Finally, even though it has been gravely weakened by the death of bin Laden and many of its other top leaders, al-Qaeda Central remains venomously alive under the leadership of bin Laden’s deputy, Ayman al-Zawahiri.

The False Choice
Did America have to pursue a globalist policy after 9/11 involving intervention in Afghanistan and Iraq? Could it have pursued a more nuanced, regionalist approach that avoided intervening in these countries and focused on dealing with al-Qaeda instead? Or could it have at least avoided intervening in Iraq and thus concentrated its efforts and resources on Afghanistan and al-Qaeda? While interesting, these questions are moot. The Bush administration adopted globalist policies at the outset of the war on terror, and it is the legacy of these decisions that President Obama—and probably subsequent presidents—must deal with.
President Obama, of course, has already withdrawn American forces from Iraq and has vowed to withdraw them from Afghanistan by 2014. Clearly, he does not share President Bush’s globalist vision regarding the war on terror. But however much President Obama’s decision to withdraw American forces from these two countries is prudent fiscally and popular both domestically and internationally, Obama’s rejection of Bush’s globalist approach to the war on terror does not indicate the adoption of a regionalist approach.
American intervention in Afghanistan and Iraq was unable to establish peace and prosperity in these two countries. American withdrawal from them will not do so either. Conflicts in these countries will continue, and forces hostile to the United States, its regional allies and the people of these countries can be expected to try to get the upper hand. America needs to adopt policies somewhere between the extremes of reintervening and doing nothing. In order to do this successfully, Washington would do well to heed Professor Bienen’s advice from over three decades ago: know what is possible in specific contexts, and understand local factors. We’ve already seen what happens when this advice is ignored.

Mark N. Katz
Mark N. Katz teaches international relations at George Mason University and is the author of Leaving without Losing: The War on Terror after Iraq and Afghanistan.
Πηγή
The National Interest

.~`~.
V
Barack Obama's Legacy Problem: A Nation in Retreat?

Obama is simply less personally engaged in foreign policy matters than any of his predecessors reaching as far back as Herbert Hoover.
*
As he enters the Back Nine of his second term in office, President Barack Obama is clearly looking to establish his historical legacy. No doubt, his highest priority is the preservation of the Affordable Care Act, which his Administration views as no less important than Medicare and Social Security. Whether Obamacare will survive in its present form, or even survive at all, of course, remains an open question that will be determined both by the future composition of Congress and by the policy preferences of the next White House occupant.
In addition, it is clear that he wishes to be remembered as the president who defeated Al Qaeda by authorizing the successful operation to kill Osama Bin Laden. This legacy, too, is uncertain. It is not merely the host of unanswered questions about the Benghazi fiasco. More to the point is the fact that Islamic extremists, who are at the center of both the Syrian and renewed Iraqi civil wars, are increasingly assertive and violent in Africa and are far from dormant in Southeast Asia as well.
Finally, and most critically, the president is determined to be remembered as the man who ended two wars while avoiding a new one. And in this case, even more than in the others, it will be impossible to evaluate that legacy, much less confirm it, for years to come. The war in Iraq has indeed come to an end, but only for Americans. It continues to rage between Sh'ia and Sunni elements. Iran continues to maintain its influence in Baghdad. Indeed, many informed Iraqis consider that Tehran's influence in Iraq outweighs that of the United States. Moreover, Iran has been the leading supporter of Bashar al-Assad's bloody campaign to quash the Syrian opposition. Its deleterious impact on regional stability could well be sustained for years to come.
The withdrawal from Afghanistan may lead to similar unfortunate results. The fact that former foreign minister and leading presidential contender Abdullah Abdullah is now receiving support from Hamid Karzai's chosen candidate, Zalmai Rassoul, calls into question whether the United States will continue to maintain troops in Afghanistan in the event Abdullah assumes the presidency, given Karzai's hostility to Washington. Moreover, even if some American troops remain in that country, given all indications from the administration, that number will be severely limited, perhaps to the point where direct American impact on Afghanistan's future will be minimal.
Even more than the withdrawals from Iran and Afghanistan, the president's clear determination to avoid any American foreign entanglement, defining any alternative to his approach as solely that of prosecuting a military campaign, has sent an unequivocal message to the world that America is in a state of retreat. That message has been reinforced by presidential passivity, if not approval, in the face of ongoing reductions to the defense budget.
The message of American retreat from its historic role as the leader of the Free World is not one that the president has intended to transmit, and indeed has protested against. It is now a universally accepted perception, however, and therefore has become increasingly difficult for the administration to counter. Moreover, it is a perception that, absent a major change in policy leading to renewed American international assertiveness (not military engagement, but assertiveness) for the remainder of the president's term, could linger for years. It has the potential to cause possible irreversible harm to America's international standing.
It is not only Vladimir Putin who has taken the measure of American passivity, and has acted accordingly in Crimea and Ukraine. So have the Chinese, who have clashed with Vietnam recently in the South China Sea, and have been increasingly confrontational vis-à-vis Japan over their competing claims to the Daioyu/Senkaku Islands. No doubt the Iranians, North Koreans, and various Al Qaeda offshoots have likewise factored the perceived American withdrawal from the world into their own strategies.
It is not only potential and actual adversaries who are modifying their strategies based on their perception of American passivity. Egypt, an American partner for decades, has openly announced that it is reaching out to Russia at a time when Moscow is increasingly seen in the West as a threat to international stability. India has likewise backed away from closer cooperation with Washington, as its traditional relations with Moscow have remained warm; India was one of the few countries voicing outspoken support for Russia's takeover of the Crimea. No less than fifty-eight countries, including most African states, Israel, China and Argentina, abstained in the General Assembly's condemnation of Russia for its annexation of Crimea, despite intense American lobbying for their votes. The failure of the latest attempt to foster a peace agreement between Israelis and Palestinians is due in no small part to the perception on both sides that Mr. Obama is simply less personally engaged in foreign policy matters than any of his predecessors reaching as far back as Herbert Hoover. Finally, America's Central European NATO allies have become increasingly worried that American passivity will encourage Moscow to pressure them once Russia has carried out its objectives vis-à-vis Ukraine.
The president's long-standing commitment to "nation building at home" at the expense of maintaining America's standing abroad simply has overlooked the fact that, as former Vice Chairman of the Joint Chiefs of Staff, Gen. James Cartwright, emphatically stressed, "the enemy gets a vote." The Administration’s desperate effort to deal with foreign affairs at arms-length could well enmesh the United States in another war against an aggressor that misconstrued temporary passivity as long-term weakness. Such a conflict may well take place after the election of a new president. But should it come to pass, it will be the lasting and dominating legacy of none other than President Barack Obama.

Dov Zakheim
Dov Zakheim served as the undersecretary of defense (comptroller) and chief financial officer for the U.S. Department of Defense from 2001–2004 and as the deputy undersecretary of defense (planning and resources) from 1985-1987. He is a member of The National Interest's advisory council.
Πηγή
The National Interest

                                                            .~`~.
                                                   Επιλογικές Αναφορές
Η Δύση ανακαλύπτει ότι δεν διαθέτει πια ένα από τα δύο πιο σημαντικά στοιχεία της επιτυχίας όλων των προηγούμενων πέντε αιώνων: τον έλεγχο του πλεονάζοντος κεφαλαίου. 
Αυτή είναι μια σημαντική ανωμαλία σε σχέση με τις προηγούμενες ηγεμονικές μεταβάσεις – οι οποίες υπήρξαν όλες μεταβάσεις στο εσωτερικό της Δύσης και του Βορρά.
                                          Giovanni Arrighi - Beverly J. Silver

Το γεγονός ότι το μερίδιο της Δύσης στο παγκόσμιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν πέφτει για πρώτη φορά κάτω από το 50% τους τελευταίους δύο αιώνες έχει τεράστια σημασία. 
Καθώς νέα κράτη όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία και η Κίνα αποκτούν δύναμη και επιρροή, το διεθνές σύστημα (βολική έκφραση που μάλλον συσκοτίζει τα πράγματα παρά τα φωτίζει) θα αλλάξει ριζικά. Κατά συνέπεια, πολύ περισσότερα πράγματα θα γραφτούν από τη σκοπιά του άλλοτε γνωστού ως Τρίτου Κόσμου...
                                                              Mark Mazower

Η παγκόσμια πολιτική γεωγραφία έχει προχωρήσει από τον ένα κόσμο της δεκαετίας 1920 στους τρείς κόσμους της δεκαετίας 1960 και στους περισσότερους από έξι κόσμους της δεκαετίας 1990. Αντίστοιχα, οι δυτικές παγκόσμιες αυτοκρατορίες του 1920 συρρικνώθηκαν στον πιο περιορισμένο "Ελεύθερο Κόσμο"του 1960 (που περιλάμβανε πολλά μη δυτικά κράτη αντιτιθέμενα στον κομμουνισμό) και, αργότερα, στην ακόμα πιο περιορισμένη "Δύση"του 1990. 
Αυτή η μεταβολή εκφράστηκε σημασιολογικά, από το 1989 ως το 1993 με την παρακμή της χρήσης του ιδεολογικού όρου "Ελεύθερος Κόσμος"και την αυξανόμενη χρήση του πολιτισμικού όρου "Δύση"... σύμφωνα με την αγαπημένη διατύπωση των ιστορικών "η επέκταση της Δύσης"τελείωσε και "η εξέγερση εναντίον της Δύσης"άρχισε. 
Η δύναμη της Δύσης, μέσα από μια πορεία με πισωγυρίσματα, παρήκμασε σε σχέση με τη δύναμη των άλλων πολιτισμών. 
Ο παγκόσμιος χάρτης το 1990 είχε ελάχιστες ομοιότητες με το χάρτη της δεκαετίας 1920. Μεταβλήθηκε η ισορροπία της στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης με την πολιτική επιρροή. 
Η Δύση εξακολουθούσε να έχει σημαντική επιρροή σε άλλες κοινωνίες αλλά σταδιακά οι σχέσεις της Δύσης με άλλους πολιτισμούς περιορίστηκαν στις αντιδράσεις της Δύσης στις εξελίξεις που συνέβαιναν σε αυτούς τους πολιτισμούς. 
Οι μη δυτικές κοινωνίες, δεν αποτελούν πλέον απλά μέρη της δυτικής ιστορίας, κινούν τα νήματα της δικής τους ιστορίας και διαμορφώνουν και τη δυτική ιστορία.
                                                         Samuel Huntington

Η Δύση δεν υπάρχει πια. "Δύση"ήταν το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο (διαφορετικά Ιαπωνία και Ν. Κορέα δεν θα ανήκαν στη "Δύση").
 Όσοι –και κυρίως οι κοσμοπολίτες "αριστεροί"– θεωρούν ότι η συνοχή της Δύσης στηρίζεται απλώς στις κοινές της αξίες είναι πολιτικά και ιστορικά αφελείς. 
Οι κοινές αξίες καθεαυτές δεν δημιουργούν κοινά συμφέροντα –το αντίθετο, ναι, μπορεί να συμβεί– ούτε εμπόδισαν ποτέ τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ χριστιανικών ή φιλελεύθερων λαών. 
Το πολιτικά σημαντικό ερώτημα είναι: 
τι εννοούμε όταν λέμε δυτικός προσανατολισμός και τι μπορεί να σημαίνει δυτικός προσανατολισμός για τη Γερμανία αν η Δύση διασπαστεί και η Γερμανία χρειαστεί να επιλέξει π.χ. μεταξύ ενός ευρωπαϊκού χώρου και της φιλίας με τις ΗΠΑ ή, αντίστροφα, εάν η ευρωπαϊκή ενοποίηση γίνει υπό προϋποθέσεις που η πλειονότητα του γερμανικού λαού θα απέρριπτε; 
Διότι η ώρα της αλήθειας θα σημάνει όταν θα χρειαστεί να γίνει κατανομή όχι πλέον των ωφελημάτων της ευημερίας αλλά του παθητικού και των χρεών.
                                                       Παναγιώτης Κονδύλης
*
Αν οι ίδιες εκείνες Δυτικές Δυνάμεις, οι οποίες το 1919 απέρριψαν το αίτημα της Ιαπωνίας και αρνήθηκαν να κατοχυρώσουν την ισότητα των φυλών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, εν έτει 1997 πασχίζουν επισήμως για την κατανόηση των ξένων πολιτισμών, αυτό δεν αποτελεί οπωσδήποτε πρόοδο της κατανόησης. 
Όμως αποτελεί ένδειξη μιας δραματικής μεταβολής στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων.
                                                     Παναγιώτης Κονδύλης

                                 .~`~.
        
07/18/14--03:54: 
Ι) Το τέλος τής χριστιανοδημοκρατίας. Τι σημαίνει για την Ευρώπη η πτώση τού κινήματος 
και II) How Obama Is Driving Russia and China Together.

                                ..~`~.
Ι
          Το τέλος τής χριστιανοδημοκρατίας
          Τι σημαίνει για την Ευρώπη η πτώση τού κινήματος

Η σημερινή Ευρώπη είναι μια δημιουργία των χριστιανοδημοκρατών. 
Ωστόσο, τόσο ως ένα σύνολο ιδεών όσο και ως πολιτικό κίνημα, η Χριστιανική δημοκρατία αποκτά όλο και λιγότερη επιρροή και γίνεται λιγότερο συνεκτική. 
Καθώς το μεγαλύτερο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αντιμετωπίζει νέους κινδύνους, λοιπόν, ο πιο σημαντικός υποστηρικτής της μπορεί σύντομα να αποδειχθεί ανίκανος να την υπερασπιστεί.
*
Η σημερινή Ευρώπη είναι μια δημιουργία των χριστιανοδημοκρατών. 
Αυτοί ήταν οι αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και του μεταπολεμικού ατλαντισμού. 
Και ήταν καθοριστικής σημασίας για την δόμηση της μορφής τής συνταγματικής δημοκρατίας που επικράτησε στο δυτικό μισό τής ηπείρου μετά το 1945 και έχει σταθερά επεκταθεί ανατολικά από τότε που έπεσε το Τείχος τού Βερολίνου το 1989.
 Η πιο ισχυρή πολιτικός τής Ευρώπης, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, είναι μια χριστιανοδημοκράτις, όπως είναι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, José Manuel Barroso, και ο διάδοχός του, ο Jean-Claude Juncker. Στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον περασμένο Μάιο, η ηπειρωτική ένωση των Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων - το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) - κέρδισε τις περισσότερες έδρες.
Ωστόσο, τόσο ως ένα σύνολο ιδεών όσο και ως πολιτικό κίνημα, η Χριστιανική δημοκρατία αποκτά όλο και λιγότερη επιρροή και γίνεται λιγότερο συνεκτική κατά τα τελευταία χρόνια. 
Η πτώση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην κοσμική στροφή τής ηπείρου. 
Τουλάχιστον εξίσου σημαντικά είναι τα γεγονότα ότι ο εθνικισμός - ένας από τους πρωταρχικούς ιδεολογικούς εχθρούς των Χριστιανοδημοκρατών - βρίσκεται σε άνοδο και ότι το βασικό εκλογικό σώμα τού κινήματος, ένας συνασπισμός ψηφοφόρων από την μεσαία τάξη και τους αγρότες, συρρικνώνεται. 
Καθώς το μέγα εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αντιμετωπίζει νέους κινδύνους, λοιπόν, ο πιο σημαντικός υποστηρικτής της μπορεί σύντομα να αποδειχθεί ανίκανος να την υπερασπιστεί.

                      Παλαιά Θρησκεία
«Χριστιανοδημοκράτης» είναι μια ονομασία που ακούγεται περίεργη στον οποιονδήποτε έχει συνηθίσει σε έναν αυστηρό διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους. 
Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης και εν μέσω σκληρών μαχών για την τύχη τής Καθολικής Εκκλησίας μέσα σε μια δημοκρατία.
 Για το μεγαλύτερο μέρος τού δέκατου ένατου αιώνα, το Βατικανό έβλεπε τις σύγχρονες πολιτικές ιδέες – συμπεριλαμβανομένης της φιλελεύθερης δημοκρατίας - ως μια άμεση απειλή για τα κεντρικά δόγματά του. 
Αλλά υπήρχαν και καθολικοί στοχαστές οι οποίοι συμφώνησαν με την διορατικότητα του Γάλλου συγγραφέα Alexis de Tocqueville ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, ο θρίαμβος της δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο ήταν αναπόφευκτος. 
Οι λεγόμενοι Καθολικοί φιλελεύθεροι προσπάθησαν να κάνουν την δημοκρατία ασφαλή για την θρησκεία με τον κατάλληλο εκχριστιανισμό των μαζών: 
Στο κάτω-κάτω, έλεγε το σκεπτικό, μια δημοκρατία με θεοσεβείς πολίτες θα έχει πολύ καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας από μια δημοκρατία που οι πολίτες της θα ήταν κοσμικοί.
 Άλλοι Καθολικοί διανοούμενοι ήλπιζαν να κρατήσουν τους ανθρώπους σε τάξη μέσω Χριστιανικών θεσμών, και ιδίως τον παπισμό, τον οποίο ο Γάλλος στοχαστής Joseph de Maistre έβλεπε ως μέρος ενός πανευρωπαϊκού συστήματος ελέγχων και ισορροπιών.
Το πιο σημαντικό, κατά τα τέλη τού δέκατου ένατου και στις αρχές τού εικοστού αιώνα, το ίδιο το Βατικανό τελικά έφθασε να δει τα οφέλη τού να παίζει το δημοκρατικό παιχνίδι και να προωθεί κόμματα που θα υπερασπιστούν τις ανησυχίες τής εκκλησίας. 
Αρχικά, το έπραξαν με κακή πίστη – τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα ουσιαστικά λειτούργησαν ως ομάδες συμφερόντων μέσα σε ένα σύστημα του οποίου τη νομιμότητα η εκκλησία συνέχισε να απορρίπτει. 
Με την χρήση τού όρου «δημοκράτης», δεν σηματοδοτούσαν την αποδοχή τής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά, μάλλον, την φιλοδοξία τους να συνεργαστούν με τους απλούς ανθρώπους. 
Μέχρι σήμερα, η προσέγγιση αυτή είναι εμφανής στην ανάδειξη όρων όπως «λαϊκό» ή «λαός» στα επίσημα ονόματα των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων.
Τα κόμματα έγιναν ισχυρότερα στις χώρες όπου η εκκλησία και το κράτος ήταν ομοιόμορφα ταιριασμένοι.
 Δεν υπήρχε ανάγκη για χριστιανοδημοκρατία σε μια βαθιά καθολική χώρα, για παράδειγμα στην Ιρλανδία, αλλά επίσης απέτυχε να ριζώσει στην Γαλλία, όπου οι Καθολικοί, αντιμετωπίζοντας επιθέσεις από τις αντικληρικές δημοκρατικές κυβερνήσεις, προσπάθησαν την πλήρη αλλαγή καθεστώτος. Αντιθέτως, εκεί όπου οι πολιτιστικοί πόλεμοι μεταξύ κοσμικών δυνάμεων και εκκλησίας ήταν έντονοι, αλλά τελικά οδήγησαν σε αδιέξοδο, όπως στην Γερμανία και στις λεγόμενες χώρες Μπενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο), οι Καθολικοί επένδυσαν στην δόμηση κομμάτων.
Όπως έχει καταδείξει ο πολιτικός επιστήμονας Στάθης Καλύβας, οι ηγέτες των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων τελικώς ανέπτυξαν τα δικά τους συμφέροντα. 
Η εμπλοκή στο δημοκρατικό παιχνίδι έφερε οφέλη και πόρους - και οι Χριστιανοδημοκράτες αποδέχθηκαν τελικά την πολιτική συμμετοχή ως νομιμοποιημένη.
 Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η δημοκρατία σάρωσε την Ευρώπη, το Βατικανό υποχώρησε κάπως: 
Έχοντας απορρίψει εντελώς το ιταλικό έθνος-κράτος και έχοντας απαγορεύσει στους Καθολικούς να παίξουν οποιονδήποτε ρόλο σε αυτό (ακόμη και με την απαγόρευση ψήφου), ο Πάπας υποστήριξε ένα νέο κόμμα που ονομάστηκε Popolari. Με το να ενώσει τους αγρότες και τα μικροαστικά στρώματα, το Popolari έγινε το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στην χώρα μετά τους σοσιαλιστές.
Κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι σχέσεις μεταξύ των χριστιανοδημοκρατών και της Αγίας Έδρας ψυχράνθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη.
 Το Βατικανό είδε τα κόμματα που μπορούσε να ελέγξει ως χρήσιμα, αλλά περιθωριοποίησε αυτά που ήταν απρόθυμα να ακολουθήσουν τις οδηγίες από την Ρώμη και αντί με αυτά ασχολήθηκε κατευθείαν με τα κράτη.
 Προς τούτο, το Βατικανό εγκατέλειψε κόμματα όπως το Popolari και συνήψε ορισμένες διπλωματικές συμφωνίες που αποσκοπούσαν στην προστασία των συμφερόντων των Καθολικών - η πιο διαβόητη από τις οποίες ήταν η λεγόμενη Reichskonkordat ανάμεσα στον Χίτλερ και τον καρδινάλιο Eugenio Pacelli, ο οποίος αργότερα έγινε ο πάπας Πίος ΧΙΙ , τον Ιούλιο του 1933.
Δεν ήταν παρά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα ελευθέρωσαν τον εαυτό τους πλήρως από το Βατικανό και ανέλαβαν ηγετικό ρόλο στην οικοδόμηση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης. 
Οι περιστάσεις δεν θα μπορούσε να ήταν πιο ευνοϊκές. 
Ο φασισμός και ο πόλεμος είχαν απαξιώσει τα ανταγωνιστικά κινήματα από την δεξιά. 
Και οι χριστιανοδημοκράτες είχαν θεωρηθεί ως η πεμπτουσία των ατλαντικών και αντικομμουνιστικών κομμάτων σε χώρες όπως η Ιταλία, η Δυτική Γερμανία, και άλλες όμορες χώρες τού Ψυχρού Πολέμου. 
Επιπροσθέτως, πλέον ενέκριναν την δημοκρατία, αν και με μια προειδοποίηση: 
Για να αποφευχθεί η διολίσθηση προς τον ολοκληρωτισμό, όπως ισχυρίστηκαν, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις όφειλαν να έχουν πνευματικά ερείσματα - κάτι που παρεχόταν με τον καλύτερο τρόπο από την εκκλησία. 
Υπ’ αυτήν την έννοια, οι χριστιανοδημοκράτες απέρριψαν τόσο τον κομμουνισμό όσο και τον φιλελευθερισμό ως μορφές τού υλισμού. 
Αυτή η στάση δεν τους εμπόδισε τελικά από το να κάνουν ειρήνη με τον καπιταλισμό - ενώ επέμεναν ότι η θρησκεία ήταν επίσης αναγκαία για να κρατήσει υπό έλεγχο τα δεινά τής αγοράς.
Κόμματα, όπως η γερμανική Χριστιανοδημοκρατική Ένωση βγήκαν από την γραμμή τους για να συμπεριλάβουν τους Προτεστάντες –τερματίζοντας έτσι αιώνες θρησκευτικής σύγκρουσης. 
Στην πραγματικότητα, προσπάθησαν να γίνουν όσο το δυνατόν πιο συμμετοχικά, αντί να εμφανίζονται ως εκπρόσωποι θρησκειών (σεχτών). 
Το «σήμα κατατεθέν» τους ήταν μια κεντρώα πολιτική τής συναίνεσης και της διευθέτησης, στην βάση τής Καθολικής εικόνας μιας αρμονικής κοινωνίας, στην οποία ακόμη και το κεφάλαιο και η εργασία θα μπορούσαν να συνεργαστούν και η εκκλησία θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν καίριο ρόλο στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. 
Ωστόσο, εκείνη την χρονική στιγμή, οι παρατηρητές έλεγαν για τον Καθολικισμό αυτά που πολλοί Ευρωπαίοι λένε σήμερα για το Ισλάμ: 
Ότι ήταν εγγενώς ανελεύθερος και, ως ένα είδος μοναρχίας με έναν βασιλιά στη Ρώμη, ήταν ανίκανος να αποδεχθεί πραγματικά την δημοκρατία. 
Ο ιστορικός τού Χάρβαρντ, H. Stuart Hughes, για παράδειγμα, έγραψε το 1958, «Ένας χριστιανοδημοκράτης είναι κυρίως ένας χριστιανικός, και δημοκράτης μόνο σε μια ιεραρχική σχέση. Το επίθετο είναι πιο σημαντικό από όσο το ουσιαστικό».
Ωστόσο, οι χριστιανοδημοκράτες συνέχισαν να διαψεύδουν τους επικριτές τους. Στην Γερμανία, την Ιταλία, και - σε μικρότερο βαθμό - την Γαλλία, δημιούργησαν γνήσιες δημοκρατίες. Την ίδια στιγμή, όμως, κυβέρνησαν με κάμποση δυσπιστία προς την λαϊκή κυριαρχία. 
Ουσιαστικά προσπάθησαν να περιορίσουν τους ανθρώπους μέσω θεσμών όπως τα συνταγματικά δικαστήρια, να τους κάνουν πιο ηθικούς μέσα από τις διδασκαλίες τής εκκλησίας, για να τους υποβάλλουν σε μια νέα υπερεθνική τάξη: 
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για παράδειγμα, ήταν δημιούργημα των Βρετανών Συντηρητικών και των ηπειρωτικών χριστιανοδημοκρατών. 
Και ήταν οι τελευταίοι που έγιναν, επίσης, οι αρχιτέκτονες αυτού που σήμερα είναι γνωστό ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο κάτω-κάτω, οι χριστιανοδημοκράτες - όπως και οι Καθολικοί, διεθνιστές από την φύση τους - έδωσαν μικρή αξία στο έθνος-κράτος. 
Στην πραγματικότητα, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, υπήρχαν πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, που είχαν εξαπολύσει τους λεγόμενους πολιτισμικούς πολέμους (που έμελλαν να γίνουν γνωστοί ως οι Kulturkampf τού Ότο φον Μπίσμαρκ) εναντίον Καθολικών, οι οποίοι θεωρήθηκαν ύποπτοι ότι έθεταν την πίστη τους προς το Βατικανό πάνω από τη νομιμοφροσύνη τους προς το κράτος. 
Όμως, οι Χριστιανοδημοκράτες ήταν επίσης πλουραλιστές: Ήταν ικανοποιημένοι με μια ομοσπονδιακή, νομικά κατακερματισμένη ευρωπαϊκή κοινότητα που έμοιαζε με μια μεσαιωνική αυτοκρατορία περισσότερο από ό, τι ένα σύγχρονο κυρίαρχο κράτος.

              Καταστροφείς Κομμάτων

Μετά από δεκαετίες ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη, οι χριστιανοδημοκράτες τώρα αντιμετωπίζουν την προοπτική τής παρακμής. 
Ορισμένοι παρατηρητές έχουν κατηγορήσει την εκκοσμίκευση για την αποδυνάμωση της λαϊκής υποστήριξης. 
Είναι αλήθεια ότι, από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1960, οι εκκλησίες αδειάζουν σε όλη την ήπειρο. Αλλά τα ίδια τα κόμματα είχαν ήδη αρχίσει να επιμένουν ότι κάποιος έπρεπε απλά να υιοθετήσει τις ανθρωπιστικές ιδέες προκειμένου να είναι ένας καλός χριστιανοδημοκράτης.
 Το πραγματικό πρόβλημα προέκυψε με τον θρίαμβο ακριβώς του πολιτικού μοντέλου που είχαν ξεκινήσει να προωθούν από το 1950.
Οι περισσότερες χώρες τής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υιοθέτησαν αυτό το μοντέλο μετά το 1989, αλλά σχεδόν καμία από αυτές δεν ανέπτυξε χριστιανοδημοκρατικά κόμματα στο καλούπι τής γερμανικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης ή της ιταλικής Χριστιανικής Δημοκρατίας.
 Σε ορισμένες χώρες, όπως η Καθολική Πολωνία, οι χριστιανοδημοκρατικές ομάδες φαίνονταν περιττές∙
 Σε άλλες, αποδείχθηκε ότι ήταν ριζικά διαφορετικές από τις δυτικοευρωπαϊκές αντίστοιχές τους σε δύο σημεία: 
Ήταν έντονα εθνικιστικές, και ως εκ τούτου δεν επιθυμούσαν να παραχωρήσουν ένα μεγάλο μέρος τής εθνικής κυριαρχίας που ανέκτησαν από την Σοβιετική Ένωση∙
 Και ήταν πολύ πιο λαϊκιστικές, μη βλέποντας λόγο να μην εμπιστεύονται τον απλό λαό που είχε καταφέρει να επιβιώσει από τα κράτη των σοσιαλιστικών δικτατοριών, με το ήθος του φαινομενικά άθικτο.
Εν τω μεταξύ, πιο δυτικά, οι χριστιανοδημοκράτες έχασαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους – τον κομμουνισμό - και μαζί με αυτόν πολύ από τον ιδεολογικό συνεκτικό ιστό που κρατούσε ενωμένους τους συχνά εριστικούς πολιτικούς συνασπισμούς. 
Στην Ιταλία, οι χριστιανοδημοκράτες είχαν συμμετάσχει σε κάθε κυβέρνηση από την εποχή τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου - με το αιτιολογικό ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα, το μεγαλύτερο στην Δυτική Ευρώπη, έπρεπε να μείνει απ’ έξω. 
Στις αρχές τού 1990, η εξαιρετικά διεφθαρμένη Democrazia Cristiana κατέρρευσε. 
Στην συνέχεια, ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι - ένας άνθρωπος όχι γνωστός για την αυστηρή τήρηση της καθολικής ηθικής - στην πραγματικότητα κληρονόμησε τις ψήφους τού κόμματος.
Σίγουρα, η Χριστιανική δημοκρατία, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη επιτυχία τού ΕΛΚ, παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της ηπείρου στα χαρτιά. 
Ωστόσο, το κόμμα είναι βαθιά δυσλειτουργικό. 
Οι διαφωνίες για τον κορυφαίο υποψήφιό του για την προεδρία τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Jean-Claude Juncker, καταδεικνύει το ζήτημα. 
Κατά την διάρκεια της προεκλογική εκστρατείας, κάποιοι ηγέτες τού ΕΛΚ προσπάθησαν να επωφεληθούν από τα αισθήματα κατά της ΕΕ. Ο Μπερλουσκόνι προσπάθησε επίσης να ηγηθεί της αντι-γερμανικής δυσαρέσκειας και απευθύνθηκε στους Ιταλούς που έχουν απηυδήσει με την λιτότητα.
 Αμέσως μετά τις εκλογές, ο Viktor Orbán, ο Ούγγρος πρωθυπουργός και πρώην αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, επιτέθηκε στον Juncker ως ότι είναι ένας παρωχημένος υποκινητής τής ευρωπαϊκής ενότητας, μιας ενότητας που δεν σέβεται τα εθνικά κράτη και τις παραδόσεις τους. Τα τελευταία χρόνια, ο Orbán είχε ήδη προκαλέσει εντύπωση όταν κήρυξε «πόλεμο ανεξαρτησίας» - σκοπός τού οποίου ήταν να κάνει τους Ούγγρους ανεξάρτητους από ακριβώς το πολιτικό πρόγραμμα τού ΕΛΚ, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

                                             ---------------------------------------------------------------
Όταν ο Λιθουανός, ο Ούγγρος ή ο Βούλγαρος λένε «Ευρώπαική Ένωση» και «δημοκρατία» εννοούν λεφτά, ενώ όταν λένε «ΝΑΤΟ» εννοούν ότι θέλουν να λυθούν τα εθνικά προβλήματα του παρελθόντος που τους βαρύνουν. 
Εννοούν την Συνθήκη του Τριανόν και του Νεϊγύ. 
Και των πολλών άλλων ανάλογων που υπάρχουν στην... «θύρα της Ευρώπης». 
Όταν ο Ούγγρος λέει «Ευρωπ. Ένωση» και «ΝΑΤΟ», δεν εννοεί ότι του λείπουν δημοδιδάσκαλοι που διδάσκουν την δημοκρατία'εννοεί ότι θέλει αλλαγή των συνθηκών εκείνων που τον μετέβαλαν από ένα προεξέχοντα λαό της κεντρικής Ευρώπης, σε μια μειονότητα γύφτων.
 Και όταν λέει τα ίδια πράγματα ο Αλβανός, εννοεί ότι θέλει μια λύση εκείνων των προβλημάτων που μετέβαλαν την χώρα του -μια από τις πλουσιότερες και στρατηγικότερες χώρες της Μεσογείου, που αποτέλεσε τον φορέα ενός από τα πιο ανεπτυγμένα και πλούσια τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως τις αρχές του 19ου αιώνα- σε μια επικράτεια από παρίες.
Έχει όμως η «Ευρώπη» καμία λύση γι'αυτά τα προβλήματα;.
 Τους «διανοούμενους της Ευρώπης» είδαμε ότι δεν τους απασχολούν τέτοια προβλήματα, ενώ με την κρίση της Βοσνίας είδαμε ότι η «ευρωπαϊκή πολιτική» εξαντλείται απλώς στο «Prestige» των «μεγάλων δυνάμεων» του παρελθόντος. 
Ακόμη... 
Αλλά λύσεις δεν είδαμε, ακριβώς διότι μέσα στα πλαίσια της παραδεδομένης πολιτικής δεν υπάρχουν λύσεις γι'αυτά τα προβλήματα. Τι λύση μπορεί να είναι τα «καντόνια»; 
Η Βοσνία είναι φυλετικά σερβική (και οι μωαμεθανοί, Σέρβοι φυλετικά είναι) με μεγάλους θύλακες μωαμεθανών στο κέντρο και ορισμένους Κροατών νοτιοδυτικά. 
Πως θα δεχθεί τα καντόνια ο Σέρβος; Να γίνει πάλι η Βοσνία δύο κράτη; 
Ο χωρισμός θα περάσει αναγκαστικά μέσα από τους μωαμεθανούς, οπότε δεν μπορούν να το δεχθούν αυτοί.
Αυτές οι «λύσεις», στις οποίες εξαντλήθηκαν οι προσπάθειες των «μεσολαβητών», δεν αποτελούν λύσεις, διότι ακριβώς προέρχονται από δυτικοευρωπαϊκές παραστάσεις περί πολιτικής του παρελθόντος...
                                                           Γεράσιμος Κακλαμάνης
                              Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση
                                   ---------------------------------------------------------------

Μέρος τού προβλήματος, λένε ορισμένοι παρατηρητές, είναι ότι το ΕΛΚ - περιλαμβάνοντας όχι λιγότερες από 73 κόμματα-μέλη από 39 χώρες - είναι απλά υπερεκτεταμένο. Στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, ο Helmut Kohl, τότε καγκελάριος τής Γερμανίας, και ο Wilfried Martens, πρώην πρωθυπουργός τού Βελγίου και στην συνέχεια πρόεδρος τού ΕΛΚ, στρατολόγησαν πολιτικούς σε όλη την Ευρώπη, κράτησαν σχετικά χαμηλά στάνταρ, με ελάχιστο ενδιαφέρον για την πραγματική δέσμευση των νέων οπαδών στα ιδανικά τού κόμματος. 
Ο Κολ ήταν ανένδοτος ότι οι χριστιανοδημοκράτες δεν είχαν χτίσει την Ευρώπη απλώς για να την παραδώσουν στους σοσιαλιστές, και ότι το ΕΛΚ έπρεπε να παραμείνει η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα τής ηπείρου με κάθε κόστος.
Το βαθύτερο πρόβλημα, όμως, αφορά στην ιδεολογική ιδιαιτερότητα του κινήματος. 
Ηγέτες όπως ο Κολ ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν κινδύνους για την Ευρώπη. 
Σήμερα, δύσκολα κάποιος μπορεί να βρει αληθινούς πιστούς που θα βάλουν την σταδιοδρομία τους σε κίνδυνο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, και λιγότερο από όλους η σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας. 
Στα ερωτήματα σχετικά με τις αγορές και την ηθική, οι χριστιανοδημοκράτες είχαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επανεφεύρουν τον εαυτό τους μετά την οικονομική κρίση: 
Θα μπορούσαν να έχουν φέρει πίσω τα παλιά ιδανικά τους για μια οικονομία, για παράδειγμα, στην οποία η ηθική μονάδα είναι μια κοινωνική ομάδα με νομιμοποιημένα συμφέροντα, όχι ένα άτομο που μεγιστοποιεί τα κέρδη του. 
Αντ’ αυτού, οι Γιούνκερ και Μέρκελ έχουν αγκαλιάσει πλήρως τις συμβατικές πολιτικές λιτότητας, και σε μεγάλο βαθμό έχει ξεχαστεί ότι ο Ιταλός πρωθυπουργός Matteo Renzi - η μεγάλη ελπίδα τής ευρωπαϊκής Αριστεράς - στην πραγματικότητα ξεκίνησε ως μέλος τού ανασυσταθέντος Popolari (και, ακόμα νωρίτερα, ως καθολικός πρόσκοπος).
Οι χριστιανοδημοκράτες τής Ευρώπης θα μπορούσαν επίσης να αντιγράψουν μια σελίδα από το πρόγραμμα των Αμερικανών συντηρητικών, επικεντρωνόμενοι ξανά στα κοινωνικά ζητήματα και διεξάγοντας έναν δικό τους Kulturkampf εναντίον τής εκκοσμίκευσης.
 Μερικοί έχουν ήδη δοκιμάσει: Κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, το ισπανικό Λαϊκό Κόμμα κινητοποίησε τις Καθολικές ψήφους ενάντια στον σοσιαλιστή πρωθυπουργό José Luis Zapatero, ο οποίος είχε προτείνει την νομιμοποίηση των γάμων μεταξύ ομοφύλων. 
Σε αντίθεση με τα κλισέ τής θρησκευόμενης Αμερικής και της άθρησκης Ευρώπης, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό δυναμικό για τέτοιου είδους εκστρατείες σε ορισμένες χώρες τής Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης. 
Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, ότι οι Ισπανοί ψηφοφόροι τελικά απομακρύνθηκαν από τον Θαπατέρο για τους χειρισμούς του στην ευρωπαϊκή κρίση.

                    Διαγωνισμός Δημοφιλίας

Οι χριστιανοδημοκράτες αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο δίλημμα. 
Οι πολιτικοί τους στόχοι είναι απλώς οριακά διαφορετικοί από εκείνους των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στα οικονομικά ζητήματα. 
Ένας Kulturkampf είναι επικίνδυνος, αλλά το να είναι κανείς πολύ μέσα στην επικρατούσα τάση στα κοινωνικά θέματα, δημιουργεί πολιτικό χώρο για τις ομάδες που παρουσιάζονται ως πραγματικά συντηρητικές. 
Τα πολιτικά κόμματα, όπως το «Εναλλακτική για την Γερμανία», το οποίο επικεντρώνεται κυρίως στο να αντιτίθεται στην ΕΕ αλλά υπερασπίζεται όλο και περισσότερο την παραδοσιακή ηθική, και το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, είναι οι ευεργετηθέντες.
Το πιο σημαντικό, οι χριστιανοδημοκράτες βρίσκονται κάτω από έντονη πίεση από τους δεξιούς εθνικιστές και τους λαϊκιστές. 
Και δεδομένου ότι δεν τολμούν πλέον να υπερασπιστούν τα φιλόδοξα σχέδια για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι πάλαι ποτέ αρχιτέκτονες της ηπειρωτικής ενότητας είναι περισσότερο ή λιγότερο ανυπεράσπιστοι. 
Οι πολιτικές τους υπέρ των διευθετήσεων δεν λειτουργούν ως απάντηση στους λαϊκιστές, που ευδοκιμούν στην πόλωση και στις πολιτικές σχετικά με τις ταυτότητες. 
Η παλιά τάξη των συνασπισμών που στήριξε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στις κάλπες και επωφελήθηκε από αυτήν οικονομικά - η μεσαία τάξη και οι αγρότες - έχει μειωθεί σχεδόν παντού. Αυτός ο μακροπρόθεσμος μετασχηματισμός καθιστά απίθανο ότι η χριστιανοδημοκρατία θα ανακτήσει ποτέ την δεσπόζουσα θέση που είχε στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτό αφήνει την ΕΕως ένα κούφιο κέλυφος:
 Τα ιδανικά που κάποτε κινητοποιούσαν τα σχέδια της ολοκλήρωσης φαινομενικά έχουν ξεχαστεί, υπερασπιζόμενα μόνο από μικρά κόμματα όπως οι Πράσινοι.
Η Ευρωπαϊκή Ένωσηδεν θα καταρρεύσει ως αποτέλεσμα όλων αυτών.
 Το πραγματικό πρόβλημα είναι η μισοτελειωμένη ευρωζώνη. 
Όπως οι Ευρωπαίοι έχουν μάθει με μεγάλο κόστος κατά τα τελευταία χρόνια, η ευρωζώνη όπως υπάρχει σήμερα είναι ελλιπής και μη συνεκτική: Είναι μια νομισματική ένωση που δεν επιτρέπει τον σωστό συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών ή μια πραγματική σύγκλιση των οικονομιών των συμμετεχόντων. 
Μια πλημμύρα φθηνού χρήματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα - η τρέχουσα λύση για την κρίση τού ευρώ - απέτυχε να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα των μεμονωμένων κρατών και της ευρωζώνης στο σύνολό της. 
Το να λειτουργήσει το ευρώ μακροπρόθεσμα θα απαιτήσει μια προθυμία να αναληφθούν πολιτικοί κίνδυνοι και υλικές θυσίες. 
Και οι ημέρες που ο χριστιανοδημοκρατικός ιδεαλισμός ήταν ικανός να παράγει και τα δύο, έχει τελειώσει.
                                                           Jan-Werner Müller
Πηγή
Foreign Relations
Published by the Council on Foreign Relations

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141638/jan-werner-mueller/the-end...

---------------------------------------------------------------
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Αποσπάσματα από το έργο του Jan-Werner Müller.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Γιατί η «Ευρώπη» αποτυγχάνει - μέρος α´.
- Η έννοια της Προόδου - μέρος α´. Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική.
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση.
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
- Friedrich Ratzel, Μεσευρώπη (Mitteleuropa) και «Ευρωπαϊκή Ένωση».
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Από την Αδριατική έως τη Βαλτική και από την Ανατολική Ευρώπη έως τον Εύξεινο Πόντο. Από τη μεταψυχροπολεμική περίοδο και τα πεδία γεωπολιτικού κενού - στην αυτοκρατορική περίοδο του α'παγκοσμίου πολέμου και τα καταπιεστικά εθνομειονοτικά. Ιστορικές ενθυμήσεις και γεωπολιτικές προσεγγίσεις.
- Από την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Κόσοβο και τη Βοσνία, στην Ανατολική Ευρώπη (και τη Μέση Ανατολή). Η εφαρμογή μιας στρατηγικής και η συνέχεια των «ιδεαλιστικών» και «ρεαλιστικών» στοιχείων της. Το σημείο τομής των γεωπολιτικών κενών και των πεδίων γεωπολιτισμικών αντιπαραθέσεων ή η «σύγκρουση των πολιτισμών», η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της «Δύσης», οι ανταγωνισμοί και τα στοιχεία συνέχειας της ευρασιατικής στρατηγικής των ΗΠΑ.
- Ενθυμήσεις: «Ο εγκαταλειμμένος ναός... η πτώση της δημοκρατίας».
- Explaining the Rapid Rise of the Xenophobic Right in Contemporary Europe.
- From Nations to Provinces: The Demographic Collapse of Southern and Eastern Europe.
- Για τον γυάλινο πύργο'μικρά «ευρωπαϊκά» γ´. The Decline of Europe - Interview with Historian Walter Laqueur.
- Ευρώπη, Ρωσία και Ουκρανία - α´ και Βορειοανατολική Ασία, Κίνα και Ιαπωνία - α´.
- Εισαγωγή στα -στοιχειώδη- περί της ευρασιατικής στρατηγικής της Γερμανίας και γιατί η σύγκλιση θρέφει την σύγκρουση. Η εξομοίωση θα απομακρύνει την Κίνα από τις Η.Π.Α.
- How Western Is Germany? Russia Crisis Spurs Identity Conflict - και ορισμένες συμπληρωματικές αναφορές.
                                 ---------------------------------------------------------------


                                              .~`~.
ΙΙ
How Obama Is Driving Russia and China Together

American bluff and bombast toward Moscow has stoked Russian nationalism, convinced Putin we're weak, and fostered a dangerous realignment.
*
PRESIDENT BARACK Obama likes to say that America and the world have progressed beyond the unpleasantness of the nineteenth century and, for that matter, much of the rest of human history. He could not be more wrong. And as a result, he is well on the way to repeating some of history’s most dangerous mistakes.
Few would think to compare Obama to Russia’s last czar, Nicholas II. Nevertheless, Emperor Nicholas II, like President Obama, thought of himself as a man of peace. A dedicated arms controller, he often called for a rules-based international order and insisted that Russia wanted peace to focus on its domestic priorities. Of course, Obama’s philosophy of governance and world outlook differ profoundly from those of this long-dead autocrat. Yet there is one disturbing assumption they appear to share in foreign affairs: the idea that as long as you do not want a war, you can pursue daring policies without risking conflict or even war.
Consider Ukraine. In March, Obama said, “We are not going to be getting into a military excursion in Ukraine.” Nicholas II also declared that there would be no war between Russia and Japan on multiple occasions on the eve of their 1904–1905 conflict. How could there be a war if he did not want it, the czar said to his advisers, especially because he considered Japan far too small and weak to challenge the Russian Empire.
While Nicholas II genuinely did not want war, he assumed that Russia could get away with almost whatever it wanted to do in the Far East. At first, Japan reluctantly acquiesced to Russian advances—but Tokyo soon began to warn of serious consequences. Overruling his wise advisers, Finance Minister Sergei Witte and Foreign Minister Vladimir Lamsdorf, the czar decided to stay the course. He saw Japan’s concessions as evidence that the “Macacas,” as he derisively called the Japanese, would not dare to challenge a great European power. When they did, the result was humiliation and a devastating blow to Russia’s global standing.
From the outside, the Obama administration appears to be following a similar trajectory in its approach to Russia. Top officials seem to believe that short of using force, the United States can respond as it pleases to Moscow’s conduct in Ukraine without any real risks. At the same time, the administration has gone to great lengths to personalize the dispute by targeting Russian president Vladimir Putin’s associates and graphically describing Putin’s flaws and transgressions, including in State Department fact sheets. And even as it takes these measures, liberal hawks and neoconservatives are denouncing Obama as weak for not going further.
The weakness is there, but the bellicose stances that Obama’s critics espouse are unlikely to deter Moscow and might even do the opposite. So far, the United States has fundamentally miscalculated in dealing with Russia. By indulging in bluff and bombast, it has created the worst of all worlds. It has stoked Russian militant nationalism, convinced Putin that the United States is weak and indecisive, and exposed the divisions within the West. These difficulties will only be compounded if the Obama administration yields fully to the incessant scoldings of those in Washington who are eager to start Cold War II, regardless of whether they are really prepared to fight it.
Especially misleading is the sense that the Kremlin’s apparent steps back from the brink in late May are due to the success of U.S. policy. The easiest invasion to prevent is one that was never really intended; much evidence indicates that Putin well understood the great costs of a large-scale intervention in Ukraine and likely sought leverage rather than control, much less possession. But if U.S. policy makers and politicians decide that Washington and Brussels can return to business as usual by encouraging newly elected Ukrainian president Petro Poroshenko to bring his country into NATO, dismiss Moscow’s concerns, and crush opposition in eastern and southern Ukraine, Putin’s resolve could grow, as it did in the case of Crimea.
Moreover, efforts to isolate and punish Moscow will push it into seeking closer ties with China. Supplying Ukraine or the Baltics with a blank check would only encourage the kind of behavior that may cost them dearly if Russia disregards NATO’s red lines. The appropriate response to Russia is to consider how we can convince it to choose restraint and, when possible, cooperation. Such an approach must be based on an analytical assessment of how Russia defines its interests and objectives rather than the way American policy makers would define them in Moscow’s shoes. It will also require a combination of credible displays of force that appear distasteful to Obama and credible diplomacy that looks distasteful to his critics.
In the Ukraine crisis, Obama should have kept all options open rather than publicly renouncing a military response or even meaningful military aid. And that possibility would have had to be communicated to Putin quietly but clearly, including through significant troop movements, as Richard Nixon and Henry Kissinger did during the 1973 Yom Kippur War. America’s obligation to protect its allies includes a responsibility to avoid exposing them to unnecessary danger with actions that may tempt Russian leaders to demonstrate their toughness without deterring them in any real sense—a posture that could force the United States and NATO to choose between war and humiliation. An arrangement that can bring lasting results would require tact and diplomacy, vision and strength—all qualities that have been conspicuously lacking in the Obama administration.
Obama’s impulse to personalize the dispute suggests that he has been personally offended by Putin. No doubt Russia’s president has a unique background and macho style that make it easy to portray him as the devil incarnate, particularly in Western media outlets that prize simple narratives over complex storytelling or analysis. What’s more, his political practices inside Russia are increasingly authoritarian and contemptuous of dissent. Though Putin publicly emphasizes the rule of law and campaigns against corruption, those close to him operate with virtual impunity, which encourages lower-level bureaucrats to ignore the Kremlin’s demands to stop corrupt behavior. Perhaps ironically, Putin’s general success in taming the oligarchs’ political ambitions has in practice further empowered the bureaucracy at the expense of civil society; the oligarchic media empires of the 1990s were far from objective, but did serve as a check on officials at all levels. The State Duma is dominated by the ruling United Russia party and all factions defer to the president on key issues.
Internationally, the Russian government frequently pressures its neighbors to play by Moscow’s rules and does not hesitate to use energy exports as a political weapon. In Ukraine, Putin retracted his own misleading initial denials of a major Russian military role in Crimea. The Kremlin’s demands that Kiev’s interim government avoid using force against armed rebels because no country should employ the military against its own people rang hollow after Russia’s support for Bashar al-Assad’s brutal rule in Syria—not to mention Moscow’s own wars in Chechnya. Of course, the Obama administration, too, does not suffer from excessive consistency, first demanding that Ukraine’s Viktor Yanukovych refrain from using force against protesters and then voicing support as the new Kiev government did exactly that.
But whatever one makes of Putin’s KGB background and his leadership style, it takes two to tango. And thus it is impossible to set aside Obama’s own origins as a civil-rights activist and community organizer whose passion animates an ends-justify-the-means attitude toward bending and exploiting the rules both domestically and internationally, as seen in the recent agreement for the release of Taliban captive Bowe Bergdahl. Unlike Ronald Reagan—another moralist president—Obama does not appear truly occupied with international affairs, which seem like an unwelcome distraction from his transformative domestic agenda. He is thus disengaged and uninterested in understanding the other side. When combined with three other contrasts with the Reagan administration—a weak foreign-policy team, defense cuts and reluctance to use force—this produces a pushy but casual and weak moralism. Obama appears to dismiss Chinese and Russian interests because their undemocratic governments by definition make their interests less legitimate, while he simultaneously looks reluctant to do what is necessary to implement his numerous red lines. As a result, rivals like Russia and China are more offended than deterred. At the same time, allies and friends question Obama’s resolve after decisions like the administration’s announced withdrawal from Afghanistan no matter what happens there.

UNDERSTANDING THE Ukrainian crisis requires going beyond what is happening in that bitterly divided country to assess the complex politics of the post-Soviet region and the conflicting impulses on both sides. What worries the United States, the European Union, and their allies and friends is the question of, as the Economist put it, in its typically eloquent but superficial way, “Where is Globocop?” How will America’s inability to impose its will on a defiant Russia affect the West’s credibility in upholding the world order? During the Cold War, the United States was expected and able to protect NATO members and other key allies such as Japan, Israel and Saudi Arabia. Still, the realities of the rival Soviet bloc created objective constraints on how far Washington policy makers were prepared to go and enforced intellectual discipline in their decision making. During the post–Cold War years, the United States and its allies gradually concluded that they could act as masters of the world without meaningful opposition from another great power. They reached this view by trial and error, starting with the fully justified and remarkably easy Gulf War and continuing with (for America and NATO) bloodless victories in the Balkans and later setbacks in Iraq and Afghanistan. Since no other great power sought crises in the latter two countries, neither of these disappointments became an outright defeat like what transpired in Vietnam—though they have fueled a new reluctance to use military power among President Obama and many Americans across the political spectrum.
America’s professional military force—and NATO allies’ willingness to stand tall behind a U.S. shield without spending much on their own capabilities—facilitated this new conventional wisdom. Washington and Brussels forged themselves into a new “international community” that felt entitled and able to act on behalf of all humanity without special effort to assess humanity’s preferences in advance or reactions afterward. The expansion of NATO and the European Union to include especially pro-American and anti-Russian new members from the former Soviet bloc contributed to a spirit of transatlantic solidarity and missionary zeal unprecedented since the immediate post–World War II period. But unlike the transatlanticism of the 1940s and 1950s, this version came with a sense of entitlement and impunity founded on the unexpectedly easy victory by forfeit in the Cold War and the apparent absence of a serious geopolitical rival.
In reality, of course, precisely as this mind-set took firm hold among American and European elites, the world was changing. For much of this period, Beijing was generally willing to acquiesce to U.S. and European international conduct. Over time, however, China began to establish itself as an emerging great power and to act accordingly. Chinese leaders share many of their Russian counterparts’ reservations about assertive Western global hegemony and democracy promotion, and they have become increasingly comfortable acting on them—including in concert with Moscow, as was most clear in the UN Security Council deliberations over Syria.
At the same time, Russia recovered from its post-Soviet collapse and the disastrous, radical economic reforms of the 1990s to become a resurgent power. While Russia is still primarily a regional power, its size and geography make that region a very substantial one. Moreover, the asymmetries between Russia and most of its neighbors make it a power they ignore at their peril. Finally, Russia’s modernized strategic nuclear forces gave Putin and his colleagues the sense that no one would dare to treat Russia like Yugoslavia or Iraq.
Russia’s annexation of Crimea and its threat to the rest of Ukraine thus challenged two decades of experience. Moscow’s new assertiveness triggered memories of the Cold War and prompted righteous indignation in the United States and Europe, where many reacted angrily to the idea that a former KGB officer and his lieutenants could threaten their self-evidently virtuous liberal world order. Moscow had a different perspective, of course, born of escalating resentment of the way in which the West defined and enforced the rules, perhaps most notably in NATO’s interventions in Bosnia and Kosovo and the West’s support for Kosovo’s independence. Notwithstanding Polish foreign minister Radoslaw Sikorski’s statement that Russia’s annexation of Crimea was the first time since World War II that someone “has taken a province by force from another European country,” the first occasion was actually NATO’s removal of Kosovo from then-democratic Serbia, despite a UN Security Council resolution and eight years as a NATO protectorate that removed any humanitarian threat to the Kosovars. Because of events like this, Kremlin officials increasingly saw U.S. and European proclamations about international law through the lens of the enduring Russian proverb that rules are for servants, not masters. At the same time, they were angered that after assurances that NATO enlargement would make Russia more secure, the alliance’s new members seemed to make NATO only more hostile toward Russia. After several years of rapid economic growth and increases in military spending, Moscow saw itself as a master capable of enforcing its will—at least along its own frontiers.
Meanwhile, focused on domestic politics and entranced by post–Cold War triumphalism, America’s political elites worked assertively to short-circuit debate and to marginalize anyone who questioned their international assumptions. The end result was a foreign policy in which, as George F. Kennan described it, “a given statement or action will be rated as a triumph in Washington if it is applauded at home in those particular domestic circles at which it is aimed, even if it is quite ineffective or even self-defeating in its external effects.” Publics in America—and Europe—were also proud of their international successes and were thus prepared to accept their governments’ activism so long as it worked and so long as continued prosperity made it cheap. Now, however, they are much less willing to support interventionist policies, meaning that out-of-touch elites will likely lack the political support to finish what they might succeed in starting.

WHAT THE triumphalists failed, and continue to fail, to recognize is how little is truly new in world politics. This is not the first time that a dominant alliance has claimed exceptional virtue and exceptional prerogatives. Quite the contrary. During the early nineteenth century, for example, the Holy Alliance made some of the same arguments in outlining its obligations to protect the kings and princes of Europe. Claiming divine virtue and superior political systems, its proponents acted with no less moral conviction or entitlement than today’s Western democracy promoters.
Of course, the combination of human nature and democratic politics virtually assures that while promoting universal values, powerful nations and alliances also take care of their interests—and see their opponents’ interests and perspectives as inherently inferior. In fact, in proclaiming a unipolar world and making himself a global democracy enforcer, former president George W. Bush briefly went even further than Russia’s Czar Nicholas I, who won fame as the “gendarme of Europe” for making the Continent safe for autocracy.
Statesmen like Otto von Bismarck and Benjamin Disraeli ruthlessly advanced what they saw as their nations’ true interests while coldly appraising their rivals’ aims and views. As the German author Emil Ludwig wrote, what most repelled the Iron Chancellor in dealing with Russia was “that country’s bold claim to equality of right—a claim he has never been able to endure, whether in politics, family life, or ministerial councils.” Despite this, Bismarck understood that Russia was a major factor in European politics and one that Prussia’s kings had to live with—and could even find useful to advance their core interests, including in unifying Germany. Today’s Western leaders, however, are more preoccupied with short-term political fortunes than strategic national interests.
Nowhere is this clearer than in America’s relations with Russia. The swing from euphoria over the fall of the Berlin Wall to noisy calls for a new cold war provides a sobering reminder of the superficiality of American analysis of Russia’s motives and goals. Instead of responding emotionally to Russian actions, the United States should adopt a more calculating approach toward Moscow. One fundamental mistake that those thirsting for a cold war are making is to assume that Putin has a grand master plan for re-creating the Soviet empire. Putin’s long-term desire to enhance Russia’s power and influence is clear—and he has not hesitated to act on it in the current crisis over Ukraine. Yet, he has also sought partnership with the West at times and clearly hopes—correctly or incorrectly— that Russia’s annexation of Crimea does not foreclose future engagement.
Indeed, looked at from a historical perspective, Moscow’s conduct does not suggest a crusade to rebuild the Soviet Union. Yes, Putin has said that he considers the collapse of the USSR to be a terrible tragedy, and he clearly seeks a greater political, security and economic role for his country in the post-Soviet region. But consider this: until the crisis in Ukraine, Moscow used force against a neighboring state only one time, in 2008, after Georgian president Mikheil Saakashvili first ordered attacks on Russian peacekeepers in South Ossetia. Before that, Abkhazia and South Ossetia had been largely under de facto Russian control for years. Despite the fact that both are contiguous to Russia’s territory and reliant on Russian subsidies to survive economically, the Kremlin did not choose to integrate them into Russia.
Then there is Ukraine. Russia’s annexation of Crimea was not predetermined and resulted from a complex and multidimensional process. There is no evidence that Putin would have tried to take over Crimea without the combination of humiliating defeat and political opportunity that Obama and his EU associates presented to him after their Ukrainian political protégés drove former president Viktor Yanukovych from office without quite following the parliamentary procedures required to impeach him under the country’s constitution. The result was regime change, which is not a rules-based policy, especially when it assertively extends the West’s—let’s be honest about it—sphere of influence to the single most strategically, economically, historically and emotionally significant area on Russia’s borders. After contributing to the Crimean fiasco, it is little wonder the president sounds so defensive.

IF THE United States and the European Union want to prevent Putin from taking further action, they must be clear-eyed about the policies that can produce results at an acceptable cost. Targeted sanctions against Putin’s inner circle and other Russian officials and politicians—some of whom appear to have been sanctioned for reasons unrelated to Ukraine—will not change Russian policy. Their impact is too limited, and, unlike their counterparts in Ukraine, Russian tycoons do not have political influence or control members of the legislature. Moreover, Putin can compensate them for any losses even as his security apparatus watches them for signs of weakness under foreign pressure.
Further U.S. and EU sanctions could have a severe impact on Russia’s economy. However, Americans should understand that both Kremlin officials and Russia’s citizens would see crippling “sectoral” sanctions against Russia’s financial institutions or energy companies as acts of economic warfare. Such sanctions would not only impose costs on our own side—particularly the Europeans, and Germany most of all—but also encourage the Russian government to treat the United States and its allies as enemies rather than superiors. History provides scant evidence to suggest that Moscow would change course; far-reaching sanctions have not changed policy in Cuba, North Korea or Iran. Likewise, the U.S. oil embargo targeted against Japan before World War II did not contain the crisis—it accelerated it. Putin is supported by a political consensus that submission is no longer a sustainable foreign-policy option.
Moreover, when one hears U.S. officials and members of Congress declare that sanctions have brought Iran to its knees, it is hard to know whether to laugh or cry. Iran has not abandoned enrichment, stopped developing long-range missiles or ceased assistance to Syrian president Bashar al-Assad. Russia is economically much stronger than previous sanctions targets such as Iran, and as of this writing, some 86 percent of the population supports Putin, at least for now, and many on the Internet claim that if anything, Putin is the accommodationist.
Launching economic war against Russia would mean entering uncharted territory. Moscow would have no shortage of options, and many are already under discussion publicly and privately. First, Russia might start cooperating with anti-Western movements from Afghanistan to the Middle East, Africa and Latin America. The list of such governments and groups interested in Russian assistance would be long and imposing. According to Mikhail Gorbachev’s adviser Alexander Yakovlev, when the U.S.-Soviet relationship reached a crisis level in 1983–1984, former Soviet leader Yuri Andropov ordered considerable expansion of the USSR’s support for terrorism, something that contributed to the dramatic hostage takings in Lebanon.
Among plausible recipients of Russia’s sophisticated weapons might be Iran, which is currently suing Russia for failing to fulfill its obligation to supply S-300 antiaircraft missiles. Russia suspended delivery of these weapons at the urging of the Israeli government, which it considers friendly. If it chose, however, Moscow could bypass the more moderate government of Hassan Rouhani and offer expedited delivery of the S-300 systems, or the more advanced S-400, directly to Supreme Leader Ali Khamenei. Israel might want to attack Iran’s nuclear installations before the missiles arrived—something that could trigger a war in the Gulf, attacks on American targets, oil and gas supply disruptions, and huge increases in energy prices. Russian officials may expect that this would improve the Kremlin’s bargaining position vis-à-vis the West, especially Europe. Avoiding concessions to Moscow might mean making them to Tehran, possibly at Israel’s expense. Which is less palatable?
The Obama administration should also be much more careful about its message to Ukraine’s government. Visible U.S. support is important, but Washington must avoid providing officials in Kiev with the same false sense of support that facilitated Saakashvili’s ruinous confrontation with Moscow.
An escalating dispute in Ukraine could not but affect already-struggling European economies. Investor confidence could become especially shaky in the Baltic states, where Moscow could exploit any economic slowdown to mobilize significant and poorly integrated ethnic Russian communities in Estonia and Latvia to destabilize governments. Latvia’s capital, Riga, already has an ethnic Russian elected mayor who openly favors a closer relationship with Moscow.
Some will argue that Moscow would not risk this with NATO members. But notwithstanding President Obama’s references to Russia’s weakness, Russia has an impressive superiority in conventional forces vis-à-vis Ukraine and in Central Europe and a roughly ten-to-one superiority in tactical nuclear weapons, of which it has an estimated two thousand, compared to about two hundred deployed in Europe for the United States. Russian military planners consider tactical nuclear weapons an important component in the overall balance of forces and are preparing integrated war plans that include nuclear options. Even more dangerous, Russian generals might assume that NATO would recognize this imbalance and would therefore not dare to escalate.
Finally, while Russia may have limited options to impose direct economic harm on the United States, Americans should recognize that attempting to use U.S. dominance in the international financial system as an instrument against another major power will encourage not only Moscow but also other nations to see the American-centered global financial system as a threat. This could put new momentum behind existing efforts to weaken America’s international financial role and might even prompt some to seek to undermine the global financial system as we know it today. Since that system is a key source of U.S. strength and prosperity, Obama administration officials should think twice before weaponizing international finance. New reports suggest that Russian companies are already exploring nondollar settlements with Chinese firms; even if modest, this could open a Pandora’s box.

THESE OMINOUS possibilities are far from inevitable. Putin and his associates would have to consider huge potential costs to Russia—and to their personal fates—before upping the ante with NATO. Nevertheless, these dire scenarios are not fantasy. What is remarkable is that few in the U.S. executive branch or Congress are paying the slightest attention.
It is not merely intellectually inconsistent but also peculiar that the same officials and commentators who view Putin as an evil genius also expect him to accept Western punishment with a combination of easily dismissed bluster and toothless symmetrical action. Likewise, it may be politically convenient to ignore the very real possibility of Russia drawing closer to China, but it is strategically reckless. By any logical criteria, American leaders should see China rather than Russia as their greatest challenge.
China is both more central to the world economy and more integrated into the world economy than Russia. Despite its assertive conduct, Beijing is not seeking conflict with the United States. Like Russia’s leaders, however, Chinese officials see Washington as bent on containment and a potentially dangerous democracy-promotion policy. This is an important confluence of interests between China and Russia that U.S. leaders must consider. The post–Cold War world is over and a new world is emerging.
Of course, there are big differences in interests between Russia and China—and each has enduring grievances against the other. No less important, China’s nominal GDP is roughly four times the size of Russia’s, and it is much more connected to the U.S. economy. Thus, under normal circumstances, Beijing and Moscow feel that they need Washington, particularly when it acts in concert with Brussels, more than they need each other. But are today’s circumstances still normal? If both governments believe they face dangerous pressure, each may see the other as a natural partner in balancing against the West. New public U.S. cyberespionage charges against Beijing may further sway China toward Moscow.
While China abstained from voting on the resolutions concerning Crimea in the UN Security Council and the UN General Assembly, it was still pretty clear where Beijing’s sympathies rested. China is reluctant to support Russian positions openly, especially in view of its own separatism concerns. Despite this, China does not approve at all of the way the United States and the European Union have handled the Ukraine situation. The Ukraine crisis will push Russia and China closer, but exactly how much closer depends on U.S. and EU policies. At a minimum, they have much that unites them, including difficulties with their immediate neighbors, each of which are supported by the United States. Putin and Chinese president Xi Jinping signed a major natural-gas agreement as well as an unreported foreign-policy coordination agreement during their May 2014 meeting; though neither may live up to Moscow’s hopes, U.S. and European officials will take grave risks if they ignore or minimize the Sino-Russian relationship. From time immemorial, efforts to isolate a major power without defeating it have generally led to international realignments and new alliances—and whatever Obama may think, the present century is unlikely to differ from the previous five millennia of recorded history. A contest between two revisionist coalitions—the hegemonic West and a rising China–resurgent Russia alignment—could be explosive.
In this context, it is useful to remember how Bismarck won an informal alliance with Russia by supporting Czar Alexander II against England and particularly France during an 1863 rebellion in Poland. Alexander II warned Napoleon III that continued French support for the insurrection would force him to abandon his alliance with France. Facing public pressure, Napoleon III ignored this warning. Seven years later, Prussia crushed France, Napoleon III lost power and a unified Germany was born—in no small part because Bismarck persuaded Alexander II to remain on the sidelines. China may not have a Bismarck, but Beijing could become increasingly bold in pursuing its geopolitical ambitions with tacit Russian support.

BY ALL appearances, Putin does not want (with or without Western sanctions) to invade Ukraine and accept the enormous costs of absorbing all or part of it even if some rhetoric clearly could be viewed as a threat to Kiev and encouragement to pro-Russian elements. Since the United States and European Union are likewise unprepared to fight to reverse the annexation of Crimea, the current standoff may remain under control for the time being. What we need to understand, however, is that Ukraine is today’s equivalent of both the Balkans and the Middle East of the Sykes-Picot era—an artificially divided land, assembled by Soviet Communist leaders on the basis of arbitrary borders. It includes people who speak different languages, have different religions, belong to different cultures and even civilizations, and have rather different aspirations.
The combination of contrasting historical narratives and an explosive political and demographic mix in Ukraine requires a lasting solution. This should include a unified federal Ukraine with meaningful autonomy for its regions and the right to select its own direction, though Kiev would not be able to enter NATO in the foreseeable future. With a modicum of goodwill and common sense, plus a genuine desire on all sides for a mutually acceptable solution, this is almost certainly within reach. The alternative is for Ukraine to lurch from one crisis to the next, never quite knowing exactly which specific event might trigger a full-scale confrontation between NATO and Russia in which military leaders on both sides would demand immediate and drastic measures to avoid being hit first.
One more look at the past is thus in order: Europeans were relieved when Austria’s 1908 annexation of Bosnia did not lead to war because Russia was still weak after its disastrous conflict with Japan and chose to retreat. New crises flared up in the Balkans over the next few years, but ended without general conflagration. Unfortunately, the brief periods between crises were misleading pauses in an ongoing struggle rather than times of peace. Like today, the forces at work extended far beyond the narrow disputes that erupted in the Balkans and elsewhere and few connected the dots—including to the second Morocco crisis in 1911, when Russia opted to support France after Paris promised loans that Berlin refused. As before World War I, there is much more than one point of friction that could produce a devastating conflict.
This drawn-out prelude to war gave Russia an opportunity to strengthen its military and build an alliance with its traditional nemesis, England. By the time of Austrian archduke Franz Ferdinand’s assassination in June 1914, the Russian Empire was prepared to stand its ground. The assassination was the catalyst for war, not the cause.
To the last moment, Nicholas II and Germany’s Kaiser Wilhelm each thought that he could avoid war. When that moment came, however, Helmuth von Moltke, chief of Germany’s General Staff, persuaded the kaiser that Berlin had no choice but to order full and immediate mobilization—something Graham Allison recently described in The National Interest. Meanwhile, Russia’s military leaders persuaded a reluctant Nicholas II to take a similar decision, as otherwise the Germans—with their superior railroad network—could mobilize and attack first. As they say, the rest is history.

Dimitri K. Simes
Πηγή
The National Interest

---------------------------------------------------------------
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Ρωσία 2020. Δεύτερος γύρος. Σχέδια επί χάρτου της ατλαντικής θαλάσσιας δύναμης και ένα ευρασιατικό παράρτημα.
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση.
- Ευρώπη, Ρωσία και Ουκρανία - α´ και Βορειοανατολική Ασία, Κίνα και Ιαπωνία - α´.
- Εισαγωγή στα -στοιχειώδη- περί της ευρασιατικής στρατηγικής της Γερμανίας και γιατί η σύγκλιση θρέφει την σύγκρουση. Η εξομοίωση θα απομακρύνει την Κίνα από τις Η.Π.Α.
- Σκέψεις, ενδεχόμενα και προσεγγίσεις, με αφορμή τις εξελίξεις στην Ουκρανία, για την «Ευρώπη», τη «Δύση» και τη Ρωσία.
- How Western Is Germany? Russia Crisis Spurs Identity Conflict - και ορισμένες συμπληρωματικές αναφορές.
- Με αφορμή την Ουκρανία. Μια σύντομη εισαγωγική αναφορά στις «διχασμένες χώρες».
- Μια σύντομη -«προφητική» δήθεν- αναφορά για την Ουκρανία και την Κριμαία.
- Ukraine Moving Forward with Dr. Zbigniew Brzezinski.
- Δύο βίντεο για την Ουκρανία και τρεις δυνητικές απειλές για την πρωτοκαθεδρία του κυρίαρχου.
- Debate: Western liberal democracy would be wrong for China.
- When China Rules the World: the End of the Western World and the Birth of a New Global Order.
- Η γερμανική «ιδιαίτερη πορεία» και οι γερμανικές προοπτικές.
- Ένας αιώνας μετά την έναρξη του Α'Παγκοσμίου Πολέμου. Γερμανία (1862-1945). Στόχοι και αντίπαλοι. Το γερμανικό ιστορικό επέκτασης.
- Μια ομιλία και δύο άρθρα για τα ΡωσοΟυκρανικά, διανθισμένα από ορισμένες κονδυλικές -και άλλες- επισημάνσεις.
- Τρία κείμενα με αφορμή τα ρωσοκριμαϊκά. Why Crimea Matters to America and Asia, Obama vs. Putin: The mismatch και Η Κριμαία και η... εκδίκηση της γεωγραφίας.
- Ρωσογερμανικά.
- Ρωσία.
- Για το «γερμανικό ζήτημα».
                                          ---------------------------------------------------------------

     
07/19/14--01:36: 
                            Πέντε σύντομες αναφορές για την Κύπρο 
                     & ένα κείμενο για τις ρευστές διεθνείς ισορροπίες.

                                         ..~`~.
                                       Κύπρος
I

Είναι προφανές ότι ο ρόλος της Ελλάδος [σώθηκες] στην προσπάθεια εξομαλυνσης των ιρανο-ισραηλινών σχέσεων αλλά και στην αντίστοιχη προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων Χαμας-Φατάχ-Ισραήλ, όπως και Χεζμπολάχ-Ισραήλ, μπορεί να είναι σημαντικότατος και άκρως εποικοδομητικός. 
Αν η χώρα μας κρατηθεί στο περιθώριο των συγκλονιστικών αυτών εξελίξεων που προαλείφονται, το τίμημα θα είναι να αφήσει όλο τον, δικαιωματικά, δικό της ζωτικό χώρο κινήσεων και στρατηγικών ελιγμών στις λοιπές ανταγωνιστικές δυνάμεις της Μεσογείου. 
Και δεν είναι προφανές τότε ότι αυτό θα ωφελήσει την ολιγωρούσα Αθήνα.
 Η ζητούμενη, όμως, ελληνική διπλωματική εμπλοκή απαιτεί υψηλής ευθύνης και αντιστοίχου ποιότητος σχεδιασμό από τα ελληνικά Υπουργεία Εξωτερικών, Πολιτισμού και Άμυνας, όπως και ενεργοποίηση των παρ'αυτών θηλαζουσών -και κατ'εξοχήν παραμελημένων και εκφυλισθεισών- «δεξαμενών σκέψεως». 
Σχεδιασμό, ο οποίος απαιτεί την επιστράτευση του επίσης υψηλότερου επιπέδου ακαδημαϊκού-ερευνητικού, διπλωματικού και δημοσιογραφικού δυναμικού της χώρας και όχι τη συνειδητή περιθωριοποίησή του, όπως συμβαίνει κατ'εξακολούθηση στον τόπο τούτο...
Η σημασία των ανωτέρω λεχθέντων για την ελληνική πλευρά είναι ότι οποιαδήποτε μείζων απόφαση περι επιλύσεως του Κυπριακού -συμβατή με τα συμφέροντα επιβιώσεως του Ελληνισμού- δεν επιτρέπεται να ληφθεί επ'ουδενί και για κανένα λόγο πριν από την εμπέδωση της Ειρήνης, της Σταθερότητος και της Δημοκρατίας στο Ιράκ. 
Και αυτό, διότι η ποιοτική αλλαγή του καθεστώτος της Βαγδάτης, την οποία επέφερε η αγγλοσαξονική στρατιωτική επέμβαση, αναμένεται να προκαλέσει νέες ισορροπίες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις τις οποίες το Ισραήλθεωρεί απαραίτητες για την εδραίωση της ασφάλειάς του. 
Η εξέλιξη αυτή θα δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα ασφάλειας στο Τελ Αβίβ, ώστε να αχθεί το τελευταίο σε θετικότερη στάση αναφορικά με την ποιότητα λύσεως του κυπριακού ζητήματος, προς όφελος και των δύο κοινοτήτων και όχι ετεροβαρώς, δηλαδή υπέρ της τουρκικής και μόνον πλευράς, όπως συμβαίνει σήμερα. 
Όσο όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, οι «κυρίαρχες» βρετανικές βάσεις στην Κύπρο και η προσπάθεια διχοτομήσεως της νήσου, η οποία είναι εμφανής, θα εμφανίζονται ως τα μόνα εχέγγυα για τη νατοϊκή επιρροή στον τομέα της ασφαλείας στο γεωπολιτικό σύμπλοκο της Νοτιοανατολικής Μεσογείού.
Και αυτό μόνο ένα αποτέλεσμα μπορεί να έχει: τη διχοτόμηση της μαρτυρικής μεγαλονήσου. Ας το αντιληφθούμε...

II

Η αγγλοσαξονική στρατηγική όπως αναπτύχθηκε από την Ουάσιγκτον μετά τον Β'Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσεται σε μια γεωπολιτική αντίληψη ελέγχου της Ευρασιαςπου ξεκινά βέβαια απο τις ΗΠΑ και περνα απο τη Δυτική Ευρώπη, με κυριο εταιρο τη Βρετανια, και καταληγει στην Ιαπωνία. Στο πλαισιο αυτό δημιουργείται και το γεωπολιτικο υποσύστημα της Ανατολικής Μεσογείουμε κύριο στρατηγικό εταίρο την Τουρκία.
 Εδώ ακριβώς δημιουργούνται διάφορες ισορροπίες δυναμεων, οι οποίες επηρεαζουν αμεσα και τη λυση του Κυπριακού και από τις οποίες η Ελλάδα δείχνει να είναι απούσα. 
Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε πως η ηγεμονικη πολιτικη της Ουάσιγκτον, ειδικα μετα την καταρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αποβλέπει στο να αποτρέψει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού πόλου που ενδεχομένως θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη Ρωσίαή ακόμη και να την ενσωματώσει σε αυτό τον ευρωπαϊκό πόλο.
 Θα υπήρχε επομένως ο κίνδυνος δημιουργίας ενός ευρασιατικού πόλου, κάτι που η Ουάσιγκτον θέλει να εμποδίσει με κάθε τρόπο.
 Είναι γνωστό πως για το σκοπό αυτόν η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη Βρετανία ως δούρειο ίππο εντός της ΕΕ καθώς και κάποιες από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. 
Ελλάδα και Κύπρος έχουν κάθε λόγο να συνταχθούν με τις χώρες εκείνες της ΕΕ, κατά κύριο λόγο με τον γαλλογερμανικό άξονα, οι οποίες θέτουν, έστω και χαλαρά, υπό αμφισβήτηση τον μονοπολικό αγγλοσαξονικό ηγεμονισμό. Δεδομένης της σημασίας της Ανατολικής Μεσογείου ως κομβικού σημείου για τις εμπορικές οδούς μεταφοράς ενέργειας, αλλά και ασφάλειας, του γεωπολιτικού χώρου που ξεκινά από τον Καύκασο και την Κασπία και φτάνει στον Περσικό Κόλπο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει έναν σοβαρό ρόλο στην ευρωμεσογειακή συνεργασία. 
Με άλλα λόγια, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός επιτρέπει στην Κύπρο να ανατρέψει, τουλάχιστον εν μέρει, τις ισορροπίες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή του 1974, ισορροπίες που ευνοούν την Άγκυρα και στηρίζονται από τον αγγλο-αμερικανικό παράγοντα.
Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να αγνοεί πως τα διάφορα γεωοικονομικά και γεωστρατηγικά παχνίδια διασυνδέονται σήμερα με τη παγκοσμιοποίηση και την προσπαθεια του καπιταλιστικού συστήματος να παραμείνει η μοναδική παράμετρος, και μάλιστα σε νεοφιλελεύθερη εκδοχή της οικονομίας και της πολιτικής. 
Η γεωπολιτική είναι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε διασυνδεδεμένη με τα τεράστια συμφεροντα των πολυεθνικών.
Είναι επίσης απορίας άξιον πως με διάφορα προσχήματα δεν έχει τεθεί ποτε σοβαρά θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο. 
Ούτε και εξασφαλίστηκαν οποιαδήποτε ανταλλάγματα για τις τόσες σοβαρές διευκολύνσεις που δόθηκαν και δίνονται στούς Αμερικανούς από την κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατια. 
Η ανακίνηση του θέματος των βρετανικών βάσεων θα μπορουσε να αποτελέσει στα χέρια της Λευκωσίας έναν μοχλό πίεσης σε αντίθεση με όσα κατά καιρούς υποστηρίζονται'ότι δηλαδή είναι αχρείαστο ένα άλλο μέτωπο στο Κυπριακό, όταν μάλιστα είναι γνωστές διαχρονικά οι δυσμενείς βρετανικές θέσεις για τα κυπριακά και τα ελληνικά συμφέροντα.
Συμπερασματικά, είναι καιρός να επωφεληθεί η ίδια η Κύπρος από τη γεωπολιτική σημασία που της δίνει η γεωγραφική της θέση και να αποκτήσει τα σημαντικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτήν. 
Είναι καιρός να επωφεληθούν οι ίδιοι οι Κύπριοι από αυτήν τη γεωπολιτική σημασία του νησιού τούς, αντί να είναι θύματά της. οι δυνατότητες υπάρχουν. 
Ιδιαίτερα σήμερα, με την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, η γεωπολιτική παράμετρος αποτελει εναν μοχλό πίεσης για τη λύση του Κυπριακού στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και των δημοκρατικών αρχών.

III

Η ΕΕ, η οποία ασφαλώς διαγιγνώσκει τον σημαντικό γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου, αξιοποιήσιμο για μεσανατολική διείσδυση, αδρανεί με βάση την έντονη επίδραση που δέχεται από τις ΗΠΑ.
 Όμως η ΕΕέχει ανάγκη τη δική της αποτελεσματική πολιτική σε μια περιοχή που είναι για την ίδια νευραλγική, για λόγους ενεργειακής προμήθειας αλλά και εμπλοκής στο ευρύτερο μεσανατολικό γίγνεσθαι. 
Αποτύχαμε να ενεργοποιήσουμε επαρκώς αυτή τη διάσταση. 
Όπως επίσης αποτύχαμε να καταδείξουμε την καταλυτική επίδραση που μπορούσαμε να έχουμε στο μεσανατολικό γίγνεσθαι, και λόγω της γεωστρατηγικής μας σημασίας και λόγω παραδοσιακών σχέσεων με τις χώρες της περιοχής, που χαιρέτισαν την παρουσία μας στην ΕΕ προσβλέποντας σε μια γέφυρα επαφής με την ΕΕ.
Η γεωστρατηγική σημασία μιας χώρας μπορεί να αποβεί αρνητικός παράγοντας, αν η χώρα δεν αξιοποιήσει αυτή τη σημασία με θετική πολιτική. 
Αντί αντικειμένου, να μετατραπούμε σε υποκείμενο και να αξιοποιήσουμε προς όφελος των εθνικών μας συμφερόντων αυτή τη διάσταση.
Η κατοχή ή ντε φάκτο διχοτόμηση, οι απειλές για αναβάθμιση του δορυφορικού κατοχικού καθεστώτος στοχεύουν στον αφοπλισμό μας. 
Όμως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια αντίστροφη μέτρηση. 
Αξιοποίηση της γεωστρατηγικής μας θέσης, ιδιαίτερα μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, που μπορεί να είναι ευνοϊκός για την ΕΕ με μια Κύπρο ουσιαστικά ανεξάρτητη, με ενότητα χώρου και κράτους. 
Οι ΗΠΑ να αντιληφθούν ότι οι θεωρίες Κίσσιντζερ είναι παρωχημένες'ότι αξιοποίηση επιτυγχάνεται με σωστές σχέσεις και όχι σε συνθήκες ανωμαλίας που εμπερικλείουν σωρεία κινδύνων. 
Η γεωστρατηγική μας σημασία να αποβεί όπλο αναγνώρισης των δικαίων μας, που είναι πλήρως εναρμονισμένα όχι μόνο με το δίκαιο αλλά και με τα ευρύτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Η Ρωσίαείναι φυσικό να αντιτίθεται σε ξένη κηδεμόνευση μιας περιοχής την οποία θεωρεί συνδεδεμένη και με τις δικές της εθνικές προοπτικές. 
Μια πράγματι ανεξάρτητη Κύπρος -έστω μέσα στα πλαίσια της ΕΕ- συμβαδίζει με τις ρωσικές προοπτικές για μια ανοικτή περιοχή.
Δεν βαδίζούμε σε ολομέτωπες συγκρούσεις, αλλά σε συμβιβασμούς χωρίς αποφυγή αντιπαραθέσεων. Είναι αδύνατο το θέμα να εξαντληθεί με την κατάθεση μερικών αδρών διαπιστώσεων. 
Θα καταλήξω με την επανάληψη ότι επιβάλλεται να μετατρέψουμε τη γεωστρατηγική μας σημασία από πρόκληση κινδύνων σε θετικό παράγοντα στον συνεχιζόμενο αγώνα μας.

IV
Δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε υπερβολές, αρκεί ρεαλιστικά να παραδεχθούμε ότι η οιονεί λογική της μικρής και αδύνατης Ελλάδας και Κύπρου είναι σε κρατικό επίπεδο έκφραση της σύγχρονης μορφής εθελοδουλείας.
Η πικρή αλήθεια οφείλει να λέγεται, όπως και το έκανε το 1976 ο Ελληνοαμερικανός Ρόι Μακρίδης, όταν σημείωνε ότι: 
«Ελλάδα και Έλληνες πρέπει να εγκαταλείψουν το προαιώνιο σύμπλεγμα της εξαρτήσεώς τους από τη μια ή την άλλη δύναμη. Πρέπει να μάθούν πώς να συμβιούν με πολλά άλυτα, κάθε φορά προβλήματα, από τα οποία ένα είναι και η Τουρκία, όπως και με πολλές άλυτες πραγματικές καταστάσεις, από τις οποίες μια η αμερικανική επιρροή σ'αυτό το τμήμα του κόσμου. Και θα πρέπει ακόμα να προσπαθούν να τις αξιοποιήσουν προς το καλύτερο δυνατό όφελός τους».
Αυτό είναι ένα αποφασιστικό ζητούμενο με βάση την υπάρχουσα κατάσταση και τους υπάρχοντες συσχετισμούς και έχει κατά καιρούς ασκηθεί προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. 
Γιατί τα γεγονότα είναι σαν τις πρόκες αιχμηρά. 
Κάποιος έστειλε μια μεραρχία στην Κύπρο και κάποιος άλλος την γύρισε πίσω. 
Κάποιος πέταξε στο καλάθι των αχρήστων το τερατούργημα Ανάν και κάποιος άλλος ψάχνει τώρα στα σκουπίδια να το νεκραναστήσει.

V
Για την Ελλάδα και την Κύπρο η διατήρηση της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής ενότητας των δύο χωρών, καθώς και η προώθηση των εθνικών στρατηγικών ασφάλειάς τους στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ για την Ελλάδα και στην ΕΕγια τη Κύπρο, αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες αυτής της περιόδου. 
Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η υλοποίηση αυτών των στρατηγικών γίνεται μέσα σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. 
Ο σημαντικότερος συντελεστής αυτής της μεταβολής είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναμένεται να επιφέρει γεωπολιτικές ανακατατάξεις που είναι δύσκολο να συγκεκριμενοποιηθούν στην παρούσα φάση ανάπτυξης και διάχυσης της κρίσης.
Ένας δεύτερος συντελεστής αυτής της μεταβολής είναι η διαφαινόμενη επιστροφή του ΝΑΤΟ στα θέματα «σκληρής» ασφάλειας, η οποία θα εμπεριέχει ξανά το στοιχείο της εδαφοποίησης. 
Αυτή η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει στη διατύπωση μιας νέας νατοϊκής στρατηγικής αντίληψης, η οποία θα επηρεάσει τις τοπικές ισορροπίες δυνάμεων.
Ένας τρίτος συντελεστής αναμένεται να είναι η εκτεταμένη αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση, γεγονός που θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ένας τέταρτος συντελεστής θα είναι οι νέες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, οι οποίες, στο βαθμό όπου θα επικεντρωθούν στα προβλήματα με τη Ρωσία, το Ιράν, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, θα διαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο κίνησης για την Τουρκία. Αυτές οι κινήσεις της Τουρκίας και ο εν γένει στρατηγικός προσανατολισμός της θα επηρεάσουν άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο.
Ένας πέμπτος συντελεστής θα είναι οι εξελίξεις στην ΕΕ - συγκεκριμένα, το κατά πόσο η ΕΕ θα επηρεασθεί από την οικονομική κρίση και με ποιον τρόπο θα αναπαραχθεί η συνοχή της ευρωζώνης. Μπορούμε, όμως, να επισημάνουμε ότι ένα από τα μείζονα προβλήματα τα οποία έχει αναδείξει η οικονομική ύφεση είναι η επιβίωση ή όχι της ευρωζώνης με την υπάρχουσα μορφή της. 
Είναι προφανές ότι η οποιαδήποτε ενδεχόμενη αλλαγή στην ευρωζώνη, θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στις ευρωπαϊκές ισορροπίες που δεν θα είναι μόνο γεωοικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές. 
Αυτό που διαφαίνεται προς το παρόν είναι ότι οι μελλοντικές διευρύνσεις της ευρωζώνης απομακρύνονται χρονικά, λόγω των απωλειών που υφίστανται οι οικονομίες των προς ένταξη χωρών λόγω της οικονομικής ύφεσης. 
Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποίησης των κριτηρίων του Μάαστριχτ και τη συνακόλουθη επιμήκυνση της όλης ενταξιακής διαδικασίας. 
Παράλληλα, οι ενδοευρωπαϊκές εξελίξεις και η επίδραση της κρίσης στην Τουρκία θα διαμορφώσουν νέα δεδομένα για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την Κύπρο. 
Η ταχύτητα των αλλαγών στο διεθνές περιβάλλον και η ενίσχυση του άναρχου χαρακτήρα τους επιβάλλουν την υιοθέτηση διαδικασιών που θα αναπτύσσουν κοινές αντιλήψεις σε Ελλάδα και Κύπρο, για να επιτευχθεί η ευνοϊκότερη προσαρμογή τους στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα.

*
Κύπρος. Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 21ο αιώνα.
 I) Ιωάννης Μάζης 
II) Στέφανος Κωνσταντινίδης 
III) Βάσος Λυσσαρίδης 
IV) Λουκάς Αξελός 
V) Βαγγέλης Χωραφάς, Λευτέρης Ρίζας.
 Θα μπορούσα να παραθέσω, και αυτό ενδέχεται να ηχεί ως ένα είδος απειλής, Αντώνη Σαμαρά, Θεόδωρο Πάγκαλο και Αλέκα Παπαρήγα επί του θέματος.
 Χαμογελώ... Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο.
*

Η προγραμματική επιλογή της οικοδόμησης αποτελεσματικού κράτους στο πλευρό της Αγγλίας βασιζόταν πρώτα πρώτα σε ψύχραιμο υπολογισμό των δυνατοτήτων της εξωτερικής πολιτικής. 
Σε αυτή όμως ανταποκρινόταν και μια ορισμένη παράσταση για την τάξη πραγμάτων στο κράτος και για την εσωτερική εξέλιξη, της οποίας μέτρο ήταν το βρετανικό πρότυπο'και τα δυο στοιχεία αυτού του προγράμματος αλληλοενισχύονταν.
Αυτή η παρατήρηση όμως δεν μπορεί να διευρυνθεί σε μια θέση περί πρωτοκαθεδρίας των συμφερόντων και των απαιτήσεων της εσωτερικής πολιτικής, σε ένα σχήμα δηλαδή όπου οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής θα ανάγονταν, ως συνέπεια «συνθηκών» της εσωτερικής πολιτικής, ό,τι και αν σήμαινε αυτό, σε εξαρτημένες μεταβλητές κυριαρχίας. 
Αντίθετα, στην αρχή του να μη βρεθεί η Ελλάδα σε αντίθεση με την εκάστοτε ισχυρότερη δύναμη της Μεσογείουαναγνωρίζουμε μια εναλλακτική λύση της εξωτερικής πολιτικής των μικρών κρατών αυτής της περιοχής, η οποία λαμβάνεται υπόψη μέχρι και τις μέρες μας, ανεξάρτητα από τη κοινωνική δομή και το σύστημα διακυβέρνησης.
                                                                           Gunnar Hering

                                                                        .~`~.
                             Ρευστές ισορροπίες

Μια πιθανή ισραηλινή επίθεση εναντίον της Γάζας θα ήταν ως ένα βαθμό και μια απάντηση στην αμερικανο-ιρανική προσέγγιση και θα ανεξαρτητοποιούσε περισσότερο το Ισραήλ απέναντι στην Ουάσιγκτον.
*
Η προέλαση των φανατικών ισλαμιστών στο Ιράκ και η δεδηλωμένη απόφασή τους να δημιουργήσουν ένα χαλιφάτο που θα περιλαμβάνει και εδάφη της Συρίας, αλλά ενδεχομένως και άλλων αραβικών χωρών της περιοχής, δημιουργεί νέα γεωπολιτικά δεδομένα, αλλά και ρευστές ισορροπίες. 
Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες διαγράφεται η δυνατότητα μιας αμερικανο-ιρανικής συνεργασίας για τη διατήρηση, αν όχι της ακεραιότητας του Ιράκ, τουλάχιστον μιας κάποιας σταθερότητας στην περιοχή. 
Το Ισραήλ, ανήσυχο από αυτή την αμερικανο-ιρανική προσέγγιση, στηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτουςστο βόρειο Ιράκ. Κάτι που ούτε οι Αμερικανοί δέχονται, ούτε φυσικά και το Ιράν, που έχει τη δική του κουρδική μειονότητα. 
Όσο για την Τουρκία, θα επιθυμούσε μάλλον το σημερινό στάτους κβο, με μια αδύνατη κεντρική κυβέρνηση στη Βαγδάτη, κάτι που της επιτρέπει να διατηρεί την επιρροή και τα τεράστια οικονομικά της συμφέροντα στο βόρειο Ιράκ. 
Η δημιουργία, αντίθετα, ενός κουρδικού κράτους θα άνοιγε τον δρόμο μιας πιθανής απόσχισης των ανατολικών περιοχών της Τουρκίας που κατοικούνται από Κούρδους. 
Η Άγκυρα είναι επίσης ανήσυχη από την αμερικανο-ιρανική προσέγγιση, αφού κάτι τέτοιο αφαιρεί από τη δική της στρατηγική σημασία για την Ουάσιγκτον.
Την ίδια ώρα η κατάσταση στην περιοχή περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, με την κρίση που ξέσπασε ανάμεσα στο Ισραήλ και τους Παλαιστινίους. 
Μια πιθανή ισραηλινή επίθεση εναντίον της Γάζας θα ήταν ως ένα βαθμό και μια απάντηση στην αμερικανο-ιρανική προσέγγιση και θα ανεξαρτητοποιούσε περισσότερο το Ισραήλ απέναντι στην Ουάσιγκτον.
 Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, το Ισραήλ φαίνεται αποφασισμένο να προχωρήσει σε μια σημαντική επιχείρηση εναντίον της Χαμάς, με πιθανή είσοδο των ισραηλινών στρατευμάτων στη Γάζα. Γι'αυτόν τον λόγο, τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ευρωπαίοι ζητούν από τις δύο πλευρές αυτοσυγκράτηση. 
Το βέβαιο είναι ότι για άλλη μια φορά το Παλαιστινιακό ορθώνεται ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ειρήνη στην περιοχή.
Την ίδια ώρα εντείνεται και η ουκρανική κρίση, με την απόφαση του Κιέβου να επιβληθεί διά πυρός και σιδήρου στους φιλορώσους αυτονομιστές της ανατολικής Ουκρανίας. 
Η προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων φαίνεται να δημιουργεί προβλήματα στη Μόσχα, η οποία είτε θα στηρίξει τους αυτονομιστές είτε θα αποδεχτεί την εξουδετέρωσή τους από τον ουκρανικό στρατό. 
Η χλιαρή στάση της Μόσχας απέναντι στην ουκρανική προέλαση φαίνεται για την ώρα να προδικάζει μάλλον εγκατάλειψη των αυτονομιστών.
 Και αυτό γιατί η Ρωσία φαίνεται να μην επιθυμεί περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεών της με τη Δύση και επιβολή νέων κυρώσεων που θα έβλαπταν την οικονομία της. 
Έτσι για την ώρα περιορίζεται σε διπλωματικά διαβήματα που αποβλέπουν κυρίως στην εξάσκηση πίεσης για εκεχειρία. Το Βερολίνο φαίνεται να συμμερίζεται τη ρωσική άποψη για την ανάγκη εκεχειρίας και έχει απευθύνει ήδη έκκληση για τον σκοπό αυτό.
 Και αν ακόμη όμως το Κίεβο επιβληθεί στους αυτονομιστές, θα είναι υποχρεωμένο κάποια στιγμή να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα μια σειρά ζητημάτων, όπως αυτό του τεράστιου χρέους του, για να μπορέσει να συνεχίσει να προμηθεύεται το ρωσικό φυσικό αέριο. 
Οι Δυτικοί, και ιδιαίτερα οι Γερμανοί, λόγω αφ'ενός των τεράστιων συμφερόντων που έχουν με τη Μόσχα, αλλά και λόγω της αδυναμίας τους να σηκώσουν το βάρος της οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας, επιθυμούν τη συνδιαλλαγή Ουκρανίας - Ρωσίας.
Αυτά είναι δύο από τα μεγάλα μέτωπα των διεθνών σχέσεων - Ουκρανίακαι Μέση Ανατολή - [Δυτική Rimland] που παραμένουν ανοιχτά, με πολύ ρευστές ισορροπίες και απειλητικά για τη διεθνή ειρήνη.

Υ.Γ.1 Από πότε οι υπουργοί της κυβέρνησης Αναστασιάδη έγιναν πλασιέ βιβλίων «ιστορίας» που προωθούν την επαναφορά του σχεδίου Ανάν; 
Και πόσο δεοντολογικό είναι να προωθούν ένα βιβλίο προεδρικού συμβούλου που στοχεύει αυτόν τον σκοπό; 
Όταν δε συμβαίνουν όλα αυτά και όταν η ιστορία τοποθετείται στο κρεβάτι του Προκρούστη, τι λένε οι επαγγελματίες ιστορικοί; 
Θα συνεχίσουν να σιωπούν; 
Λόγο βεβαίως, επί του προκειμένου, έχουν και οι λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες.
Υ.Γ.2 Η πολιτική Αναστασιάδη, με τη βοήθεια και του Ευάγγελου Βενιζέλου, οδηγεί το Κυπριακό σε νέα τραγικά αδιέξοδα. 
Χωρίς επαναποθέτηση που να στηρίζεται στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής, η πολιτική Αναστασιάδη και των συνοδοιπόρων του μόνο τα τουρκικά σχέδια εξυπηρετεί, και φυσικά και αυτά των Αγγλοαμερικανών.
                                                                 Στέφανος Κωνσταντινίδης
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, γεννημένος στην Κύπρο, είναι Ελληνοκαναδός καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Πηγή
Ο Φιλελεύθερος


.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Νέο Ανατολικό Ζήτημα.
- «Δύση και Ισλάμ».
- Το τότε είναι τώρα. Κύπρος. Το γεωϊστορικό εργαλείο.
- Η έννοια της Προόδου - μέρος α´. Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική.
- Αποσπάσματα από μια συνέντευξη, για την Ελλάδα, την Κύπρο και για νοοτροπίες.
- Τα όρια και το χάος των θεωριών. Η Ελλάδα και η Κύπρος από τη σκοπιά των σύγχρονων θεωριών. Ρεαλισμός, κανονιστική τοποθέτηση, δομισμός, θεωρία της εξάρτησης, ανάλυση παγκόσμιων συστημάτων, πλουραλισμός, κονστρουκτιβισμός, θετικισμός, εκσυγχρονισμός, κριτική θεωρία, μεταμοντερνισμός και λειτουργισμός - και ορισμένα «μακιαβελικά» -δήθεν- παραλειπόμενα.
- Εισαγωγικά για την Κύπρο, το Νέο Ανατολικό Ζήτημα και τις περιφερειακές και παγκόσμιες ισορροπίες κατά τον Πλανητικό Μετασχηματισμό -ή για την Κρίση.
- Κύπρος και Θράκη (Ελλάδα και Τουρκία). Κριμαϊκός Πόλεμος και Ανατολικό Ζήτημα. Η περιφερειακή γεωιστορική και γεωπολιτική διάσταση.
- Εξωτερική πολιτική: θεωρία και εφαρμοσμένη πολιτική.
- Ευερέθιστες, αλλά αναγκαίες ενθυμήσεις και παρατηρήσεις.
- I) Το Ισραήλ ως έθνος-κράτος, οι παγκόσμιες/περιφερειακές ισορροπίες και η μεταψυχροπολεμική περίοδος και II) Όταν η επαγρύπνηση υπονομεύει την ελευθερία του λόγου.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Γιατί η «Ευρώπη» αποτυγχάνει - μέρος α´.
- Η σημασία των Βαλκανίων.
- Περί της -δήθεν αυτονόητης- «πρωτοκαθεδρίας» της εσωτερικής πολιτικής I.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- Από την Αδριατική έως τη Βαλτική και από την Ανατολική Ευρώπη έως τον Εύξεινο Πόντο. Από τη μεταψυχροπολεμική περίοδο και τα πεδία γεωπολιτικού κενού - στην αυτοκρατορική περίοδο του α'παγκοσμίου πολέμου και τα καταπιεστικά εθνομειονοτικά. Ιστορικές ενθυμήσεις και γεωπολιτικές προσεγγίσεις.
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση
- Σκέψεις, ενδεχόμενα και προσεγγίσεις, με αφορμή τις εξελίξεις στην Ουκρανία, για την «Ευρώπη», τη «Δύση» και τη Ρωσία.
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
- Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. 
Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.
- Από την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Κόσοβο και τη Βοσνία, στην Ανατολική Ευρώπη (και τη Μέση Ανατολή).

Η εφαρμογή μιας στρατηγικής και η συνέχεια των «ιδεαλιστικών» και «ρεαλιστικών» στοιχείων της. 
σημείο τομής των γεωπολιτικών κενών και των πεδίων γεωπολιτισμικών αντιπαραθέσεων ή η «σύγκρουση των πολιτισμών», η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της «Δύσης», οι ανταγωνισμοί και τα στοιχεία συνέχειας της ευρασιατικής στρατηγικής των ΗΠΑ.
- Ευρώπη, Ρωσία και Ουκρανία - α´ και Βορειοανατολική Ασία, Κίνα και Ιαπωνία - α´.
- Ενθυμήσεις.
- Με αφορμή το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ή Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού κράτους το οποίο υπογράφηκε από τις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, σαν σήμερα, στις 3 Φεβρουαρίου του 1830. Δοκίμιον Ιστορικόν περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως παρά Ιωάννου Φιλήμονος. Οι τέσσερις πρώτες σελίδες.
     
07/12/14--02:33: 
Διεθνές σύστημα κρατών, σύστημα επικυρίαρχου κράτους 
και διεθνής κοινωνία.

Κοινωνία των κρατών, οικουμενική αυτοκρατορία, «υπερκρατικοί» & «υποκρατικοί» παράγοντες.

Παγκόσμια τάξη & το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα.

                                  .~`~.
I

Αφετηρία των διεθνών σχέσεωνείναι η ύπαρξη κρατώνή ανεξάρτητων πολιτικών κοινοτήτων, καθεμιά από τις οποίες διαθέτει ένα σύστημα διακυβέρνησης και ασκεί κυριαρχία σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος της επιφάνειας της γης και σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού της. 
Από τη μία πλευρά τα κράτη διεκδικούν, σε σχέση με αυτή την επικράτεια και τον πληθυσμό, αυτό που μπορεί να ονομαστεί εσωτερική κυριαρχία, που σημαίνει υπεροχή έναντι οποιασδήποτε άλλης αρχής εντός της επικράτειας και του πληθυσμού. 
Από την άλλη πλευρά τα κράτη διεκδικούν αυτό που μπορεί να ονομαστεί εξωτερική κυριαρχία, με την οποία δεν εννοείται μόνο υπεροχή αλλά και ανεξαρτησία έναντι οιασδήποτε αρχής στο εξωτερικό. 
Η κυριαρχία των κρατών, τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει τόσο σε κανονίστικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. 
Από τη μία πλευρά τα κράτη διεκδικούν το δικαίωμα της υπεροχής έναντι οιασδήποτε αρχής στην επικράτεια και στον πληθυσμό τους καθώς και την ανεξαρτησία τους από οιαδήποτε αρχή που βρίσκεται έξω από αυτά'όμως από την άλλη πλευρά ασκούν επίσης στην πράξη σε ποικίλους βαθμούς αυτού του είδους την υπεροχή και ανεξαρτησία.
 Μια ανεξάρτητη πολιτική κοινότητα, η οποία απλώς διακηρύσσει το δικαίωμα στην κυριαρχία (ή θεωρείται από τους άλλους ότι έχει αυτό το δικαίωμα), αλλά δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αυτό στην πράξη, δεν είναι ένα καθαυτό κράτος.
Στις ανεξάρτητες πολιτικές κοινότητες που είναι κράτη κατ'αυτή την έννοια περιλαμβάνονται οι πόλεις-κράτη, όπως εκείνες της αρχαίας Ελλάδας ή της αναγεννησιακής Ιταλίας καθώς και τα σύγχρονα εθνικά κράτη.
 Περιλαμβάνονται επίσης κράτη στα οποία η κυβέρνηση στηρίζεται στις αρχές της μοναρχικής νομιμότητας, όπως εκείνες που επικρατούσαν στη νεότερη Ευρώπη μέχρι την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς και κράτη στα οποία η κυβέρνηση στηρίζεται στις αρχές της λαϊκής ή εθνικής νομιμότητας, σαν εκείνες που επικράτησαν στην Ευρώπη από τη Γαλλική Επανάσταση και ύστερα. 
Περιλαμβάνονται πολυεθνικά κράτή, σαν τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες του 19ου αιώνα, καθώς και κράτη μιας μόνο εθνικότητας...
Υπήρξε ωστόσο στην ιστορία μια μεγάλη ποικιλία ανεξάρτητων πολιτικών κοινοτήτων, οι οποίες ωστόσο δεν είναι κράτη κατ'αυτή την έννοια. 
Για παράδειγμα, οι γερμανικοί λαοί της πρώτης μεσαιωνικής περιόδου ήταν ανεξάρτητες πολιτικές κοινότητες, αλλά, ενώ οι άρχοντές τους επέβαλλαν την εξουσία τους στον πληθυσμό, δεν την επέβαλλαν σε κάποια συγκεκριμένη επικράτεια.
 Τα βασίλεια και τα πριγκιπάτα της δυτικής χριστιανοσύνης στον μεσαίωνα δεν ήταν κράτη: 
δεν είχαν εσωτερική κυριαρχία, επέιδή δεν υπερείχαν έναντι άλλων αρχών στην επικράτεια και στον πληθυσμό τους'ταυτόχρονα δεν είχαν εξωτερική κυριαρχία, αφού δεν ήταν ανεξάρτητα από τον πάπα ή σε μερικές περιπτώσεις από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. 
Σε μερικά μέρη της Αφρικής, της Αυστραλίας και της Ωκεανίας πριν την ευρωπαϊκή εισβολή υπήρχαν ανεξάρτητες πολιτικές κοινότητες, οι οποίες όφειλαν τη συνοχή τους σε δεσμούς αίματος ή συγγένειας και στις οποίες δεν υπήρχε ο θεσμός του συστήματος διακυβέρνησης.

                                   .~`~.

II
Διεθνές σύστημα κρατών & σύστημα του επικυρίαρχου κράτους

Ο Martin Wight, ταξινομώντας διάφορα είδη συστημάτων κρατών, έκανε τη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που ονομάζει «διεθνές σύστημα κρατών» και στο «σύστημα του επικυρίαρχου κράτους».
 Το πρώτο είναι ένα σύστημα που αποτελείται από κράτη που είναι κυρίαρχα... 
Το δεύτερο είναι ένα σύστημα στο οποίο ένα κράτος επιβάλλει και διατηρεί την υπεροχή ή την κυριαρχία του στα υπόλοιπα. 
Οι σχέσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους βάρβαρους γείτονες της καταδεικνύουν την έννοια του συστήματος του επικυρίαρχου κράτους'το ίδιο και οι σχέσεις του Βυζαντίου με τους μικρότερους γείτονες του, του Χαλιφάτου των Αββασίδων με τις μικρότερες δυνάμεις που το περιέβαλλαν, ή της Αυτοκρατορίας της Κίνας, με τα υποτελή σε αυτήν κράτη. 
Σε ορισμένα από αυτά τα κράτη που ο Martin Wight θα ονόμαζε «διεθνή συστήματα κρατών» γίνεται αποδεκτό ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει μια κυρίαρχη δύναμη ή ηγεμονική δύναμη.
 Για παράδειγμα, το κλασικό ελληνικό σύστημα της πόλης-κράτους και το μεταγενέστερο των ελληνιστικών βασιλείων βίωσαν έναν ατέρμονο αγώνα για το ποιό κράτος επρόκειτο να είναι ο ηγεμόνας. 
Αυτό που διακρίνει ένα «σύστημα επικυρίαρχου κράτους», όπως η Κίνα και οι υποτελείς της, από ένα «διεθνές σύστημα κρατών», στο οποίο το ένα ή το άλλο κράτος κάποια στιγμή ασκεί ηγεμονική εξουσία, είναι ότι στο πρώτο μια δύναμη ασκεί μόνιμη και για πρακτικούς λόγους αδιαφιλονίκητη ηγεμονία, ενώ στο δεύτερο η ηγεμονία περιέρχεται από τη μια δύναμη στην άλλη και αποτελεί διαρκώς αντικείμενο φιλονικίας... 
Μεταξύ των ανεξάρτητων πολιτικών οντοτήτων που συνιστούν ένα «σύστημα επικυρίαρχου κράτους», όπως η Κίνα και οι υποτελείς της, μόνο ένα κράτος -το ίδιο το επικυρίαρχο- διαθέτει κυριαρχία, και επομένως μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη ενός συστήματος κρατών, ότι θα έπρεπε να υπάρχουν δύο ή περισσότερα κυρίαρχα κράτη απουσιάζει.
Μια δεύτερη διάκριση που κάνει ο Martin Wight είναι αυτή μεταξύ «πρωτογενών συστημάτων κρατών» και «δευτερογενών συστημάτων κρατών». 
Τα πρώτα αποτελούνται από κράτη'τα δεύτερα από συστήματα κρατών - συχνά από συστήματα επικυρίαρχου κράτους. 
Ως παράδειγμα «δευτερογενών συστημάτων κρατών» αναφέρει τη σχέση ανάμεσα στην ανατολική χριστιανοσύνη, στη δυτική χριστιανοσύνη και στο χαλιφάτο των Αββασίδων στον μεσαίωνα και τη σχέση της Αιγύπτου, των Χετταίων και της Βαβυλώνας την εποχή της Αρμάνα (*). Αυτή είναι μια διάκριση που μπορεί να χρήσιμη, αν επιχειρηθεί ποτέ μια γενική ιστορική ανάλυση της πολιτικής δομής του κόσμου ως συνόλου - που αποτελεί σήμερα, σχεδόν ανεξερεύνητη περιοχή.
                                     ---------------------------------------------------------------
(*) Η εποχή της Αρμάνα ήταν μια εξαιρετικά δημιουργική εποχή για τις τέχνες και τον πολιτισμό κατά την εποχή της βασιλείας του Φαραώ Ακνατών (πρόκειται για τον Αμένοφη Δ').
http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2013/05/blog-post_1318.html
Για μια προσέγγιση που αναφέρεται στις σχέσεις των Χετταίων-Ασσύριων-Αιγυπτίων ως ρίζες του βασικότερου γεωγραφικού και αρχαιότερου μηχανισμού εξισορρόπησης της Μέσης Ανατολής κλικ στην εικόνα.
                                          ---------------------------------------------------------------
                                        .~`~.

III
             Διεθνές σύστημα - Διεθνής κοινωνία
                                        Συμφέροντα και Αξίες
Μια κοινωνία κρατών (ή διεθνής κοινωνία) υπάρχει, όταν μια ομάδα κρατών που έχουν επίγνωση ορισμένων κοινών συμφερόντων και κοινών αξιών σχηματίζουν μια κοινωνία υπό την έννοια ότι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους να συνδέονται με ένα κοινό σύνολο κανόνων στις μεταξύ τους σχέσεις και να συμμετέχουν στη λειτουργία κοινών θεσμών. 
Αν τα κράτη σχηματίζουν σήμερα μια διεθνή κοινωνία, αυτό συμβαίνει, επειδή αναγνωρίζοντας ορισμένα κοινά συμφέροντα και ίσως ορισμένες κοινές αξίες, θεωρούν ότι δεσμεύονται από ορισμένους κανόνες στις μεταξύ τους συναλλαγές, όπως ότι θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων στην ανεξαρτησία, ότι θα πρέπει να σέβονται τις συμφωνίες που συνάπτουν και να υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς, όσον αφορά την άσκηση βίας μεταξύ τους. 
Ταυτόχρονα συνεργάζονται στη λειτουργία θεσμών, όπως των διαφόρων διαδικασιών του διεθνούς δικαίου, των μηχανισμών της διπλωματίας και των γενικών διεθνών οργανισμών, των εθίμων και των κανόνων του πολέμου.
Μια διεθνής κοινωνία υπ'αυτή την έννοια προϋποθέτει ένα διεθνές σύστημα, αλλά ένα διεθνές σύστημα μπορεί να υπάρξει, χωρίς να συνιστά μια διεθνή κοινωνία.
Με άλλα λόγια, δύο ή περισσότερα κράτη μπορεί να βρίσκονται σε επαφή και να επιδρούν το ένα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν απαραίτητους παράγοντες στους υπολογισμούς των άλλων, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έχουν κοινά συμφέροντα ή αξίες και χωρίς να θεωρούν ότι δεσμεύονται από κοινούς κανόνες ή να συνεργάζονται στη λειτουργία κοινών θεσμών.
Η Τουρκία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Κορέα και το Σιάμ, για παράδειγμα, ανήκαν στο ευρωκεντρικό διεθνές σύστημα, προτού να γίνούν μέλη της ευρωκεντρικήςδιεθνούς κοινωνίας. 
Δηλαδή είχαν σχέσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις και επιδρούσαν σημαντικά οι μεν στις δε στον πόλεμο και στο εμπόριο, προτού το κράτη αυτά και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις να αναγνωρίσούν ότι είχαν κοινά συμφέροντα ή αξίες και να θεωρήσούν ότι υπόκειντο στούς ίδιους κανόνες και ότι ήταν συνεργάτες στη λειτουργία κοινών θεσμών. 
Η Τουρκία αποτελούσε μέρος του ευρωκεντρικού διεθνούς συστήματος απο την εποχή της εμφάνισής της τον 16ο αιώνα συμμετέχοντας σε πολέμους και σε συμμαχίες ως μέλος του συστήματος. 
Παρ'όλα αυτά κατά τούς τρεις πρώτους αιώνες αυτής της σχέσης και οι δύο πλευρές αρνούνταν κατηγορηματικά ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Τουρκία είχαν κάποια κοινά συμφέροντα ή αξίες'και οι δύο πλευρές υποστήριζαν ότι οι συμφωνίες που υπέγραφαν μεταξύ τούς δεν ήταν δεσμευτικές και ότι δεν υπήρχαν κοινοί θεσμοί, όπως εκείνοι πού συνέδεαν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, στη λειτουργία των οποίων συνεργάζονταν...
Ορισμένα διεθνή συστήματα υπήρξαν σαφώς και διεθνείς κοινωνίες. 
Το κύριο παράδειγμα είναι το ελληνικό σύστημα των πόλεων-κρατών, το διεθνές σύστημα που σχημάτισαν τα ελληνιστικά βασίλεια την περίοδο ανάμεσα στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στη ρωμαϊκή κατάκτηση'το διεθνές σύστημα της Κίνας κατά την περίοδο των Μαχόμενων Βασιλείων'το σύστημα κρατών της αρχαίας Ινδίας'και το σύγχρονο σύστημα κρατών, το οποίο εμφανίστηκε στην Ευρώπη και είναι σήμερα παγκόσμιο.
Ένα κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ιστορικών διεθνών κοινωνιών ειναι ότι όλες ιδρύθηκαν με βάση μια κοινή κουλτούρα ή πολιτισμό ή τουλάχιστον κάποια στοιχεία ενός κοινού πολιτισμού: 
μια κοινή γλώσσα, μια κοινή επιστημολογία και κατανόηση τον σύμπαντος, μια κοινή θρησκεία, έναν κoινό ηθικό κώδικα, μια κοινή αισθητική ή καλλιτεχνική παράδοση. 
Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι εκεί όπου στοιχεία κοινού πολιτισμού αποτελούν τη βάση μιας διεθνούς κοινωνίας διευκολύνουν τη λειτουργία της κατά δυο τρόπους.
 Από τη μία πλευρά καθιστούν ευκολότερη την επικοινωνία και μεγαλύτερη τη γνώση και την κατανόηση μεταξύ των κρατών και κατά συνέπεια διευκολύνουν τον καθορισμό κοινών κανόνων και την εξέλιξη κοινών θεσμών. 
Από την άλλη πλευρά μπορεί να ενισχύσουν το αίσθημα των κοινών συμφερόντων που ωθεί τα κράτη να αποδεχτούν τους κοινούς κανόνες και θεσμούς με ένα αίσθημα κοινών αξιών. 
Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο θα επιστρέψουμε, όταν αργότερα στη μελέτη μας εξετάσουμε τον ισχυρισμό ότι η παγκόσμια διεθνής κοινωνία του 20ου αιώνα, αντίθετα με τη χριστιανική διεθνή κοινωνία τον 16ου και του 17ου αιώνα ή την ευρωπαϊκή διεθνή κοινωνία του 18ου και του 19ου αιώνα, δεν έχει καμιά τέτοια κοινή κουλτούρα ή πολιτισμό.   
                                    ---------------------------------------------------------------
                                                                 Παρέκβαση
Η «οικονομία» ως μέσο πολιτιστικού μονισμού ή εργαλείο επιβολής του «δυτικού» πολιτισμού
Σας καλώ, όσους έχετε σπουδάσει πολιτική οικονομία να το σκεφθείτε, οι υπόλοιποι να το αναζητήσετε. 
Ανοίξτε οποιοδήποτε εγχειρίδιο διδασκαλίας πολιτικής οικονομίας ή μικροοικονομικής. 
Οποιοδήποτε εγχειρίδιο. 
Στο πρώτο κεφάλαιο, όλα τα εγχειρίδια πολιτικής οικονομίας και όλα τα εγχειρίδια μικροοικονομικής, ξεκινούν με κάποια θεμελιώδη αξιώματα πάνω στα οποία είναι βασισμένη η συγγραφή του όλου βιβλίου από εκεί και κάτω. 
Ποιά είναι αυτά τα αξιώματα; 
Η αξιωματικοποίηση ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου, δηλαδή ενός συγκεκριμένου πολιτισμού. Εάν διαβάσετε ποιά είναι τα αξιώματα του οικονομικός ορθού ανθρώπου για τους συγγραφείς της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας και μικροοικονομικής, αυτό που ονομάζουμε ωφελιμισμός, θεωρία της ορθολογικής επιλογής, το ότι είναι φυσιολογικό να έχουμε ως προτεραιότητα το ατομικό μας συμφέρον, το ότι αν ανέβει η τιμή θα μειωθεί η ζήτηση και εάν θα πέσει η τιμή θα αυξηθεί η ζήτηση και ούτω καθεξής. 
Όλα αυτά τα πράγματα προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη αξιολογία, προϋποθέτουν ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου.
Σας επισημαίνω λοιπόν για να το συνηδητοποιήσετε, ότι όταν κάποιος σπουδάζει πολιτική οικονομία και μικροοικονομική από οποιοδήποτε δυτικό συγγραφέα σήμερα, στη πραγματικότητα είτε το καταλαβαίνει είτε όχι αυτό το οποίο κάνει είναι ότι πρώτα απ'όλα σπουδάζει τον συγκεκριμένο δυτικό πολιτισμό. 
Δεν υπάρχει κανένας νόμος της πολιτικής οικονομίας που να μην απορρέει από το να δεχτείτε και να ομολογήσετε τα αξιώματα του δυτικού πολιτισμού.
Η πολιτική οικονομία δεν είναι οικουμενική προσπαθεί να γίνει οικουμενική.
Όλες οι θεωρίες που διδάσκονται σε όλες τις δυτικές οικονομικές σχολές και στα δυτικά business schools, απορρέουν από ότι προηγουμένως πρέπει να προσυπογράψετε ότι αποδέχεστε τη λογική του δυτικού υποκειμένου και του δυτικού πολιτισμού. 
Σε έναν άλλο πολιτισμό... σε μη δυτικοευρωπαϊκούς πολιτισμούς, αυτά τα βιβλία, της πολιτικής οικονομίας και της μικροοικονομικής που διδάσκονται σήμερα σε όλα τα δυτικά και δυτικόστροφά πανεπιστήμια θα ήταν απορριπτέα.
Η επιστήμη της οικονομίας σήμερα, η ίδια, είναι ένα εργαλείο επιβολής του δυτικού πολιτισμού, το οποίο προβάλλεται ως «επιστήμη».
                                                           Νικόλαος Λάος

Στην ζούγκλα το κάθε θηρίο ένδιαφέρεται μόνο γιά τόν εαυτο του. 
Αυτο θα αποτελέση καί τό αξίωμα τής φιλοσοφιας του Λωκ. 
Ο ανθρωπος είναι εκ φύσεως προωρισμένος νά πραγματοποιή στό έπακρο τούς σκοπούς του ατομικού του ηδονιστικού συμφέροντος... 
Ο άνθρωπος θέλει περισσότερα από τά όσα χρειάζεται, γιατί μέ τά άπολύτως απαραίτητα δέν υπάρχει ηδονή, ακριβώς όμως γι'αυτό καί ό καθένας θέλει πάντα περισσότερα άπό τόν άλλον («Desire of having more than men needed», βλ. second Treatise, V, 37). 
Ο άνθρωπος αυτός του Λώκ δέν είναι βέβαια ό βυζαντινός καλόγηρος ούτε ό μωαμεθανός δερβίσης'είναι ό άνθρωπος του «φιλελευθερισμού», ό όποίος υποχρεούται νά συμπεριφερθή έτσι, διότι είναι ό μόνος τρόπος αυτοπροστασίας καί υπάρξεως που έχει, γιά νά προφυλαχθή από τήν όμοια συμπεριφορά του διπλανού. 
Πολύ περισσότερο ό άνθρωπος αυτός του Τζών Λώκ δέν είναι ό άνθρωπος του εαυτού γνώναι του Σωκράτη'είναι ό πρακτικώς έπιτηδευόμενος, ό άνθρωπος του «δός ημίν τώρα», πού ώς έπιχειρηματίας θά άναγράψη στήν σημαία του τά συνθήματα ένός φυσικώς ανυπάρκτου καί ίδίας χρήσεως «σοσιαλδαρβινισμου»...
                                                       Γεράσιμος Κακλαμάνης

Η υπόθεση εργασίας των οικονομολόγων ότι τα οικονομικά είναι μια οικουμενική επιστήμη που μπορεί να εφαρμοστεί διαχρονικά και σε κάθε τόπο μπορεί να οδηγήσει σε αναλυτικές στρεβλώσεις και σε εσφαλμένες συστάσεις πολιτικής. 
Η ανικανότητα ή η απροθυμία τους να παραδεχτούν τη σπουδαιότητα των διαφορών μεταξύ των κρατών και των κοινωνιών και/ή της επιρροής του πολιτιστικού και ιστορικού περιβάλλοντος περιορίζει τη χρησιμότητα των οικονομικών...
 Παρόλο που οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι τα οικονομικά είναι μια αντικειμενική επιστήμη, όπως η φυσική, τα οικονομικά στην πραγματικότητα στηρίζονται σε ένα πλήθος κανονιστικών υποθέσεων εργασίας ή απόψεων όσον αφορά στις αξίες που αποδέχονται οι περισσότεροι οικονομολόγοι.
 Αυτές οι κανονιστικές υποθέσεις εργασίας επηρεάζουν την επιλογή των θεμάτων που μελετούν οι οικονομολόγοι και τις απαντήσεις που θα δοθούν... 
Επιπλέον, ένα σημαντικό μέρος του αποδεκτού σώματος της οικονομικής ποτέ δεν ελέγχθηκε επαρκώς. Για τους μελετητές της πολιτικής οικονομίας η αίρεση ceteris paribus (η προϋπόθεση ότι όλα τα άλλα παραμένουν σταθερά) που πρότειναν οι οικονομολόγοι είναι εξαιρετικά σημαντική...
                                                             Robert Giplin

Ἡ «ἐπιστήμη τῆς Weltwirtschaft» εἶναι ἡ «ἐπιστήμη» πού προσπαθεῖ νὰ πείση ὅτι οἱ πλουσιώτερες περιοχὲς τοῦ πλανήτη (Βραζιλία, Ἰνδία, Βαλκάνια κ.λπ) «ὀρθῶς» εἶναι... ὑποσημειώσεις τῆς σύγχρονης ἱστορίας καὶ πολιτικῆς. 
Ἡ «ἐπιστήμη» αὐτὴ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν «ἐπιστήμη» τοῦ Γκομπινώ.
                                                    Γεράσιμος Κακλαμάνης

Η κυρια παραδοχή της δυτικής οικονομικής νοοτροπίας ότι οτιδήποτε παράγεται θα πρέπει να καταναλώνεται, σε αντίθεση μέ την ισλαμική παραδοχή ότι οτιδήποτε χρειάζεται θα πρέπει να παράγεται, προκάλεσε μια κουλτούρα κατανάλωσης η οποία οδήγησε στη διεθνοποίηση του δυτικού τρόπου ζωής μέσω της αναγκαιότητας να ανακαλυφθούν τρόποι απορρόφησης της αυξανόμενης παραγωγής.
 Η συγκεκριμένη οικονομική βάση πού βρισκεται πισω απο αυτόν τον κοινωνικοοικονομικό πλουραλισμό, ο οποίος προκαλεί πολιτιστικό μονισμό, είναι ο διαχωρισμός των κανονιστικών και των θετικών οικονομικών και η παραδοχή ότι οι πόροι θα πρέπει να κατανέμονται παραγωγικά.
                                                                 Ahmet Davutoğlu

Η πεισματική στροφή προς τον ηθικό και οικονομικό παράγοντα έχει ως σκοπό της, όπως νομίζεται, την οριστική αποκοπή από την «πολιτική της ισχύος», ενώ η ευημερία των τελευταίων σαράντα ετών φαίνεται να αποδεικνύει, προς γενική ικανοποίηση, ότι η ηθική δεν ωφελεί μόνον την ψυχή αλλά και την κοιλιά. 
Ωστόσο η διχοτομία μεταξύ οικονομίας και πολιτικής παραμένει πλασματική κατασκευή... η πολιτική που έχει μετατραπεί σε οικονομία δεν είναι λιγότερο πολιτική από την πολιτική που μετατρέπεται σε θεολογία, ηθική και αισθητική.
                                                               Παναγιώτης Κονδύλης

Γνωρίζουμε βέβαια εκ των προτέρων ποιά είναι η κατηγορία εκείνη των αναγνωστών που δεν θα δεχθούν το βιβλίο μας: οι καθηγητές της Πολιτικής Οικονομίας. 
Ομολογούμε όμως πως είναι και οι μόνοι που πλήρως αγνοήσαμε γράφοντας το...
 Το σύστημα συνεπώς είναι καλό επειδή κρατιέται, αλλά το πως κρατιέται απ'έξω, είναι κάτι που δεν πρέπει να συζητηθεί. 
Και πρέπει ν'αποφεύγεται. 
Ο κομμουνισμός σίγουρα δεν είναι το σύστημα που αρμόζει στον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής, ούτε ο φασισμός. Δεν μένει λοιπόν παρά μόνο ο λιμπεραλισμός! 
Και είναι γεγονός πως είναι αδύνατο να πάει κανείς παραπέρα από αυτό το σημείο, όσο βλέπει τα πράγματα συλλογιστικά, δηλαδή μέσα από τις κατανοήσεις της ιστορίας που θέλουν την τεχνολογία «ευρωπαϊκή» επειδή παρήχθει μόνο στην «Ευρώπη». 
Οι κατανοήσεις αυτές είναι προφανές να υποβάλλουν διαρκώς μια γραμμική αντίληψη περί «προόδου», στην οποίαν κορυφή να βγαίνει το υπάρχον ως έστι.Άρα και μη δυνάμενο ν'αλλάξει ή με κάτι να αντικατασταθεί, ή απλώς να εξελιχθεί. Και έτσι γίνεται ιδεολογικός συντηρητισμός και βία.
                                                         Γεράσιμος Κακλαμάνης

Στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το 1971 ζούσε το 90% των οικονομολόγων του πλανήτη
                                                                Kenneth Waltz
                                 ---------------------------------------------------------------

                                  .~`~.
IV
                Κοινωνία των κρατών - Οικουμενική αυτοκρατορία, 
                               «υπερ/υποκρατικοί» παράγοντες

Όποιες και εάν είναι οι διαιρέσεις μεταξύ τους, τα σύγχρονα κράτη συνευρίσκονται στη βάση της πεποίθησης ότι είναι οι βασικοί παράγοντες στην παγκόσμια πολιτική και οι βασικοί φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο εσωτερικό της. 
Η κοινωνία των κρατών επιδίωξε να διασφαλίσει ότι θα παραμείνει η επικρατούσα μορφή οικουμενικής πολιτικής οργάνωσης, de factoκαι de jure.
Αμφισβητήσεις της συνεχιζόμενης ύπαρξης της κοινωνίας των κρατών υπήρξαν μερικές φορές από συγκεκριμένα δεσπόζοντα κράτη -την Αυτοκρατορία των Αψβούργων, τη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ', τη Γαλλία του Ναπολέοντα, τη Γερμανία του Hitler, και την Αμερική μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- που φαίνονταν ικανές να ανατρέψουν το σύστημα και την κοινωνία των κρατών και να το μετατρέψουν σε οικουμενική αυτοκρατορία. 
Αμφισβητήσεις διατυπώθηκαν επίσης από παράγοντες άλλους, διαφορετικούς από τα κράτη, που απειλούν να στερήσουν από τα κράτη τη θέση που έχουν ως βασικοί φορείς στην παγκόσμια πολιτική ή βασικοί φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο εσωτερικό της. «Υπερκρατικοί»παράγοντες, όπως κατά τον 16ο και 17ο αιώνα η Παπική Εκκλησία και ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή τον 20ο αιώνα τα Ηνωμένα Έθνη συνιστούν μια τέτοια απειλή. 
«Υποκρατικοί»παράγοντες, που λειτουργούν στην παγκόσμια πολιτική από το εσωτερικό ενός συγκεκριμένου κράτους, ή «διεθνικοί» παράγοντες, που είναι ομάδες που διαπερνούν τα σύνορα των κρατών, μπορεί επίσης να απειλήσουν την προνομιούχα θέση των κρατών στην παγκόσμια πολιτική ή το δικαίωμα τους να απολαμβάνουν αυτή τη θέση.
 Στην ιστορία της σύγχρονης διεθνούς κοινωνίας οι επαναστατικές και αντεπαναστατικές εκδηλώσεις αλληλεγγύης των ανθρώπων που εκφράστηκαν από τη Μεταρρύθμιση, τη Γαλλική Επανάσταση και τη Ρωσική Επανάσταση είναι βασικά παραδείγματα (*)...

---------------------------------------------------------------
(*) ...μπορεί κάποιος να πει ότι στους εμπορικούς και αποικιακούς πολέμους που διεξήχθησαν κατά τα τέλη του 17ου και τον 18ο αιώνα, κυρίως από την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Αγγλία, και που στόχο τους είχαν το μονοπώλιο του εμπορίου που επιβαλλόταν με τη ναυτική ισχύ και τον πολιτικό έλεγχο των αποικιών το στοιχείο της κατάστασης πολέμου κυριαρχούσε. 
Στους θρησκευτικούς πολέμους που σημάδεψαν την πρώτη φάση του συστήματος κρατών μέχρι την Ειρήνη της Βεστφαλίας, στους πολέμους που προκάλεσε στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση και ο Ναπολέων και στην ιδεολογική πάλη των κομουνιστικών και αντικομουνιστικών δυνάμεων, το στοιχέιο της διεθνικής αλληλεγγύης και σύγκρουσης υπερίσχυε. 
Τούτο δεν εκφραζόταν μόνο με την επαναστατική υπερεθνική αλληλεγγύη των προτεσταντικών κομμάτων, των δημοκρατικών δυνάμεων που ήταν φιλικές προς τη Γαλλική Επανάσταση και των Κομουνιστικών Διεθνών, αλλά και από την αντεπαναστατική αλληλεγγύη της Κοινωνίας του Ιησού, της Διεθνούς Νομιμότητας και του αντικομουνισμού του Dulles. 
Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα και κατά την περίοδο μεταξύ αφενός της σύγκρουσης του επαναστατισμού και της νομιμότητας (η οποία επικράτησε μετά τους ναπολεόντειους πολέμους) και αφετέρου της εμφάνισης κατά τα τέλη του αιώνα των μοντέλων σύγκρουσης των μεγάλων δυνάμεων που οδήγησαν στον Α'Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί κανείς να πει ότι το στοιχείο της διεθνούς κοινωνίας υπερίσχυε - Hedley Bull
                                     ---------------------------------------------------------------

Οποιοδήποτε κράτος από τη δική του οπτική γωνία αυτό που ελπίζει κυρίως να κερδίσει από τη συμμετοχή του στην κοινωνία των κρατών είναι η αναγνώριση της ανεξαρτησίας του από κάθε εξωτερική αρχή και συγκεκριμένα της υπέρτατης δικαιοδοσίας του στους υπηκόους του και στο έδαφος του. 
Το μεγαλύτερο τίμημα που πρέπει να πληρώσει γι'αυτό είναι η αναγνώριση των ίδιων δικαιωμάτων στην ανεξαρτησία και στην κυριαρχία των άλλων κρατών.
Η διεθνής κοινωνία έχει πράγματι αντιμετωπίσει τη διατήρηση της ανεξαρτησίας κάποιων συγκεκριμένων κρατών ως έναν στόχο, ο οποίος είναι υποδεέστερος της διατήρησης της ίδιας της κοινωνίας των κρατών'τούτο αντανακλά τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραμάτισαν στη διαμόρφωση της διεθνούς κοινωνίας οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες θεωρούν ότι είναι φύλακες της. 
Έτσι η διεθνής κοινωνία επέτρεψε συχνά να απολεσθεί η ανεξαρτησία κάποιων κρατών, όπως στην περίπτωση της μεγάλης διαδικασίας διανομής και απορρόφησης των μικρών δυνάμεων από τις μεγαλύτερες στο όνομα αρχών, όπως η «αντιστάθμιση» και η «ισορροπία των δυνάμεων» που προξένησε μια σταθερή μείωση του αριθμού των κρατών στην Ευρώπη από την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648 μέχρι το Συνέδριο της Βιέννης το 1815. 
Κατά τον ίδιο τρόπο η διεθνής κοινωνία, τουλάχιστον κατά την άποψη των μεγάλων δυνάμεων που θεωρούν ότι είναι προστάτες της, θεωρεί την ανεξαρτησία κάποιων συγκεκριμένων κρατών ως υποδεέστερη της διατήρησης του συστήματος ως συνόλου, όταν ανέχεται ή ενθαρρύνει τον περιορισμό της κυριαρχίας ή της ανεξαρτησίας των μικρών κρατών με επινοήματα, όπως οι συμφωνίες προσδιορισμού σφαιρών επιρροής ή οι συμφωνίες για τη δημιουργία παρεμβαλλομένων ή ουδετεροποιημένων ζωνών.

                              .~`~.

V
       Παγκόσμια τάξη & το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα

Σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας πριν από τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε ένα μόνο πολιτικό σύστημα που εξαπλωνόταν σε ολόκληρο τον κόσμο. 
Η μεγάλη κοινωνία ολόκληρης της ανθρωπότητας, στην οποία αναφέρονταν οι υποστηρικτές του κανονικού δικαίου ή του φυσικού δικαίου, ήταν μια ιδεατή κοινωνία, η οποία υπήρχε μόνο ενώπιον του Θεού ή υπό το φως των αρχών του φυσικού δικαίου: 
δεν αντιστοιχούσε σε αυτήν κανένα αληθινό πολιτικό σύστημα. 
Πριν από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η παγκόσμια τάξη ήταν απλώς το άθροισμα των διαφόρων πολιτικών συστημάτων που επέφεραν την τάξη στα διάφορα μέρη του κόσμου.
Παρ'όλα αυτά από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου προέκυψε για πρώτη φορά ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα που είναι αληθινά παγκόσμιο... 
Η τάξη στον κόσμο -ας πούμε το 1900- ήταν ακόμη το άθροισμα της τάξης που εξασφαλιζόταν στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κρατών και των υπερπόντιων κτήσεων τους, στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, της κινεζικής και της ιαπωνικής αυτοκρατορίας, στο εσωτερικό των χανάτων και των σουλτανάτων που διατηρούσαν μια ανεξάρτητη ύπαρξη από τη Σαχάρα έως την Κεντρική Ασία, στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων της Αφρικής και της Ωκεανίας, που δεν είχαν ακόμη καταστραφεί από την ευρωπαϊκή επιρροή - αλλά ηταν επίσης και η συνέπεια ενός πολιτικού συστήματος, που τα συνέδεε όλα μεταξύ τους, που λειτουργούσε σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα
Το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα πήρε τη μορφή ενός παγκόσμιου συστήματος κρατών. 
Αυτό που ευθύνεται κυρίως για την εμφάνιση κάποιου βαθμού αλληλεπίδρασης των πολιτικών συστημάτων σε όλες τις ηπείρους του κόσμου, που είναι αρκετό, ώστε να μας επιτρέψει να μιλάμε για ένα παγκόσμιο πολιτικό σύστημα, ήταν η εξάπλωση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο και η μετατροπή του σε ένα σύστημα κρατών παγκοσμίων διαστάσεων.
Κατά την πρώτη φάση αυτής της μεταβολής τα ευρωπαϊκά κράτη επεκτάθηκαν και ενσωμάτωσαν ή κυρίευσαν τον υπόλοιπο κόσμο'η φάση αυτή ξεκίνησε με τα ταξίδια των ανακαλύψεων των Πορτογάλων τον 15ο αιώνα και τελείωσε με τη διαίρεση και διανομή της Αφρικής τον 19ο αιώνα. Στη δεύτερη φάση, η οποία εν μέρει συνέπεσε με την πρώτη, οι περιοχές που είχαν ενσωματωθεί ή κυριευθεί κατ'αυτόν τον τρόπο ξέφυγαν από τον ευρωπαϊκό έλεγχο και πήραν τις θέσεις τους ως κράτη μέλη της διεθνούς κοινωνίας ξεκινώντας με την Αμερικανική Επανάσταση και τελειώνοντας με την αφρικανική και ασιατική αντιαποικιοκρατική επανάσταση...
                                ---------------------------------------------------------------
Μόλις το 1997.
Hong Kong. Ηandover ceremony (Transfer of Sovereignty)
                               ---------------------------------------------------------------

Είναι αλήθεια ότι η διασύνδεση των διαφόρων μερών του κόσμου δεν ήταν μόνο έργο των κρατών'κάποια άτομα και ομάδες ατόμων έπαιξαν τον ρόλο τους ως εξερευνητές, έμποροι, μετανάστες, ιεραπόστολοι και μισθοφόροι, και η εξάπλωση του συστήματος κρατών ήταν μέρος μιας ευρύτερης διάδοσης των κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών. 
Παρ'όλα αυτά η πολιτική δομή που προέκυψε από αυτές τις εξελίξεις ήταν μια δομή απλώς και μόνο ενός παγκοσμίου συστήματος και μιας κοινωνίας κρατών.
Ωστόσο, ενώ το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα που υπάρχει σήμερα παίρνει τη μορφή ενός συστήματος κρατών ή παίρνει κυρίως αυτή τη μορφή (θα υποστηρίξουμε αργότερα ότι εμφανίζεται ένα παγκόσμιο πολιτικό σύστημα του οποίου το σύστημα κρατών συνιστά μόνο μέρος), η παγκόσμια τάξη θα μπορούσε κατ'αρχήν να επιτευχθεί με άλλες μορφές οικουμενικής πολιτικής οργάνωσης και ένα μόνιμο ερώτημα είναι εάν η παγκόσμια τάξη δεν θα εξυπηρετείτο καλύτερα από τέτοιου είδους άλλες μορφές. 
Στο παρελθόν υπήρξαν άλλες μορφές οικουμενικής οργάνωσης μικρότερης κλίμακας'πράγματι στο σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας το σύστημα κρατών είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας.
                                                                 Hedley Bull
Η Άναρχη Κοινωνία
Μελέτη της Τάξης στη Παγκόσμια Πολιτική - Εκδ. Ποιότητα
Σε επόμενη ανάρτηση θα παρουσιάσω τις ρίζες της ιδέας της διεθνούς κοινωνίας, τις μετεξελίξεις της και τις τρείς δυτικέςανταγωνιστικές παραδόσεις σκέψης στην ιστορία του σύγχρονου συστήματος κρατών: τη χομπεσιανή ή ρεαλιστική, την καντιανή ή οικουμενική και τη γκροτιανή ή διεθνιστική παράδοση.
                                                                .~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός.
 Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Οι προοπτικές για τη διεθνή κοινωνία.
- Τα όρια της διεθνούς κοινωνίας.
- Διεθνής κοινωνία, civitas maxima, υπερ-κράτος.
- Διαφορές εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής, οι παραδοσιακοί και οι μοντέρνοι μελετητές και οι αναγωγικές θεωρίες ερμηνείας της διεθνούς πολιτικής - μέρος α´.
*
- Με αφορμή τα αυτονομιστικά κινήματα και τις υποεθνικές-κρατικές τάσεις και πιέσεις:
 Ο «νεομεσαιωνισμός» ή «New medievalism» ως ένα πρότυπο διακυβέρνησης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, τρεις οπτικές θεώρησης της παγκοσμιοποίησης -από τα μάτια του τωρινά ισχυρού- και δυο λόγια εισαγωγικά περί «εδαφικών» και μη ιδεολογιών.
- Νέος μεσαιωνισμός ή New medievalism - μέρος β´. 
Συνέχεια στο ζήτημα της κρίσης ή παρακμής της κυριαρχίας και του συστήματος κρατών - και της (υποτιθέμενης ή πιθανής) αντικατάστασης του από νέες μορφές πολιτικής οικουμενικής οργάνωσης.
- Προς περαιτέρω γνώσιν του «γερμανικού ζητήματος» που σχετίζεται με ορισμένα εισαγωγικά για τα τρία ρεύματα της διεθνούς θεωρίας.
*
- Τύποι πολιτικής οργάνωσης που έπρεπε να υπερνικήθούν για να δημιουργηθεί το σύγχρονο κράτος (εν συντομία) μέρος α´.
- Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;
- Μια σύντομη αναφορά στη σχέση κράτους, αναρχίας και ρεαλισμού. Μια κλασική παρερμηνεία.
- Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος - μέρος α´. Βία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αλληλεξάρτηση και ολοκλήρωση, οι αρετές της αναρχίας - διαφορές εθνικών και διεθνών δομών, άναρχων και ιεραρχικών πεδίων, εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων.
*
- Το δίκαιο της ανθρωπότητας - μέρος α´.
- After Western Hegemony – 40th World Congress of Sociology / Μετά τη Δυτική Ηγεμονία - Παγκόσμιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας.
- Thinking Inter-Culturally: From racist and Eurocentric Monologism to Inter-Civilizational Dialogism - John M. Hobson, Professor of Politics and International Relations.
- Ιχνηλατώντας τον Internationalism μέρος α´ - A Note on the Origin of the Word 'International' by Hidemi Suganami και Nationalism and internationalism by Nicholas Hans. Προλογικά και εννοιολογικό πλαίσιο από Alfred E. Zimmern, Immanuel Wallerstein και E. H. Carr.
- E.H.Carr - Τι συνέβη τότε ή μήπως τι (ξανα)συμβαίνει τώρα; Προβληματισμοί (παλαιοί;) πάνω στις προοπτικές μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων, μέρος α' - θα επιβιώσει το έθνος ως μονάδα ισχύος;
- Governing the World: The Rise and Fall of an Idea (Internationalism, Imperialism, The era of Anglo-American world power and the establishment of the League of Nations and its successor, the United Nations) University Lecture with Professor Mark A. Mazower.
*
- Πλανητικός μετασχηματισμός -εισαγωγικά περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής», παγκοσμιοποίησης και μη αναστρεψιμότητας της, διεθνικών οργανισμών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εθνών-κρατών.
- Ο ευρωκεντρισμός και τα άβαταρ του: τα διλήμματα της κοινωνικής επιστήμης. Εισαγωγή.
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Καντιανισμός, δημοσιότητα, διπλωματία και η μεταστροφή του προσηλυτισμού σε καταδίκη.
- Εισαγωγή στην αμερικανική στρατηγική, την Ευρασία και τη συσχέτιση του ΟΑΣΕ με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το πεδίο διαχωρισμού Βορρά-Νότου
*
- Η έννοια της Προόδου - μέρος α´. Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική.
- Μεταπολεμική νέα εποχή και διαχείριση των γηγενών πολιτισμών.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Δυτική Ευρώπη, αποικίες και Ανατολική Μεσόγειος. Το χθες στο σήμερα.
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Πανευρώπη και τρέχουσα κρίση.
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
- Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.
- Το ιστορικό υπόβαθρο της Ε.Ε ως νεοπαραδοσιακή αντίδραση και η μεταστροφή στην έννοια της «Ευρώπης».
*
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά α.
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά β -για να μην ξεχνιόμαστε...
- Γεγονότα και πολεμικές, ιδεολογίες και ερμηνείες - από τον Κονδύλη στον Wallerstein - από την μη πραγμάτωση της Ουτοπίας στη κρίση του αφηγήματος της εποχής μας και τη μεταβατική πλανητικά περίοδο.
- Fukuyama και Huntington (Barnett, Schmitt, Kojeve, Strauss, Spengler) και εισαγωγή στον αναστοχασμό των ιδεολογιών.
*
- Γεωπολιτισμικά.
- Διεθνείς Σχέσεις.
- Πλανητικός μετασχηματισμός.
- Δυτικοευρωκεντρισμός.
*
Αποσπάσματα από το έργο του Martin Wight.
Αποσπάσματα από το έργο του Hedley Bull.
        
07/12/14--07:54: 
Πόλεμος και - συστημική - αλλαγή στη διεθνή πολιτική. 
Αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος.

Παντειο Πανεπιστημιο. ΠΜΣ Διεθνων και Ευρωπαϊκων Σπουδων. Μαθημα: θεωρια και Μεθοδολογια των Διεθνων Σχεσεων. Διδασκοντες: κ. Αρβανιτοπουλος - Α. Γκοφας - Ε. Φακιολας. Robert Gilpin: πολεμος και αλλαγη στη διεθνη πολιτικη. Παρουσιαση: Θεοδωροπουλος Παναγιωτης. Ιανουαριος 2009. (Όλες οι υπογραμμίσεις και οι επισημάνσεις μέ έντονο ύφος από το πρωτότυπο).

                                .~`~.
Robert Gilpin:

Πολεμος & αλλαγη στη διεθνη πολιτικη

Ο Ρόμπερτ Γκίλπιν, με το βιβλίο του αυτό, προσπάθησε να ανακαλύψει και κυρίως να σχηματοποιήσει την διαδικασία πολιτικής αλλαγής στο διεθνές σύστημα. 
Παραδέχεται εξ αρχής πως οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές είναι συνέπειες μοναδικώνκαι απρόβλεπτωνεξελίξεων. 
Συνεπώς, δεν αποβλέπει στο να διατυπώσει μία ντετερμινιστική θεωρία διεθνούς πολιτικής αλλαγής, αλλά να προσδιορίσει τα κοινά στοιχεία και τα επανεμφανιζόμενα πρότυπα στις σημαντικές κρίσιμες καμπές της Ιστορίας, ώστε να αποτυπώσει κάποιες γενικές τάσεις στη διεθνή πολιτική αλλαγή.
Ιδιαιτέρως, το βιβλίο ασχολείται με την συστημική αλλαγή, αν ως συστημική αλλαγήορίσουμε την αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος. 
Η συστημική αλλαγή δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αλλαγή συστημάτων, παραδείγματα της οποίας είναι η άνοδος και η παρακμή των ελληνικών πόλεων-κρατών, η παρακμή του μεσαιωνικού διακρατικού συστήματος και η εμφάνιση των σύγχρονων εθνών-κρατών. 
Επομένως, ενώ η αλλαγή συστημάτων αναφέρεται στη φύση των κύριων δρώντων του συστήματος και επικεντρώνεται στην άνοδο και παρακμή των κρατικών συστημάτων, από την άλλη, η συστημική αλλαγή επικεντρώνεται στην άνοδο και παρακμή των κυρίαρχωνκρατών ή των αυτοκρατοριών που κυβερνούν το διεθνές σύστημα.
 Με τη συστημική αλλαγή καταπιάνεται κυρίως η θεωρία του Γκίλπιν.
Πρέπει να σημειώσουμε πως ο Γκίλπιν ξεκαθαρίζει από την αρχή τη θέση του, πως δηλαδή η θεμελιώδης φύση των διεθνών σχέσεων ΔΕΝ έχει μεταβληθεί διαμέσου των αιώνων, αλλά αυτές εξακολουθούν να είναι ένας αέναος αγώνας για πλούτο και ισχύ μεταξύ ανεξάρτητων δρώντων σε κατάσταση αναρχίας. 
Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε πως όλο το βιβλίο διαπνέεται από μία συλλογιστική κόστους/οφέλους. Δηλαδή, πως τα ανεξάρτητα κράτη προβαίνουν σε υπολογισμούς κόστους/οφέλους κατά τη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής.
Κατά τον Γκίλπιν, πέντε βασικές υποθέσειςστηρίζουν τη θεωρία του για τη διεθνή πολιτική αλλαγή. Ας τις δούμε μία-μία:

ΥΠΟΘΕΣΗ 1η:
Ένα διεθνές σύστημα είναι σταθερό εάν κανένα κράτος δεν θεωρεί επικερδές να προσπαθήσει να αλλάξει το σύστημα.
Ιδιαιτέρως, ένα διεθνές σύστημα βρίσκεται σε ισορροπία αν τα ισχυρότερα κράτη του συστήματος είναι ικανοποιημένα από τις υφιστάμενες εδαφικές, πολιτικές και οικονομικές ρυθμίσεις. 
Σε κάθε διεθνές σύστημα εμφανίζονται συνεχώς πολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές που υπόσχονται κέρδη και επαπειλούν απώλειες για τον α ή β δρώντα.
 Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αλλαγές αυτές διευθετούνται με οριακές μόνο ρυθμίσεις (π.χ. συμμαχίες, διπλωματικές αλληλεπιδράσεις), οι οποίες μειώνουν την πίεση στο σύστημα και τείνουν να συντηρούν τα χαρακτηριστικά που δίνουν στο σύστημα τη συγκεκριμένη ταυτότητά του. 
Έτσι, η σχετική σταθερότητα του συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των δρώντων οι οποίοι επηρεάζονται από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. 
Επομένως, σε κάθε σύστημα, λαμβάνει χώρα συνεχώς μια διαδικασία ανισορροπίας και αναπροσαρμογής.
 Πρόκειται λοιπών για σωρευτικέςαλλαγές που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη του συστήματος.
Από τη στιγμή που εγκαθιδρυθεί, το ίδιο το διεθνές σύστημα ασκεί με τη σειρά του επιρροή στη συμπεριφορά των κρατών. 
Επηρεάζει τους τρόπους με τους οποίους άτομα, ομάδες και κράτη επιδιώκουν να επιτύχουν τους στόχους τους. 
Δηλαδή, παρέχει μία σειρά περιορισμών και ευκαιριών στα πλαίσια των οποίων οι διάφορες ομάδες και κράτη επιδιώκουν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
Το σύστημα περιλαμβάνει εκείνους τους δρώντες των οποίων οι δράσεις και αντιδράσεις λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη στη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής.
 Τα όρια του συστήματος ορίζονται από την περιοχή στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν να ασκήσουν επιρροή και έλεγχο, ώστε να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα. 
Όταν μιλάμε για έλεγχο πάνω στο διεθνές σύστημα, εννοούμε «σχετικό έλεγχο» και «επιδίωξη ελέγχου» διότι κανένα κράτος δεν έχει ποτέ ελέγξει πλήρως ένα σύστημα. 
Ο έλεγχος λοιπόν, ή αλλιώς η διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος ασκείται με τους εξής μηχανισμούς:
● κατανομή της ισχύος μεταξύ των κρατών.
 Τα κυρίαρχα κράτη ή αλλιώς οι μεγάλες δυνάμεις οργανώνουν το δίκτυο των πολιτικών, οικονομικών και άλλων σχέσεων του συστήματος και επιβάλλουν τους βασικούς κανόνες και δικαιώματα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των κρατών στο σύστημα.
● το γόητρο. Είναι η φήμη για ισχύ και ιδίως για στρατιωτική ισχύ. 
Αναφέρεται πρωτίστως στις αντιλήψεις των άλλων κρατών σχετικά με τις ικανότητες ενός κράτους και την προθυμία του να χρησιμοποιήσει την ισχύ του. 
Αξίζει να σημειωθεί, πως με τον καιρό, εμφανίζεται μια ανακολουθία ανάμεσα στην καθιερωμένη ιεραρχία γοήτρου και στην υφιστάμενη κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών. 
Δηλαδή, οι αντιλήψεις που έχουν τα κράτη για την ισχύ ενός κυρίαρχου κράτους καθυστερούν να προσαρμοστούν στις μεταβολές των ικανοτήτων του κράτους αυτού.
● κατανομή εδαφών. 
Ο έλεγχος και η διανομή του εδάφους αποτελούν τον βασικό μηχανισμό που διέπει την κατανομή σπάνιων πόρων ανάμεσα στα κράτη.
● οι κανόνες του συστήματος.
 Κυμαίνονται από απλές συνεννοήσεις και τα έθιμα, μέχρι τους κανόνες διεξαγωγής διπλωματίας και τις επίσημες συνθήκες. 
Αν και τα δικαιώματα και οι κανόνες βασίζονται σε διάφορους βαθμούς στη συναίνεση, εντούτοις τα θεμέλιά τους βρίσκονται στην ισχύ και τα συμφέροντα των κυρίαρχων κρατών.
● η διεθνής οικονομία.
Ο πλέον αποσταθεροποιητικός παράγοντας της ισορροπίας ενός συστήματοςείναι η τάση που υπάρχει σε ένα διεθνές σύστημα να αλλάζει η ισχύς των κρατών-μελών του με διαφορετικό ρυθμό λόγω πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων [Όταν αναφερόμαστε στην ισχύ, εννοούμε τις στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές ικανότητες των κρατών]. 
Ταυτοχρόνως, η διαφορετική αύξηση της ισχύος των διαφόρων κρατών του συστήματος, προκαλεί μία θεμελιώδη ανακατανομή της ισχύος στο σύστημα. 
Αυτό το στοιχείο μας οδηγεί στη δεύτερη υπόθεση της θεωρίας του Γκίλπιν για την διεθνή πολιτική αλλαγή.

ΥΠΟΘΕΣΗ 2η:
Ένα κράτος θα προσπαθήσει να αλλάξει το διεθνές σύστημα, εάν το αναμενόμενο όφελος υπερβαίνει το αναμενόμενο κόστος.
Το εάν ένα κράτος επιδιώξει ή όχι να αλλάξει το διεθνές σύστημα εξαρτάται από τη φύση του κράτους και της κοινωνίας που αυτό εκπροσωπεί. 
Εξάλλου, το εάν η αλλαγή αυτή είναι επικερδής σε μία δεδομένη στιγμή εξαρτάται από μεταβολές σε διάφορους παράγοντες. 
Ας δούμε ποιοι είναι αυτοί:
1) Συγκοινωνίες και επικοινωνίες.
Η πλέον σημαντική συνέπεια των καινοτομιών στις συγκοινωνίες είναι η επίδρασή τους στη «γραμμή απώλειας δύναμης». 
Με τον όρο αυτό εννοείται ο βαθμός στον οποίο η στρατιωτική και πολιτική ισχύς του κράτους μειώνεται καθώς μετακινούμε μία μονάδα μακρυά από τη βάση της. 
Επομένως, τεχνολογικές βελτιώσεις μπορούν να αυξήσουν την απόσταση και τον χώρο στον οποίο ένα κράτος μπορεί να ασκήσει αποτελεσματική επιρροή και να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ.
2) Στρατιωτικές τεχνικές και τεχνολογία.
Στρατιωτικές καινοτομίες που τείνουν να ευνοούν την επίθεση σε σχέση με την άμυνα, προωθούν την εδαφική επέκταση, ενώ καινοτομίες που αυξάνουν την άμυνα σε σχέση με την επίθεση, τείνουν να δυσχεραίνουν την επέκταση και συνεπώς να σταθεροποιούν το εδαφικό στάτους κβο.
3) Οικονομικοί παράγοντες.
Όχι μόνο η κατανομή ισχύος εδράζεται σε μία οικονομική βάση, αλλά και η επιθυμία για κέρδος είναι ισχυρό κίνητρο για να επιδιώξει να αλλάξει κανείς το διεθνές σύστημα. Εξελίξεις που αυξάνουν τις οικονομίες κλίμακας (π.χ. το μέγεθος της αγοράς) θα δημιουργήσουν στην κοινωνία ισχυρό κίνητρο επέκτασης. 
Από την άλλη, το οικονομικό περίσσευμα των κοινωνιών μειώνεται λόγω της φθίνουσας απόδοσης. Δηλαδή, η αύξηση του πληθυσμού, η εξάντληση της καλής ποιότητας γης και η στενότητα πόρων οδηγούν σε μείωση του οικονομικού περισσεύματος, οπότε η ύπαρξη εξωτερικών ευκαιριών για να ανακοπεί η λειτουργία του νόμου της φθίνουσας απόδοσης, αποτελούν ισχυρά κίνητρα για τα κράτη ώστε να επεκτείνουν τον εδαφικό, οικονομικό και πολιτικό τους έλεγχο στο διεθνές σύστημα.
4) Η δομή του διεθνούς συστήματος.
Η δομή ως μορφή των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των κρατών του συστήματος, επηρεάζει τη συμπεριφορά των δρώντων ανταμείβοντας ορισμένους τύπος συμπεριφοράς και τιμωρώντας κάποιους άλλους.
 Δηλαδή, επηρεάζει το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των δρώντων ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τα κίνητρά τους. 
Η κατανομή των ικανοτήτων μεταξύ των δρώντων–δηλ. αν η κατανομή είναι σχετικά ίση, ολιγοπωλιακή (λίγες μεγάλες δυνάμεις), δυοπωλιακή (δύο μεγάλες δυνάμεις), ή μονοπωλιακή (δηλ. αυτοκρατορία), καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αλλάζει αυτή η κατανομή με το πέρασμα του χρόνου είναι οι πλέον σημαντικοί παράγοντες για τη διεθνή πολιτική αλλαγή.
Έτσι, το διεθνές σύστημα, όπως μια ολιγοπωλιακή αγορά, χαρακτηρίζεται από αλληλεξαρτώμενη λήψη αποφάσεων και από αρκετά μικρό αριθμό ανταγωνιστών.
 Επειδή η συμπεριφορά των άλλων κρατών είναι αβέβαιη και απρόβλεπτη, το κράτος θα πρέπει να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος επιλογών. 
Εξάλλου, εάν ένα κράτος παραλείψει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονται για επέκταση, υπάρχει η πιθανότητα κάποιος ανταγωνιστής να αρπάξει την ευκαιρία και να αυξήσει έτσι την σχετική του ισχύ. 
Ο Γκίλπιν τονίζει πως ο πλέον σημαντικός παράγοντας της διεθνούς πολιτικής αλλαγής είναι η διαφορική ή αλλιώς άνιση ανάπτυξη της ισχύος μεταξύ των κρατών. Τόσο στις διπολικές όσο και στις πολυπολικές δομές, οι αλλαγές στη σχετική ισχύ μεταξύ των κυριότερων δρώντων είναι προάγγελοι διεθνούς πολιτικής αλλαγής.
5) Εσωτερικές πηγές αλλαγής.
Αυτές αναφέρονται στον εθνικό χαρακτήρα, την κοινωνική δομή, τα οικονομικά συμφέροντα, την πολιτική οργάνωση, και κυρίως στη σχέση ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο κέρδος.
Εάν η μεγέθυνση και επέκταση του κράτους και τα συμφέροντα διαφόρων ισχυρών ομάδων είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους, τότε υφίσταται για το κράτος μια έντονη ώθηση να επεκταθεί και να προσπαθήσει να αλλάξει το διεθνές σύστημα. 
Δεν αναφερόμαστε μόνο στο οικονομικό συμφέρον, καθώς τόσο οι θρησκείες όσο και οι πολιτικές ιδεολογίες υπόσχονται ανταμοιβές στους πιστούς.

ΥΠΟΘΕΣΗ 3η:
Ένα κράτος θα επιδιώξει να αλλάξει το διεθνές σύστημα μέσω εδαφικής, πολιτικής και οικονομικής επέκτασης, μέχρι το οριακό κόστος της περαιτέρω αλλαγής να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το οριακό όφελος.Καθώς η ισχύς ενός κράτους αυξάνεται, το κράτος επιδιώκει να επεκτείνει τον εδαφικό του έλεγχο, την πολιτική του επιρροή και την κυριαρχία του στη διεθνή οικονομία. 
Με τη σειρά τους αυτές οι εξελίξεις αυξάνουν την ισχύ του καθώς θέτουν στη διάθεσή του περισσότερους πόρους. 
Όμως αυτή η διαδικασία δεν συνεχίζεται επ άπειρον διότι εμφανίζονται αντισταθμιστικές δυνάμεις που εξαιτίας της επίδρασής τους, το κράτος αρχίζει σε κάποιο σημείο να συναντά αυξανόμενο κόστος και φθίνουσα απόδοση στην επέκτασή του.
 Στο σημείο όπου η επέκταση και οι προσπάθειες αλλαγής του συστήματος παύουν να είναι επικερδείς, μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα έχει επανέλθει σε μία κατάσταση ισορροπίας. 
Οι μηχανισμοί που επιφέρουν αυτή τη διαδικασία εξαρτώνται από τη φύση του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή αν πρόκειται π.χ. για πόλη-κράτος, φεουδαρχία, αυτοκρατορία ή έθνος-κράτος. Έτσι, στην εποχή των αυτοκρατορικών δυνάμεων, η δυναμική των διεθνών σχέσεων παρεχόταν από τη συνεχή διανομή και αναδιανομή εδαφών και την απόκτηση δούλων ή υπάκουων χωρικών που θα καλλιεργούσαν τη γη.
 Έτσι, καθώς δεν υπήρχαν σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις, η μη κατάκτηση νέων εδαφών είχε ως αποτέλεσμα η αγροτική παραγωγικότητα να παραμένει σε χαμηλό επίπεδο παρουσιάζοντας φθίνουσα απόδοση και το οικονομικό περίσσευμα να βαίνει μειούμενο, αυξάνοντας έτσι το κόστος περαιτέρω επέκτασης της αυτοκρατορίας. 
Από την άλλη, η φορολόγηση του διεθνούς εμπορίου (π.χ. των καραβανιών ή των πλοίων που διέρχονταν από τα λιμάνια του κράτους), αποτελούσε έναν παράγοντα αύξησης των κρατικών προσόδων.
 Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε πως παρότι οι αυτοκρατορίες ήταν στρατιωτικά ισχυρές, μπορούσαν να εξασφαλίσουν την πίστη και τη νομιμοφροσύνη μικρού μόνο μέρους των κατοίκων τους. 
Ενώ, παλαιότερα, οι πόλεις-κράτη απολάμβαναν την παθιασμένη αφοσίωση των κατοίκων τους αλλά είχαν περιορισμένη ικανότητα να παράγουν ισχύ. 
Το σύγχρονο έθνος-κράτοςέλυσε το πρόβλημα αυτής της αντίστροφης σχέσης μεταξύ μεγέθους και αφοσίωσης.
1ον. Υπάρχει μία ισχυρή εξουσία που ασκεί έλεγχο πάνω σε μία καλά καθορισμένη και συνεχή επικράτεια, μέσω μιας γραφειοκρατίας και ενός ενιαίου συνόλου νόμων.
2ον. Η κοινωνία και η οικονομία του χαρακτηρίζονται από μία πολύπλοκη ταξική δομή και έναν καταμερισμό της εργασίας.
3ον. Η ιδεολογία του εθνικισμού καλλιεργεί την εσωτερική συνοχή και την έντονη αφοσίωση προς το κράτος.
Εξάλλου, η σύγχρονη οικονομική μεγέθυνσηχαρακτηρίστηκε από τη βιομηχανική επανάσταση, τα τεχνολογικά άλματα, την παγκόσμια οικονομία της αγοράς και τον εκχρηματισμό της οικονομίας. 
Οι κοινωνίες εισέρχονται σε εκτεταμένες σχέσεις αγοράς μόνο όταν τα αναμενόμενα κέρδη είναι πολύ μεγαλύτερα από το αναμενόμενο κόστος. 
Συνεπώς, οι υπέρμαχοι της αλληλεξαρτώμενης παγκόσμιας αγοράς είναι λογικό ότι θα είναι τα οικονομικώς πιο αποδοτικά και τεχνολογικώς πιο προηγμένα έθνη, τα οποία και ωφελούνται συγκριτικά περισσότερο από τα άλλα κράτη. 
Κατά συνέπεια, μία οικονομία αγοράς τείνει μέχρις ενός σημείουνα συγκεντρώνει τον πλούτο στις πιο προηγμένες οικονομίες. 
Ως εκ τούτου, οι κυρίαρχες δυνάμεις της σύγχρονης εποχής παρείχαν τα δημόσια αγαθά που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία αποδοτικών διεθνών αγορών, επειδή ήταν επικερδές γι’ αυτές να το κάνουν. 
Εξάλλου, ο εκχρηματισμός της οικονομίας εμβαθύνει και επεκτείνει την αγορά. 
Διευκολύνει την κινητοποίηση του πλούτου για πολεμικούς σκοπούς, καθώς η ισχύς μιας κοινωνίας δεν εξαρτάται τόσο από την ποσότητα, όσο από την κινητικότητα του πλούτου της. 
Ως συνέπεια των οικονομικών εξελίξεων, η θέση ενός κράτους στην παγκόσμια οικονομία, δηλ. ο λεγόμενος διεθνής καταμερισμός εργασίας, έγινε σύμφωνα με τον Γκίλπιν, ένας κύριος, αν όχι ο κυριότερος προσδιοριστικός παράγοντας της θέσης του στο διεθνές σύστημα.
Με τις διαπιστώσεις αυτές, μπορούμε να προχωρήσουμε στην επόμενη υπόθεση της θεωρίας του Γκίλπιν.

ΥΠΟΘΕΣΗ 4η:
Από τη στιγμή που επιτευχθεί μία ισορροπία ανάμεσα στο κόστος και στο όφελος της περαιτέρω αλλαγής και επέκτασης, η τάση είναι να αυξάνεται το οικονομικό κόστος της διατήρησης του στάτους κβο ταχύτερα απ’ ό,τι η οικονομική δυνατότητα να υποστηριχθεί το στάτους κβο.Μολονότι ο έλεγχος επί ενός διεθνούς συστήματος παρέχει στην κυρίαρχη ή στις κυρίαρχες δυνάμεις οικονομικά οφέλη, εντούτοις η κυριαρχία συνεπάγεται κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους. 
Αυτά τα κόστη συνιστούν οικονομική αφαίμαξη για το κυρίαρχο κράτος. 
Συνεπώς, η κυριαρχία απαιτεί την ύπαρξη ενός συνεχιζόμενου οικονομικού περισσεύματος. 
Αυτή η διάσταση μεταξύ κόστους και πόρωνπροκαλεί μια «δημοσιονομική κρίση»κατά τον χαρακτηρισμό του Γκίλπιν για την κυρίαρχη δύναμη. 
Αν δεν επιλυθεί αυτή η δημοσιονομική κρίση, θα επιφέρει τελικά την οικονομική και πολιτική παρακμή της κυρίαρχης δύναμης. 
Η διαδικασία αυτής της παρακμής έχει επιταχυνθεί στη σύγχρονη εποχή των ραγδαίων οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών.
 Για παράδειγμα, ενώ η βυζαντινή και η κινεζική αυτοκρατορία διατηρήθηκαν για μία χιλιετία, η παρακμή τους διήρκεσε εκατοντάδες χρόνια. 
Ενώ, η διάρκεια της Pax Brittanica ήταν περίπου ένας αιώνας.
Στην ουσία, οι ίδιοι παράγοντες που επηρεάζουν τη μεγέθυνση και επέκταση ενός κράτους, υποσκάπτουν την ισχύ του.
Ας δούμε πώς γίνεται αυτό: το εισόδημα μιας κοινωνίας κατανέμεται γενικά σε τρεις τομείς: προστασία (δηλ. εθνική ασφάλεια), κατανάλωση (ιδιωτική και δημόσια μη στρατιωτική), και παραγωγική επένδυση. 
Σε κάθε δεδομένη στιγμή, η κοινωνία προσπαθεί κατανέμοντας όσο μπορεί καλύτερα τους διαθέσιμους πόρους της, να επιλέξει τον βέλτιστο συνδυασμό ανάμεσα στους τρεις αυτούς τομείς. 
Η ιστορική τάση είναι να αυξάνονται τα μερίδια της προστασίας και της κατανάλωσης.
Ως εκ τούτου το μερίδιο του ΑΕΠ που επανεπενδύεται στην οικονομία μειώνεται, οπότε διαβρώνεται η παραγωγική βάση της οικονομίας, και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες απαιτήσεις για προστασία και κατανάλωση. 
Η κοινωνία εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενης κατανάλωσης και μειούμενης επένδυσης και αρχίζει να βιώνει αυτό που έχει αποκληθεί «το δίλημμα των αυξανόμενων απαιτήσεων και των ανεπαρκών πόρων».
Οι παράγοντες που υπονομεύουν την ισχύ και τον πλούτο μιας κοινωνίας διακρίνονται σε εσωτερικούς και εξωτερικούς:
1) Εσωτερικοί παράγοντες:ο νόμος της φθίνουσας απόδοσης στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως έχει οικουμενική εφαρμογή μειώνοντας το οικονομικό περίσσευμα. 
Αν και στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογική εξέλιξη έχει μετριάσει τον νόμο της φθίνουσας απόδοσης, εντούτοις κατά τον Σιμόν Κουζνέτς υφίσταται η τάση κάποια στιγμή να εξαντλείται το δυναμικό μεγέθυνσης που περικλείει κάθε καινοτομία. 
Εξάλλου, στον στρατιωτικό τομέα, τόσο η αύξηση του κόστους των στρατιωτικών τεχνικών όσο και η διάχυση της στρατιωτικής τεχνολογίας, αυξάνουν το κόστος που υφίσταται το κυρίαρχο κράτος για να διατηρήσει το σύστημα. 
Επίσης, καθώς η κοινωνία γίνεται όλο και πιο ευημερούσα, παρατηρείται μία γενική τάση να αυξάνεται η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση ταχύτερα απ’ ό,τι αυξάνεται το ΑΕΠ.
 Ένας άλλος παράγοντας, είναι η δομική αλλαγή στον χαρακτήρα της οικονομίας, δηλαδή το πέρασμά της από την έμφαση στον αγροτικό τομέα, στη συνέχεια στη μεταποίηση και τέλος στην έμφαση στον τομέα των υπηρεσιών. 
Αν και η επένδυση στον τομέα των υπηρεσιών συνεχίζει να μεγεθύνει την οικονομία, εντούτοις έχει μικρότερο βαθμό αύξησης της παραγωγικότητας συγκριτικά προς τη μεταποίηση. 
Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε την φθοροποιό επίδραση της ευμάρειας, η οποία οδηγεί σε μία ψυχολογική μεταστροφή όσον αφορά στις στάσεις των ατόμων και στις κοινωνικές αξίες, οι οποίες αλλάζουν υποσκάπτοντας την αποδοτικότητα της οικονομίας και την αφοσίωση των ατόμων στο κοινό καλό.
2) Εξωτερικοί παράγοντες:ο κυριότερος εξωτερικός παράγοντας που υπονομεύει τη θέση του κυρίαρχου κράτους είναι το αυξανόμενο κόστος της κυριαρχίας. 
Δηλαδή, αυξήσεις στον αριθμό και στη δύναμη αντίπαλων δυνάμεων, υποχρεώνουν το κυρίαρχο κράτος να ξοδεύει περισσότερους πόρους προκειμένου να διατηρήσει την υπέρτερη θέση του. 
Από την άλλη, επειδή η κυρίαρχη δύναμη θα υπερασπιστεί το στάτους κβο για το δικό της συμφέρον, τα μικρότερα κράτη έχουν ελάχιστο κίνητρο να καταβάλλουν το μερίδιό τους σ’ αυτό το κόστος προστασίας. 
Σε παλαιότερες εποχές, το κόστος της αυτοκρατορίας καλυπτόταν μέσω της απόσπασης πλούτου από την αγροτική παραγωγή και απόκτησης πολύτιμων μετάλλων μέσω λεηλασίας ή φορολόγησης του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. 
Στη σύγχρονη εποχή οι κυρίαρχες δυνάμεις δίνουν έμφαση στην οικονομική μεγέθυνση προκειμένου να παραχθεί το οικονομικό περίσσευμα. 
Δηλαδή χρηματοδοτούν τα βάρη της ηγεμονίας μέσω ραγδαίων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και ευνοϊκών διεθνών όρων εμπορίου και επενδύσεων. 
Εξάλλου, η διάχυση της τεχνολογίας είναι ένας άλλος υπονομευτικός παράγοντας της ισχύος του κράτους. 
Στην καλύτερη περίπτωση, τα κράτη μπορούν μόνο να επιβραδύνουν την διάχυση της τεχνολογίας που στηρίζει την οικονομική και στρατιωτική τους ισχύ, αλλά δεν μπορούν να την εμποδίσουν.
Καθώς λοιπόν εξελίσσεται η διαδικασία που μόλις περιγράψαμε, τείνει να υλοποιηθεί η πέμπτη υπόθεση του Γκίλπιν.

ΥΠΟΘΕΣΗ 5η:
Εάν η ανισορροπία στο διεθνές σύστημα δεν ξεπεραστεί, τότε το σύστημα θα αλλάξει και μία νέα ισορροπία που θα αντανακλά την ανακατανομή ισχύος θα δημιουργηθεί.
Παρότι η ιεραρχία γοήτρου, η κατανομή εδαφών, οι κανόνες του συστήματος και η διεθνής κατανομή εργασίας συνεχίζουν να ευνοούν την παραδοσιακή κυρίαρχη δύναμη ή δυνάμεις, εντούτοις η βάση ισχύος στην οποία στηρίζεται η διακυβέρνηση του συστήματος, έχει διαβρωθεί λόγω της διαφορικής ανάπτυξης των κρατών. 
Από την οπτική γωνία των κυρίαρχων δυνάμεων το κόστος διατήρησης του status quo έχει αυξηθεί προκαλώντας σοβαρή διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και στις δεσμεύσεις τους.
 Ενώ από την οπτική γωνία των ανερχόμενων δυνάμεων το κόστος αλλαγής του συστήματος έχει μειωθεί σε σχέση με τα δυνητικά οφέλη από την αλλαγή αυτή. 
Όπως κι αν το δει κανείς, έχει επέλθει ανισορροπία εφόσον έχει αλλάξει η κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών.
 Αντιδρώντας, το κυρίαρχο κράτος, καθώς προσπαθεί να επαναφέρει την ισορροπία στο σύστημα, μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε δύο λύσεις:
1η λύση:να επιδιώξει η κυρίαρχη δύναμη να αυξήσει τους πόρους που αφιερώνει, προκειμένου να διατηρήσει τις δεσμεύσεις και τη θέση της στο διεθνές σύστημα.
 Τρόποι όπως η αύξηση της εσωτερικής φορολογίας και η απόσπαση φόρου υποτέλειας από άλλα κράτη εγκυμονούν τον κίνδυνο της αντίδρασης.
Πιο ικανοποιητική είναι η αύξηση της αποδοτικότητας στη χρήση των υπαρχόντων πόρων μέσω οργανωτικών και τεχνολογικών αλλαγών.
 Βεβαίως, σε μια παρακμάζουσα κοινωνία, είναι πιο δύσκολο να αποδώσουν καινοτομίες και θεσμικές μεταρρυθμίσεις καθώς παρατηρείται έλλειψη κοινωνικής συνεργασίας και τα κατεστημένα συμφέροντα αντιστέκονται στην απώλεια των προνομίων τους.
2η λύση:να εξισορροπηθούν το κόστος και οι πόροι, με το να μειωθεί το κόστος. Αυτό μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους. 
Α) Να εξαπολύσει έναν παρεμποδιστικό πόλεμο, όσο η δύναμη έχει ακόμη το στρατιωτικό πλεονέκτημα, εξαλείφοντας έτσι τον ανερχόμενο διεκδικητή. 
Β) Με περαιτέρω επέκταση, να αποκτήσει λιγότερο δαπανηρές αμυντικές θέσεις, αν και αυτή η περίπτωση ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω υπερεξάπλωσης των δεσμεύσεων της δύναμης και συνεπώς αύξησης του κόστους. 
Τέλος, Γ) να μειωθούν οι δεσμεύσεις της εξωτερικής πολιτικής είτε με μονομερή εγκατάλειψη ορισμένων οικονομικών, πολιτικών ή στρατιωτικών δεσμεύσεων του κράτους, είτε να συμμαχήσει ή προσεγγίσει με λιγότερο απειλητικές δυνάμεις, ουσιαστικά προβαίνοντας σε παραχωρήσεις και συμφωνώντας να μοιραστεί τα οφέλη του στάτους κβο με άλλα κράτη, είτε τέλος να προβεί σε παραχωρήσεις προς την ανερχόμενη δύναμη επιδιώκοντας τον κατευνασμό της, με κίνδυνο όμως να υποστεί μείωση γοήτρου και να καταστήσει την τελευταία ακόμα πιο διεκδικητική.
Κατά τη διαδικασία που μόλις περιγράψαμε, η ανισορροπία στο σύστημα καθίσταται ολοένα εντονότερη, καθώς το κυρίαρχο κράτος αδυνατεί να αποκτήσει επιπλέον πόρους για να υπερασπιστεί τις ζωτικές του δεσμεύσεις.
Ο Γκίλπιν υπενθυμίζει πως σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το κυριότερο μέσο για την επίλυση της ανισορροπίας αυτής ήταν ο πόλεμος, και μάλιστα, αυτό που αποκαλεί ηγεμονικό πόλεμο.
Ένας ηγεμονικός πόλεμος αφορά στη σύγκρουση μεταξύ της κυρίαρχης ή των κυρίαρχων δυνάμεων και στον ή στους ανερχόμενους διεκδικητές, ενώ συμμετέχουν και όλα τα μεγάλα κράτη, καθώς και τα περισσότερα μικρά κράτη του συστήματος, ενώ η τάση είναι κάθε κράτος να εντάσσεται σε ένα από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Σε έναν ηγεμονικό πόλεμο διακυβεύεται η φύση και η διακυβέρνηση του συστήματος. 
Δηλαδή, οι συνέπειές του είναι η καταστροφή του ενοχλητικού κοινωνικού, πολιτικού ή οικονομικού συστήματος και συνήθως, η θρησκευτική, πολιτική ή κοινωνική μεταλλαγή της ηττημένης κοινωνίας. Τέλος, ένας ηγεμονικός πόλεμος χαρακτηρίζεται από τα απεριόριστα μέσα που χρησιμοποιούνται και από το γενικό εύρος των εχθροπραξιών. 
Πρόκειται τελικά για «παγκόσμιο» πόλεμο.
Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσουμε πως υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που συνδέονται με το ξέσπασμα ενός ηγεμονικού πολέμου.
1ον. Με την πολιτική και οικονομική επέκταση των κρατών, ο άλλοτε άδειος χώρος γύρω από τα κέντρα ισχύος καταλαμβάνεται. 
Συνέπεια αυτού του «κλεισίματος»του χώρου είναι να αρχίζουν να εξαντλούνται οι εκμεταλλεύσιμοι πόροι και να μειώνονται οι ευκαιρίες για οικονομική μεγέθυνση, οπότε οι διακρατικές σχέσεις τείνουν να γίνονται ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός κράτους είναι απώλεια για το άλλο.
2ον. Η συνειδητοποίηση εκ μέρους μιας ή περισσότερων μεγάλων δυνάμεων πως ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης έχει αρχίσει να λειτουργεί εις βάρος της, οπότε καταλαμβάνεται από τον φόβο ότι με κάποιο τρόπο ο χρόνος δουλεύει εναντίον της. 
Συνεπώς, θα πρέπει να τακτοποιήσει την κατάσταση με παρεμποδιστικό πόλεμο όσο διατηρεί ακόμα το πλεονέκτημα. 
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Θουκυδίδης για τον φόβο που προκάλεσε στους Σπαρτιάτες η αύξηση της αθηναϊκής ισχύος.
3ον. Η πορεία των γεγονότων αρχίζει να ξεφεύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο. 
Εδώ ο Γκίλπιν αναφέρεται στα πάθη των ανθρώπων, τα οποία σπρώχνουν τις κοινωνίες σε νέες και απρόβλεπτες καταστάσεις, πράγμα το οποίο ισχύει ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου. 
Λέει χαρακτηριστικά πως ηγεσία, υπολογισμός και έλεγχος των γεγονότων είναι απλώς αυταπάτες των ηγετών και των ακαδημαϊκών. 
Οι άνθρωποι σπανίως καθορίζουν ή έστω προβλέπουν τις συνέπειες του ηγεμονικού πολέμου. Υποτιμούν το εύρος και την ένταση που θα αποκτήσει η σύγκρουση, καθώς και τις συνέπειές της για τον πολιτισμό τους.
Τελικά, ο ηγεμονικός πόλεμος, ιστορικά, έχει αποτελέσει τον βασικό μηχανισμό συστημικής αλλαγής στη διεθνή πολιτική.
Ο τερματισμός ενός ηγεμονικού πολέμου είναι η απαρχή ενός ακόμη κύκλου μεγέθυνσης, επέκτασης και τελικής παρακμής. 
Ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης θα υπονομεύσει την ισχύ, υπονομεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το στάτους κβο που εγκαθιδρύθηκε από τον τελευταίο ηγεμονικό πόλεμο. 
Η ανισορροπία αντικαθιστά την ισορροπία και ο κόσμος κινείται προς έναν νέο γύρο ηγεμονικής σύγκρουσης.
Πηγή Διεθνής Πολιτική Οικονομία (economica.gr)

                               .~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική

- Πλανητικός μετασχηματισμός.
- Αποσπάσματα από το έργο του Robert Gilpin.
- Αποσπάσματα από το έργο του Kenneth Waltz.
- Αποσπάσματα από το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη.
- Αποσπάσματα από το έργο του Θουκυδίδη.
*
- Πλανητικός μετασχηματισμός -εισαγωγικά περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής», παγκοσμιοποίησης και μη αναστρεψιμότητας της, διεθνικών οργανισμών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εθνών-κρατών.
- Μερική παγκοσμιοποίηση των διεθνών χρηματοοικονομικών - Ενότητα ή κατακερματισμός του νομισματικού συστήματος; - Η αυξημένη περιφερειοποίηση των υπηρεσιών και της βιομηχανικής παραγωγής - Η διαμάχη για την πολυεθνική επιχείρηση και το έθνος-κράτος.
- Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος - μέρος α´. Βία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αλληλεξάρτηση και ολοκλήρωση, οι αρετές της αναρχίας - διαφορές εθνικών και διεθνών δομών, άναρχων και ιεραρχικών πεδίων, εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων.
- Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος - μέρος β´. Πρόσδεση στο άρμα του ισχυρότερου και εξισορρόπηση στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στα κόμματα και τα κράτη.
- Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;
- Τύποι πολιτικής οργάνωσης που έπρεπε να υπερνικήθούν για να δημιουργηθεί το σύγχρονο κράτος (εν συντομία) μέρος α´.
- Μια σύντομη αναφορά στη σχέση κράτους, αναρχίας και ρεαλισμού. Μια κλασική παρερμηνεία.
- Διδάγματα από τον «Μεγάλο Αρχαίο Εμφύλιο Πόλεμο» α. -εισαγωγή.
*
- Με αφορμή τα αυτονομιστικά κινήματα και τις υποεθνικές-κρατικές τάσεις και πιέσεις: Ο «νεομεσαιωνισμός» ή «New medievalism» ως ένα πρότυπο διακυβέρνησης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, τρεις οπτικές θεώρησης της παγκοσμιοποίησης -από τα μάτια του τωρινά ισχυρού- και δυο λόγια εισαγωγικά περί «εδαφικών» και μη ιδεολογιών.
- Νέος μεσαιωνισμός ή New medievalism - μέρος β´. Συνέχεια στο ζήτημα της κρίσης ή παρακμής της κυριαρχίας και του συστήματος κρατών - και της (υποτιθέμενης ή πιθανής) αντικατάστασης του από νέες μορφές πολιτικής οικουμενικής οργάνωσης.
- Διεθνές σύστημα κρατών, σύστημα επικυρίαρχου κράτους και διεθνής κοινωνία. Κοινωνία των κρατών, οικουμενική αυτοκρατορία, «υπερκρατικοί» και «υποκρατικοί» παράγοντες. Παγκόσμια τάξη και το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα.
- Διαφορές εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής, οι παραδοσιακοί και οι μοντέρνοι μελετητές και οι αναγωγικές θεωρίες ερμηνείας της διεθνούς πολιτικής - μέρος α´.
- Εισαγωγικά περί καταμερισμού έργων και ισχύος μεταξύ των κρατών, αλληλεξάρτησης και ολοκλήρωσης τους -καθώς και ορισμένες παρατηρήσεις.
- Friedrich Ratzel, Μεσευρώπη (Mitteleuropa) και «Ευρωπαϊκή Ένωση».
*
- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Διεθνής κοινωνία, civitas maxima, υπερ-κράτος.
- Η μετάβαση προς το μεταμοντέρνο -μονοπολικό ή πολυπολικό- διεθνές σύστημα.
- Πλανητικός μετασχηματισμός - Tο τέλος του μακρού 20ού αιώνα.
- Τρία βασικά ρήγματα στην ευρύτερη γεωπολιτική αρένα και πανικός για παγκόσμιο αποπληθωρισμό.
*
- Εισαγωγή στην αμερικανική στρατηγική, την Ευρασία και τη συσχέτιση του ΟΑΣΕ με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το πεδίο διαχωρισμού Βορρά-Νότου.
- Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.
- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα: μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση
*
- Η.Π.Α και Κίνα.
        
07/13/14--08:15: Περί εθνικισμού, δημοκρατικής ιδεολογίας -«τέλους της ιστορίας»- του Fukuyama, και χειρισμού της Μέσης Ανατολής από τους ουιλσονιανούς ιδεαλιστές και τους νεοσυντηρητικούς. Η προσέγγιση του εριστικού κ. John Mearsheimer και σύγκριση του έργου του με αυτό του Kenneth Waltz.

                             .~`~.

I

Ο εθνικισμός είναι η πιο ισχυρή ιδεολογία στον πλανήτη. Επειδή εσείς οι Ευρωπαίοι λειτουργείτε υπό τη σκιά των Ηνωμένων Πολιτειών για τόσον καιρό, έχετε συνηθήσει να ακούτε το επιχείρημα πως η δημοκρατία! η δημοκρατία! η δημοκρατία, είναι η πιο ισχυρή ιδεολογία στον πλανήτη, και όταν θέλετε να κατανοήσετε τη διεθνή πολιτική και να σκεφτείτε τη παρεμβατικότητα, εδώ, εκεί και οπουδήποτε, αυτό που θέλετε να σκέφτεστε είναι η διάδοση-εξάπλωση της δημοκρατίας. 
Αυτός είναι ένα λανθασμένος τρόπος να σκέφτεστε τον κόσμο, και στην πραγματικότητα, όταν σκέφτεστε κατά αυτόν τον τρόπο καταλήγετε σε τέλμα όπως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν...
Το κράτος είναι μια χαρά, γιατί σε έναν κόσμο οπου ο εθνικισμός είναι η πιο ισχυρή ιδεολογία, δεν υπάρχει περίπτωση το κράτος να μας αποχαιρετίσει. 
Το κράτος είναι εδώ για να μείνει. Και στην πραγματικότητα, δεδομένης της δύναμης του εθνικισμού, αυτό που βλέπετε σήμερα είναι ένας πλανήτης που κατοικείται από κράτη. 
Εάν γυρίσετε πίσω 100 χρόνια πριν, δεν υπήρχαν τόσα πολλά κράτη στον πλανήτη, εάν πάτε πίσω στο 1945 δεν υπήρχαν τόσα πολλά κράτη στον πλανήτη, εάν πάτε στο 1500 δεν υπήρχαν καθόλου κράτη στον πλανήτη (*). 
Βασικά η εξέλιξη της παγκόσμιας πολιτικής τάξης, από το 1500 και έπειτα, έχει να κάνει με την άνοδο του κράτους. 
Και τώρα πλέον ζούμε σε έναν κόσμο όπου ο πλανήτης κατοικείται από κράτη.
Και τι γίνεται με την αναρχία; [η αναρχία νοείται ως το αντίθετο της ιεραρχίας] 
Τι γίνεται με την ιδέα των κράτων που ενώνονται και συνάπτουν ένα είδος συμφωνίας για να δημιουργήσουν μια ανώτερη εξουσία. 
Δεν πρόκειται να συμβεί. 
Δεν πρόκειται να συμβεί επειδή ο εθνικισμός είναι παρτικιουλαριστική ιδεολογία...
 Στις περισσότερες περιπτώσεις έχει να κάνει με χωρισμό και όχι με γάμο. 
Δείτε την πρώην Γιουγκοσλαβία, δείτε την πρώην Τσεχοσλοβακία, δείτε την πρώην Σοβιετική Ένωση. 
Θέλετε να πάτε ακόμα πιο πίσω; 
Θυμάστε την Οθωμανική αυτοκρατορία; Θυμάστε την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία; 
Όλες εξαφανίστηκαν. Γιατί; Εθνικισμός. Όλο και περισσότερα κράτη. 
Λοιπόν, πρόκειται να ζήσουμε σέ έναν άναρχο κόσμο κυριαρχούμενο από κράτη μέχρι όσο μπορεί να δει το βλέμμα σας.
                                                          John Mearsheimer
                                       ---------------------------------------------------------------
(*) Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης -που είναι πάντα ο καλύτερος φίλος του ιστορικού (εκτός αν είναι ο Θουκυδίδης)-, ο θρίαμβος των μοναρχών την περίοδο που εξετάζουμε φαίνεται αναπόφευκτος.
 Ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που οδήγησε στο αποτέλεσμα αυτό να ήταν η παρατεταμένη, και όπως φαίνεται προδιαγεγραμμένη, σύγκρουση μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα, η οποία επέτρεπε στους μονάρχες να χρησιμοποιούν τον έναν εναντίον του άλλου'εάν ο αυτοκράτορας ήταν ταυτόχρονα και επικεφαλής της κατεστημένης θρησκείας, όπως συνέβαινε σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου όπου υπήρχαν παρόμοια πολιτικά συστήματα, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εξουσία του θα αποδεικνυόταν αποπνικτική και το σύγχρονο κράτος δεν θα γεννιόταν ποτέ.
Martin van Creveld
- Ο αριθμός των κρατών του Ο.Η.Ε αυξήθηκε από το 1950 έως το 1970 σε περίπου 130 (τη περίοδο αυτή εκκινούν οι αλλαγές στο διεθνες δίκαιο, εισάγεται μια νέα αντίληψη περί κυριαρχίας από τις Η.Π.Α και η διάβρωση της κυριαρχίας των κρατών συνοδεύεται από την επάνοδο της παλιότερης ρητορικής περί οικουμενικής ηθικής) και μέχρι τη δεκαετία του '90 είχαν φτάσει τα 160 (από τα περίπου 180 που υπήρχαν συνολικά). 
Στις μέρες μας ο Ο.Η.Ε αριθμεί 193 κράτη. Ενδιαφέρον έχει να σκεφτούμε πόσα ενδεχομένως έπονται. Κούρδοι, Παλαιστίνιοι, Βάσκοι, ίσως οι Καταλανοί και οι Φλαμανδοί αν αξιώσουν κράτος, το Θιβέτ και το Σινκγιάνγκ στη Κίνα, ακόμα και το Τέξας και το Νέο Μέξικό ενδέχεται κάποια στιγμή μελλοντικά. Ήδη σχεδόν έχουμε συνηθίσει την ιδεά του πολλαπλασιασμού των κρατών στη Μέση Ανατολή κ.λπ. Ας μην ξεχνάμε πως οι γείτονες μας στο Βορρά είναι νεόδμητο εθνοκράτος.
                                ---------------------------------------------------------------
                                  .~`~.

II
       α´

Ο Mearsheimer πιστεύει ότι, σε αντίθεση με αυτά πού πρεσβεύουν οι ουιλσονιανοί ιδεαλιστές, ούτε το διεθνές θεσμικό πλαίσιο, ούτε η παγκοσμιοποίηση, ούτε η θεωρία της δημοκρατικής ειρήνης (*) αποτελούν επαρκή αναλυτικά εργαλεία για την κατανόηση και εξήγηση των διεθνών γεγονότων.
 Ο Mearsheimer απορρίπτει την ανάλύση των διεθνών σχέσεων στη βάση της δημοκρατικής ιδεολογίας και της δημοκρατικής ειρήνης, σύμφωνα με την οποία τα δημοκρατικά κράτη χαρακτηρίζονται από ευγενή κίνητρα και έχούν την προδιάθεση να συμπεριφερθούν ειρηνικά απέναντι σε άλλα κράτη, καθώς και ότι τα δημοκρατικά κράτη δεν πολεμούν μεταξύ τούς. 
Σύμφωνα μέ τη λογική αυτή εάν οι ΗΠΑ πετύχαιναν να οικοδομήσούν έναν κόσμο αποτελούμενο αποκλειστικά από δημοκρατικά κράτη και όχι από μη δημοκρατικά κράτη-παρίες, θα φτάναμε σε αυτό πού ο Fukuyama ονόμασε «τέλος της ιστορίας».
 Η επικράτηση των ΗΠΑ και του ιδεολογικού τούς προτάγματος στον Ψυχρό Πόλεμο έφερε στη Δύση, και κυρίως στις ΗΠΑ, την ψευδαίσθηση της πλήρούς και οριστικής επικράτησης του δυτικού προτάγματος, του «τέλούς της ιστορίας» όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε ο Fukuyama.
 Η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα αποτελούσαν πλέον μονόδρομο και, μέσω της παγκοσμιοποίησης, θα διαδίδονταν και στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Η 11η Σεπτεμβρίού έθεσε τέλος στην ευφορία και ήρθε να υπογραμμίσει με τραγικό τρόπο την άναρχη φύση του διεθνούς συστήματος και την αέναη διαπάλη για επιβίωση και επιβολή ανάμεσα σε δρώντες με αντικρουόμενα συμφέροντα.
Οι ουιλσονιανοί ιδεαλιστές αντέδρασαν στο πρόβλημα αυτό ισχυριζόμενοι ότι η ρίζα τον προβλήματος βρισκόταν στην απουσία της δημοκρατίας από τη Μέση Ανατολή. 
Η λύση ήταν προφανής:
 εξαγωγή της δημοκρατίας στη Μέση Ανατολήκαι τελικά στον ευρύτερο ισλαμικό χώρο. 
Η αποδόμηση των ανελεύθερων καθεστώτωνκαι η οικοδόμηση νέων δημοκρατικών στη θέση τούς θα έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα της τρομοκρατίας. 
Ο ουιλσονιανός ιδεαλισμός με την έμφαση στη στρατιωτική ισχύ ήρθε να αποτελέσει τη βάση του νεοσυντηρητικού credo.
Οι νεοσυντηρητικοί πίστεύαν ότι οι ΗΠΑ είχαν την πρωτοκαθεδρία όσον αφορά στη στρατιωτική ισχύ στο διεθνές σύστημα και, συνεπώς, έπρεπε να χρησιμοποιήσούν την ισχύ αυτή προκειμένού να διαμορφώσούν το διεθνές σύστημα με τρόπο που να εξυπηρετείται το εθνικό τούς συμφέρον. 
Η έμφαση στη χρήση της στρατιωτικής ισχύος εξηγεί και τη ροπή προς τη μονομέρεια σε βάρος της πολυμερούς διπλωματίας στην εξωτερική τούς πολιτική.
Το να αποκαλεί κανείς την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Bush συντηρητική ή νεοσυντηρητική, βεβαίως αντίκειται στην ίδια την έννοια και την ιδεολογία του συντηρητισμού. Πρόκειται για μια ακραία αναθεωρητική πολιτική, η οποία έχει τον ιδεαλιστικό στόχο της εξαγωγής της δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή, στον ευρύτερο ισλαμικό χώρο και τελικά στον πλανήτη ολόκληρο, και το πραγματοποιεί μονομερώς με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.

                                   ---------------------------------------------------------------
(*) Φοβούμενος ότι ένα παγκόσμιο κράτος θα κατέληγε να είναι τρομακτικά δεσποτικό, θα κατέπνιγε την ελευθερία, θα σκότωνε την πρωτοβουλία και τελικά θα κατέληγε στην αναρχία έπρεπε να βρει κάποια άλλη λύση.
 Το άλλο πιθανό ενδεχόμενο είναι να βελτιωθούν όλα τα κράτη τόσο πολύ, ώστε να ενεργούν βάσει αξιωμάτων που μπορούν να τύχουν καθολικής αποδοχής χωρίς σύγκρουση. 
Παρότι ο Kant φοβάται την πρώτη λύση, παρά είναι επιφυλακτικός και ευφυώς κριτικός για να ελπίζει στη δεύτερη.
 Αντ' αυτού, προσπαθεί να συνδυάσει τις δυο λύσεις.
Ο στόχος της πολιτικής φιλοσοφίας του είναι να εδραιώσει την ελπίδα ότι τα κράτη μπορούν να βελτιωθούν αρκετά και να μάθουν αρκετά από τις κακουχίες του πολέμου, ώστε να επικρατήσει ανάμεσα τους ένα δίκαιο το οποίο δεν θα υποστηρίζεται από την ισχύ, αλλά θα τηρείται εθελοντικά. Ο πρώτος παράγοντας είναι η εσωτερική βελτίωση των κρατών'ο δεύτερος, η κυριαρχία του δικαίου στο εξωτερικό.
 Όμως ο δεύτερος παράγοντας, καθότι εθελοντικός, εξαρτάται τελείως από το πόσο τέλεια υλοποιείται ο πρώτος...
 Η αντίφαση είναι εμφανής, παρότι συγκαλύπτεται κάπως από την ομολογία του Kant ότι έχει αποδείξει όχι το «αναπόφευκτο» της διαρκούς ειρήνης, αλλά μόνο ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας κατάστασης δεν είναι αδιανόητη.
 Κάθε δημοκρατία -ή μορφή κράτους που ο Kant θεωρεί καλή- «ανήμπορη να πλήξει οποιονδήποτε άλλον δια της βίας πρέπει να διατηρηθεί μέσω του δικαίου: 
Και μπορεί να ελπίζει βάσιμα ότι τα άλλα κράτη που είναι συντεταγμένα όπως αυτή θα προστρέξουν σε βοήθεια της αν παραστεί ανάγκη». 
Όπως φαίνεται ο Kant θεωρεί ότι οι δημοκρατίες θα δράσουν σύμφωνα με την κατηγορική προσταγή.
                                                                    Kenneth Waltz
                               ---------------------------------------------------------------

β´

Ο Ρaul Kennedy αποκάλεσε τον John J. Mearsheimerσύγχρονο Machiavelli... Βαθιά επηρεασμένος από τούς δύο προεξάρχοντες διανοούμενους της σχολής του ρεαλισμού, τον Hans Morgenthau και τον Kenneth Waltz, ο Mearsheimer έχει αναλώσει την τελευταία εικοσαετία μελετώντας ιστορικές περιπτώσεις προκειμένού να επαναδιατυπώσει το θεώρημα της σχολής του ρεαλισμού ότι η ισχύς -ένας συνδυασμός στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης, πληθυσμιακού μεγέθούς και γεωγραφικής έκτασης- είναι το κλειδί προκειμένού να κατανοήσούμε τη φύση της διεθνούς πολιτικής και την εξέλιξη της ιστορίας...
 Το έργο του Mearsheimer, παρότι αντιπαρατίθεται με τον αμυντικό ρεαλισμό, όπως τον χαρακτηρίζει, του Kenneth Waltz δεν αποδομεί ούτε αντικαθιστά τη θεωρία του Waltz αλλά τη συμπληρώνει και βάζει τα θεμέλια για τη συνάρθρωση αμυντικού και επιθετικού ρεαλισμού σε μια ενιαία συνεκτική θεωρία.
Η κεντρική υπόθεση εργασίας του επιθετικού ρεαλισμού του Mearsheimer είναι ότι στις διεθνείς σχέσεις δύσκολα συναντάμε μεγάλες δυνάμεις ικανοποιημένες με το status quo γιατί το διεθνές σύστημα προσφέρει κίνητρα και ευκαιρίες στα κράτη να αποκτήσούν ισχύ εις βάρος των αντιπάλων τούς.
Ο τελικός στόχος μιας μεγάλης δύναμης είναι να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του συστήματος. 
Ο Waltz, αντίθετα, πιστεύει ότι ο προεξάρχων στόχος των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι η μεγιστοποίηση της ισχύος τούς εις βάρος άλλων μεγάλων δυνάμεων, αλλά η διατήρηση της θέσης τούς στο σύστημα. 
Ουσιαστικά ο Waltz πιστεύει ότι η επιβίωση διασφαλίζεται με ισχύ πολύ λιγότερη από την ισχύ που απαιτεί ο δρόμος προς την ηγεμονία του Mearsheimer και αυτό μακροχρόνια είναι πιο αποδοτικό σύμφωνα με την αρχή τον σχετικού οφέλούς -relative gains- (Waltz 1979).
 Παρόμοια θέση, πολύ πιο επεξεργασμένη, διατυπώνει ο Gilpinλέγοντας ότι οι μεγάλες δυνάμεις επεκτείνονται βάσει ενός ορθολογικού υπολογισμού κόστους-οφέλους. 
Επεκτείνονται δηλαδή όσο το σχετικό όφελος από την επέκτασή τούς υπερβαίνει το σχετικό κόστος (Gilpin 1981).
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ακόμη και στα ιστορικά παραδείγματα που αναφέρει ο Mearsheimer, ενώ πολλές μεγάλες δυνάμεις προσπάθησαν να επεκτείνούν την ισχύ τούς επιδιώκοντας την ηγεμονία, καμία Ευρασιατική αναθεωρητική δύναμη από τον Ναπολέοντα ως τον Χίτλερ δεν το κατόρθωσε με εξαίρεση τις ΗΠΑ. 
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι μηχανισμοί της ισορροπίας της ισχύος απέτρεψαν την απόλύτη ηγεμονία μιας μεγάλης δύναμης.
Ο Mearsheimer έρχεται να καταρρίψει την επικρατούσα αισιοδοξία για την εδραίωση της ειρήνης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του 21ου αιώνα και επαναδιατυπώνει με δύναμη και πειθώ τη θέση του ρεαλιστικού προτάγματος: η φύση του διεθνούς συστήματος είναι άναρχη και η έλλειψη κεντρικής αρχής στο διεθνές σύστημα αναγκάζει τα κράτη να συναλλάσσονται με βάση την ισορροπία της ισχύος και στόχο τη μεγιστοποίηση τον εθνικού συμφέροντος.
Η αιτία της παθογένειας του συστήματος, η τραγωδία όπως την χαρακτηρίζει ο Mearsheimer, είναι συστημική και οφείλεται στη δομή του διεθνούς συστήματος.
 Δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου ούτε στα πολιτεύματα των κρατών. 
Τα κράτη στο διεθνές σύστημα δεν έχούν εκχωρήσει το δικαίωμα της αυτοδικίας σε καμία υπέρτατη αρχή κατά το πρότύπο τον κοινωνικού συμβολαίού της ενδοκρατικής πολιτικής τάξης, και έτσι καταφεύγούν στην αυτοβοήθεια. 
Για το λόγο αυτό, τα κράτη, ως ορθολογικοί δρώντες, προσπαθούν να μεγιστοποιήσούν την ισχύ τούς και εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία να την αυξήσούν έναντι των αντιπάλων τούς. 
Η επιβίωση απαιτεί επιθετικότητα και ο τελικός στόχος κάθε μεγάλης δύναμης είναι να ηγεμονεύσει στο σύστημα, να ξεπεράσει σε ισχύ τούς ανταγωνιστές της. 
Σε έναν τέτοιο κόσμο ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και η χρήση στρατιωτικής βίας παραμένει ένα πάγιο χαρακτηριστικό της διεθνούς πολιτικής.

γ´

Το βιβλίο του Mearsheimer γράφτηκε πριν από την 11η Σεπτεμβρίού, αλλά σε μεταγενέστερα άρθρα του έχει στραφεί κατά της κυβέρνησης Bush και του νεοσυντηρητικού-ιδεαλιστικού προτάγματος που επικράτησε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. 
Ο Mearsheimer πιστεύει ότι η πιο ισχυρή πολιτική ιδεολογία δεν βασίζεται στο δημοκρατικό πολίτεύμα αλλά στο έθνος - και στον εθνικισμό. 
Η δύναμη του εθνικισμού εξηγεί, κατά τον Mearsheimer, γιατί όλες οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, η Βρετανική, η Γαλλική, η Αυστροουγγρική, η Οθωμανική, η Ρωσική, είναι τώρα στο χρονο-ντούλαπο της ιστορίας.
Γράφοντας πριν από την 11η Σεπτεμβρίού προέβλεψε ότι ο κύκλος της βίας θα συνεχιστεί και την επόμενη χιλιετία. 
Οι ελπίδες για την εδραίωση της ειρήνης στον πλανήτη θα διαψευστούν, γιατί ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος υπάρχει ο φόβος, η έλλειψη εμπιστοσύνης και τα αντικρουόμενα συμφέροντα που τις οδηγούν σε ανταγωνιστική συμπεριφορά με στόχο τη μεγιστοποίηση της ισχύος τους.
 Η ισχύς εγγυάται την επιβίωση και την ασφάλεια τούς.
 Τα κράτη τα οποία κινούνται με βάση αυτά τα κίνητρα αναπόφεύκτα θα οδηγηθούν σε σύγκρούση, καθώς ανταγωνίζονται για να αποκτήσουν πλεονέκτημα το ένα έναντι του άλλου. 
Αυτό, κατά τον Mearsheimer, αποτελεί τραγωδία αλλά δεν υπάρχει διαφυγή εκτός και εάν τα κράτη που απαρτίζούν το διεθνές σύστημα συμφωνήσουν στη δημιουργία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης.
 Τέτοια ριζική μεταβολή της φύσης των διεθνών σχέσεων δεν αποτελεί ορατό και ρεαλιστικό ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό ο ανταγωνισμός και ο πόλεμος θα εξακολουθήσουν να αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά των διεθνών σχέσεων.
Διατυπώνοντας τη θεωρία του επιθετικού ρεαλισμού, ο Mearsheimer θεωρεί απίθανη την επικράτηση ενός πλανητικού ηγεμόνα και διατυπώνει την άποψη ότι τα κράτη επιδιώκούν να ηγεμονεύσουν στην περιφέρεια τούς, στο ημισφαίριό τούς. 
Τα κράτη τα οποία επιτυγχάνουν να αναδειχθούν σε περιφερειακές δυνάμεις-τοπικούς ηγεμόνες, εχουν ως επόμενο στόχο να αποτρέψουν την ανάδειξη άλλων ισχυρών τοπικών ηγεμόνων σε άλλα περιφερειακά υποσυστήματα. 
Στο πλαίσιο αυτό αποποιείται το ρόλο τον παγκόσμιου χωροφύλακα για τις ΗΠΑ και αντίθετα θεωρεί ότι οι ΗΠΑ ιστορικά έπαιξαν με επιτυχία το ρόλο του υπερπόντιου εξισορροπητή (offshore balancer). 
Ο Mearsheimer θεωρεί ότι η γεωπολιτική θέση των ΗΠΑ διασφαλίζει την άμύνα και την ασφάλειά τηςσε μεγάλο βαθμό και της δίνει τη δυνατότητα να δράσει ως υπερπόντιος εξισορροπητής, αλλά η ίδια θέση τής στερεί τη δυνατότητα να γίνει πλανητικός ηγεμόνας.
Αρνείται τη βιωσιμότητα μιας προσέγγισης με την Κίνα και επισημαίνει ότι εάν η Κίνα αναπτυχθεί οικονομικά θα αποτελέσει απειλή για την ισορροπία της ισχύος του περιφερειακού της υποσυστήματος στην Ασία. 
Η Κίνα θα προσπαθήσει να μετατρέψει υπέρ της το ισοζύγιο ισχύος και να διασφαλίσει ότι οι γείτονές της, κυρίως η Ιαπωνία και η Ρωσία, δεν είναι σε θέση να την απειλήσουν. 
Στη συνέχεια η Κίνα θα προσπαθήσει να εκδιώξει τις ΗΠΑ από την Ασία όπως η Αμερική έκανε με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στο δυτικό ημισφαίριο. 
Για το λόγο αυτό πιστεύει ότι η Αμερική θα αναγκαστεί να εφαρμόσει απέναντι στη Κίνα μια πολιτική ανάσχεσης και αποτροπής.
                                               Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος
Από το εισαγωγικό σημείωμα της ελληνικής έκδοσης του έργου του John Mearsheimer, Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, Εκδ. Ποιότητα

                                 .~`~.

III

Ιρλανδία
The Honorary Patronage of John Mearsheimer: The Future of the Trans-Atlantic Alliance | UPS
Τουρκία
Prof. John Mearsheimer'ın "Turkish Foreign Policy: A Realist's Assessment" Başlıklı Konferansı
Δανία
Keynote by Professor John J. Mearsheimer - IntRpol, University of Southern Denmark
Κίνα
John Mearsheimer - Geopolitics and Beyond
Καναδάς
Why China Cannot Rise Peacefully
CrossTalk: Containment 2.0?
(ft. Stephen Cohen & John Mearsheimer)
Στρατηγική νεο«περιορισμού-ανάσχεσης» (containment strategy) των Η.Π.Α, επέκταση ΝΑΤΟ, Ρωσία, «Νέος Ψυχρός Πόλεμος»
.~`~.
Για περαιτέρω ιχνηλάτηση και πληρέστερη προοπτική
- Αποσπάσματα από το έργο του John J. Mearsheimer
- Αποσπάσματα από το έργο του Kenneth Waltz
- Αποσπάσματα από το έργο του Huntington
- Αποσπάσματα από το έργο του Brzezinski
- Αποσπάσματα από το έργο του Friedman
- Περί Fukuyama
- Περί Kant
*
- Γιατί ο φιλελευθερισμός αρέσει στους Αμερικανούς -ή γιατί δεν αρέσει ο ρεαλισμός- και η ρητορική εναντίον της πρακτικής.
- Governing the World: The Rise and Fall of an Idea (Internationalism, Imperialism, The era of Anglo-American world power and the establishment of the League of Nations and its successor, the United Nations) University Lecture with Professor Mark A. Mazower.
- Ιχνηλατώντας τον Internationalism μέρος α´ - A Note on the Origin of the Word 'International' by Hidemi Suganami και Nationalism and internationalism by Nicholas Hans. Προλογικά και εννοιολογικό πλαίσιο από Alfred E. Zimmern, Immanuel Wallerstein και E. H. Carr.
- Άκουσε ο Κομφούκιος να λένε: Περί εθνικής ή διεθνούς προπαγάνδας - εθνικού συμφέροντος και οικουμενικού καλού - Και ο Κομφούκιος αποκρίθηκε... E.H.Carr.
- Το δίκαιο της ανθρωπότητας - μέρος α´.
*
- Πλανητικός μετασχηματισμός -ιδεολογικά νομιμοποίητικά α.
- Πλανητικός μετασχηματισμός - ιδεολογικά νομιμοποίητικά β.
- Fukuyama και Huntington (Barnett, Schmitt, Kojeve, Strauss, Spengler) και εισαγωγή στον αναστοχασμό των ιδεολογιών.
Η κρίση του αραβικού εθνικισμού και το ζήτημα της πολιτικής νομιμότητας σε συσχέτιση με την κρίση του εθνοκράτους υπό τις γραφειοκρατικού και μοναρχικού τύπου αυταρχικές δικτατορίες.
- Διεθνές σύστημα κρατών, σύστημα επικυρίαρχου κράτους και διεθνής κοινωνία. Κοινωνία των κρατών, οικουμενική αυτοκρατορία, «υπερκρατικοί» και «υποκρατικοί» παράγοντες. Παγκόσμια τάξη και το πρώτο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα.
- Πόλεμος και -συστημική- αλλαγή στη διεθνή πολιτική. Αλλαγή στη διακυβέρνηση ενός διεθνούς συστήματος.
- E.H.Carr - Τι συνέβη τότε ή μήπως τι (ξανα)συμβαίνει τώρα; Προβληματισμοί (παλαιοί;) πάνω στις προοπτικές μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων, μέρος α' - θα επιβιώσει το έθνος ως μονάδα ισχύος;
*
- Τύποι πολιτικής οργάνωσης που έπρεπε να υπερνικήθούν για να δημιουργηθεί το σύγχρονο κράτος (εν συντομία) μέρος α´.
- Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;
- Πλανητικός μετασχηματισμός -εισαγωγικά περί «γεωκεντρικής τεχνολογίας» και «εθνοκεντρικής πολιτικής», παγκοσμιοποίησης και μη αναστρεψιμότητας της, διεθνικών οργανισμών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εθνών-κρατών.
- Μερική παγκοσμιοποίηση των διεθνών χρηματοοικονομικών - Ενότητα ή κατακερματισμός του νομισματικού συστήματος; - Η αυξημένη περιφερειοποίηση των υπηρεσιών και της βιομηχανικής παραγωγής - Η διαμάχη για την πολυεθνική επιχείρηση και το έθνος-κράτος.
- Μια σύντομη αναφορά στη σχέση κράτους, αναρχίας και ρεαλισμού. Μια κλασική παρερμηνεία.
- Άναρχες τάξεις και ισορροπίες ισχύος - μέρος α´. Βία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αλληλεξάρτηση και ολοκλήρωση, οι αρετές της αναρχίας - διαφορές εθνικών και διεθνών δομών, άναρχων και ιεραρχικών πεδίων, εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων.
- Μετα-ανθρώπινος μετα-φιλελευθερισμός: ο πυρήνας της αμερικανικής «έξυπνης δύναμης».
*
- When China Rules the World: the End of the Western World and the Birth of a New Global Order.
- Η μετάβαση προς το μεταμοντέρνο -μονοπολικό ή πολυπολικό- διεθνές σύστημα.
- Η Παγκόσμια Τάξη από Αμερικανική και μη σκοπιά και η συσχέτιση της Παγκόσμιας Τάξης της Βεστφαλίας με τον οικονομικό εθνικισμό, την Αγία Ρωμαιογερμανική αυτοκρατορία και το Μέγα Χαλιφάτο του Ισλάμ.
- Σύγκρουση των πολιτισμών ή συγκρούσεις ερήμην του πολιτισμού;
*
- Η Ευρωκεντρική ιδεολογία, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις και «Ευρώπη».
- Thinking Inter-Culturally: From racist and Eurocentric Monologism to Inter-Civilizational Dialogism - John M. Hobson, Professor of Politics and International Relations.
- Το μέλλον της Ε.Ε, η Ανατολική Ευρώπη -η Ουκρανία- και τα Βαλκάνια, ο Huntington, ο Brzezinski και οι πλανητικές πολιτικές των Η.Π.Α. Τα «Ανθρώπινα δικαιώματα», η «σύγκρουση των πολιτισμών» και τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» ως βαλκανοποίηση της υφηλίου και καλλιέργεια της ελεγχόμενης αναρχίας. Η απόρριψη του διλήμματος μεταξύ πυρηνικού ολοκαυτώματος ή πολιτιστικής ανυπαρξίας - προς μιας νέα ιστορική σύνθεση που θα εναντιώνεται στις θεωρίες και τους υπολογισμούς γραφείου-εργαστηρίου.
- Η «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» ή το «κοσμοπολίτικο κράτος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση και οι εθνικές στρατηγικές ασφάλειας των κρατών μελών της. Το μεταμοντέρνο ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας, οι πλουραλιστικές και συγχωνευμένες κοινότητες ασφάλειας και οι αλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.
- Με αφορμή τα αυτονομιστικά κινήματα και τις υποεθνικές-κρατικές τάσεις και πιέσεις: Ο «νεομεσαιωνισμός» ή «New medievalism» ως ένα πρότυπο διακυβέρνησης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, τρεις οπτικές θεώρησης της παγκοσμιοποίησης -από τα μάτια του τωρινά ισχυρού- και δυο λόγια εισαγωγικά περί «εδαφικών» και μη ιδεολογιών.
- Νέος μεσαιωνισμός ή New medievalism - μέρος β´. Συνέχεια στο ζήτημα της κρίσης ή παρακμής της κυριαρχίας και του συστήματος κρατών - και της (υποτιθέμενης ή πιθανής) αντικατάστασης του από νέες μορφές πολιτικής οικουμενικής οργάνωσης.
- Δογματική ομοιομορφία, δογματικός ιμπεριαλισμός και κοσμοπολιτισμός. Οι τρεις τρόποι εξομοίωσης των διεθνών σχέσεων σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής προς την πραγμάτωση της διεθνούς κοινωνίας, της civitas maxima ή του υπερ-κράτους και ένα παράρτημα περί αδελφοσύνης και ιμπεριαλισμού.
- Η έννοια της Προόδου - μέρος α´. Η ευρωπαϊκή δυναμική και η παγκόσμια πολιτική (και Εγγύς καί Μέση Ανατολή).
- Η «φιλοσοφία» του λιμπεραλισμού. Καπιταλισμός και νέος διεθνισμός και η Ευρώπη ως αόριστη έννοια.
- Η ιστορική αμηχανία της δυτ. Ευρώπης.
- Εισαγωγή στην αμερικανική στρατηγική, την Ευρασία και τη συσχέτιση του ΟΑΣΕ με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το πεδίο διαχωρισμού Βορρά-Νότου.
*
- Η.Π.Α και Κίνα.
- Νέο Ανατολικό Ζήτημα.
- «Δύση και Ισλάμ».
- κράτος
- Πλανητικός μετασχηματισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου