Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Γιατί η πολιτική στην Γερμανία είναι βαρετή;

Οι καλοί θεσμοί αποτρέπουν τον ριζοσπαστισμό
Οι υποστηρικτές της φιλελεύθερης δημοκρατίας πήραν μια ανάσα ανακούφισης στις 7 Μαΐου, όταν ο πολιτικά νεοφερμένος Εμμανουέλ Μακρόν νίκησε απερίφραστα [1] την δεξιά εθνικιστή Marine Le Pen στις γαλλικές προεδρικές εκλογές. 
Αλλά αυτές οι εκλογές, αν και κρίσιμες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απείχαν από το να είναι το μόνο εκλογικό βαρόμετρο του τρέχοντος έτους στην Ευρώπη: 
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May προκήρυξε πρόωρες γενικές εκλογές για τις 8 Ιουνίου, η Γαλλία επιλέγει ένα νέο νομοθετικό σώμα στις 11 και στις 18 Ιουνίου, 
και η Γερμανία στις 24 Σεπτεμβρίου εκλέγει νέο κοινοβούλιο - το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν νέο καγκελάριο
Για δύο λόγους, οι επερχόμενες ομοσπονδιακές εκλογές στην Γερμανία θα παρέχουν περισσότερο δράμα απ’ ότι συνήθως. 

Ο πρώτος είναι η πρόσφατη άνοδος του πρώτου ομοσπονδιακά βιώσιμου δεξιού κόμματος της χώρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο -του αντι-μουσουλμανικού, εθνικιστικού κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD) [2]. 
Ο δεύτερος είναι ο Σοσιαλδημοκράτης (SPD) Martin Schulz, ο οποίος αποτελεί την πρώτη δικαιολογημένη πρόκληση για την καγκελαρία της Άνγκελα Μέρκελ για πάνω από μια δεκαετία [3]. Κατά τα άλλα, όμως, οι γερμανικές εκλογές υπόσχονται να είναι η λιγότερο συναρπαστική εκλογική αναμέτρηση στην Ευρώπη φέτος.
Οι μοχλοί της εξουσίας στην γερμανική πολιτική παραμένουν πεισματικά ανθιστάμενοι στον ριζοσπαστικό δεξιό λαϊκισμό που καταβροχθίζει άλλες χώρες. Σίγουρα, η Γερμανία έχει το μερίδιο που της αναλογεί σε ριζοσπάστες - δείτε απλά τον υπολοχαγό του γερμανικού στρατού που ήλπιζε να δολοφονήσει [4] έναν πρώην Γερμανό πρόεδρο και τον νυν υπουργό Δικαιοσύνης που ποζάρει ως Σύρος πρόσφυγας. 
Και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, περίπου το 10% των ψηφοφόρων υποστηρίζουν το AfD [5]. Ωστόσο, παρ’ όλες τις προθέσεις και τους σκοπούς, η γερμανική πολιτική θα αφήσει αυτή την προεκλογική περίοδο περίπου όπως ήταν και πριν ξεκινήσει.
Η βαρετή φύση της γερμανικής πολιτικής είναι αξιοσημείωτη δεδομένου ότι λιγότερο από 30 χρόνια πριν, η Γερμανία προσπαθούσε να ενοποιήσει τα δύο ανόμοια μισά της χώρας
Το ανατολικό μισό είχε μόλις βγει από περίπου έξι δεκαετίες απολυταρχίας, και το δυτικό μισό, ενώ ήταν διαρκώς δημοκρατικό, είχε παλέψει με κύματα εσωτερικής τρομοκρατίας από το 1970. Πώς, λοιπόν, η Γερμανία έγινε σημαιοφόρος της σταθερότητας και της δημοκρατίας;
                                                      ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ
Η απάντηση είναι, με μια λέξη, θεσμοί. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έκανε την Γερμανία ερείπια [6] -οικονομικά, πρακτικά και ψυχολογικά. Καθώς οι γερμανικές ελίτ κοιτούσαν τα κυριολεκτικά και συμβολικά ερείπια της χώρας τους, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια πολιτική δομή που να έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποφύγει τα λάθη της Γερμανίας του παρελθόντος. 
Ως τρόπος για να εμποδίσουν την μεταπολεμική Δυτική Γερμανία από το να αναπαραγάγει την καταστροφική αστάθεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τον γενοκτονικό αυταρχισμό του καθεστώτος των Ναζί, εφάρμοσαν μια σειρά από κανόνες για την προώθηση της μετριοπάθειας και της συνέπειας στην πολιτική. 
Τουλάχιστον εν μέρει, είναι σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτούς τους κανόνες που η σημερινή Γερμανία απέφυγε να έχει ένα από τα κύρια πολιτικά κόμματά της καταληφθέν από ριζοσπάστες, κάτι που οι Αμερικανοί Ρεπουμπλικάνοι βίωσαν πρόσφατα με το κίνημα Tea Party˙ [απέφυγε] να φλερτάρει με την εκλογή ενός εθνικού ηγέτη παρόμοιου με την Le Pen, της οποίας το πολιτικό κόμμα έχει μόνο δύο από τις 577 έδρες στη Βουλή της χώρας της˙ ή την εκλογή [προσωπικοτήτων] παρόμοιων του Donald Trump, ο οποίος έχει την συνήθεια να προωθεί πολιτικές που έρχονται σε σύγκρουση με την επίσημη Ρεπουμπλικανική στάση και που δεν έχει καμία απολύτως εμπειρία σε δημόσια αξιώματα.
Δείτε το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας. 
Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα είχε ως αποτέλεσμα μόνο δύο καθιερωμένα εκλόγιμα πολιτικά κόμματα, η Γερμανία χρησιμοποιεί μια έκδοση της αναλογικής εκπροσώπησης που δημιουργεί ένα πολυκομματικό σύστημα. 
Σε απλά λόγια, αν το 28% των Γερμανών ψηφίσει για το Κόμμα Α και το 21% των Γερμανών ψηφίσει για το Κόμμα Β -τα ίδια ποσοστά των ψηφοφόρων της πολιτείας Utah που ψήφισαν [7] για τους υποψηφίους Χίλαρι Κλίντον και Evan McMullin, αντίστοιχα, στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016- τότε το κόμμα Α θα λάβει το 28% των εδρών στην γερμανική βουλή και το κόμμα Β το 21% [στμ: ενώ στις ΗΠΑ προκρίνεται ο υποψήφιος με το μεγαλύτερο ποσοστό. 
Ο άλλος απλώς χάνει]. Υπό ένα εκλογικό σύστημα που μεταφράζει αναλογικά τα μερίδιο των ψήφων σε μερίδια εδρών στο νομοθετικό Σώμα, οι ψηφοφόροι δεν αισθάνονται ότι χάνονται οι φωνές τους όταν ψηφίσουν για ένα μικρότερο, εξειδικευμένο κόμμα, δεδομένου ότι ακόμη και αυτά τα κόμματα μπορούν να μπουν στο κοινοβούλιο. 
Αυτό επιτρέπει στους ψηφοφόρους να συντάσσονται με ένα κόμμα που αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντά τους, σε αντίθεση με την επιλογή ενός κόμματος του οποίου το δυνατό σημείο –στο μυαλό ορισμένων ψηφοφόρων- είναι ότι πρόκειται για το «μη χείρον βέλτιστον».
Με την δημιουργία ενός συστήματος με μικρότερα, πιο ποικιλόμορφα πολιτικά κόμματα, αντί για μονολιθικά κόμματα του τύπου «ένα μέγεθος ταιριάζει σε όλους», η Γερμανία διαθέτει χώρο για να φιλοξενήσει πολίτες οι οποίοι είναι πολιτικά ενεργοί, έχουν επιρροή, ακόμα και αν είναι ακραίοι. 
Για παράδειγμα, οι υποστηρικτές της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) οι οποίοι δυσανασχετούν με την συγκριτικά συγκαταβατική πολιτική της Μέρκελ για τους πρόσφυγες [8] μπορούν να επιλέξουν το AfD, αντί να εστιάζουν την οργή τους στον μετασχηματισμό του CDU. 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τέτοιοι δυσαρεστημένοι ακτιβιστές μπορούν να διχάσουν ένα κόμμα σε ασύμβατες κεντρώες και ριζοσπαστικές πτέρυγες, όπως το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα [9]. 
Στην Γερμανία, οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι απλά βρίσκουν ένα εκλόγιμο κόμμα που ταιριάζει καλύτερα στις απόψεις τους. Η σχετική σταθερότητα του κεντροδεξιού CDU της Μέρκελ και του κεντροαριστερού SPD του Schulz ως τα κύρια κόμματα εξηγείται, σε κάποιο βαθμό, από την επιθυμία των Γερμανών για προβλεψιμότητα, αλλά είναι επίσης μια αντανάκλαση του πολιτικού υπολογισμού πίσω από τις κομματικές πλατφόρμες. 
Οι κεντρώες, γενικές θέσεις του CDU και του SPD αντηχούν σε ένα ευρύτερο φάσμα ψηφοφόρων από όσο οι εξειδικευμένες εκκλήσεις εξειδικευμένων κομμάτων, πράγμα που σημαίνει ότι τα δύο κύρια κόμματα της Γερμανίας προσελκύουν αξιόπιστα έναν αρκετά μεγάλο αριθμό μετριοπαθών ψηφοφόρων.
         ΚΑΘΗΣΥΧΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΕΣ ΟΞΥΤΗΤΕΣ
Φυσικά, υπάρχουν και μειονεκτήματα στην δημιουργία ενός συστήματος που δίνει στους πολιτικούς ριζοσπάστες το ελεύθερο να δημιουργούν τα δικά τους εκλογικά ανταγωνιστικά πολιτικά κόμματα. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς το είδος της πολιτικής ανεκτικότητας υπονόμευσε την Δημοκρατία της Βαϊμάρης και βοήθησε τους Ναζί να ανέλθουν στην εξουσία το 1933. 
Κατά συνέπεια, η Γερμανία απαιτεί από τα πολιτικά κόμματα να κερδίσουν τουλάχιστον το 5% των ψήφων για να καταλάβουν βουλευτικές έδρες. 
Αυτό το εκλογικό όριο αποτρέπει τα ακραία περιθωριακά κόμματα από το να αποκτήσουν πρόσβαση στην εξουσία, ενώ εξακολουθούν να τους επιτρέπουν να υπάρχουν και να υπηρετούν τους ψηφοφόρους τους. 
Με το να διατηρούνται τα ριζοσπαστικά κόμματα υπό έλεγχο, ενώ παράλληλα τους επιτρέπεται να εκλέγονται, οι πολιτικοί ριζοσπάστες απομονώνονται σε εθνικό επίπεδο μέσα σε αναποτελεσματικά κόμματα, εμποδίζοντάς τους από έναν δυνητικό σφετερισμό ή υπονόμευση των πιο κεντρώων ή μετριοπαθών κομμάτων από το εσωτερικό.
Οι πολιτικοί θεσμοί της Γερμανίας επίσης εμποδίζουν τους εθνικιστές και τα αουτσάιντερ –σκεφτείτε τον Trump- από το να γίνουν υποψήφιοι για εκτελεστική εξουσία. 
Οι Γερμανοί εκλέγουν την βουλή, και όποιος ηγείται του κόμματος με τις περισσότερες ψήφους καταλήγει συνήθως καγκελάριος. 
Αυτό κρατά απ’ έξω ανθρώπους όπως η Le Pen, η οποία, ενώ είναι χαρισματική και πειστική, είναι υπεύθυνη ενός πολιτικού κόμματος που δεν κατέχει έδρες στην Εθνοσυνέλευση από το 2002 έως το 2012. 
Παρά την ανάδειξη της Le Pen και την ισχυρή της επίδοση στον πρώτο γύρο των φετινών προεδρικών εκλογών, το κόμμα της δεν έχει προς το παρόν εθνική νομοθετική επιρροή -το εθνικό Μέτωπο κατέχει το 0,35% των εδρών στην Εθνοσυνέλευση- αν και το κόμμα ήδη επηρέασε [10] την γαλλική πολιτική κουλτούρα με ενδεχομένως σεισμικό τρόπο.
Το να κυβερνά την χώρα ο επικεφαλής του κορυφαίου πολιτικού κόμματος κάνει ένα σενάριο Trump σχεδόν αδύνατο για την Γερμανία. 
Οι ηγέτες των καθιερωμένων κομμάτων εκλέγονται από τα μέλη του κόμματος˙ οι άνθρωποι που έχουν δεσμευτεί για τα ιδανικά και την επιτυχία ενός κόμματος είναι απίθανο να εκλέξουν ένα άγνωστο άτομο ή κάποιον που δεν μοιράζονται τις αξίες αυτές. 
Επιπλέον, η διαδικασία επιλογής στην Γερμανία εξασφαλίζει ότι οι πολιτικά νεοφώτιστοι, οι εξτρεμιστές και οι αουτσάιντερ δεν θα καταλήγουν στο τιμόνι ενός συστήματος που μπορεί να μην καταλαβαίνουν, προσπαθώντας να εφαρμόσουν πολιτικές που οι ψηφοφόροι ίσως να κρίνουν ως απαράδεκτες.
                                    ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Έτσι, ενώ ο Schulz αποκαλείτο ευρέως ως αουτσάιντερ & φρέσκο πρόσωπο στην πολιτική όταν έγινε επισήμως υποψήφιος του SPD για την καγκελαρία, τον Ιανουάριο του 2017, δεν είναι Trump [11]. 
Ο Schulz εντάχθηκε στο SPD στην ηλικία των 19, έχει διαθέσει περίπου τέσσερις δεκαετίες στην πολιτική, και υπηρέτησε ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για πέντε χρόνια. 
Και παρ’ όλο που είναι νέος στην εθνική πολιτική σκηνή, αν εκλεγεί καγκελάριος, θα περιβάλλεται και θα υποστηρίζεται από πολύ πιο έμπειρους βουλευτές των τοπικών κοινοβουλίων, και οι Γερμανοί θα γνωρίζουν επακριβώς ποιες πολιτικές να περιμένουν από αυτόν. 
Επιπλέον, αν αυτός ξεφεύγει πολύ δραματικά από τις βασικές αρχές του SPD, θα απομακρυνθεί από την εξουσία. 
Σε αντίθεση με έναν πρόεδρο, έναν καγκελάριος υπηρετεί στην διάθεση του κυβερνητικού συνασπισμού του˙ εάν ο καγκελάριος χάσει την εμπιστοσύνη του κόμματος ή του συνασπισμού των κομμάτων, τότε αυτός ή αυτή χάνει την καγκελαρία, επίσης. 
Για παράδειγμα, ο ηγέτης του SPD, Χέλμουτ Σμιτ, ανατράπηκε από καγκελάριος, όταν, το 1982, ο κυβερνητικός συνασπισμός του διαλύθηκε και εγκατέστησε τον ηγέτη του CDU στην θέση του, μια μοίρα που ο Willy Brandt απέφυγε παρ’ ολίγον πριν από δέκα χρόνια. 
Αν και τέτοιοι ελιγμοί ακούγονται περίεργοι και ενδεχομένως ακόμη και αντιδημοκρατικοί σε ένα αμερικανικό ακροατήριο, αυτοί οι θεσμικοί περιορισμοί σημαίνουν ότι η Γερμανία δεν έχει μεγάλη ανάγκη να φοβάται ότι θα κυβερνηθεί είτε από έναν περιθωριακό πολιτικό είτε από έναν δημαγωγό χωρίς πολιτική εμπειρία.
Αυτός ο χρόνος έφερε τις συζητήσεις γύρω από τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό και τον λαϊκισμό -όχι μόνο στην Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη, αλλά και σε τμήματα της Ασίας [12]- σε υψηλές εντάσεις. 
Και μετά την αξιοσέβαστη επίδοση του AfD σε μια βασική εκλογική περιφέρεια [13] νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, στην Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η οποία συχνά θεωρείται ενδεικτική για τις εθνικές βουλευτικές εκλογές, πράγμα που σημαίνει ότι το AfD εκπροσωπείται πλέον στα 13 από τα 16 [περιφερειακά] κοινοβούλια της Γερμανίας, είναι δελεαστικό να χτυπήσει ο κώδωνας του κινδύνου και να υπάρξει ανησυχία ότι ο ριζοσπαστικός δεξιός λαϊκισμός θα βυθίσει σύντομα την γερμανική δημοκρατία. 
Ας μην βιαστούμε, όμως -όχι επειδή έχουμε παραπλανηθεί ότι αυτό το είδος του λαϊκισμού ανήκει πλέον στο παρελθόν (όπως άλλοι μελετητές επισημαίνουν, δεν είναι έτσι [14] ειδικά στα ανατολικά [15] της Ευρώπης), αλλά επειδή η πολιτική κουλτούρα της Γερμανίας, η δομή και η ιστορία της μας δίνει καλό λόγο να πιστεύουμε ότι το σύστημα θα αντέξει τις μάχες που έρχονται. 
Η Γερμανία, με λίγα λόγια, έχει βάλει ένα παλιό γνωμικό στην καρδιά της –με το να μαθαίνει από το παρελθόν, ελπίζει να μην το επαναλάβει ποτέ.
Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-05-17/why-does-germ...
 ΠΗΓΗ:www.foreignaffairs.gr/articles/71277/claire-greenstein-kai-brandon-tensley/giati-i-politiki-stin-germania-einai-bareti?page=show
Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2017-05-07/macrons-win-co...
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-09-26/germanys-right-wing-c...
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2015-11-27/merkel-magic
[4] http://www.dw.com/en/report-top-german-officials-on-terror-suspects-hit-...

[5] http://www.dw.com/en/germanys-populist-afd-party-anxious-after-dip-in-po...
[6] http://www.dw.com/en/german-ruins-of-world-war-ii/g-18427388
[7] http://www.npr.org/2016/11/08/501069078/utah-2016-presidential-and-state...
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2016-04-06/strongwoman-eu...
[9] https://www.theatlantic.com/politics/archive/2016/05/did-the-tea-party-c...
[10] https://www.theatlantic.com/international/archive/2017/05/le-pen-nationa...
[11] http://www.bbc.com/news/world-europe-39067413
[12] https://news.vice.com/story/rodrigo-duterte-stands-accused-of-mass-murde...
[13] https://www.nytimes.com/2017/05/14/world/europe/german-elections-angela-...
[14] http://www.slate.com/articles/news_and_politics/the_good_fight/2017/05/f...
[15] http://en.zois-berlin.de/publications/zois-spotlight/the-real-populist-c...
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» 
στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, 
στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου