Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μαθήματα Οικονομίας από την Αθηναϊκή Δημοκρατία


Η οικονομική και πολιτική Δημοκρατία της Αθήνας εδραιώθηκε αποτελεσματικά σχεδόν για δύο αιώνες επειδή συνδύασε την οξυδέρκεια μεγάλων μεταρρυθμιστών ηγετών με την σοφία ενός λαού που ήξερε να εκτιμά και να αποδέχεται τις όποιες ατομικές θυσίες προκειμένου να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο κίνδυνο.
=================================================================
 Η Κλασσική Αθήνα και οι θεσμοί της συνεχίζουν να αποτελούν ακόμη και σήμερα, μετά από 2500 χρόνια, αντικείμενο ενδιαφέροντος από πολλούς επιστημονικούς κλάδους αλλά και πηγή έμπνευσης για τις σύγχρονες Δυτικές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες. 
Στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μια ευάριθμη ομάδα οικονομολόγων εδώ & 12 χρόνια, ασχολείται με τα φαινόμενα της οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης της αρχαίας Αθήνας ερευνώντας, δημοσιεύοντας και φυσικά διοργανώνοντας επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια
Έτσι, τις 23 & 24 Νοεμβρίου 2015 διοργανωθηκε συνέδριο με θέμα «Οικονομία & Δημοκρατία», με την συμμετοχή Ελλήνων και ξένων ειδικών από διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών: Ιστορία, Πολιτική Επιστήμη, Δίκαιο και Οικονομία. 
Με αφετηρία την Αθηναϊκή Δημοκρατία εστίασαν στην πρόσφατη παγκόσμια κρίση και κυρίως στην κρίση στην Ευρωζώνη, κρίσης οι οποίες ανέδειξαν σοβαρά προβλήματα στην λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, στην δυνατότητα ελέγχου της πολιτείας επί των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των χρηματαγορών αλλά και ένα έλλειμμα δημοκρατίας στην λειτουργία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν θέλαμε συνοπτικά να περιγράψουμε το θαύμα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας θα λέγαμε ότι ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης θεσμικά δεσμευμένων πολιτών που αναζητούσαν την προσωπική τους ευημερία μέσα σε ένα εξελισσόμενο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο εγγυόταν το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική δικαιοσύνη. 
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία λειτούργησε αποτελεσματικά μετά την μεταρρύθμιση του Κλεισθένη στα τέλη του 6ου αι. και για δύο αιώνες περίπου. Την περίοδο αυτή η Αθήνα ήταν μια πόλις-κράτος 250.000 έως 300.000 κατοίκων με μια οικονομία κυρίως γεωργική, με πολλά εργαστήρια οικιακής παραγωγής και ανεπτυγμένο εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο. 
Η Αθήνα εισήγαγε τεράστιες ποσότητες σιτηρών για να θρέψει τον πληθυσμό της, όπως και ξυλεία, ενώ εξήγαγε κυρίως βιοτεχνικά προϊόντα αλλά και λάδι, κρασί, ασήμι και μάρμαρο. 
Ωστόσο, οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις του ελληνικού χώρου της εποχής ήταν η Κόρινθος, η Σάμος, η Αίγινα και κάποιες πόλεις της Ιωνίας. 
Η Αθήνα δεν διέθετε ακόμη ικανό πολεμικό στόλο, γι’ αυτό και κατά την πρώτη περσική εισβολή το 490 π.Χ. επέλεξε να αποκρούσει τους Πέρσες στην στεριά, στον Μαραθώνα. 
Πριν την 2η περσική εισβολή, 10 χρόνια αργότερα, ο Θεμιστοκλής, έχοντας κατανοήσει την σημασία του πολεμικού στόλου, κατόρθωσε με την ψήφιση του περίφημου «Ναυτικού Ψηφίσματος» το 481 π.Χ., να ναυπηγήσει 100 νέες τριήρεις. 
Χάρη στο Θεμιστοκλή, οι Αθηναίοι αντιλήφθηκαν ότι για να αντιμετωπίσουν τη θανάσιμη εξωτερική απειλή της πλούσιας και πολυάριθμης περσικής αυτοκρατορίας ήταν αναγκαία η δημιουργία ικανής ναυτικής δύναμης, η οποία όμως επέφερε μεγάλους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και μεταρρυθμίσεις.
Στην αρχαιότητα, η δημιουργία και η συντήρηση στόλου απαιτούσε οικονομικούς πόρους πολλαπλάσιους από τους στρατούς ξηράς. Για να βρεθούν οι πόροι αυτοί ήταν αναγκαία μια ριζική αναδιάρθρωση των δημοσίων οικονομικών. 
Τα δημόσια έσοδα ήταν μικρά, και αποτελούνταν κυρίως από προσόδους δημοσίων γαιών, δασμούς, πρόστιμα και λάφυρα πολέμου. 
Στα 483-482 π.Χ. ανακαλύφθηκε μια ιδιαίτερα πλούσια φλέβα αργύρου στα ορυχεία του Λαυρίου που υπολογιζόταν να αποφέρει συνολικά έσοδα περίπου 600.000 αθηναϊκών δραχμών ή 100 ταλάντων. 
Ως μέτρο σύγκρισης, την εποχή εκείνη το ημερομίσθιο ενός ειδικευμένου τεχνίτη ήταν μια δραχμή. Τα έσοδα αυτά επαρκούσαν για να καλύψουν τις τρέχουσες κρατικές δαπάνες και θα μπορούσαν ενδεχομένως να διανεμηθούν σε όλους τους Αθηναίους. Εντούτοις, ο Δήμος αποφάσισε να χρησιμοποιηθούν για τη ναυπήγηση 100 νέων τριήρεων.
----------------------------------------------
Το «Ναυτικό Ψήφισμα» αποτελεί το πρώτο παράδειγμα εφαρμογής αυτού που θα ονομάζαμε ως «Οικονομική Δημοκρατία», ήτοι μια διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με πολιτικές επιλογές μέσω της άμεσης ψηφοφορίας των πολιτών, δι’ ανατάσεως της χειρός και χωρίς την διαμεσολάβηση οργανωμένων πολιτικών κομμάτων στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου. 
Η «Εκκλησία» λειτουργούσε έτσι και ως υποκατάστατο του μηχανισμού της αγοράς όπου ανταλλάσσονταν πληροφορίες, καθορίζονταν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, εκφράζονταν οι δημόσιες επιλογές για το είδος της δημόσιας δαπάνης, προσδιορίζονταν οι τιμές των δημόσιων αγαθών και κατανέμονταν τα φορολογικά βάρη
Ταυτόχρονα, αυτή η επιλογή χρηματοδότησης των δημοσίων αγαθών μέσω δημοκρατικών συλλογικών αποφάσεων διευκόλυνε τις διαδικασίες με αποτέλεσμα την μείωση αυτού του κόστους (που σήμερα αποκαλείται «κόστος των συναλλαγών») το οποίο αφορά στον ορισμό της αξίας των πλοίων, της αξίας της περιουσίας των λειτουργών, του κόστους των παραγωγικών συντελεστών, την στρατολόγηση των ναυτών κλπ.
Μέσω του «Ναυτικού Ψηφίσματος» οι Αθηναίοι πολίτες κλήθηκαν να επιλέξουν μεταξύ άμεσης ιδιωτικής ωφέλειας ή παραγωγής ενός δημοσίου αγαθού, της εθνικής άμυνας, με την κατασκευή νέων τριήρεων. 
Μετά τη νίκη στην Σαλαμίνα, το σύστημα χρηματοδότησης του Αθηναϊκού στόλου βελτιώθηκε δια της εισαγωγής της Λειτουργίας της «Τριηραρχίας», σε συνέχεια των ήδη υφισταμένων Λειτουργιών της «Χορηγίας», της «Εστίασης» και της «Γυμνασιαρχίας». 
Η Πόλις αναλάμβανε πλέον την κατασκευή των πλοίων, αλλά ανέθετε τη διαχείριση, τη συντήρηση και την διοίκησή τους σε πλούσιους Αθηναίους που εκλέγονταν κάθε έτος για το σκοπό αυτό. Παράλληλα, η Πόλις ενέγραφε υποθήκη στην περιουσία των Αθηναίων που είχαν επιλεγεί ώστε να εξασφαλίσει την εκτέλεση του έργου, παρ’όλο που οι πολίτες θεωρούσαν γενικά τιμή τους την ανάθεση της ευθύνης της τριηραρχίας. 
Για την αποφυγή τυχόν εισφοροδιαφυγής οι Αθηναίοι εφηύραν το θεσμό της «Αντιδόσεως», σύμφωνα με τον οποίο αν κάποιος πλούσιος Αθηναίος και υποψήφιος λειτουργός δήλωνε αδυναμία συμμετοχής, κινδύνευε να δεχτεί την πρόκληση της ανταλλαγής του συνόλου της περιουσίας του από οποιονδήποτε επίδοξο πολίτη ήθελε να τον αμφισβητήσει. 
Μετά το 378-377, και λόγω του ολοένα και πιο δυσβάστακτου κόστους, μετά τους συνεχείς πολέμους, θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα ομαδικής καταβολής των εξόδων της τριηραρχίας και των άλλων λειτουργιών από τις λεγόμενες «συμμορίες», που αποτελούνταν από ομάδα πλούσιων Αθηναίων. Ο Δημοσθένης, στον λόγο του Περί του Στεφάνου της Τριηραρχίας, αναφέρει μέχρι και 16 συν-τριήραρχους γύρω στα 350 π.Χ.
Ωστόσο, η μετατροπή της Αθήνας σε ναυτική δύναμη είχε επίσης θεμελιακές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις στο εσωτερικό της. 
Στην Αθήνα μετά τον Σόλωνα, οι ελεύθεροι πολίτες ήταν διαιρεμένοι σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με την περιουσία τους. 
Η 4η και φτωχότερη τάξη, οι Θήτες είχαν περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, μπορούσαν δηλαδή να ψηφίζουν στην Εκκλησία του Δήμου, αλλά όχι και να εκλέγονται σε πολιτικά και διοικητικά αξιώματα. 
Μέχρι τότε οι 3 πλουσιότερες τάξεις καλούνταν να υπηρετήσουν στο στρατό της Αθήνας, συνολικής δύναμης 12.000 ανδρών περίπου, ως οπλίτες & ιππείς, με δικά τους έξοδα και οπλισμό. 
Η επάνδρωση του στόλου των 200 συνολικά τριήρεων απαιτούσε επιπλέον 40000 ναύτες, και ως λύση προτάθηκε οι Θήτες να επιστρατευθούν ως κωπηλάτες. Η στρατιωτική θητεία αποτελούσε την κύρια υποχρέωση των πολιτών, πράγμα που θα έδινε σε όσους Θήτες αλλά και μέτοικους υπηρετούσαν στον στόλο, πλήρη πολιτικά δικαιώματα
Η σωτηρία της Αθήνας χάρη στην μετατροπή της σε ναυτική δύναμη είχε ως αποτέλεσμα την διεύρυνση της Δημοκρατίας, εφαρμόζοντας έμπρακτα τις αρχές της ισηγορίας και της ισονομίας.
Η ύπαρξη ενός ισχυρού πολεμικού στόλου στήριξε την άνοδο της Αθήνας σε ακμάζουσα εμπορική ναυτική δύναμη με εξαγωγές βιοτεχνικών αγαθών και επεξεργασμένων γεωργικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας (όπως μελιού, κρασιού και ελαιόλαδου). 
Ακόμη και αν ο πολεμικός στόλος ήταν πολυδάπανος στην συντήρηση και τον εξοπλισμό του, τα συνολικά οφέλη από αυτόν υπερτερούσαν κατά πολύ της θυσίας των δαπανών. 
Παρ’όλα αυτά, τα οφέλη της θαλασσοκρατορίας δεν διαμοιράζονταν εξίσου σε όλους
Η ανάπτυξη ωφελούσε κάθε Αθηναίο πολίτη, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. 
Από τη μια, κτηνοτρόφοι, βοσκοί, γεωργοί και κτηματίες ωφελούνταν λόγω της αυξημένης ζήτησης για τα προϊόντα τους. Από την άλλη, όμως, ωφελούνταν συγκριτικά λιγότερο από τους τεχνίτες, τους βιοτέχνες και τους εμπόρους που ήταν οι άμεσα ωφελούμενοι από το θαλάσσιο εμπόριο. 
Εξάλλου, στην Αθήνα τα τακτικά φορολογικά βάρη ποτέ δεν επιμερίζονταν εξίσου σε όλους τους πολίτες. Πάντοτε κάποιοι επιβαρύνονταν συγκριτικά περισσότερο. 
Χάρη στον θεσμό της τριηραρχίας, οι πλουσιότεροι πολίτες (κτηματίες, έμποροι, βιοτέχνες και εφοπλιστές) που ωφελούνταν περισσότερο από την κατανάλωση του δημοσίου αγαθού «εθνική άμυνα-στόλος», επιβαρύνονταν φορολογικά περισσότερο. 
Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση της περσικής εισβολής επέφερε όλες εκείνες τις θεσμικές και οικονομικές μεταβολές που δημιούργησαν μια αποτελεσματική δομή κινήτρων ευνοϊκή για την οικονομική ανάπτυξη. Απόδειξη αυτής της ανάπτυξης και της παραγωγής σημαντικού πλεονάσματος ήταν τα μεγάλα και πολυδάπανα δημόσια έργα που κατασκευάστηκαν ακριβώς εκείνη την περίοδο, όπως τα Μακρά Τείχη, οι ναυτικές εγκαταστάσεις στα λιμάνια του Πειραιά και φυσικά τα έργα στην Ακρόπολη, με κορυφαίο τον Παρθενώνα.
Η σύγχρονη «Θεσμική Οικονομική Ανάλυση» εξηγεί την μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη ως αποτέλεσμα επιτυχούς επιλογής εκείνων των θεσμών που διευκολύνουν και προωθούν τις οικονομικές συναλλαγές για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Στην περίπτωση της Αθήνας, προκειμένου να αποκρουσθεί η περσική εισβολή, οι πολίτες αποφάσισαν δημοκρατικά να επενδύσουν καταρχήν τα δημόσια έσοδα των ορυχείων του Λαυρίου στην άμυνα και στην κατασκευή ενός ισχυρού πολεμικού στόλου και να αναθέσουν εν συνεχεία στο νέο θεσμό της τριηραρχίας την εξαιρετικά δαπανηρή συντήρηση και λειτουργία του. 
Το ύψος των αναγκαίων επενδύσεων ήταν τόσο μεγάλο και το μέγεθος και η οργάνωση των επιχειρήσεων κατασκευής και συντήρησης ήταν τέτοια που οδήγησαν σε μια αναδιανομή των πολιτικών δικαιωμάτων και στην παγίωση τους. 
Η οικονομική & πολιτική Δημοκρατία της Αθήνας εδραιώθηκε αποτελεσματικά σχεδόν για δύο αιώνες επειδή συνδύασε την οξυδέρκεια μεγάλων μεταρρυθμιστών ηγετών, όπως οι Κλεισθένης, Θεμιστοκλής και Περικλής, με την σοφία ενός λαού που ήξερε να εκτιμά & να αποδέχεται τις όποιες ατομικές θυσίες προκειμένου να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο κίνδυνο, αυτόν της εξωτερικής εισβολής.
                                          ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
AMEMIYA, T. (2007), Economy and Economics in Ancient Greece, London: Routledge.
ARVANITIDIS P.A. and KYRIAZIS N. C. (2013) “Democracy and Public Choice in Classical Athens”, Peace Economics, Peace Science, and Public Policy, 19 (2): 213-248
DAVIES, J K. (1981), Wealth and the power of wealth in Classical Athens, New York: Arno Press.
GABRIELSEN V. (1994), Financing the Athenian Fleet: Public Taxation and Social Relations. Baltimore: Johns Hopkins University Press.
GLOTZ, G. (1953), La cité grecque, Paris: Editions Albin Michel.
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Α.Δ. (2007), Αρχαιοελληνική πρωτοπορία στα οικονομικά, Αθήνα, Παπαζήσης.
KYRIAZIS N. & ZOUBOULAKIS, M. (2004), “Democracy, sea power and institutional change. An economic analysis of the Athenian Naval Law”, European Journal of Law and Economics, 17 (1): 117-132.
ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ν. (2014), Δημοκρατία και πόλεμος, Αθήνα: Ευρασία.
ΚΥΡΤΑΤΑΣ, Δ. (2014), Μαθήματα από την Αθηναϊκή Δημοκρατία, Αθήνα, Εκδόσεις του 21ου.
MOSSE, C. (2003), Πολιτική και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, Σαββάλας.
NORTH, D.C. (1981), Δομή και μεταβολές στην οικονομική ιστορία, Αθήνα, Κριτική, 2000.
NORTH, D.C. (1990), Θεσμοί, θεσμική αλλαγή και οικονομική επίδοση, Αθήνα, Παπαζήσης, 2006.
OBER, J. (1989), Mass and Elite in Democratic Athens: Rhetoric, Ideology, and the Power of the People, Princeton: Princeton University Press.

ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ Μ.Β. (1999), Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
                                                    ΜΙΧΑΗΛ Σ. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ
               καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου