Η δίκη του Κολοκοτρώνη άρχισε στις 30 Απριλίου 1834
και διήρκεσε μέχρι τις 26 Μαΐου του ιδίου έτους. Διεξήχθη στο τουρκικό τζαμί
του Ναυπλίου - το σημερινό Βουλευτικό.

Ένας ξένος, και αυτός, που κάτω από την ηθική
δικαίωση του φιλελληνισμού, αναμίχθηκε, κατά τρόπο εξοργιστικό, στις εσωτερικές
υποθέσεις των Ελλήνων.
Τον κατείχε, όπως και άλλους παρεμφερείς φιλέλληνες, η
εγωιστική πεποίθηση ότι οι μικρές ή μεγάλες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στην
αγωνιζόμενη χώρα τούς έδιναν ιδιαίτερα δικαιώματα, ακόμα και το ύπατο δικαίωμα
να κρίνουν επί της ζωής των επιφανέστερων ανδρών αυτού του τόπου.
Η τακτική του Μάσον κατά το στάδιο της προανάκρισης
έδειξε ότι έλειπε από τη νομική και φιλοσοφική του σκέψη η βαθύτερη έννοια της
δικαιοσύνης. 
Όταν πήγε στο Ιτς Καλέ, όπου ήταν φυλακισμένος ο
Γέρος του Μοριά, για να ανακρίνει τον εγκάθειρκτο στρατηγό και τον πίεζε επί
ώρες να ομολογήσει ότι «είχε προπαρασκευάσει αποστασίαν εναντίον της
κυβερνήσεως», ο Κολοκοτρώνης, με πολύ πικρή θυμοσοφία, τον αποστόμωσε,
αναφέροντας την ιστορία του λύκου και της προβατίνας, του λύκου ο οποίος για να
βρει δικαιολογία να φάει την προβατίνα, άρχισε να της φωνάζει: «μου θόλωσες το
νερό της πηγής και δεν μπορώ να πιω».
Ανάλογους δικολαβισμούς επικαλέσθηκε ο Μάσον και
κατά τη διάρκεια της δίκης και κατά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, όπως θα
δούμε στη συνέχεια.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο (7 Μαρτίου 1834) ο
Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας είχαν οργανώσει την άνοιξη και το καλοκαίρι του
1833 και είχαν από κοινού κατευθύνει συνομωσία που αποσκοπούσε να διαταράξει
την δημόσια ασφάλεια, να παρασύρει τους υπηκόους του βασιλιά σε ληστείες και σε
εμφύλια διαμάχη και να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη.
Από όλες τις δεινές κατηγορίες, καμία δεν
αποδείχτηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Και αν ακόμη υπήρχαν κάποιες ενδείξεις,
αοριστίες, κατά το πλείστον, έλλειπαν όμως τα αδιαφιλονίκητα εκείνα στοιχεία
που θα θεμελίωναν την παραπομπή του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, και μάλιστα
«επί εσχάτη προδοσία». Οι 44 μάρτυρες κατηγορίας, που παρουσιάστηκαν, δεν
κατέθεσαν στοιχεία που να μη μπορούν να αμφισβητηθούν. Αντιστρόφως οι 115
μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάσθηκαν διέψευσαν τα περισσότερα σημεία της
κατηγορίας.

Επί είκοσι ημέρες παρέλασαν προ του δικαστηρίου οι μάρτυρες
και ήταν σαν να παρέλαυναν όλα τα κομματικά πάθη που είχαν έως τότε συγκλονίσει
τη μαχόμενη Ελλάδα. Εκ πρώτης όψεως δικαζόταν ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας.
Στην ουσία όμως επρόκειτο περί της δίκης ολόκληρου του φατριαστικού πνεύματος,
που σαν δαίμονας αλάστωρ είχε κατακυριεύσει, διαδοχικά, κατά καιρούς, όχι μόνο
τους κομματιζόμενους ηγέτες, αλλά ακόμη και τις ευγενέστερες, τις πατριωτικές
καρδιές. Πίσω από την ατελείωτη αυτή σειρά των κατηγορουμένων διαγράφονταν οι
άλλοι, οι μεγαλύτεροι ίσως ένοχοι, οι αρχηγοί των ξένων ανακτοβουλίων και οι
μακιαβελίσκοι της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Στην ερώτηση
του προέδρου «Τι επάγγελμα κάνεις;» ο Γέρος του Μοριά απάντησε;

Η τελευταία ερώτηση ήταν: «Γιατί αντενέργησες στο
βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία;» Απάντηση:
«Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι
ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το
έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες;
Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ
είπα σ’ όλους τους φίλους μου:
«Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου
στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι
ευχαριστημένος».

Η αγόρευση του Μάσον που κράτησε πεντέμισι ώρες,
στην ουσία ήταν μια επανάληψη του Κατηγορητηρίου και των όσων είχαν υποστηρίξει
οι μάρτυρες κατηγορίας, κατέληγε δε ως εξής: «Επιμένω εις την κατηγορίαν και με
τα δόντια και με τα νύχια θα την υποστηρίξω. Διακηρύττω (θεωρώ), λοιπόν τους εγκαλουμένους
ως ενόχους, και απαιτώ τον θάνατόν τους!».
Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης,
Π. Βαλσαμάκη (συνήγορος του Κολοκοτρώνη) και Χ. Κλωνάρη (συνήγορος του
Πλαπούτα), αλλά «μυστηριωδώς» ένα σημαντικό μέρος των σελίδων των πρακτικών της
συνεδρίασης, που αφορούν τις αγορεύσεις αυτές, έχουν…εξαφανιστεί.

Πριν από την έναρξη της δίκης ο Μάσον είχε καλέσει
στο σπίτι του και τα πέντε μέλη του δικαστηρίου και αφού τους παρουσίασε όσα
στοιχεία είχε συγκεντρώσει, τους ρώτησε αν τα έβρισκαν αρκετά για να
καταδικάσουν τους δυο στρατηγούς. Ο Πολυζωίδης εξεγέρθηκε και δήλωσε αμέσως:
«Θάπτω εις τους κρυψώνας της σιωπής την αντάμωσίν μας εδώ, το διατί και το πώς.
Αν είναι ανάγκη να προείπομεν τι, προλέγω ότι, αν οι στρατιωτικοί Έλληνες είναι
αθώοι, έχομεν τιμιότητα να τους αθωώσωμεν, αν ένοχοι, αγάπην Πατρίδος να τους
καταδικάσομεν εις δεσμά, εις θάνατον».
Προσπάθησαν επίσης να εξαγοράσουν και τον Τερτσέτη
ενώ η δίκη διαρκούσε ακόμη.

Στην αίθουσα της διάσκεψης του δικαστηρίου
διαδραματίστηκαν, σκηνές συγκλονιστικές. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης με
επιχειρήματα προσπαθούν να προκαταλάβουν τους τρεις «καταδικαστικούς» δικαστές.
Επιφανής λόγιος ο Τερτσέτης, προσπάθησε με μια
δραματική έξαρση, να συγκινήσει τους τρεις καταδικαστικούς. «Ναι» παραδέχτηκε
αργότερα, «έκλαυσα ενώπιον των τριών, θέλοντας να βοηθήσω τα δικαιώματα δυο
υπηκόων της Βασιλείας. Μου έκαιε την καρδιά η μοίρα πολλών άλλων Ελλήνων, τους
οποίους ανακροάστους σχεδόν συναποφασίζαμεν με την καταδίκην των δυο
Πελοποννησίων (στρατηγών). Ναι! Σχεδόν εγονάτισα, φιλώντας τα χέρια των
τριών!».
Τα αντρικά δάκρυα του Τερτσέτη δεν επηρέασαν τους
«μιλημένους» δικαστές. Ακόμα και όταν ο Τερτσέτης τους φώναξε, «με τέτοια
αποδεικτικά, ούτε δυο γάτοι δεν καταδικάζονται εις θάνατον!», αυτοί παρέμειναν
αμετακίνητοι στις εντολές που είχαν λάβει.

Οι τρεις, ατάραχοι, τον καλούν να υπογράψει πρώτος
την απόφαση και προσπαθούν να πείσουν τον Τερτσέτη να υπογράψει, και τον
απειλούν ότι «τυχόν άρνησίς του αποτελεί τουλάχιστον πράξιν τιμωρουμένην υπό
του νόμου».
Ο Τερτσέτης απαντά:
«Ποτέ! Όποιαι και αν είναι αι συνέπειαι, δεν θα γίνω
συνεργός δικαστικού εγκλήματος».

-Σας διατάσσω να την υπογράψετε.
-Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι, αλλά δεν την
υπογράφω!
-Εσείς
τουλάχιστον, Τερτσέτη, θα υπογράψετε, ναι ή όχι;
-Όχι! Δεν
θα με έχετε συνεργόν στον φόνον δυο ανθρώπων.
Ο Σχινάς απευθύνεται στον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη
λέγοντας:
«Δεν το θεωρώ
σπουδαίον ότι δεν υπογράφετε. Τούτο ίσως είναι δικαίωμά σας. Σας διατάσσω όμως,
εν ονόματι του νόμου, να αναλάβετε τας έδρας σας εις την αίθουσαν συνεδριάσεων
δια να απαγγελθεί αμέσως η απόφασις».
Οι άλλοι δικαστές τρέχουν να συμμορφωθούν. Ο Μάσον
σπεύδει να καθίσει στον εισαγγελικό του θώκο. Αλλά ο Πολυζωίδης μένει «βιδωμένος»
στην καρέκλα του, ενώ ο Τερτσέτης κοιτάζει από το παράθυρο το πλήθος που
συνωστίζεται στην πλατεία. Ο υπουργός με παθιασμένη αυταρχικότητα φωνάζει:
«Ε, και η υπομονή έχει τα όριά της. Κλητήρες πιάστε
τους και φέρτε τους στις έδρες!». Οι χωροφύλακες ορμούν, αρπάζουν τον Πρόεδρο
του δικαστηρίου.

«Το σώμα μου μπορείτε να το κάνετε ό,τι θέλετε. Τον
στοχασμό μου όμως και την συνείδησή μου δεν μπορείτε να την παραβιάσετε!».
Η σκηνή είναι ασύλληπτη, εφιαλτική.
Ο υπουργός διατάζει το γραμματέα να διαβάσει την
απόφαση, επειδή ο Πολυζωίδης, ως πρόεδρος, δεν ήθελε να διαβάσει την απόφαση
που δεν είχε υπογράψει. Καθώς ανακοινώνεται η απόφαση, ο Πολυζωίδης γέρνει το
κεφάλι και κλείνει τα μάτια, με τα χέρια του. Σ’ αυτή τη στάση, οδύνης και
ντροπής για όσα γίνονταν, θα μείνει ως το τέλος.
Όσο διαρκούσε η ανάγνωση της απόφασης, ο
Κολοκοτρώνης διατηρεί την ψυχραιμία του παίζοντας απαλά τις χάντρες του
κομπολογιού του. Δε δείχνει ιδιαίτερη συγκίνηση ούτε όταν ακούει την τρομερή
φράση, «Ο Δημήτριος Πλαπούτας και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις
θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας». Έκανε μόνο το σταυρό του και είπε: «Κύριε
ελέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου». Ύστερα πήρε από
την ταμπακιέρα του μια πρέζα ταμπάκο, τον ρούφηξε και πρόσφερε σε όσους τον
είχαν περιτριγυρίσει. Στους δικηγόρους του είπε με σταθερή φωνή: «Αντίκρυσα
τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε τώρα τον φοβούμαι». Σε έναν
οπαδό του που του φώναξε συγκινημένος: «Άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ»,
αποκρίθηκε με πικρή θυμοσοφία: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που με σκοτώνουν
άδικα, παρά δίκαια».
Ο Πλαπούτας είχε αντίθετα ταραχτεί και δάκρυα
έπεφταν από τα μάτια του. Συλλογιζόταν την ορφάνια των παιδιών του, επτά
κοριτσιών και ενός γιου ανήλικου. Ο Κολοκοτρώνης με συμπόνια, τον κοίταξε και
του είπε:
«Βρε συ, δε ντρέπεσαι; Εσύ δε φοβήθηκες τους
Τούρκους και τώρα κλαις; Κουράγιο ξάδερφε! Τ’ όνειρό μας ήταν να λευτερώσουμε
την πατρίδα. Μη λυπάσαι το λοιπόν. Εμείς κάναμε το χρέος μας και αυτοί ας μας
καταδικάσουν».
Ο Κολοκοτρώνης, τελικά, έλαβε χάρη μετά την
ενηλικίωση του Όθωνα το 1835. Οι συνθήκες διαβίωσης των δυο στρατηγών στους
έντεκα μήνες που έμειναν φυλακισμένοι στο Ιτς Καλέ, αλλά και τους άλλους έντεκα
μήνες που έμειναν φυλακισμένοι στο Παλαμήδι, θα ταίριαζαν μόνο σε κακούργους.
Εκεί μάλιστα ο Κολοκοτρώνης αρρώστησε βαριά και χωρίς καμία περίθαλψη κινδύνεψε
να πεθάνει.
Η Δίκη των Πολυζωίδη και Τσερτσέτη.
Ο υπουργός Σχινάς και ο Μάσον παρέπεμψαν σε δίκη
τους έντιμους δικαστές Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη, επειδή είχαν αρνηθεί να
υπογράψουν τη θανατική καταδίκη των δυο στρατηγών. Η νέα δίκη έγινε στο ίδιο
τζαμί του Ναυπλίου, «ενώπιον του Εγκληματικού Δικαστηρίου», στις 27 Σεπτεμβρίου
1834. Επίτροπος πάλι ο Μάσον.
Αυτή τη φορά όμως είχε να αντιμετωπίσει δυο
κατηγορούμενους οι οποίοι ήταν κάτοχοι και της δικαστικής επιστήμης και της
τέχνης του λόγου. Οι απολογίες τους αποτέλεσαν δεινό κατηγορητήριο κατά του
Μάσσον και κάποια στιγμή ο Τερτσέτης του φώναξε από το εδώλιό του:
«Ποιος είσαι
εσύ, Επίτροπε ποιος είσαι εσύ που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την
βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνον δια την τιμήν και την ζωήν των υπηκόων;
Ποιος είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας»;
Και στον ίδιο μαχητικό τόνο ο δικαζόμενος δικαστής
διακήρυξε ότι δεν είχαν υπογράψει τη θανατική καταδίκη Κολοκοτρώνη και
Πλαπούτα, διότι εκτός από το νόμο τους εμπόδιζε και ένα άλλο αίτιο κατά πολύ
ανώτερο:
«Ο Εθνισμός μας!…

Από το εδώλιό του ο Τερτσέτης με την απολογία του
έδωσε υψηλό δίδαγμα προς εκείνους που καυχιόνταν ότι είχαν έλθει να μας φέρουν
τον ανώτερο πολιτισμό τους και αντ’ αυτού μας έδιναν αναίσχυντα μαθήματα
βιασμού της δικαιοσύνης.
Η μαχητική αυτή απόλογία ή μάλλον το αντικατηγορώ
του Τερτσέτη, καθώς και του Πολυζωίδη, επηρέασε αποφασιστικά το δικαστήριο που
στάθηκε κι αυτό στο ύψος της αποστολής του και αθώωσε πανηγυρικά τους δυο
κατηγορούμενους.
Το ακροατήριο ζητοκραύγασε την απόφασή τους. Έπειτα
ακολούθησαν σκηνές λαϊκού ενθουσιασμού με δάκρυα χαράς και πανηγυρικά
επιφωνήματα. Σήκωσαν στους ώμους τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη και περιέφεραν
στη μεγάλη πλατεία του Ναυπλίου. Τους αποκαλούσαν: «νέους Αριστείδες» και η
λαϊκή κρίση τους ύψωσε, «κοινή βοή», στη θέση των εθνικών ειδώλων
Η δίκη των δικαστών Πολυζωίδη και Τερτσέτη για
απείθεια και η πανηγυρική τους αθώωση κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας στην
Ελλάδα του Όθωνος. Μια πραγματική σελίδα
της Ελληνικής ιστορίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου