Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Ζώντας με μνήμη θανάτου ...

Ὅλα, παιδιά, γίνονται γιά κάποιο λόγο. Κι ἐγώ αὐτά ἔλεγα. Γιατί νά συμβεῖ σε ἐμένα, ἔλεγα ἐγώ. Ποιός εἶσαι ἐσύ, ρέ μεγάλε; Εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ἐγώ πιστεύω στήν Παναγία καί τον Χριστό. 
Εἶμαι ὀρθόδοξος. Τα πιστεύω πολύ αὐτά τα πράγματα. 
Ό,τι γίνεται στή ζωή μας γίνεται γιὰ κάποιο σκοπό.»… (Υπάτιος Πατμάνογλου, τραγικός σύζυγος καί πατέρας, τῆς γυναίκας καί τοῦ παιδιοῦ πού χάθηκαν στό ἀτύχημα, στό πάρκινγκ τοῦ 83ου Χλμ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν -Λαμίας)
…Κι ὅταν ἔρχεται αὐτός νά διαλέξει τί θά θερίσει τή μέρα ἤ τή νύχτα, ποιόν ἄνθρωπο θά πάρει στήν σοδειά του, ἡ σιωπή σκεπάζει κάθε ἐκκωφαντικό θόρυβο. 
Κι ὅλα τα πράγματα πού ἔχουν πραγματική βαρύτητα στόν κόσμο ἀναδύονται στήν ἐπιφάνεια τῆς χλιαρῆς μας ζωῆς: τρόμος, δέος, ἀπώλεια, ἀγάπη, συντροφικότητα, συγχώρεση…
Τα λόγια τοῦ πατέρα, πού ἔζησε την προηγούμενη ἑβδομάδα το τραγικότερο ἴσως γεγονός που μπορεῖ να ζήσει ἕνας ἄνθρωπος, βλέποντας ξαφνικά σε λίγα δευτερόλεπτα την οἰκογένειά του νά ἀποτεφρώνεται, πολλούς τους ξένισαν, ἄλλους τους νευρίασαν, κάποιους τους συγκλόνισαν…  Ἐμένα μέσα στήν ἱστορικιστική μου διαστροφή, μου φάνηκε σάν να ἀκούω τον Ἐπίκτητο
ὅταν ἔλεγε πρός τους μαθητές του πώς δέν πρέπει νά θεωροῦν τίποτα στή ζωή τους ὥς δικό τους
Οὔτε την γυναῖκα καί το παιδί τους, γιατί ὅλα ἀνήκουν στούς θεούς. 
Μας τα ἔχουν δανείσει καί μπορεῖ κάποια στιγμή να μας τα πάρουν.
Ἴσως το μόνο σίγουρο πρᾶγμα πού θά συναντήσουμε πολλές φορές στήν ζωή μας καί πού μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα θά βιώσουμε καί οἱ ἴδιοι, εἶναι ὁ θάνατος. 
Εἷτε ξαφνικά, εἷτε κατόπιν μιᾶς σύντομης προειδοποίησης θά ἐπισκεφτεῖ, ἕναν γνωστό μας, ἕναν φίλο, ἕναν συγγενῆ μας, ἐμάς τους ἴδιους. 
Ὅλα ὅσα θέλουμε νά βροῦμε ἤ νά ἀποφύγουμε, εἶναι σε ἕναν μικρότερο ἤ μεγαλύτερο βαθμό ἀβέβαιο ἄν θά τα συναντήσουμε. Το μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι τον θάνατο κάπου θά τον ξαναπετύχουμε. Αὔριο, σέ ἕναν μῆνα, τοῦ χρόνου, μετά ἀπό κάποιες δεκαετίες. 
Δίπλα μας, κοντά μας, μακριά μας, ἐρχόμενος γιά ἐμάς τους ἴδιους.
Ὑπό αὐτή την ἔννοια, μᾶλλον φαντάζει ἐξαιρετικά παράλογο τό πόσο ἀφύσικο θεωροῦμε τό νά διαβάζουμε παραγράφους σάν την προηγούμενη, στο διαδίκτυο. 
Παρ’ ότι μπορεῖ καθημερινά σε ὄλες τις ἱστοσελίδες, νά διαβάζουμε γιά δεκάδες θανάτους γνωστῶν ή ἀγνώστων ἀνθρώπων. Εἶναι πραγματικά περίεργο το πόσο μακάβριο καί γρουσούζικο θεωροῦμε τό νά συζητᾶμε γιά τον θάνατο. Ἀποφεύγουμε μέ κάθε τρόπο κάθε σχετική συζήτηση ἤ σκέψη. 
Ἀκόμα καί οἱ πιό “μορφωμένοι”, “ἰσχυροί”, ἀτρόμητοι ἄνθρωποι, ἀποφεύγουν νά ἀσχοληθοῦν με τον θάνατο, μέ τήν πιό ἀστεία ἴσως ἀφέλεια ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο, μπορεῖ νά τόν διώξουν ἀπό κοντά τους.
Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί εἶχαν μεταξύ τους μία καθημερινή εὐχή: “μνημόνευε του θανάτου”… 
Οἱ πατέρες της ἐκκλησίας στά συγγράμματά τους, συχνά προτρέπουν τους Χριστιανούς νά ἔχουν “μνήμη θανάτου”. Νά θυμοῦνται πόσο κοντά τους εἶναι ὁ θάνατος… 
Κι ἄν αὐτό γιά τον σύγχρονο ἄνθρωπο θά σήμαινε κατάθλιψη, ἀκινητοποίηση, ἀπώλεια κάθε ὄρεξης νά κάνει τό ὁτιδήποτε, ἀπό ἐκείνους τότε ἐκλαμβανόταν σάν μία ἐντελῶς ἀντίθετη εὐχὴ: 
Ζῆσε τήν μέρα σου σάν νά εἶναι η τελευταία σου. 
Ἄδραξε κάθε μυρωδιά της, κάθε χρῶμα της, κάθε ἦχο της. 
Ἀδιαφόρησε γιά κάθε τι  μάταιο. 
Ζῆσε μέ τήν σύντροφό σου, μέ τά παιδιά σου, μέ τούς φίλους σου, μέ τούς συγγενεῖς σου, με τούς γνωστούς σου, σάν νά εἶναι ἡ τελευταία φορά πού τούς βλέπεις σέ αὐτόν τόν κόσμο. 
Συγχώρεσε κάθε τι μικρό πού σέ κάνει νά εἶσαι ψυχρός μαζί τους. 
Θυμήσου γιατί καί πόσο τους ἀγαπᾶς. Δείξ’ το τους καί πές το τους. 
Γιατί εἶναι “κραταιά, ὅπως ὁ θάνατος, ἡ ἀγάπη”(Ἆσμα Ἀσμάτων).
Ὅμως εἶναι καί κάτι ἀκόμα τούς ἔκανε νά βιώνουν ἀτρόμητα τούτη την μνήμη: 
Η βεβαιότητα ὅτι ὁ θάνατος ἔχει πιά νικηθεῖ. 
Ο σκοτεινός Ἄδης, ὅπου οἱ ψυχές ζοῦσαν στήν ἀπώλεια καί στήν μοναξιά, ἔχει πιά σαρωθεῖ ἀπό τον Θεάνθρωπο, με τήν Ἀνάστασή του! 
Ἔτσι ὁ Χριστός κάθεται δίπλα στό νεκροκρέβατο τῆς μητέρας του, κοιτῶντας τό ἄψυχο σῶμα της καί κρατῶντας στά χέρια του ἕνα φασκιωμένο μωρό: 
Τήν ψυχή της. 
Ὁ θάνατος πιά δέν εἶναι τό τέλος τῆς ζωῆς ἀλλά ἡ ἀρχή της στόν τόπο τῆς αἰωνιότητας.
Ἐκεῖ, σαυτόν τόν τόπο ζοῦν ὅσοι ἔφυγαν ἀπό κοντά μας. 
Εἶναι ἕνας τόπος δίπλα μας, σάν μία ἀόρατη διάσταση μές το δωμάτιό μας, πού δέν μποροῦμε νά τήν δοῦμε, ἀλλά ἀπό ὅπου οἱ ἄνθρωποι πού ἔφυγαν καί μας ἀγαποῦν,  μποροῦν νά μας βλέπουν καί νά μας ἀκοῦν. 
Αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος πού ζοῦμε καί θά ζήσουμε μαζί τους. 
Κι ὅσο κι ἄν πολλές φορές τόν φανταζόμαστε νά βρίσκεται σέ ἕνα πολύ μακρινό σύμπαν, εἶναι τόσο κοντά μας, πού ἀρκεῖ μόνο νά ψιθυρίσουμε γιά νά μας ἀκούσουν.
Ἕνα πιτσιρίκι μαθαίνοντας γιά τόν θάνατο τῆς γιαγιᾶς του, ζωγράφισε στόν τρίποδο πίνακα του δωματίου ἕναν τάφο μέ ἕναν σταυρό. Σχεδίασε στό χῶμα γύρω ἀπό τόν τάφο κι ἄλλους σταυρούς. Καί στόν οὐρανό ἀπό ἐπάνω του ἀκόμα περισσότερους. 
Ἔπαιζε γύρω ἀπό αὐτόν τον πίνακα, ἔτρεχε, γελοῦσε, κυλιόταν κάτω, κι ἐμεῖς βλέπαμε αὐτή την εἰκόνα καί μάς φαινόταν τόσο μακάβρια! 
Ὅμως γιά ἄλλη μία φορά τα μάτια ἑνός παιδιοῦ ἔβλεπαν πιό καθαρά τόν κόσμο. 
Καί ὁ θάνατος εἶχε γίνει αὐτό πού εἶναι: Ἕνα μικρό παράθυρο, στό μέγεθος ἑνός μικροῦ πίνακά, με την ζωή νά συνεχίζει ἄφοβα γύρω του το δικό της παιχνίδι.
                                                               Γιάννης Παναγιωτακόπουλος 
                                                                      themermaidtavern.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου