Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Στὰ πρόθυρα κατακερματισμοῦ τῆς Τουρκίας

Ἡ ἀλόγιστη ἀπόφαση τοῦ μελλοθανάτου Ἐρντογὰν νὰ ἀκουσθῇ καὶ πάλι τὸ Κοράνι ὑπὸ τὸν θόλο τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς ὥς καὶ ἡ ταυτόχρονη ἐπάνοδος τῶν ἀλβανικῶν ἀπαιτήσεων τῶν Τσάμηδων σηματοδοτοῦν τὴν θέληση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων νὰ οἰκοδομήσουν ἕνα μεγάλο Κουρδιστὰν καὶ μία Μεγάλη Ἀλβανία εἰς βάρος τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. 
Ἐὰν δὲ οἱ δύο αὐτὲς ἐνέργειες συνδυασθοῦν μὲ τὴν κάθοδο καὶ πάλι τῶν Ῥώσων στὸ Αἰγαῖο μὲ λάβαρο τὴν Ὀρθοδοξία, βλέπουμε τὸν αἰγαιακὸ χῶρο περικυκλωμένο  ἀπὸ Ἀλβανοὺς, Ῥώσους καὶ Κούρδους ποὺ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ὄχι μόνον  τὸν διαμελισμὸ τῆς Τουρκίας ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλλάδος. 
Ζωτικὴ λοιπὸν ὑποχρέωση ὁ χῶρος τοῦ Αἰγαίου νὰ ἑνωθῇ γιὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν περικύκλωση καὶ τὸν  διαμελισμὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας.
Μόλις ἐκυκλοφόρησε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Πόλη, τὴν  ἴδια στιγμὴ στὰ ἑλληνικὰ (μὲ τίτλο, «Σὰν ἀδέλφια», Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος) καὶ στὰ τουρκικά (μὲ τίτλο «Kardeşim gibi», Heyamola Yayınları),  δύο βιβλία ποὺ περιέχουν καὶ στὶς δύο γλῶσσες τὸν παρακάτω πρόλογό μου:
«Ὅταν τὸ 1988 οἱ Ἐκδόσεις τοῦ Βιβλιοπωλείου τῆς Ἑστίας, ἀψηφῶντας τὸν κίνδυνο λιθοβολισμοῦ τῆς προθήκης των ἐτόλμησαν νὰ ἐκδόσουν τὸ βιβλίο μου, Ἱστορία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, μὲ προμετωπίδα, τὴν φράση τοῦ Συντάγματος τοῦ Ῥήγα, τοῦ 1797 ποὺ ἔλεγε ἐπὶ λέξει ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ὑπῆρξε «τὸ πλέον ὡραιότερον βασίλειον τοῦ κόσμου, ὁποὺ ἐκθειάζεται πανταχόθεν ἀπὸ τοὺς σοφούς» καὶ ὅταν τὸ 1996, οἱ Ἐκδόσεις İletişim τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀψηφῶντας τοὺς Τούρκους ἐθνικιστὲς ποὺ ἤθελαν τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἀποκλειστική τους ἰδιοκτησία, ἐτόλμησαν νὰ ἐκδόσουν  βιβλίο μου στὰ τουρκικὰ μὲ τὸν προκλητικὸ τίτλο, Τürk-Yunan İmparatorluğu, δηλαδὴ «Τουρκοελληνικὴ Αὐτοκρατορία», ἤξερα πλέον ὅτι ὁ κεντρικὸς στόχος τοῦ ἔργου μου ὡς ἱστορικοῦ εἶχε τοποθετηθῆ στὶς σωστὲς ῥάγιες.

Ἔκτοτε τὰ δεκάδες βιβλία μου πρὸ καὶ μετὰ τὰ δύο τοῦτα ἔργα ποὺ ὅλα ἔτειναν πρὸς τὸν ἴδιο σκοπό, ὄχι ἁπλῶς ἑδραιώσεως τῆς ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας, φιλίας δύο γειτονικῶν λαῶν, ἀλλὰ ἀδελφοποιτῶν πλαγιασμένοι στὶς  δύο ὄχθες τοῦ Αἰγαίου ποὺ ἡ Ἱστορία τοὺς ὑπεχρέωνε νὰ ἀνασυστήσουν τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ὑπὸ μορφὴν Ἑλληνοτουρκικῆς Συνομοσπονδίας μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ κοινοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ἐνδιάμεσης Περιοχῆς, ἁπλῶς ἰσχυροποιοῦσαν τὸ σχέδιο τῆς κοινῆς μοίρας τῶν δύο λαῶν. 
Ἄλλωστε ὁ τουρκικὸς ὑπότιτλος τοῦ παραπάνω τουρκικοῦ μου βιβλίου ἔλεγε: 
«Arabölge gerçeği  ışığında Osmanlı  Tarihine bakiş», δηλαδὴ παρουσίαση τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτῆς στὸ φῶς τῶν δεδομένων τῆς Ἐνδιάμεσης Περιοχῆς  τῆς ὀθωμανικῆς ἱστορίας.
Μέχρι τὴν δεκαετία τοῦ 1960, ὅταν πρωτοεμφανίσθηκαν τὰ βιβλία μου ποὺ ἔκαμαν σκάνδαλο λόγῳ συνδυασμοῦ ἑλληνολατρίας καὶ τουρκολατρίας, οἱ μὲν Τοῦρκοι ἔβλεπαν τὴν Ἑλλάδα, πρῶτα ὡς ἰμπεριαλιστικὴ χώρα ποὺ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τῆς Ἀγγλίας παρ΄ὀλίγον νὰ ἐξαφανίσουν τὸν τουρκικὸ λαό, ὁ ὁποῖος ἐσώθη τὴν τελευταία στιγμὴ μὲ τὴν ἐπέμβαση ἑνὸς ἥρωος τοῦ Κεμάλ, καὶ δεύτερον ὡς ἕνα μὴ ὑπολογίσημο κρατίδιο μὲ ὑπερφίαλες ἀπαιτήσεις, οἱ δὲ Ἕλληνες ἐχαρακτήριζαν τοὺς Τούρκους βαρβάρους, ἔχοντας ἐγκαταστήσει στὸ κράτος τῶν Ἀθηνῶν τοὺς Μικρασιᾶτες πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφαίνοντο νὰ εἶχαν μάθει τίποτα γιὰ τὰ αἴτια τῆς ἀσύλληπτης τραγωδίας ποὺ τοὺς εἶχε πλήξει καὶ παρέμεναν νοσταλγοὶ τῶν χαμένων πατρίδων ποὺ πάλι μὲ χρόνια καὶ καιροὺς πάλι  δικά τους θἆταν.
Στὴν ἐξωτερικὴ πολιτική, ἡ Τουρκία, ὡς ἡ κυριώτερη κληρονόμος τῆς Ὀθωμανικῆς Αύτοκρατορίας, δηλαδὴ μίας ἀπὸ τὶς τρεῖς μεγάλες οἰκουμενικὲς αὐτοκρατορίες τῆς Εὐρασίας, δὲν εἶχε θελήσει ἀρχικὰ νὰ συγκεντρώσῃ τὴν ἐξωτερική της πολιτικὴ ἀποκλειστικὰ γύρω ἀπὸ τὸν ἄξονα τῶν σχέσεών της μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἐφ’ὅσον τὸ ἑλληνικὸ κράτος ἦταν ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ πολλὰ κράτη τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου ποὺ εἶχαν ἀποσχισθῆ ἀπὸ τὴν Αὐτοκρατορία. 
Συνεπῶς γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας, οἱ σχέσεις της μὲ τὰ ἀραβικὰ κράτη καὶ μὲ τὰ λοιπὰ κράτη τῆς Βαλκανικῆς, ἐθεωροῦντο ἐξ ἴσου σημαντικὲς ὅπως καὶ μὲ τὴν Ἑλλάδα.
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ δυναμικὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία εἶχε πάντα βασισθῆ στὴν ἑλληνοτουρκικὴ ἀλληλεξάρτηση, ἐπεβλήθη ἐξ ἀντικειμένου καὶ στὴν Τουρκικὴ Δημοκρατία καὶ τὴν ὑπεχρέωσε νὰ διαμορφώσῃ τὴν ἐξωτερική της πολιτικὴ σὲ σχέση μὲ τὴν ἑλληνική.
Ἀρχικὰ οἱ Τοῦρκοι, στὶς σχέσεις τους μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἀπεκάλουν τοὺς Ἕλληνες ἁπλῶς γείτονες, ὅπως γείτονες ἦσαν ὑποχρεωτικὰ καὶ ὅλοι οἱ γύρω τῆς Τουρκίας λαοί. 
Σιγὰ σιγὰ ὅμως ἡ τουρκικὴ ὑπεροψία καὶ τὸ ἑλληνικὸ μῖσος ἔκαμαν τόπο στὴν παλαιὰ ἀποκλειστικὴ συμβίωση τῶν δύο λαῶν, σὲ μία ἐρωτικὴ σχέση ποὺ ἐξεφράζετο ποικιλοτρόπως ἀπὸ τοὺς δύο λαούς. 
Ἐνδεικτικά, σημειώνω, ὅτι μερικοὶ Ἕλληνες ἀνέτρεξαν σὲ φροϋδικὰ συμπλέγματα γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν αὐτὴν τὴν σχέση. Ἀναφερόμενοι στὴν γεωγραφία τοῦ Αἰγαίου παρωμοίασαν τὴν τουρκικὴ χερσόνησο (τὴν Ἀνατολία) μὲ ἀνδρικὸ πέος εἰσερχόμενο ἐρωτικὰ στὴν ἑλληνικὴ χερσόνησο (τὴν Ῥούμελη) ὡς γυναικεῖο αἰδοῖον.
Ἐπίσης ἐπὶ μεγάλο χρονικὸ διάστημα οἱ πρόσφυγες Μικρασιᾶτες στὴν Ἑλλάδα παρώτρυναν τὰ παιδιὰ τους νὰ μὴν ἐπισκέπτονται τὴν Τουρκία καὶ τὰ χωριὰ τῶν προγόνων τους προφασιζόμενοι τὸν κίνδυνο ἀντιποίνων στὴν πραγματικότητα διότι ἐντρέποντο γιὰ τὴν ἐκδίωξή τους ὡς ἡττημένοι ἀπὸ τὰ προσφιλῆ ἐδάφη. 
Ἐπειδὴ ἐγὼ κάθε χρόνο μετέβαινα στὴν Τουρκία, πλῆθος Μικρασιατῶν προσφύγων μὲ παρεκάλουν νὰ ἐπισκεφθῶ τὰ χωριά τους στὴν Ἀνατολία καὶ ἐπιστρέφοντας  νὰ τοὺς φέρνω φωτογραφίες καὶ λεπτομέριες τῆς σημερινῆς ζωῆς ἐκεῖ. 
Ὅταν τοὺς ἔλεγα γιατί δὲν μεταβαίνετε οἱ ἴδιοι ἐκεῖ, ἡ ἀπάντησή τους ἦταν πονεμένη καὶ συνάμα φοβισμένη. 
Ἐγὼ δὲν τοὺς χαλοῦσα τὸ χατίρι καὶ ὅταν ἐπέστρεφα τοὺς ἔλεγα ὅτι οἱ Τοῦρκοι πρόσφυγες τῆς Ῥούμελης ποὺ εἶχαν πάρει τὴν θέση τους καὶ ἐκατοίκουν στὰ παλαιὰ ῥωμέϊκα σπίτια, μοῦ ἔλεγαν πόσο θὰ ἤθελαν νὰ δοῦν νὰ ἔρχονται οἱ πρώην Ἕλληνες ἰδιοκτῆτες ποὺ θὰ τοὺς ἐδέχοντο σὰν τὰ σπίτια νὰ ἦταν πάντα δικά τους.
Μὲ τὴν ἑλληνικὴ οἰκονομικὴ κρίση, ἀπὸ τὸ 2009, ἄρχισαν πολλοὶ Ἕλληνες νὰ μεταναστεύουν στὴν Τουρκία γιὰ νὰ ἐργασθοῦν ἐκεῖ, ἀκόμη καὶ καθηγητὲς στὰ τουρκικὰ πανεπιστήμια, ἐνῷ ἐγὼ ὅταν ἄρχισα νὰ διδάσκω στὰ τουρκικὰ πανεπιστήμια στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 ἤμουν ὁ μοναδικὸς Ἕλλην ἐξ Ἑλλάδος.
Καὶ ἔτσι ἕνας Ἕλλην Κωνσταντινουπολίτης ἐγκατεστημένος στὴν Ἑλλάδα, ὁ Ἀλέκος Παπαδόπουλος καὶ ἕνας Τοῦρκος στὴν Τουρκία, ὁ Ἰμπραὴμ Ντιζμάν, ποὺ δὲν ἐγνωρίζοντο, ξεπέρασαν τὶς ἐπιφυλάξεις  τους καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἀλληλογραφήσουν.
Σπανίως ἕνας γάμος, ἀκόμη καὶ θρησκευτικός, ὅταν διαλύεται, ἐπανασυνδέεται. 
Ὅμως χίλια χρόνια συμβιώσεως Ἑλλήνων καὶ Τούρκων (βλ. Κωνσταντῖνος Ἄμαντος, Σχέσεις Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἀπὸ τοῦ ἐνδεκάτου αἰῶνος μέχρι τὸ 1821, Ἀθήνα, 1955) ποὺ παρέμειναν σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς στὸν ἴδιο χῶρο, γεννοῦν μία ἀκατανίκητη ἀνάγκη ἐπανενώσεως, πόσο μᾶλλον ποὺ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τοὺς δύο λαοὺς ὅτι τοὺς ἐχώρισαν οἱ Φράγκοι κατόπιν ἀπείρων ῥαδιουργιῶν καὶ ἀκόμη σήμερα συνεχίζουν τὸ ἔργο ἀποδομήσεως στὴν Τουρκία καὶ τὴν Ἑλλάδα. 
Τίποτα λοιπὸν τὸ περιέργο ποὺ δύο ἄγνωστοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἴδια ἑλληνοτουρκικὴ φύτρα νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνάγκη νὰ ξανασμίξουν.
Ἡ Βυζαντινωθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἦταν ἕνας ζῶν ὀργανισμὸς μὲ δύο πνεύμονες ποὺ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ζῇ: τὴν Ῥούμελη καὶ τὴν Ἀνατολία. 
Ὅταν τὸ 1821 οἱ Φράγκοι ἄρχισαν τὸν κατακερματισμὸ τοῦ ἑνιαίου χώρου μὲ κέντρο τὸ Αἰγαῖο, τότε ξέσπασε ὁ ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος ποὺ διήρκησε ἑκατὸ χρόνια, ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι τὸ 1922, ἀφήνοντας αἱματοβαμένα τὰ ὕδατα τοῦ Αἰγαίου. 
«Ὅλοι  οἱ Ἕλληνες στὴν Ἑλλάδα, ὅλοι οἱ Τοῦρκοι στὴν Τουρκία! 
Θρῆνος σηκώθηκε μέσα στὸ χωριό.Δύσκολα, δύσκολα πολύ, μαθές, ξεκολνάει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ γνώριμά της νερὰ κι ἀπὸ τὰ χώματα...Μᾶς ξεριζώνουν! 
Άνάθεμα στοὺς αἴτιους! Ἀνάθεμα στοὺς αἴτιους! 
Ἀνάθεμα στοὺς αἴτιους! 
Σήκωσε ὁ λαὸς τὰ χέρια στὸν οὐρανό, σήκωσε βουὴ μεγάλη: 
Ἀνάθεμα στοὺς αἴτιους! 
Κυλίστηκαν ὅλοι χάμω, φιλοῦσαν μαλακωμένο ἀπὸ τὴ βροχὴ χῶμα, τό’τριβαν στὴν κορφὴ τοῦ κεφαλιοῦ τους, στὰ μάγουλα, στὸ λαιμό, ἔσκυβαν, τὸ ξαναφιλοῦσαν», ἔγραψε ὁ Νὶκος Καζαντζάκης, στὸ μυθιστόρημά του, Οἱ ἀδερφοφάδες.
Ἕνα διαζύγιο δύναται νομικὰ νὰ εἶναι τελεσίδικο. 
Ἕνα ἑλληνοτουρκικὸ διαζύγιο ψυχολογικὰ δὲν εἶναι. Μετὰ ἀπὸ τὸ γκρέμισμα μίας Αὐτοκρατορίας δύο χιλιετιῶν, ἕνα τεράστιο ψυχολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτιστικό, οἰκονομικό, πολιτικὸ καὶ στρατηγικὸ κενὸ ἐζήτει νὰ καλυφθῇ, ἡ πληγὴ ποὺ ἐχαράχθη στὸ Αἰγαῖο μεταξὺ Ῥούμελης καὶ Ἀνατολίας νὰ ἐπουλωθῇ.
Διαβάζουμε τὴν ἀλληλογραφία τῶν δύο πνευματικῶν ἀδελφῶν, τοῦ Ἀλέκου καὶ τοῦ Ἰμπραήμ, ποὺ στὴν γέννησή τους, οἱ μαιευτῆρες τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Παρισίων ἐχώρισαν ἀπὸ τὴν μάνα τους, τοὺς ἐχώρισαν καὶ μεταξύ τους, χωρὶς ποτὲ νὰ ξανανταμώσουν μέχρι τὰ γεράματά τους. 
Ἀπόλυτη τραγωδία ὅπως στὰ ἀρχαῖα θέατρα τῆς Ἐφέσου καὶ τῆς Ἐπιδαύρου.
Ἀξίζει λοιπὸν νὰ διαβασθῇ ἡ ἀλληλογραφία αὐτὴ μεταξὺ δύο ἀδελφῶν, μετὰ τὴν ἐπανεύρεσή τους. Ὁ Ἀλέκος ὁρίζει μὲ ἀκρίβεια στὰ προσωπά τους τὸ κοινὸ σῶμα τῶν διδύμων μὲ διαφορετικοὺς χαρακτῆρες
Ἕνας ἑλληνοτουρκικὸς λαὸς μὲ δύο γλῶσσες καὶ δύο θρησκεῖες. 
Γράφει λοιπόν: 
«Ἐμφανὴς ἡ ὕπαρξη δύο διαφορετικῶν ὀντοτήτων, μέσα στὸ ἴδιο σῶμα. Ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος, ἐκεῖνος καὶ ἐγώ».
                               Δημήτρης Κιτσίκης - endiameseperiochenea.blogspot.gr                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου