Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Γιορτάζοντας την «Εκατονταετηρίδα της Ελληνικής Παλιγγενεσίας»


Στα νεοτερικά κράτη, οι εθνικές επέτειοι κατέχουν σημαίνουσα θέση: εμπεδώνουν το κοινωνικό status quo, συμβάλλουν στην αποκρυστάλλωση των εθνικών μύθων, ενισχύουν το εκάστοτε κρατικό εθνικό αφήγημα.
Όντας πολιτικές τελετουργίες μαζικού χαρακτήρα, μπορούν να ιδωθούν κατεξοχήν ως μια πυκνή και σημαίνουσα δομή που αφορά το συλλογικό παρελθόν και την σχέση της κοινωνίας με αυτό. Είναι, δηλαδή, νευραλγικοί δείκτες της ιστορικής κουλτούρας μιας εποχής και πολύτιμες ενδείξεις για την δημόσια χρήση της ιστορίας. Όταν, μάλιστα, οι επέτειοι αφορούν γεγονότα ενός παρελθόντος αρκετά κοντινού ώστε να υπάρχει αρκετό διαθέσιμο πληροφοριακό υλικο και ταυτόχρονα αρκετά μακρινού ώστε να μπορεί να συγκριθεί με πιο πρόσφατες περιόδους, τότε το θέμα γίνεται αμέσως πολύ πιο ενδιαφέρον.
 Η περίπτωση στην οποία θα αναφερθώ είναι ο εορτασμός από τα 100 χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας, το 1930. Ο σχεδόν εντελώς ανεξερεύνητος από την ιστοριογραφία εορτασμός αυτός, αποτελεί ουσιαστικά την κατάληξη του σχεδιαζόμενης ως γιορτής για την εκατονταετηρίδα από την έναρξη της Επανάστασης του 1821: οι επιπλοκές της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αποτρέπουν τον προγραμματισμένο εορτασμό του 1921, με αποτέλεσμα να μετατεθεί με τον νόμο 3009/1922 το μεγάλο γεγονός για το 1930. Μετά από μια μακροχρόνια αναμονή, κατά την οποία οι αναφορές στο θέμα δεν είναι τόσο πυκνές, ανασυστήνεται τον Δεκέμβριο του 1928 η «Κεντρική Επιτροπή προς εορτασμόν την Εκατονταετηρίδος της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Επικεφαλής τίθεται συμβολικά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης, ενώ η θεματική του εορτασμού μετατοπίζεται στην ελληνική ανεξαρτησία και όχι πλέον στην έναρξη της Επανάστασης.
Οι εορτασμοί ξεκινούν στις 25 Μαρτίου και διαρκούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με έμφαση όμως σε αυτούς που πραγματοποιούνται την πρωτεύουσα, οι οποίοι είναι και οι μεγαλοπρεπέστεροι. Πέρα από το συμβολικό βάρος που έχει η Αθήνα, πρέπει να λάβουμε υπόψη και την χρονική συγκυρία: πρόκειται για μία περίοδο κατά την οποία ο εθνικός χώρος βρίσκεται σε διαδικασία σταδιακής ομογενοποίησης και πολιτισμικής ενοποίησης – οι «Νέες Χώρες», άλλωστε, ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μόλις 17 χρόνια πριν. Έτσι, οι εορτασμοί της πρωτεύουσας, οι οποίοι διαρκούν περίπου έναν μήνα, συγκεντρώνουν την μεγαλύτερη φροντίδα της βενιζελικής κυβέρνησης της «Μεγάλης Τετραετίας» 1928-1932. Παράλληλα, βέβαια, πραγματοποιούνται και μικρότερης έκτασης εορτασμοί στην επαρχία, οι οποίοι συνίστανται κυρίως στην δημιουργία ενός ευρέως δικτύου συλλογικής μνήμης που αφορά το 1821: εκατοντάδες προτομές, ανδριάντες και άλλα μνημεία ανεγείρονται είτε κατά το εορτάσιμο έτος, είτε εν αναμονή του, σε ολόκληρη την χώρα.
Το τυπικό των εορτασμών στην Αθήνα περιλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία ήδη υπάρχοντα από τον 19ο αιώνα: κανονιοβολισμούς από τον Λυκαβηττό, στρατιωτικές παρελάσεις, θρησκευτικές πομπές. Ωστόσο, αποκρυσταλλώνονται και νέα, δυναμικά στοιχεία που ανταποκρίνονται στην επιβλητικότητα που η κυβέρνηση ήθελε να δώσει στον εορτασμό: μαζικές τελετές στο Παναθηναϊκό Στάδιο – οργανωμένες είτε από το Λύκειο Ελληνίδων είτε από την ίδια την κυβέρνηση –, ιστορικές αναπαραστάσεις, μακρές πομπές ιστορικού χαρακτήρα με τη συμμετοχή του Στρατού, σημαντικών θεσμών και διαφόρων σωματείων. Αν και τα στοιχεία αυτά μπορεί να είχαν ξαναεμφανιστεί κατά μόνας, η μεγαλειώδης σύνθεση που επιχείρησε η κυβέρνηση αντλούσε νόημα από την ίδια την σημασία με την οποία είχε η ίδια – αλλά και οι αντιπολιτευόμενοι της αστικής μερίδας – επενδύσει την περίσταση. Οι εντυπωσιακότερες τελετές του εορτασμού της εκατονταετηρίδας – βάσει του μεγέθους τους και του αντίκτυπου που φαίνεται πως είχαν σύμφωνα με τον Τύπο – ήταν τέσσερις. Πρώτον, η επίσημη έναρξη στις 25 Μαρτίου1, όπου πραγματοποιήθηκε δοξολογία στην Μητρόπολη, τελετή στο Πανεπιστήμιο, στρατιωτική παρέλαση στο κέντρο της πόλης, στεφάνωμα ανδριάντων στα Προπύλαια από καθηγητές του Πανεπιστημίου και πανηγυρική συνεδρία στην Ακαδημία. Το βράδυ φωταγωγήθηκε η πόλη και διεξήχθη λαμπαδηφορία. Δεύτερον, η τελετή που διοργάνωσε το Λύκειο Ελληνίδων στις 6 Απριλίου στο Παναθηναϊκό Στάδιο2 – στην οποία αναφέρεται πως συγκεντρώθηκε πλήθος πολλαπλάσιο της χωρητικότητας του Σταδίου, με τις αντίστοιχες διαμαρτυρίες εκ μέρους της αντιπολίτευσης να εκφράζουν την γενική δυσαρέσκειά της απέναντι στο κυβερνητικό έργο –, της οποίας ο πυρήνας ήταν η παρέλαση ηθοποιών που υποδύονταν αγωνιστές και βασιλείς. Η παρέλαση αυτή, με την ακολουθία που παρουσίαζε, δομούσε και εμπέδωνε έναν κανόνα σχετικά με το ποιος και τι είχε σημασία για την Επανάσταση. Είναι σημαντικό να δούμε την συγκεκριμένη τελετή, εκτός των άλλων, και ως θέαμα∙ ως μια ισχυρότατη, για τα δεδομένα της εποχής, εικόνα, η οποία με τον άμεσο χαρακτήρα της επιτύγχανε ευκολότερα τον ιδεολογικό της στόχο. Τρίτον, η τελετή που οργανώθηκε στο Στάδιο στις 21 Απριλίου3 και αφορούσε κυρίως τους «εθνικούς πολέμους» του 1912-1922. Στον εορτασμό αυτόν παρελαύνουν ανάπηροι από τους Βαλκανικούς Πολέμους, την Μικρασιατική Εκστρατεία και την εκστρατεία στην Ουκρανία, καθώς και στρατιωτικά τμήματα και φαντάροι με ενδυμασία της εποχής της Επανάστασης. Επιπλέον, ο Μητροπολίτης Αθηνών ευλογεί τα λάβαρα της Επανάστασης και ο Ζαΐμης στα στεφανώνει. Έτσι, πραγματοποιείται σε σημειολογικό επίπεδο μια ισχυρή σύνδεση του 1821 με τους πρόσφατους πολέμους, και δημιουργείται μια γενεαλογία αγώνων υπέρ του έθνους. Τέταρτον, η πομπή της 27ης Απριλίου4, η οποία ξεκίνησε με έναν κανονιοβολισμό και διέσχισε το κέντρο της πόλης με κεντρικό προορισμό την Ακρόπολή. Σε αυτήν παρουσιάστηκε άλλος ένας κανόνας μέσω αναπαραστάσεων, που αυτή τη φορά αφορούσε όλο το αφήγημα της ελληνικής ιστορίας, από την Αρχαιότητα έως τους πρόσφατους «εθνικούς πολέμους». 
Επιπλέον, περιελάμβανε στρατιωτικά τμήματα, ιερείς, νοσοκόμες, προσκόπους, ομογενείς, κ.ά. Τελικά, η ευλογημένη από τον Μητροπολίτη σημαία υψώθηκε στην Ακρόπολη από τον Ζαΐμη ενώ ψαλλόταν ο Εθνικός Ύμνος. Η στιγμή όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υψώνει στην Ακρόπολη την σημαία την οποία ευλογεί ο Μητροπολίτης είναι ίσως η πιο πυκνή σημειολογικά στιγμή όλων των εορτασμών ∙ επιστρατεύονται όλα τα ισχυρά σύμβολα της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης, ως κορύφωση μάλιστα μιας πομπής που αναπαριστά όλο τον κανόνα περί της συνέχειας του ελληνικού έθνους: οι διάφορες περίοδοι αποτελούν μια πομπή, αξεδιάλυτη, και όχι πολλές μικρές. Η δραματουργία, συνεπώς, με την οποία στήθηκε το όλο γεγονός μάς δείχνει πως υπάρχει μια ξεκάθαρη επιτελεστικότητα που λειτουργεί με τον γλαφυρότερο και εντονότερο τρόπο που θα ήταν δυνατόν με τα μέσα της εποχής.
 Ως προς την πολιτική διαχείριση του εορτασμού – θέμα που προφανώς δεν μπορεί καν να σκιαγραφηθεί αδρομερώς στα πλαίσια του άρθρου αυτού – περιορίζομαι στο ζήτημα της προόδου: η θεματική μετατόπιση από την έναρξη της Επανάστασης στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους έδωσε την ευκαιρία για ευρείες δημόσιες συζητήσεις σχετικά με τα επιτεύγματα και τις ελλείψεις του κράτους στην παρελθούσα εκατονταετηρίδα – συζητήσεις που επεκτάθηκαν και μέχρι να ανώτατα κλιμάκια: ο ίδιος ο Βενιζέλος, στα πλαίσια του εορτασμού στην Αγία Λαύρα, τόνισε πως πως κατά τον αιώνα που πέρασε η Ελλάδα ξεπέρασε την παιδική ηλικία, και εισήλθε στην εφηβική. Το προφανές επακόλουθο είναι, φυσικά, ότι ο επόμενος αιώνας θα αποτελέσει την ενήλικη ζωή της χώρας, στην εμπέδωση της οποίας συμβάλλει τα μέγιστα η διακυβέρνησή του.5 Έτσι, είναι σαφές πως η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων θέλησε εξαρχής να δώσει στον εορτασμό έναν τόνο θριαμβευτικό, ο οποίος σχετιζόταν τόσο με το ένδοξο παρελθόν, όσο και με το ένδοξο παρόν και μέλλον. Αντίθετα, η αντιβενιζελική μερίδα τόνισε τις αδυναμίες του κράτους, συμπλέκοντας το ζήτημα με την δικαίωση του αγώνα του 1821. Για παράδειγμα, η Ακρόπολις θεωρεί πως
 εορτασμός εκατόν ετών ελευθερίας δεν σημαίνει μόνον η ανάρτησις ολίγων κουρελιών εις την πλατείαν του Συντάγματος [...], αλλά σημαίνει και επίδειξιν εργασίας και προόδου, ικανής να στηρίξη βασίμους ελπίδας διά το αύριον. Και την εργασίαν αυτήν, και την πρόοδον αυτήν, πρέπει να λεχθή, όσον και αν είναι λυπηρόν, ότι δεν ηδυνήθη να επιδείξη η Ελληνική Πολιτεία.6
 Συμπερασματικά, ο εορτασμός του 1930 φαίνεται πως εκπλήρωσε όλους τους στόχους που ανέφερα ξεκινώντας το κείμενο αυτό, αξιοποιώντας έναν από τους ισχυρότερους «τόπους» της νεοελληνικής ιστορικής κουλτούρας. Η ισχυρή παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου – η «ιεροποίηση» δηλαδή του πολιτικού – και οι συζητήσεις περί προόδου αποτελούν μερικά μόνο στοιχεία που αποδεικνύουν πως ο εορτασμός και τα παρελκόμενά του βασίστηκαν σε βαθιές πολιτισμικές δομές και πως η ορθή – ανάλογα με την κάθε αντίληψη – διοργάνωση του πρώτου απασχόλησαν πραγματικά την ελληνική κοινωνία της μεταβατικής αυτής περιόδου.

του Χρήστου Τριανταφύλλου-enthemata.wordpress.com

Ο Χρήστος Τριανταφύλλου είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας 
στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου