Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Κυπριακό: Επείγει η Διαμόρφωση Νέας Στρατηγική για να μην Εδραιωθεί η Κατοχή

Έφθασε η ώρα για τη διαμόρφωση νέας στρατηγικής στο Κυπριακό; 
Το ερώτημα αυτό τίθεται  πιο έντονα μετά και την αποχώρηση του κατοχικού ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί, από τις συνομιλίες τον Φεβρουάριο. 
Η αποχώρηση Ακιντζί έγινε με ασήμαντη αφορμή, γεγονός που επιβεβαιώνει τις τουρκικές προθέσεις.
Αποχώρησε, όπως είναι γνωστό, επειδή η κυπριακή Βουλή ενέκρινε κανονισμό, ο οποίος προβλέπει όπως γίνεται επετειακή υπόμνηση στα σχολεία του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950. 
Η επάνοδος στις συνομιλίες δεν αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. 
Το δύσκολο είναι να υπάρξει αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις με όρους μιας λειτουργικής συμφωνίας: 
να διασφαλίζει την λειτουργικότητα του κράτους, τη δημοκρατία, την πλήρη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών∙ να διασφαλίζει την επιβίωση του Ελληνισμού στο νησί.
Από το 1974 και εντεύθεν, οι συζητήσεις για την επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό, διεξήχθηκαν σε λανθασμένη βάση ενώ προδήλως οι δυο πλευρές, έχοντας διαφορετικές επιδιώξεις, στοχεύσεις, δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε ένα αποτέλεσμα.
 Αυτό, ωστόσο, που έγινε είναι μια βαθμηδόν προσέγγιση στις τουρκικές θέσεις από πλευράς Ελληνοκυπρίων στην προσπάθεια τους να…κάμψουν την αδιαλλαξία της Άγκυρας.
Ο μόνιμος στόχος της Τουρκίας είναι ο πλήρης στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου.
Ο στόχος αυτός δεν έχει ποσώς διαφοροποιηθεί, και αυτό που εν πολλοίς επιδιώχθηκε είναι όπως αυτή η στρατηγική διασφαλισθεί μέσα από τις συνομιλίες. 
Αυτό που κατάφερε η Άγκυρα μέσα από τις αλλεπάλληλες διαδικασίες των διαπραγματεύσεων και τις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν, με κορυφαία στιγμή το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν, ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων της στο νησί μέσα από ένα τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο.
Τα τελευταία δυο χρόνια από τις συζητήσεις στα πλαίσια της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, επιτεύχθηκαν πολλές συγκλίσεις, που αφορούν πρωτίστως την αναβαθμισμένη και προνομιακή συμμετοχή της τουρκοκυπριακής πλευράς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. 
Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στους Τουρκοκύπριους στο κεφάλαιο της Διακυβέρνησης ενώ οι συζητήσεις έχουν «κολλήσει» στα θέματα που ενδιαφέρουν την ελληνική πλευρά, το θέμα της Ασφάλειας (Εγγυήσεις) και το Εδαφικό. 
Αυτό δεν επέτρεψε τη διαδικασία να προχωρήσει, παρά τις υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς.
Το Κυπριακό δεν είναι ένα μονοδιάστατο πρόβλημα, που μπορεί να επιλυθεί εσωτερικά και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γεωπολιτική διάσταση και τα πολλά και διαφορετικά συμφέροντα που διαδραματίζονται στην περιοχή. 
Η κοντόφθαλμη προσέγγιση που αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως μια δικοινοτική διαφορά, μια διαφορά μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, έχει ενισχύσει τους τουρκικούς σχεδιασμούς και έχει εν πολλοίς απαλλάξει την κατοχική δύναμη από τις ευθύνες της στην Κύπρο.
Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής στο Κυπριακό πρέπει πρωτίστως να αναλυθούν οι σχεδιασμοί των βασικών εμπλεκόμενων στο Κυπριακό.
                                                                        Η Τουρκία
Η Τουρκία, θεωρεί πως ο στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου, η ομηροποίηση του νησιού, θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της στην ευρύτερη περιοχή. Χρησιμοποιεί τους Τουρκοκύπριους, ως όχημα για την επίτευξη των στρατηγικών της επιδιώξεων, γεγονός που προκύπτει από θέσεις και αξιώσεις καταθέτει ο Μουσταφά Ακιντζί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η μη  αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία αποτελεί διαχρονική θέση της τουρκικής πλευράς και συνδέεται με τις στρατηγικές επιδιώξεις της στην Κύπρο και στην περιοχή. Ε
πί της εποχής των Ερντογάν και Νταβούτογλου, το καθεστώς της Άγκυρας έχει υιοθετήσει την ορολογία της «εκλιπούσαςΚυπριακής Δημοκρατίας»  σε διάφορα έγγραφα και παρεμβάσεις της σε διεθνείς οργανισμούς. Η ορολογία αυτή παραπέμπει στην τουρκική θεωρία πως η Κ.Δ. υπήρξε μέχρι το 1963 και έκτοτε θεωρείται «εκλιπούσα».
Από το 1963 και εντεύθεν για την τουρκική πλευρά υπάρχει η «ε/κ διοίκηση», την οποία δεν αναγνωρίζει μεν αλλά δεν αμφισβητεί την παρουσία της. 
Αυτό εκφράζεται μέσα από την τουρκική πολιτική σε διάφορα πεδία, κυρίως όμως αυτή είναι η βασική γραμμή πλεύσης στο Κυπριακό. Τι λένε οι Τούρκοι; 
Στην Κύπρο υπάρχουν δύο ισότιμες οντότητες, η «Ε/κ Διοίκηση» και η «ΤΔΒΚ», που ας, σημειωθεί, δεν αναγνωρίζεται από κανέναν πλην της Τουρκίας. 
Οι δύο οντότητες, όπως υποστηρίζουν, λειτουργούν δίπλα-δίπλα και η προσπάθεια τώρα είναι να πετύχουν έναν «νέο συνεταιρισμό». 
Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι οι δύο οντότητες παράλληλα και ταυτόχρονα να μετεξελιχθούν σε συνιστώντα κρατίδια. Αυτό θα προσφέρει αναδρομική νομιμοποίηση και αναγνώριση ως κράτους της αποσχιστικής οντότητας της «ΤΔΒΚ».
Ταυτόχρονα και παράλληλα, θα από-αναγνωρίζεται αναδρομικά η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία λειτουργεί ως το νόμιμο κράτος και έχει κυριαρχία σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας. 
Εάν επικρατήσει αυτή η αντίληψη, η τουρκική δηλαδή, τι θα σημαίνει στην πράξη; 
Στην περίπτωση που θα προκύψει ένα κακό σενάριο, σημαίνει πως σε περίπτωση διάλυσης της «νέας κατάστασης πραγμάτων» η χώρα θα είναι μετέωρη και ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι στα αζήτητα.
Η τουρκική πλευρά με κάθε τρόπο προσπαθεί, μέσα από διεθνείς παρεμβάσεις και μέσα από τις διαπραγματεύσεις, να ακυρώσει μια στρατηγική θέση της Λευκωσίας, που διαχρονικά αναδεικνύει πως η συμφωνία θα συνιστά μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. 
Αυτό δεν το δέχεται, δεν το συζητά η τουρκική πλευρά, καθώς αποδοχή της ε/κ θέσης θα συνιστούσε ακύρωση της δικής της διαχρονικής πολιτικής, αυτής της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Της πολιτικής που επιδιώκει τον στρατηγικό έλεγχο του νησιού.
Η επαναλαμβανόμενη θέση της τουρκικής πλευράς περί «εκλιπούσας» κρύβει πίσω της μιαν ολοκληρωμένη πολιτική. 
Το κατοχικό καθεστώς λειτουργεί σαν ένα μη αναγνωρισμένο κράτος, έχοντας επαφές με ξένες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς. Αυτό αποτελεί επιτυχία της Άγκυρας και αποτυχία της Λευκωσίας. 
Η ανατροπή αυτής της προσπάθειας μπορεί να επιτευχθεί με επιθετική πολιτική έναντι της Τουρκίας, σε όλα τα διπλωματικά πεδία, προκαλώντας κόστος στην Άγκυρα.
Παράλληλα, θα πρέπει να αποφεύγονται ακροβασίες στις διαπραγματεύσεις, που ενδεχομένως να θέτουν σε αμφισβήτηση το θέμα της μετεξέλιξης (η συζήτηση για «προηγούμενες πράξεις»). 
Το ζήτημα της μετεξέλιξης δεν είναι πολιτική της αερολογίας αλλά της πράξης. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να αφεθεί να «μπάζει νερά» μια συμφωνία. 
Στην ιστορία θα εντοπίσουμε μέσα από έγγραφα και δημόσιες τοποθετήσεις από τουρκικής πλευράς τις τουρκικές επιδιώξεις που έκπαλαι υπήρχαν.
Ο τότε Υπουργός Επικρατείας και Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Φατίν Ρουστού Ζορλού στην ομιλία του στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου για την Κύπρο στις 31 Αύγουστου,1955, καθόρισε το πλαίσιο πολιτικής στο Κυπριακό που ισχύει μέχρι σήμερα. Ανέφερε: «Η  σημασία της Κύπρου για την Τουρκία δεν προκύπτει από μια και μοναδική αιτία: είναι μια αναγκαιότητα που απορρέει από τις απαιτήσεις της ιστορίας, της γεωγραφίας, της οικονομίας και της στρατιωτικής στρατηγικής, από το δικαίωμα στην ύπαρξη και την ασφάλεια που είναι το πιο ιερό δικαίωμα κάθε κράτους, με λίγα λόγια από την ίδια τη φύση των πραγμάτων.
Ας μου επιτραπεί να εξηγήσω εν συντομία την αιτιολόγηση αυτής της δήλωσης. 
Το Νησί αυτό, που κατά την γεωγραφική του δομή αποτελεί προέκταση της χερσονήσου της Ανατολίας, του οποίου το έδαφος είναι έδαφος της Ανατολίας, του οποίου το κλίμα είναι το κλίμα της Ανατολίας, έχει, ήδη από την εποχή που τέθηκε υπό τουρκική κυριαρχία, συνδεθεί με τη μητέρα πατρίδα, όπως κάθε άλλη επαρχία της Τουρκίας και έχει αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Πράγματι, σε όλη την πορεία της ιστορίας η τύχη της Κύπρου παρέμενε συνδεδεμένη με εκείνη των λαών οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην χερσόνησο της Ανατολίας και, σε αντάλλαγμα, επηρέαζε την τύχη των λαών που ζούσαν στην Ανατολία. Εάν το Νησί ήταν κάποτε μέρος του ελληνικού κόσμου, ήταν μόνο επειδή εκείνη την εποχή η Ανατολία ήταν εντός της περιμέτρου του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Αν κάποτε ανήκε στο Βυζάντιο, ήταν μόνο και μόνο επειδή το Βυζάντιο διατηρούσε την επιρροή του πάνω από την Ανατολία και αν η Κύπρος ήταν κάποτε κάτω από την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας των Λατίνων, ήταν μόνο και μόνο επειδή εκείνη την εποχή οι Λατίνοι φιλοδοξούσαν να κυριαρχήσουν στην Ανατολία»( μετάφραση Χάρης Καλοζώης, Δεκέμβριος 2015).
                                                              Η Βρετανία
Το Λονδίνο δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την αξιοποίηση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει η γεωγραφική θέση της Κύπρου. 
Η Κύπρος χρησιμοποιήθηκε την περίοδο του ψυχρού πολέμου αλλά και στη συνέχεια, στην προσπάθεια διαχείρισης της «νέας κατάστασης πραγμάτων» στο νησί. Η συνεχής αναβάθμιση των στρατιωτικών Βάσεων, γίνεται για να εξυπηρετήσει τα τελευταία χρόνια και τους Αμερικανούς.
Η Λευκωσία δεν εγείρει θέμα Βάσεων καθώς, κατά την εκάστοτε κυβέρνηση, δεν συμφέρει να ανοίξουμε δεύτερο μέτωπο. 
Η στάση αυτή της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αφού η στάση του Λονδίνου έναντι των Ελληνοκυπρίων, ελλείψει κόστους, έγινε πιο εχθρική.
Οι Βρετανοί στην παρούσα φάση του Κυπριακού, αφήνουν ανοικτό το θέμα των εγγυήσεων με την γενική θέση πως ό,τι συμφωνήσουν οι δυο κοινότητες θα το αποδεχθεί, ακόμη και κατάργηση των εγγυήσεων.
Η Βρετανία δεν ενδιαφέρεται να είναι εγγυήτρια δύναμη, δεν αποδέχεται όμως να αμφισβητηθεί η παρουσία της στο νησί. Δεν αποδέχεται αλλαγή του καθεστώτος των Βάσεων πολύ δε περισσότερο, κατάργηση τους καθώς αποτελούν ζωτικής σημασίας για την στρατηγική και πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και των ΗΠΑ.
Στις 8 Μαΐου 1950 το Υπ. Άμυνας της Βρετανίας απέστειλε άκρως απόρρητη επιστολή, συνοδευόμενη από μνημόνιο που συντάχθηκε από κοινού με τα Υπουργεία Αποικιών & Εξωτερικών. Το πρώτο έγγραφό που φέρει τον τίτλο «Union of Cyprus with Greece» γίνονται σαφείς αναφορές στους ευρύτερους πολιτικούς λόγους για τους οποίους η Βρετανία έπρεπε να διατηρήσει την Κύπρο. Ξεχωρίζει η αναφορά για τον ρόλο της Τουρκίας και της Τουρκόφωνης κοινότητας (όπως οι ίδιοι οι Βρετανοί την ονόμαζαν) στην Κύπρο ως εξής: 
«…η μεταφορά της κυριαρχίας της Κύπρου στην Ελλάδα θα βρει ισχυρούς ενάντιους τους Τουρκόφωνους Κύπριους (20% του συνολικού πληθυσμού) και θα προκαλέσει δυσκολίες στην Τουρκία. Η Τουρκική Κυβέρνηση θα επηρεαστεί όχι επειδή ενδιαφέρεται για αυτήν καθεαυτήν την Τουρκόφωνη μειονότητα, αλλά γιατί θα επηρεαστεί η ίδια η ασφάλειά της». 
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η Κύπρος αποτελούσε και αποτελεί για την Βρετανία σημαντικό τμήμα της ευρύτερης στρατηγικής της στην Μέση Ανατολή, καθώς και για την εικόνα της στον κόσμο. 
Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι: 
«Η εκχώρηση στην Ελλάδα της μοναδικής Βρετανικής περιοχής στην Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος), ακόμη και αν συνοδεύεται με την παραχώρηση όλων των αναγκαίων στρατηγικών εγκαταστάσεων, θα ειδωθεί ως μια ακόμη απόδειξη της συνεχιζόμενης αδυναμίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Η υπόνοια ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει μια εξέγερση στην ίδια της την επικράτεια, ή παρομοίως να την εκχωρήσει στην Ελλάδα, θα ενδυνάμωνε τα χέρια αυτών που εργάζονται να πείσουν τους Άραβες ότι το μέλλον τους βρίσκεται με την Ρωσία και όχι με τις Δυτικές Δυνάμεις».
Το έγγραφο καταλήγει με μια σημαντική, για την εποχή, αποκάλυψη. 
Ότι δηλαδή η Κύπρος ήταν μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ήδη με την εφαρμογή του Αμερικανικού Σχεδίου Μάρσιαλ ο κόσμος είχε μοιραστεί στα δύο στρατόπεδα ενώ είχε μόλις ξεκινήσει η περίοδος του ψυχρού πολέμου ( περιοδικό «Σύγχρονη Άποψη», Λευκωσία Ιούνιος 2008).
Οι Βρετανοί έχουν διαχρονικά το πάνω χέρι σε σχέση με τους Αμερικανούς στα θέματα που αφορούν τη διαχείριση του Κυπριακού. Θεωρούνται οι ειδικοί. 
Η αλλαγή κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ στην Προεδρία, ενδεχομένως να διαφοροποιήσει πάγιες προσεγγίσεις της χώρας στο Κυπριακό, αν και το επικρατέστερο σενάριο είναι, ως προς την Κύπρο, να ακολουθηθεί η πολιτική που έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ενδιαφέρον θα έχει, ωστόσο,στην ευρύτερη περιοχή.
                                                               Η Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει συμφέροντα στην περιοχή, τα οποία σπανίως διεκδικεί. 
Το γεγονός αυτό εξουδετερώνει ή μειώνει σημαντικά τις δυνατότητες υπεράσπισης των δικών της συμφερόντων καθώς και του Ελληνισμού στην Κύπρο. 
Στην Κύπρο διαδραματίζεται ένα παιχνίδι ισορροπιών.
Συνεπώς, ως έχουν τα πράγματα στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, όσο ενισχύεται η τουρκική θέση για κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ομηροποίησης του νησιού στην Τουρκία, τόσο μειώνεται ο ρόλος και η επιρροή της Ελλάδος. 
Η Αθήνα όφειλε τόσα χρόνια να αντιληφθεί πως έχει στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο και στην περιοχή, τα οποία θα πρέπει να τα διεκδικεί και να τα διασφαλίζει.
Οι τριμερείς συνεργασίες με Αίγυπτο και Ισραήλ και Λίβανο, επιβεβαιώνουν τις δυνατότητες. 
Για να αποδώσουν, ωστόσο, θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική στρατηγική από την Αθήνα και τη Λευκωσία, η οποία να στηρίζεται στο δόγμα ότι τα εθνικά θέματα αντιμετωπίζονται ενιαία και με κοινή πολιτική.
Η στρατηγική της Ελλάδας πρέπει να είναι η ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κύπρου, ως το αντίβαρο στην τουρκική επιδίωξη για την κατάργηση του κυπριακού κράτους και την ομηροποίηση της χώρας.
Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, έχει αναλάβει πρωτοβουλίες αναφορικά με το θέμα της Ασφάλειας. 
Για πρώτη φορά έχει διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση στο κεφάλαιο αυτό, η οποία στηρίζεται στην πλήρη  κατάργηση των εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων.
Η πρωτοβουλία αυτή, της οποίας ηγείται ο Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, έχει δημιουργήσει κινητικότητα γύρω από το θέμα αυτό και έχει ενισχύσει τη βασική θέση της ελληνικής πλευράς για απαλλαγή από τις Εγγυήσεις και την τουρκική στρατιωτική παρουσία. 

Στην Αθήνα θα πρέπει, πάντως, να αντιληφθούν πως εάν χαθεί η Κύπρος, τότε θα χαθούν και εδάφη της Ελλάδος. Θράκη και Αιγαίο αποτελεί πεδίο για εφαρμογή των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδος.
Μια άλλη διάσταση σε σχέση με το ρόλο της Ελλάδος, είναι η βαθιά οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα. Αυτή η κρίση την καθιστά ευάλωτη σε πιέσεις. 
Σε μια διαπραγμάτευση σαφώς και δεν θα βρίσκεται σε θέση ισχύος. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα πρέπει σε περιόδους κρίσεων να επιδιώκεται συμφωνία σε εθνικά θέματα.
                                                        Τι μέλλει γενέσθαι
Τι μπορεί να γίνει, ώστε ο ελληνισμός να ξεφύγει μέσα από τον ασφυκτικό κλοιό της τουρκικής επιθετικότητας; 
Η επιμονή σε μια αδιέξοδη πορεία δεν προσφέρει προοπτικές επίτευξης συμφωνίας στο Κυπριακό. Αντίθετα, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικά, η ακολουθούμενη πολιτική, αυτής της προσαρμογής στα αποτελέσματα της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, αποβαίνει σε βάρος της ελληνικής πλευράς.
Είναι σαφές πως στην αναζήτηση νέας στρατηγικής πρέπει να αναδειχθούν τα πλεονεκτήματα που έχει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Η στρατηγική και γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, αποτελεί διαχρονικά ένα γεγονός που προκάλεσε τις πολλές κατακτήσεις του νησιού, αλλά και πολλές πολιτικές περιπλοκές. 

Η αξιοποίησή αυτού του εργαλείου δεν έγινε καθώς η άσκηση πολιτικής, η διαμόρφωση τακτικής στηρίχθηκε, κυρίως από το 1974 και εντεύθεν σε αμυνογενείς προσανατολισμούς.
Η γεωπολιτική της διάσταση, έχει ενταχθεί, κυρίως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, στη λογική της διαχείρισης του Κυπριακού προβλήματος. 
Όχι υπέρ των κυπριακών συμφερόντων αλλά των τουρκικών, των αμερικανικών, των βρετανικών, ενδεχομένως κι άλλων. 
Είναι προφανές πως οι συζητήσεις που διεξάγονται στο Κυπριακό, οι προτάσεις που υποβάλλονται από τρίτους, όπως και τα σχέδια λύσης, έχουν ως βασικό συστατικό, τη γεωπολιτική σημασία του νησιού. 
Από τη μορφή και το περιεχόμενο της λύσης, θα καθορισθεί εν πολλοίς και αυτός που θα έχει και το στρατηγικό έλεγχο του νησιού. Η ανατροπή αυτών των επιδιώξεων θα απομακρύνει συνταγές που οδηγούν σε θνησιγενή, δήθεν επίλυση του προβλήματος.
 Η συμφωνία στο Κυπριακό θα πρέπει να ευνοεί τους πολίτες της χώρας και μόνο.
Είναι ίσως γι αυτό που έχει σημασία τόσο το περιεχόμενο και η μορφή της λύσης του Κυπριακού όσο και η εμπλοκή τρίτων για την εφαρμογή ή την εποπτεία της συμφωνίας.
Οι έρευνες για την ανακάλυψη και εξόρυξη υδρογονανθράκων αναβαθμίζουν τη στρατηγική σημασία της Κύπρου. 
Η εμπλοκή μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών σε τεμάχια της κυπριακής ΑΟΖ,  επιβεβαιώνουν το ενδιαφέρον για την περιοχή αλλά και την αποφασιστικότητα τους να προχωρήσουν στην αξιοποίηση του φυσικού αερίου. Το ζητούμενο είναι πώς θα προχωρήσουν όταν θα έλθει η ώρα της μεταφοράς του αερίου και ποιος θα είναι ο ρόλος της Τουρκίας, που επιμένει στη δική της διαδρομής.
Εάν η αξιοποίηση του εργαλείου της στρατηγικής σημασίας της χώρας δεν γίνεται, τότε η Κύπρος είναι καταδικασμένη να στηρίζεται σε διαχρονικές επιλογές που δεν αλλάζουν, ο κόσμος να χαλάσει. Επιλογές, οι οποίες στηρίζονται σε πολιτικές με αμυνογενείς προσανατολισμούς απότοκα φοβικού συνδρόμου. 
Οι συζητήσεις που διεξάγονται στο Κυπριακό, οι προτάσεις που υποβάλλονται από τρίτους, όπως και τα σχέδια λύσης, έχουν ως βασικό συστατικό τη γεωπολιτική σημασία του νησιού.
Η μεγάλη εικόνα είναι αυτό που παρακολουθούμε με τις τριμερείς συνεργασίες της Ελλάδος και της Κύπρου με χώρες της περιοχής. 
Με το Ισραήλ, την Αίγυπτο της υπό διαμόρφωση συνεργασίες, παρομοίου μοντέλου, με Λίβανο και Ιορδανία. 
Σε αυτό τον σχεδιασμό σε συνδυασμό με τα ενεργειακά θα πρέπει να ενταχθεί και το Κυπριακό και όχι να παραμένουν κολλημένοι στη μιζέρια των ηττημένων μυαλών του 1974. 
Άλλαξαν οι όροι και τα δεδομένα από τότε. Αυτό το γνωρίζουν προφανώς οι τρίτοι και το αξιοποιούν. Μένει να το αντιληφθούμε και εμείς και να αναδιαμορφώσουμε στρατηγικές. 
Θα πρέπει, επιτέλους, να αξιοποιούμε προς όφελος μας τα στρατηγικά μας πλεονεκτήματα.
Για να έχουν σημασία οι συμφωνίες και οι συνεργασίες με άλλες χώρες, θα πρέπει να αγγίζουν και το Κυπριακό. 
Όχι για να κερδίσουμε πόντους στις διαπραγματεύσεις, αλλά για να δοθεί μια δυναμική ως προς το περιεχόμενο μιας συμφωνίας. 
Μπορούμε να κάνουμε συμφωνίες και κοινούς στρατηγικούς σχεδιασμούς για την περιοχή, τριμερείς και τετραμερείς, και να αφήνουμε τους τρίτους να ρουφούν αέρια και πλούτο;
Το Κυπριακό, όπως και ο κόσμος ολόκληρος, έχει αλλάξει. 
Συζητώντας με όρους της δεκαετίας του ’70, ακυρώνονται οι προοπτικές στο πεδίο της ενέργειας, η εδραίωση της ευρωπαϊκής ιδιότητας, η στρατηγική μας υπεραξία. 
Τούτο είναι σε βάρος Ε/κ, Τ/κ, Αρμενίων και Μαρωνιτών, ακόμα και των Τουρκοκυπρίων στο βαθμό που θεωρούν τους εαυτούς τους Κυπρίους. Είναι, όμως, υπέρ της Τουρκίας.
Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνεισφέρει στην πολιτική, οικονομική και στρατιωτική διεύρυνση της Ε.Ε. προς τη Μέση Ανατολή. 
Αποτέλεσε εναλλακτική δίοδο πρόσβασης στην περιοχή, προκαλώντας την αντίδραση της Άγκυρας, που είχε φροντίσει να δημιουργήσει προβλήματα με τις χώρες της γειτονιάς μας.
Αυτό, εάν αξιοποιείτο σωστά από πλευράς του Ελληνισμού, θα μείωνε τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας.
 Υπενθυμίζεται ότι με το Σχέδιο Ανάν εξουδετερωνόταν πλήρως η δυνατότητα της Κύπρου να καταστεί εναλλακτικό σημείο πρόσβασης στην περιοχή κάτι που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Τουρκίας.
Η Κύπρος ως εναλλακτικό σημείο πρόσβασης στην περιοχή αναδεικνύεται ως ένας απαράκαμπτος πρωταγωνιστής σε μια υψηλά στρατηγική περιφέρεια. Είναι παράγοντας σταθερότητας, θα αναβαθμίσει αυτό το ρόλο εάν απαλλαχθεί πλήρως από την Τουρκία. Αυτό θα είναι και προς το συμφέρον κι άλλων χωρών, της περιοχής και ευρύτερα.
Η προτεινόμενη λύση το 2004 με το σχέδιο Ανάν, εξυπηρετούσε βασικά τα στρατηγικά συμφέροντα και τους σχεδιασμούς της Άγκυρας και του Λονδίνου. 
Δια της μόνιμης παρουσίας τους στην Κύπρο, τους πρόσφερε σημαντικά οφέλη και πλεονεκτήματα. Τόσο πολιτικά, με τις ρυθμίσεις που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν όσο και στρατιωτικά( παρουσία, έλεγχος, Βάσεις, χωρικά ύδατα, FIR). Το σχέδιο απορρίφθηκε, ενώ στο μεταξύ η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ένωση, μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική θέση της Κύπρου (Γέφυρα μεταξύ τριών ηπείρων, Ασία, Ευρώπη, Αφρική)  και τη γεωπολιτική της σημασία
Υπό την προϋπόθεση, πάντα, ότι η λύση του Κυπριακού δεν θα καθιστά τη χώρα προτεκτοράτο καμίας τρίτης δύναμης και το κράτος δεν θα λειτουργεί με εξαρτήσεις, κι οι πολίτες θα ζουν με μειωμένα δικαιώματα.
Είναι προφανές πως το αδιέξοδο δεν είναι λύση. Ούτε η μη λύση. 
Για να μπορέσουν οι διαπραγματεύσεις να προσανατολισθούν προς το στόχο της επίτευξης μιας συμφωνίας θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση της ακολουθούμενης στρατηγικής. 
Έτοιμες συνταγές δεν υπάρχουν.
Χρειάζονται, συνεπώς, πρωτοβουλίες παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις (χωρίς διαχωριστικά χαρακτηριστικά) αλλά και αναθεώρηση στρατηγικής. 
Κι αυτό μπορεί να γίνει από την Αθήνα και τη Λευκωσία σε πανεθνικό επίπεδο. 
Με γνώμονα να βρεθεί διέξοδος και λύση.
Η συμβίωση Ε/κ, Τ/κ, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων έχει νόημα εάν θα έχει εσωτερικούς φραγμούς και επεμβατικά δικαιώματα. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να πεισθούν οι Τ/κ, ότι το μέλλον τους είναι στην ΕΕ και ότι αυτό μόνο μέσω Κύπρου μπορούν να το πετύχουν. 
Με την εξάρτηση της από την Τουρκία εργάζονται για την εξαφάνισή τους ως κοινότητας.
Η μορφή της λύσης που τώρα επιδιώκεται δεν θα αντέξει στο χρόνο. 
Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι ένα πλαίσιο το οποίο έχει χωριστικά χαρακτηριστικά και στοχεύει στην λειτουργία μιας νέας κατάστασης πραγμάτων, που θα αναδεικνύει το διαχωρισμό στη βάση της εθνικής προέλευσης.
Είναι προφανές πως αυτό θα παράγει εθνικισμό και συγκρούσεις. 
Η ανατροπή της συζήτησης του πλαισίου αυτού, που αποτελούσε έκπαλαι επιδίωξη της Τουρκίας για έλεγχο της Κύπρου, μπορεί να γίνει όταν ως ελληνική πλευρά απαλλαχθούμε από φοβικά σύνδρομα και ταμπού ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια αδιέξοδη πορεία συζητήσεων, που κρατούν 43 χρόνια. 
Η ακολουθούμενη πολιτική στο Κυπριακό δεν απέδωσε. 
Ο καλύτερος εκφραστής της, ο σημερινός Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, προσπάθησε αλλά απέτυχε. 
Αντί της λύσης, η τουρκική πλευρά αναβαθμίζει τις απαιτήσεις και επιδιώξεις της σε βάρος του ελληνισμού.
Η νέα στρατηγική θα πρέπει να αξιοποιήσει τα εργαλεία πολιτικής που έχει αποκτήσει η Λευκωσία από το 1974 και εντεύθεν, εξισορροπώντας την στρατιωτική ήττα:
Πρώτο, τη διατήρηση και ενίσχυση του αναγνωρισμένου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις υπονομεύσεις από την Τουρκία καθώς κι άλλους διεθνείς παράγοντες.
Δεύτερο, η ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τρίτο, η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ και η εμπλοκή διεθνών κολοσσών που δραστηριοποιούνται στα θέματα υδρογονανθράκων. 
Οι τρεις αυτοί βασικοί άξονες αποτελούν τα πλεονεκτήματα που απέκτησε η Κυπριακή Δημοκρατία και τα οποία παράγουν στρατηγική υπεραξία. Αυτούς θα πρέπει να αξιοποιήσουμε για να διαμορφωθεί μια νέα στρατηγική στο Κυπριακό. 
Αυτοί οι άξονες πρέπει απαραιτήτως να αντανακλώνται και στο περιεχόμενο μιας συμφωνίας στο Κυπριακό. 
Την ίδια ώρα, οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να επιλέξουν: 
Είτε μαζί με τους Ελληνοκύπριους θα κτίσουν ένα κοινό μέλλον εντός της Ε.Ε.  είτε θα παραμείνουν αιχμάλωτοι των τουρκικών επιδιώξεων στην Κύπρο και στην περιοχή.
                                                              Του Κώστα Βενιζέλου
                                   *Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τετράδια» (τεύχος 68-69)
                                                         ΠΗΓΗ:www.apopseis.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου