Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ιστορίες για «Ιστορικούς» & «γενίτσαρους»

Αναδημοσιεύουμε το αρθρο του αειμνήστου Κωστή Παπαγιώργη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό («Άρδην», τ. 37, Σεπτ. 2002) & εγράφη με αφορμή το βιβλίο του Νικηφόρου Διαμαντούρου, «Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα».
Το «Παρατηρητήριο Αμαρουσίου» από την πλευρά του το αναδημοσιεύει με αφορμή  πρόσφατο άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου στην «ΕφΣυν» που έφερε τον τίτλο:«Ιστορικοί» & «γενίτσαροι»

Κωστή Παπαγιώργη: Η Επανάσταση του 1821 & οι «εκσυγχρονιστές»

Η εκπεφρασμένη ροπή νεότερων μελετητών της ιστορίας να απορριφθούν τα καθιερωμένα περί ελληνικής επαναστάσεως και να ερευνηθούν -εμπράκτως και επιστημονικώς- τα πραγματικά δεδομένα του ξεσηκωμού, μόνο αισιοδοξία εμπνέει σε όσους θεωρούν το ζήτημα εκκρεμές. 
Η μπόσικη ρητορεία στην οποία εθιστήκαμε, η αποσιώπηση των πιο καίριων πτυχών του Αγώνα, η λαϊκιστική άποψη περί συνολικού ξεσηκωμού με όλα τα παρελκόμενα δημιούργησαν ένα εθνικιστικό μύθευμα που διδάχτηκε στα σχολεία, γαλούχησε γενεές επί γενεών, έπλασε τον μύθο του ’21 και κατόπιν έπεσε σε λήθαργο στα ράφια των βιβλιοθηκών. 
Δεδομένου ότι ο ντόπιος αγώνας δεν ήταν ο μόνος -ανάλογες επαναστάσεις σημειώνονται στην Αμερική, στη Γαλλία, στην Ισπανία. στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στη Σερβία κτλ- παραμένει ένα ιστορικό παράδοξο: γιατί ο ελληνικός αγώνας δε βρήκε τον ιστορικό του και αρκούμαστε -ακόμα και σήμερα- σε φαλκιδεύσεις:
Ασφαλώς η ριζική αναθεώρηση του ξεσηκωμού, αυτή που θα απέρριπτε τα βασικά κείμενα ως υποκείμενα στο πάθος της προσωποληψίας, του φατριασμού και της εγνωσμένης ψευδολογίας, θα μας υποχρέωνε να «ξαναγράψουμε» κατά κάποιο τρόπο όχι μόνο τις βασικές ιστορίες (Τρικούπη, Φιλήμονα, Φραντζή, Σπηλιάδη, Μπαρτόλντι. Φίνλεϋ, Γκόρντον κτλ), άλλα και τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών με έσχατο αίτημα να ξαναγίνει η Επανάσταση για να δούμε επιτέλους αυτοψεί τα διατρέξαντα. Ευτυχώς ό γέγονε γέγονε. 
Οι επαναστάσεις αποτελούν πάντα τα λίκνα των νέων δεισιδαιμονιών. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι βλέπουμε σήμερα ξενοσπουδασμένους μελετητές -πάνοπλους θεωρητικά- να επανέρχονται στο θέμα και να αποτολμούν ρήξεις με το παρελθόν για να ελευθερώσουν την δέσμια αλήθεια. 
Ο Διαμαντούρος ανήκει σε αυτό το ρεύμα.
Ήδη από την κουβερτούρα τού βιβλίου έχουμε μπει βαθιά στο θέμα. 
Ο δικός μας αγώνας για την ανεξαρτησία είχε το εξής ιδιάζον: δεν απέβλεπε μόνο στην αλλαγή πολιτικού καθεστώτος (όπως στην Αμερική για παράδειγμα) αλλά και στην αλλαγή του καθαυτό κράτους (το οποίο έπρεπε να δημιουργηθεί εκ του μη όντος). 
Η διαπίστωση είναι προφανής μέχρι απελπισίας, αλλά δε στέκει εκεί: εφόσον το νέο κράτος θα στηνόταν με βάση τις ιδέες τού Διαφωτισμού, και οι ιδέες υπάρχουν μόνο ως κτήματα ανθρώπων, τίθεται το μέγα ζήτημα του ρόλου που έπαιξαν οι «εκσυγχρονιστές» μέσα στο χαώδες θέατρο της Επανάστασης. Καθώς μάλιστα εκείνο το πρώτο επιχείρημα των διαφωτιστών βρίσκει την ιστορική του δικαίωση στην ένταξή μας στην ευρωπαϊκή κοινότητα, το συμπέρασμα λάμπει εκτυφλωτικά: 
ο Μαυροκορδάτος και οι συν αυτώ έστρεψαν το πρόσωπο της πατρίδας προς τα κει που ανήκε και την ει-σήγαγαν μελλοντοϊστορικά στη «μοναδική λογική της νεοτερικότητας».
Πουρκουά πά; όπως λένε οι Γάλλοι. Όντως ή χώρα εντάχθηκε (ή σύρθηκε όπως πάντα) στην ΕΕ. Όσοι νέμονται και καρπούνται παρόμοια συμπεράσματα, άξιος ο μισθός τους. 
Επειδή όμως η κορυφή της πυραμίδας αδυνατεί να ισχυροποιήσει τη βάση, αξίζει να μετατοπίσουμε το ερώτημα στα επαναστατικά χρόνια και να δούμε -εν απολύτω συντομία- τί ακριβώς ρόλο έπαιξαν οι αποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές» ή πιο σωστά οι ετερόχθονες (Φαναριώτες και μη). 
Εν προκειμένω ο πληθυντικός αδικεί, διότι δεν επρόκειτο περί πολυπληθούς ηγετικής ομάδας -ούτε περί επαναστατών. 

Άλλωστε κανείς τους δεν έπεσε στο πεδίο της μάχης. 
Όλοι πολέμησαν με την νεοφανή δύναμη της γραφειοκρατίας (το καλαμάρι) και επέδειξαν στους ντόπιους άγριους την υπεροχή της μελάνης απέναντι στο καριοφίλι.
Οι κοινωνικές δυνάμεις του ’21 -ταξικά ιδωμένες- απαρτίζονται από τους κοτζαμπάσηδες ιδιοκτήτες γης, από τον κλήρο, από τους καραβοκυρέους των νησιών, από τους αρματολούς της Χέρσου Ελλάδας, από τους εμπόρους της περιφέρειας και φυσικά από τον φακίρ φουκαρά, αγρότες, τσοπάνηδες, πραματευτάδες και τεχνίτες. 
Η Φιλική Εταιρεία θα ιδρυθεί από αποτυχημένους εμπόρους στην περιφέρεια και, με επικεφαλής τον γόνο μιας φαναριώτικης οικογένειας, θα καλλιεργήσει τον μύθο της φιλελληνικής Άρκτου. 
Οι δυτικοθρεμένοι δεν έχουν πεδίο έκφρασης προ του Αγώνος, διότι είναι φιλικοί και εντάσσονται ακόμα στα γενικά σχέδια της Υπέρτατου Αρχής. 
Πώς λοιπόν γεννιέται αυτό το «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα πού έστησε τον νεοελληνικό κρατικό μηχανισμό; 
Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην προσωπικότητα τού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.
Ποστέλνικος τού Ηγεμόνα Ι. Καρατζά προτού γίνει φιραρής προς την Πίζα, ο Αλέξανδρος -άτομο με εξαιρετικά ταλέντα- θα επιτύχει μέσα σε μικρό διάστημα να μετεκπαιδευτεί και, αναστρεφόμενος διάσημα πρόσωπα της εποχής (Σέλλεϋ, Ιγνάτιος), από πρώην υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα μεταμορφωθεί σε δυτικόφρονα διαφωτιστή. 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ως άνθρωπος τού Καρατζά -ηγεμόνα που ήθελε την αρχηγία της Φιλικής- τοποθετείται εξαρχής εχθρικά προς την οικογένεια των Υψηλάντηδων. 
Οι αρχηγοί του Αγώνα δυστυχώς κατέφθαναν έξωθεν και δεν διαστρέφουμε τα πράγματα αν ισχυριστούμε ότι την κεφαλή διεκδικούσαν λυσσωδώς οι Υψηλάντηδες από τη Ρωσία και η ηγετική ομάδα της Πίζας (Καρατζάς, Ιγνάτιος, Μαυροκορδάτος κτλ.). 
Σημειωτέον ότι οι βασικοί διεκδικητές δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους στην Ελλάδα.
Όταν λοιπόν φθάνουν οι δύο ηγετικές ομάδες στο θέατρο του πολέμου, η βασική τους διαφορά είναι η εξής: 
ο Δημήτριος Υψηλάντης εμφανίζεται ως πληρεξούσιος του αδελφού του, ενώ ο Μαυροκορδάτος είναι μουσαφίρης χωρίς ίχνος εξουσίας (σημαντική λεπτομέρεια: φοράει γυαλιά -τεσσαρομάτη θα τον λέει ο Καραϊσκάκης- και ευρωπαϊκά ρούχα, τα οποία προβάρει λίγο προτού αναχωρήσει). 
Κατά συνεπεία η σύγκρουση αμφότερων των Φαναριωτών με τους ντόπιους πρόκριτους και κοτσαμπάσηδες ή αρματολούς ήταν ευνόητη. 
Ο Δημήτριος ήθελε ένα γκοβέρνο μιλιτάρε για να οργανωθεί ο Αγώνας – τί απέμενε στον Μαυροκορδάτο;
Ο Διαμαντούρος κομίζει άφθονα στοιχεία, καθώς είναι ξεσκολισμένος στη σχετική βιβλιογραφία, δεν ομολογεί όμως -διότι πάσα ομολογία θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση του βιβλίου- ότι η ηγετική ομάδα της Πίζας δεν είχε άλλη διέξοδο από την εμμανή επιδίωξη του Συντάγματος.
Και τίθεται το ερώτημα: ξεσηκωμένοι πληθυσμοί που οπλίστηκαν αυτοσχεδίως και αντιμετώπιζαν έναν οργανωμένο στρατό, γιατί να είχαν τόσο μεγάλο καημό για Σύνταγμα; 
Το επίσημο πρόσχημα έλεγε ότι οι δυτικές κυβερνήσεις θα παρεξηγούσαν τον Αγώνα ως καρβουνιάρικο αν δεν επιδεικνυόταν ένα Σύνταγμα. 
Ο Διαμαντούρος αναπτύσσει το γνωστό επιχείρημα ότι οι ντόπιες δυνάμεις αγνοούσαν την έννοια του εθνικού κράτους, της κεντρικής εξουσίας, της οργανωμένης διοίκησης – και σωστά. 
Γνωρίζουμε όμως ότι στον πρώτο χρόνο, πριν ακόμα συγκληθεί η πρώτη Εθνοσυνέλευση, τα ελληνικά όπλα αριστεύουν και η Επανάσταση εξαπλούται, ενώ όλα τα δεινά αρχίζουν μετά την Εθνοσυνέλευση. 
Εδώ βρίσκεται άλλωστε η αιτία για την οποία ο Μαυροκορδάτος θεωρήθηκε κακός δαίμων του Αγώνα.
 Ευφυής πολιτικός, αντελήφθη το κενό εξουσίας (χαώδες κενό) και διέβλεψε ότι μόνο διά της γραφειοκρατίας με συνταγματικό προσωπείο θα μπορούσε να ανασχέσει πάσα δύναμη των αντιπάλων του και τελικά να επικρατήσει.
Ο Βερναρδάκης το έχει εκφράσει καίρια: 
«Όλος ο κόσμος συνησθάνετο την επί του παρόντος ανάγκην όχι πολιτικού, αλλά στρατιωτικού αρχηγού». 
Τι έκανε η ομάδα του Μαυροκορδάτου; 
Προέβαλε την ανάγκη Συντάγματος, πράγμα ανήκουστο για τους ντόπιους. 
Αν υποθέταμε ότι οι Εθνοσυνελεύσεις και τα Συντάγματά τους εφέλκυσαν τη συμπάθεια των ξένων κυβερνήσεων θα είχαμε μια σοβαρή δικαιολογία, γνωρίζουμε όμως ότι επί Ιμπραήμ, όταν ο Αγώνας έπνεε τα λοίσθια, το μόνο που δεν σκέφθηκαν οι ξένες δυνάμεις ήταν τα Συντάγματα (πολιτική απάτη, κατά τον Γάλλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, πού επινόησαν 100 περίπου άνθρωποι…). Αντίθετα αυτό που μετρούσε ήταν η ισχύς των όπλων. 
Θα μπορούσαν τα ελληνικά όπλα να ανθέξουν;
Παίζοντας ηχηρά τη βιόλα των επαναστατών εκσυγχρονιστών, ο Διαμαντούρος δεν διανοείται να αναφέρει ούτε ίχνος από τα δεινά πού προκάλεσαν οι Εθνοσυνελεύσεις. 
Ο τόπος διέθετε, όπως ξέρουμε, προεστούς, ιερείς, αρματολούς, εμπόρους, γιατρούς, τεχνίτες, αλλά πολιτικούς – ούτε για δείγμα. 
Έτσι μονάχα ο κύκλος της Πίζας κατάφερε -ευκολότατα- να βάλει στο χέρι την πολιτική εξουσία επιδεικνύοντας ένα σκαρίφημα του Γκαλίνα το οποίο ουδέποτε τηρήθηκε. 
Και σε τι αποσκοπούσε αυτή η πολιτική και συνταγματική εξουσία; 
Να στερεί διά της καλάμου από τους στρατιωτικούς ό,τι κέρδιζαν στα πεδία των μαχών. 
Χαρακτηρολογικά, ο Μαυροκορδάτος -στα τριάντα του- έφτασε σε τέτοιο σημείο αλαζο-νείας ώστε έγινε και αρχιστράτηγος στο Πέτα. 
Αν μπορούσε εκτός από πολιτική δύναμη να αποκτήσει και στρατιωτική, θα γινόταν η ίδια η Επανάσταση. 
Και τι απέγινε: 
κατασυκοφάντησε όλους τους αρματολούς της Ρούμελης: 
δίκασε τον Καραϊσκάκη για προδότη, εξοβέλισε από τον Αγώνα τον Βαρνακιώτη, τον Μπακόλα και τον Ίσκο ως τουρκόφρονες, επικήρυξε τον Ανδρούτσο (ενώ κράτησε γύρω του τουρκόφρονες σαν τον Ράγκο και τον Μαγγίνα). Αυτός ευθύνεται για όλα τα δεινά του Μεσολογγίου.
Επιβάλλεται βέβαια να πούμε -με την δέουσα ελευθεροστομία- ότι ο Αγώνας αρχικά διεξαγόταν μεταξύ Τούρκων. 
Στο Μοριά οι κοτσαμπάσηδες ήταν τουρκοχριστιανοί που πολεμούσαν τους Οθωμανούς για να κληρονομήσουν τα κεκτημένα τους. 
Στη Ρούμελη οι αρματολοί ήταν οιονεί τουρκοχριστιανοί αξιωματούχοι που κατάλαβαν την επανάσταση σαν αυτονόμηση των αρματολικιών τους. 
Μόνο σταδιακά ο Αγώνας θα εξελληνιζόταν, με το ρυθμό περίπου που η λέξη Ρωμιοί και Γραικοί υποκαταστάθηκε από τη λέξη Έλλην. 
Σε όλα αυτά ο Μαυροκορδάτος δεν είχε καμία θέση. 
Αν δεν έτρεφε αρχηγικές φιλοδοξίες θα περιοριζόταν στα ταπεινά καθήκοντα του γραμματέα κάποιου οπλαρχηγού. Το δαιμόνιό του όμως τον έστρεψε κατά των αληθινών πρωταγωνιστών (Κολοκοτρώνης, Πετρόμπεης, Σταματελόπουλος, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, Ανδρούτσος ήταν εχθροί του – φίλος του ήταν μόνο ο Μπότσαρης γιατί τον χρησιμοποίησε κατά των ρουμελιωτών οπλαρχηγών).
Παράγραφοι σαν την ακόλουθη δεν τιμούν τον συγγραφέα: 
«Η άποψή μου είναι ότι οι εκσυγχρονιστές, πολεμώντας για την ανεξαρτησία, διεξήγαν ένα διμέτωπο αγώνα, όπου, εκτός από την προβλεπόμενη εκείνη την εποχή αντίδραση των ξένων στην πλήρη ανεξαρτησία, είχαν να αντιμετωπίσουν και τη διφορούμενη στάση των εγχώριων ηγετικών ομάδων στο ίδιο θέμα. 
Πράγματι σε όλη τη διάρκεια τού αγώνα δεν είχε υπάρξει σαφής ένδειξη ότι οι ομάδες αυτές ήταν διατεθειμένες να δεχτούν το δυτικού τύ-που κράτος που πρέσβευαν οι εκσυγχρονιστές» (σελ. 176). Πριν απ’ όλα ποιοι ήταν οι εκσυγχρονιστές που «πολέμαγαν»; 
Ο Πραΐδης, ο Λουριώτης, ο Νέγρης και ο Καντακουζηνός; 
Ο Σέκερης ήταν ο μόνος πού έπεσε στο Μεσολόγγι (έχοντας αναθεματίσει τον ποστέλνικο και την πολιτεία του). Ύστερα ποιος ι-σχυρίστηκε ότι ο “Αγώνας έγινε για κράτος δυτικού τύπου; 
Η Φιλική ουδέποτε προέβαλε τέτοιους σκοπούς -απλώς υστερόπρωτα μπορεί ο Διαμαντούρος να αραδιάζει παρόμοια ιδεολογήματα (αρεστά στους καθηγητές των ξένων πανεπιστημίων πού στέφουν διπλωματούχους τους νέους εκσυγχρονιστές της Ελλάδος…).
Είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι, μέσα στο κλίμα αυτής της υστερικής λατρείας των ετεροχθόνων και φερέοικων συνταγματομανών, ο συγγραφέας δε νιώθει την ανάγκη να πει ούτε μία λέξη συμπάθειας για τις δυνάμεις πού -πώς το ξεχάσαμε;- έκαναν την Επανάσταση; 
Πώς προεκλήθη ο εμφύλιος; Τί ρόλο έπαιξε ο Μαυροκορδάτος στη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη; Πόσο ευθύνεται για την αβίαστη αποβίβαση του Ιμπραήμ; 
Ποιος ευθύνεται για τη διάλυση του ρουμελιώτικου μετώπου; 
Η αλήθεια είναι ότι οι«εκσυγχρονιστές» αποδείχθηκαν χειρότεροι και από Τούρκοι στην Επανάσταση. 
Τα Συντάγματα δεν βοήθησαν σε τίποτα - αλλά αυτό είναι μία άλλη, θλιβερή ιστορία.
Εν είδει υστερόγραφου πάντως πρέπει να αναφέρουμε και κάτι ακόμα. 
Αυτοί οι δυτικοτραφείς εκσυγχρονιστές (ψαλιδοκέρια τους έλεγαν), που κατέφθασαν στον τόπο για να τον σώσουν από τους Τούρκους και κυρίως από τους ίδιους τους οπλοφόρους ραγιάδες, τί κατάλαβαν τέλος πάντων από το ντόπιο φρόνημα; Αρκεί η ενδοστρέφεια, ο τοπικισμός, η οικογένεια, ο συντηρητισμός, η τουρκοφροσύνη να εξηγήσουν τον ξεσηκωμό; 
Στο τέλος του τόμου βρίσκουμε μίαν ονοματολογία σαράντα περίπου ονομάτων -τη χρυσή βίβλο του επαναστατικού εκσυγχρονισμού. 
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: αυτοί οι άνθρωποι που κατείχαν γλώσσες, παιδεία και κατάρτιση κατά πολύ ανώτερη από τους ντόπιους, τί γραφτά άφησαν σαν υποθήκη; 
Όπως ξέρουμε ο Μαυροκορδάτος δεν έγραψε ούτε Ιστορία ούτε βιογραφία (αυτή θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον). 
Έγραψε ο Τρικούπης τη γνωστή ιστορία, ο Μάμουκας, ο Λουριώτης, ο Φαρμακίδης, ο Δραγούμης. Εκτός από τον Τρικούπη όλα τα άλλα κείμενα απαξιώθηκαν. 
Απεναντίας το φρόνημα το οποίο αντιστρατεύθηκαν μανιωδώς οι ετερόχθονες άφησε μερικά κείμενα που σήμερα θεω-ρούνται θεμελιώδη για τον νεώτερο πολιτισμό μας. 
Δεν εννοούμε μόνο τον Μακρυγιάννη, πού θα αρκούσε από μόνος του, αλλά και τον Κολοκοτρώνη, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Σπηλιάδη, τον Φραντζή, τον Φιλήμονα.
---------------------------------------------------------------------------------------------
                                     Αναδημοσιεύουμε το αρθρο του αειμνήστου Κωστή Παπαγιώργη
                            το οποίο εγράφη με αφορμή το βιβλίο του Νικηφόρου Διαμαντούρου, 
                              «Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα».
                                            Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Άρδην», τ. 37, Σεπτ. 2002
==================================================================
Το Παρατηρητήριο Αμαρουσίου προχώρησε στην ενέργεια αυτή, με αφορμή την άποψη που εξέφρασε προσφάτως στην «ΕφΣυν» ο Τάσος Κωστόπουλος με άρθρο του που έφερε τον τίτλο:
                                                            «Ιστορικοί» και «γενίτσαροι»  
            ----------------------------------------------------------------------------------------
Οταν τον περασμένο μήνα γράφαμε για την εναγώνια αναζήτηση «ανθελλήνων αριστερών ιστορικών» από το «Πρώτο Θέμα» και τη συνακόλουθη επίδειξη αγραμματοσύνης που χαρακτήρισε την προσπάθεια σπίλωσης του πανεπιστημιακού Χάρη Αθανασιάδη, δεν είχαμε την παραμικρή αυταπάτη ότι το σίριαλ αυτής της «αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας» θα σταματούσε εδώ.
Δεν έκλεισε μήνας και η εφημερίδα του Θέμου Αναστασιάδη ξαναχτύπησε, με στόχο τούτη τη φορά τον αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και πρόεδρο της Επιτροπής Αναμόρφωσης του Προγράμματος Σπουδών της Ιστορίας στο υπ. Παιδείας, Πολυμέρη Βόγλη.
                                                       Ποια επανάσταση;
Στο πρώτο από τα δύο δημοσιεύματα (29/4), με τον πρωτοσέλιδο τίτλο «Για δες ποιος αναμορφώνει τα βιβλία. Υμνεί τα Σκόπια και τα Δεκεμβριανά ο σύμβουλος του Γαβρόγλου. 
Κήρυγμα μίσους από τον Π. Βόγλη», ο καθηγητής κατηγορείται κυρίως για το γεγονός ότι στο πρόσφατο βιβλίο του «Η αδύνατη επανάσταση» (Αθήνα 2015, εκδ. Αλεξάνδρεια – την καλύτερη, κατά τη γνώμη του γράφοντος, δουλειά που έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο του 1946-49) περιγράφει τον αγώνα του ΔΣΕ ως «τη μοναδική επανάσταση στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, έστω και αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα».
Δύσκολα θα μπορούσε, βέβαια, να διαφωνήσει κάποιος μ’ αυτή την οφθαλμοφανή διαπίστωση. Να υποθέσουμε ότι το «Πρώτο Θέμα» αναγνωρίζει ως επαναστάσεις μόνο όσες αυτοχαρακτηρίζονται ως «εθνικές»;
Σ’ αυτή την περίπτωση, βγαίνει από τα δεξιά ακόμη και στον υπουργό Παιδείας (και συντάκτη του εγχειριδίου Πολιτικής Αγωγής) της χούντας, Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου, που εν έτει 1952 είχε τιτλοφορήσει «Ανατομία της επαναστάσεως» το (βραβευμένο από την Ακαδημία και άκρως εθνικόφρον) βιβλίο του για τη δεκαετία του ’40.
Δευτερευόντως, ο κ. Βόγλης κατηγορείται από το «Πρώτο Θέμα» για ένα παλιότερο σχόλιό του όσον αφορά τα οφθαλμοφανή αδιέξοδα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο «Σκοπιανό», καθώς και για την άποψή του (που εκφράστηκε σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» της 18/4) ότι τα σχολικά βιβλία πρέπει να σκιαγραφούν σφαιρικά τις εκατέρωθεν πολεμικές βιαιότητες.
                                                                    Ποιοι ιστορικοί;
                                                  Το δημοσίευμα στο «Πρώτο Θέμα»
Το δεύτερο «ρεπορτάζ» δεν πρόσθεσε το παραμικρό στοιχείο στα προηγούμενα «βιογραφικά» των κ. Βόγλη και Αθανασιάδη, περιείχε όμως άφθονη λάσπη.
«Εν βρασμώ οι ιστορικοί για τους “Γενίτσαρους” συμβούλους του Γαβρόγλου. 
Αντιδράσεις για τους παραχαράκτες της ιστορίας», κραυγάζει ο τίτλος του, πλαισιωμένος με τις φωτογραφίες των δύο καθηγητών. Οι ίδιες διατυπώσεις κοσμούν και την πρώτη σελίδα, με την πρόσθετη διακήρυξη πως οι δύο πανεπιστημιακοί «είναι αγράμματοι και ιδεολογικά εθελόδουλοι».
Από μια άποψη, αποτελεί βέβαια τίτλο τιμής να σε βρίζει η εφημερίδα του γνωστού βιντεοκομιστή, που έκανε καριέρα με ανέκδοτα για ξανθές και «γυμνά φούρνου» στα χιτλερικά στρατόπεδα. Ποιοι όμως είναι «οι ιστορικοί» που επικαλείται το «Πρώτο Θέμα» ως βάση γι’ αυτούς τους συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς;
Ο «συγγραφέας και επικεφαλής του κινήματος Αρδην Γιώργος Καραμπελιάς», πολιτικός παράγοντας του «πατριωτικού χώρου» εδώ και δυόμισι δεκαετίες. 
Μπορεί να μην είναι και τόσο γνωστός ως ιστορικός, δένουν όμως με τη γραμμή της εφημερίδας οι απόψεις του περί «αντιπατριωτικής αριστεροσύνης» και καταχθόνιων σχεδίων «αποεθνικοποίησης της χώρας και μεταβολής της σε πολυπολιτισμική κοινότητα χωρίς κεντρική ταυτότητα».
Ενας καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, με συγγραφική αδυναμία στα πολιτεύματα της αρχαιότητας και τον προνεωτερικό κοινοτισμό (Γιώργος Κοντογιώργης). 
Σ’ αυτόν ανήκει η διατύπωση περί «αγράμματων» και «ιστορικά εθελόδουλων».
Ο φροντιστής Σαράντος Καργάκος, που θεωρεί ότι κάθε διδασκαλία της νεότερης Ιστορίας ισοδυναμεί αντικειμενικά με «σπορά μίσους στη νέα γενιά» – ενώ «με την Αρχαία και Μεσαιωνική Ιστορία μας μπορούμε να προβληθούμε σε παγκόσμια κλίμακα». Για τη δεκαετία του ’40, οι έφηβοι δεν χρειάζονται προφανώς το σχολείο. Εχουν το Ιντερνετ.
Ο καθηγητής Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Κωνσταντίνος Φωτιάδης, που, όπως διαβάζουμε, «έχει γράψει 25 βιβλία για τη Γενοκτονία των Ποντίων». Πρόκειται, όντως, για ιστορικό. Για το επίπεδο της επιχειρηματολογίας του, αποκαλυπτικές είναι οι δηλώσεις του προς την εφημερίδα:
■ «Αυτά που λένε για την Επανάσταση του 1821 είναι αστεία. 
Οτι δεν υπήρξε Ζάλογγος; 
Υπάρχουν τα επίσημα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών». 
Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ισχυρίστηκε ποτέ «ότι δεν υπήρξε Ζάλογγο» (και όχι, φυσικά, «Ζάλογγος» – τους μπέρδεψε, φαίνεται, η γενική στον «χορό του Ζαλόγγου»).
Οσο για το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, αυτό ιδρύθηκε ως γνωστόν το 1833 και τα «επίσημα έγγραφά» του είναι κομματάκι δύσκολο να τεκμηριώσουν συμβάντα που έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 1803, δηλαδή τρεις δεκαετίες νωρίτερα.
■ «Δεν μπορούνε να λένε ότι δεν έγινε γενοκτονία στον Πόντο. 
Ο παππούς μου είχε έξι αδέρφια, σκοτώθηκαν τα πέντε και ήρθε μόνος του. 
Φαντάζεστε πόσα άτομα θα ήταν η δική μου οικογένεια αν ζούσαν όλοι αυτοί οι συγγενείς μου;».
Να φανταστούμε, με τη σειρά μας, ότι κοτζάμ καθηγητής αγνοεί πως η έννοια της γενοκτονίας προϋποθέτει κάτι παραπάνω από υψηλή θνησιμότητα – και πως η οικογενειακή μικροϊστορία δεν αποτελεί τον κατάλληλο δείκτη για την εξαγωγή συμπερασμάτων για μια ολόκληρη πληθυσμιακή ομάδα;
Με την ίδια συλλογιστική, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίστοιχο φόρο αίματος επιμέρους οικογενειών, θα μπορούσε κανείς να αναγορεύσει σε «γενοκτονία» ακόμη και τον ελληνικό εμφύλιο του 1946-1949!
Πολύ φτωχή σοδειά, μ’ άλλα λόγια. Να υποθέσουμε πως αυτό είναι όλο κι όλο το απόθεμα «των ιστορικών» πάνω στο οποίο βασίζει την καμπάνια της η εφημερίδα;
                                              ΠΗΓΗ:www.efsyn.gr/arthro/istorikoi-kai-genitsaroi                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου