Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Το Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης & Εκτίμησης από το «ΔΙΚΤΥΟ» της Αννας Διαμαντοπούλου

Ο ρόλος των think tanks στην παρούσα φάση είναι σημαντικότερος από ποτέ ως εργαστήρια παραγωγής σκέψης & εφαρμόσιμων σκέψεων!!!
Οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της νέας έκφανσης του διχασμού που ενεφανίσθη μετά την απόπειρα κατά του κ. Παπαδήμου και το μεγάλο άλμα στην εξέλιξη της ΟΝΕ που κυοφορείται, είναι τα θέματα του νέου δελτίου ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟΥ.
                                                               Η χώρα στα δύο
Η τρομοκρατική ενέργεια με θύμα τον πρώην Πρωθυπουργό κ. Παπαδήμο τράβηξε την κουρτίνα να φανεί ο διχασμός που μας ταλανίζει.
Ο εθνικός διχασμός μας. Υπάρχει κάποια σκοτεινή ικανοποίηση στο να αυτοκαταστρέφεται ένα άτομο ή ένας λαός, εφόσον πιστεύει ότι δεν έχει άλλα μέσα για να αποδείξει ότι είναι κύριος της τύχης του.
Το έχουν πει οι φιλόσοφοι και οι ψυχολόγοι και το δείχνουμε συχνά, οι νεοέλληνες, με τον τρόπο μας.
Η κυβέρνηση είναι διχασμένη και διχαστική: 
Δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή αδυνατεί να προχωρήσει στον δρόμο της ιδεοληψίας και των ανεκπλήρωτων οραμάτων της. 
Παγωμένες σκέψεις σε παρόντα χρόνο.
Εκ των πραγμάτων, καλείται να προχωρήσει στον δρόμο της αγοράς και αυτός ο εξαναγκασμός της προκαλεί, ευλόγως, επιδείνωση της προαναφερθείσας διαταραχής.
Κατά τον Κώστα Αξελό άλλωστε:
«Ο διάλογος των Νεοελλήνων με την αυτο-συνείδηση είναι δύσκολο να επιχειρηθεί».

Η ελληνική κοινωνία έχει διχαστεί όχι με τον συνηθισμένο αλλά με τον άσχημο τρόπο. 
Ο διχασμός είναι η συνήθης κατάστασή μας, όχι η εξαίρεση. 
Όταν βρισκόμαστε σε συνηθισμένους, χαμηλής έντασης διχασμούς μπορεί και να μην το αντιλαμβανόμαστε. 
Μια τέτοια περίπτωση ήταν η σύγκρουση τρικουπικών και δηληγιαννικών στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ερώτηση «ποια είναι η πολιτική σας;» ο Θεόδωρος Δηληγιάννης απαντούσε «Η αντίθετος της του κ. Τρικούπη».
Τα χρόνια της κρίσης σχεδόν όλοι πήραν θέσε σε αυτόν τον υπό εξέλιξη εθνικό διχασμό. 
Δεν αντιμετωπίζουν πλέον τους αντιπάλους ως πολιτικά διαφορετικούς και ιδεολογικά απέναντι. Αλλά ως εχθρούς.
Με αυτό το κλίμα θα προχωρήσουμε προς τις εκλογές
Η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο, καθώς η μεν Κυβέρνηση πρέπει να διατηρήσει τις ελπίδες για διατήρηση του ποσοστού της στο 20% με κάθε (διχαστικό) τρόπο, η δε αντιπολίτευση θα επαναφέρει το δικό της (διχαστικό) δίλημμα «να μείνει ή να φύγει ο Τσίπρας».
Δυστυχώς, ενδιάμεση τάση – πρόταση, όπως εξελίσσονται τα γεγονότα και αν δεν αλλάξει κάτι που θα πείσει του πολίτες που κατανοούν την απειλή του διχασμού, δύσκολα θα επιβιώσει.
Με τέτοιο όμως, κλίμα η χώρα είναι καταδικασμένη να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ανάπτυξη είναι η κοινωνική και πολιτική συναίνεση στις μείζονες εθνικές επιλογές. Και άλλα Κράτη ταλανίζονται από εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ίσως και οξύτερες ημών, διατηρούν όμως, στο εθνικό υποσυνείδητο την εθνική προτεραιότητα.
Η Ελλάδα, όμως, είναι χωρισμένη στα δύο. Είναι δύο χώρες. Ο διχασμός δεν είναι επιπόλαιος, επίπλαστος ή επιφανειακός. Είναι οξύς και βαθύς. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως κινήσεις αποσυμπίεσης, πρότυπα συναίνεσης, συνεννόηση. Ο ρόλος και ο λόγος όσων έχουν δημόσιο λόγο και κοινωνική αναφορά, καθώς και των ηγετών των κομμάτων και των ΜΜΕ είναι πλέον ιστορικά φορτισμένος με το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στον καθένα.
Όσες απέλπιδες φωνές προσπαθούν να υπονοήσουν την πιθανότητα ευρείας συναίνεσης, έστω και υπό το καθεστώς πανικού, μάλλον κινούνται στη σφαίρα του ανέφικτου, δεδομένου του κλίματος κυβερνητικής αναξιοπιστίας και της δρομολόγησης που έχει πάρει πλέον η πολιτική δυναμική κυρίως της αντιπολίτευσης. 
                                                       Το μεγάλο άλμα της ΟΝΕ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τις προτάσεις της για την εξέλιξη της ΟΝΕ[1].
Το αντικειμενικό όμως, πρόβλημα μιας θεμελιώδους έλλειψης ευθυγράμμισης μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, παραμένει. 
Με δεδομένη τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ τους, οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών έγιναν χειρότερες και η αναστροφή του ρεύματος, θα απαιτούσε είτε την επιστροφή σε εθνικά νομίσματα είτε φορολογικές μεταβιβάσεις είτε πολιτική ένωση.
Η νομισματική ένωση κατασκευάστηκε χωρίς μια πολιτική ένωση και πλέον ελάχιστοι τολμούν να το προτείνουν στους λαούς. 
Μια πραγματική πολιτική ένωση δεν θα έχει επί του παρόντος επαρκή πολιτική υποστήριξη. Αυτοί οι περιορισμοί φυσικά περιορίζουν τις μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης.
Οι προτάσεις έχουν γίνει πιο μετριοπαθείς: κοινή χρηματοδότηση για έναν προϋπολογισμό της ευρωζώνης, αλλά τίποτα που δεν θα άλλαζε τη θεμελιώδη δομική προβληματική ευθυγράμμιση της ευρωπαϊκής οικονομίας. 
Όλα όσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος, θα απαιτούσαν αλλαγή της συνθήκης και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, εν μέρει και λόγω του χρονοδιαγράμματος του Brexit.
Το ινστιτούτο Delors, με το οποίο το ΔΙΚΤΥΟ συνεργάζεται, παρουσίασε τη μελέτη του Hendrik Enderlein, του Enrico Letta κ.ά., σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί ότι η ευρωζώνη θα επιστρέψει σε ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη.[2]
Οι προτάσεις των συγγραφέων, προσπαθούν να συνδυάσουν τις αντιφατικές ιδέες και προτεραιότητες των βόρειων και νότιων κρατών μελών της Ένωσης.
Οι συντάκτες προτείνουν τρεις γενικές κατηγορίες δράσεων.
►Η πρώτη είναι η ενίσχυση του ESM και η περαιτέρω ενίσχυση της τραπεζικής ένωσης για την αύξηση της αντοχής απέναντι σε κρίσεις της ευρωζώνης.
►Η δεύτερη, είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο κρατών, προκειμένου να επιτευχθεί σύγκλιση και ανάπτυξη.
►Και η τρίτη - αλλά μακροπρόθεσμα - μια πραγματική οικονομική και νομισματική ένωση με σημαντική συμμετοχή όλων απέναντι στους κινδύνους και ως αντιπαροχή μεταβίβαση κυριαρχίας στο κοινό κέντρο.
Κατά την άποψή μας, η μόνη ρεαλιστική πρόταση θα ήταν μια ατζέντα συγκεκριμένων βημάτων, η οποία θα εισήγαγε τις διάφορες παροχές και αντιπαροχές σε ένα σαφώς καθορισμένο χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε εκ των προτέρων, όπως η διαδικασία που δημιούργησε το ευρώ.
Το βασικό σημείο αμφιβολίας μας έγκειται στο ότι οι τεχνικές προτάσεις που παρουσιάζονται, σε σχέση με μια κοινή φορολογική πολιτική ή την πολιτική ένωση, παραείναι αισιόδοξες.
Η γερμανική πολιτική υποστήριξη για τις πολιτικές διάσωσης σε επίπεδο ευρωζώνης και η νομική ευελιξία πλησιάζουν ένα απόλυτο όριο, το οποίο μπορεί να ξεπεραστεί μόνο από μια επόμενη κρίση.
Οι προτάσεις των συντακτών τόσο της Επιτροπής όσο και άλλων φορέων και think tanks θα είναι πολύ πιο δύσκολο να υλοποιηθούν ακόμα και από μία πλήρη πολιτική ένωση που θα προέλθει με αλλαγή των συνθηκών, τα εθνικά δημοψηφίσματα και μια τελετουργική μεταβίβαση της κυριαρχίας.
Ο λόγος έγκειται στους πολιτικούς και νομικούς περιορισμούς της διακυβερνητικής διαδικασίας. 
Το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο, για παράδειγμα, ισχυρίστηκε ότι ο σημερινός μηχανισμός διάσωσης συμμορφώνεται με το γερμανικό συνταγματικό δίκαιο, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί . 
Η μεταφορά κυριαρχίας επί των αποφάσεων του ESM από το εθνικό κοινοβούλιο στο ΕΚ θα ήταν προς το παρόν αντισυνταγματική σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο.
Με την πιθανή είσοδο στη νέα γερμανική βουλή του ευρωφοβικού AfD και του FDP οι πολιτικές πλειοψηφίες υπέρ των ριζοσπαστικών λύσεων της ευρωζώνης δεν πρόκειται ενισχυθούν.
Στην ίδια χορεία χωρών βέβαια πρέπει να συμπεριλάβουμε και τη Φινλανδία, την Ολλανδία, τις χώρες της Αν. Ευρώπης που από διαφορετική αφετηρία η κάθε μία διάκεινται επιφυλακτικά απέναντι σε ραγδαίες εξελίξεις στην ΟΝΕ.
Υπάρχει μόνο μία στρατηγική η οποία, κατά την άποψήμας, θα μετατόπιζε τη θέση της Γερμανίας στην ευρωζώνη προς την κατεύθυνση τουάλματος προς τα εμπρός: η απειλή ότι η αποτυχία εξέλιξης και βελτίωσης της ΟΝΕ,θα αποτελούσε σαφή και κίνδυνο για το μέλλον του ευρώ γενικότερα, και κατ’επέκταση για τη γερμανική οικονομία και προφανώς και για την υστεροφημία τηςκας. Μέρκελ.
Τι θα γίνει όταν μετά τη λήξη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης η Ιταλία βρεθεί σε αδιέξοδο; Πώς θα μπορέσει η χώρα να ανανεώσει το δυσθεώρητο χρέος της χωρίς το QE; 
πώς θα αντέξει η Καγκελάριος να «σκάσει» στα χέρια της η ιταλική οικονομία;
Χρειάζονται πολιτικές συμμαχίες και ισχυρός πειστικός λόγος για το μεγάλο άλμα της ΟΝΕ που θα είναι προς το κοινό καλό.
Η προσπάθεια να εργάζεται κανείς εντός των ορίων του διακυβερνητικού συστήματος μπορεί να αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πνευματική πρόκληση, αλλά δεν πρόκειται να μας οδηγήσει οπουδήποτε στην πράξη.
                                         Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου
                            Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας - Συνεργάτης Δικτύου
[1] https://ec.europa.eu/greece/news/20173105_leuki_vivlos_tropoi_embathinsis_el 
[2] http://www.institutdelors.eu/media/repair-and-prepare-growth-and-the-euro-after-brexit.pdf?pdf=ok
ΠΗΓΗ:todiktio.eu/index.php/activity/deltia-politikis-analysis/item/752-deltio-politikis-analysis-ki-ektimisis-ar-45
                                     Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 45)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου