
«Ο χρόνος που θα έχει η νέα κυβέρνηση στη διάθεση
της θα είναι ελάχιστος. Αρκετός όμως για να φανούν οι πραγματικές της
προθέσεις, στο βασικό θέμα που ενδιαφέρει τους Έλληνες - το οποίο δεν είναι
άλλο από την υιοθέτηση και την εφαρμογή ενός
δίκαιου, ορθολογικού πλαισίου λειτουργίας της χώρας μας».
Άποψη
Προφανώς, οι Έλληνες αποφάσισαν να δώσουν μία
δεύτερη ευκαιρία σε εκείνη την κυβέρνηση που απέτυχε παταγωδώς να εκπληρώσει
τις προεκλογικές της υποσχέσεις - ενώ οδήγησε τη χώρα στο απόλυτο αδιέξοδο του
τρίτου μνημονίου, μέσα από μία σειρά απίστευτα καταστροφικών λαθών.

Βέβαια, ουσιαστικά δεν επιλέχθηκε από την
πλειοψηφία, αφού σημειώθηκε ρεκόρ αποχής στις εκλογές (γράφημα) – γεγονός όμως
που σημαίνει ότι, δεν έχει μόνο τη συμφωνία των περισσοτέρων αλλά, επίσης, την
ανοχή όλων όσον δεν συμμετείχαν, τη βουβή συγκατάθεση τους.
Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες καταψήφισαν την πρώην
«αριστερή πλατφόρμα», η οποία θέλησε ανόητα να εκμεταλλευθεί το «ΟΧΙ» τους στο
δημοψήφισμα, ταυτίζοντας το λανθασμένα με τη δήθεν πρόθεση τους να επιστρέψουν
σε ένα εθνικό νόμισμα – θεωρώντας παράλληλα ότι, η συμπεριφορά της ήταν
προδοτική τόσο απέναντι στο πρώην κόμμα της, όσο και σε σχέση με τους ίδιους,
αφού παρέφρασε σκόπιμα τις επιθυμίες τους.

Η ερμηνεία της νίκης
Περαιτέρω, κατά την υποκειμενική μου άποψη, οι
Έλληνες επέλεξαν το νικητή ελπίζοντας ότι, θα αλλάξει τα κακώς κείμενα στην
Ελλάδα.
Πως θα έλθει σε σύγκρουση με τις ομάδες συμφερόντων που ανέκαθεν τους
τυραννούσαν: με τις συμμορίες καλύτερα, οι οποίες λυμαίνονται τη χώρα τις
τελευταίες δεκαετίες, απομυζώντας αχόρταγα τον τεράστιο πλούτο της - με τελικό
αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική
χρεοκοπία.
Εάν το προσπαθήσει πραγματικά, πόσο μάλλον εάν τα
καταφέρει, είμαι σίγουρος πως οι Έλληνες δεν θα δώσουν σημασία στα οδυνηρά
επακόλουθα που θα έχει η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, όσον αφορά το βιοτικό
τους επίπεδο - γεγονός που δεν φαίνεται να κατάλαβε η μελλοντική αξιωματική
αντιπολίτευση, από την οποία βέβαια δεν περίμενε κανείς πως θα τοποθετούσε ως
στόχο της την κάθαρση της χώρας.
Ο χρόνος τώρα που θα έχει η νέα κυβέρνηση στη
διάθεση της θα είναι ελάχιστος.

Η κάθαρση βέβαια αυτή δεν έχει απολύτως τίποτα κοινό
με τις απαιτήσεις των δανειστών, έτσι όπως καταγράφονται στα μνημόνια – επειδή
ο σκοπός των δυνάμεων κατοχής δεν είναι άλλος, από το να αντικαταστήσουν τους
εγχώριους εκμεταλλευτές και δυνάστες, με τους δικούς τους. Αυτός άλλωστε είναι
ο στόχος της «απελευθέρωσης» της αγοράς που επιδιώκουν, κυρίως δε των
ιδιωτικοποιήσεων – μέσω των οποίων καθιστούν τα κράτη, στα οποία εισβάλλουν,
προτεκτοράτα, απόλυτα εξαρτημένα από τους ίδιους (ανάλυση).
Εάν λοιπόν η κυβέρνηση, για την οποία θέλω να
πιστεύω πως έχει τις καλύτερες των προθέσεων, προβεί στο ολέθριο σφάλμα να
αντικαταστήσει τις εγχώριες βδέλλες με ξένες, επί πλέον με νέες εγχώριες, καθώς
επίσης να διατηρηθεί στην εξουσία μέσω ενός «σοβιετικού τύπου» δημοσίου
παραπλανώντας τους Έλληνες, τότε η Ελλάδα θα βιώσει τη χειρότερη της εποχή στη
μακραίωνη ιστορία της – ειδικά ο ιδιωτικός της τομέας, ο οποίος έχει πληρώσει
μέχρι σήμερα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού των μνημονίων.

“Στόχος οφείλει να είναι η απόλυτα ισορροπημένη
σχέση μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα μίας χώρας, έτσι ώστε να
προστατεύεται η αυτονομία του κράτους για την ασφάλεια των Πολιτών του – οι
οποίοι το εμπιστεύθηκαν, αναθέτοντας τη δημόσια διοίκηση στους Θεσμούς του.
Η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, όπως συνήθως
αποκαλείται η πλήρης αυτονομία του, είναι δυνατόν να καταλυθεί από αρνητικές
εξελίξεις στο εσωτερικό του, ιδίως δε στην οικονομία του – χωρίς να είναι
απαραίτητη η στρατιωτική εισβολή στην επικράτεια του”.
Το παραπάνω κείμενο, ελαφρά διαμορφωμένο, προέρχεται
από έναν πολύ γνωστό Γερμανό νομικό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα μέλος του
συνταγματικού δικαστηρίου της χώρας του.
Ο καθηγητής συμπληρώνει έμμεσα ότι, «η Γερμανία
είναι πλέον αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα, έχοντας εκποιήσει το
μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας της» – γεγονός που ήδη πληρώνουν
ακριβά οι Πολίτες της, μέσω της αυξημένης φορολόγησης τους, καθώς επίσης της
συνεχούς μείωσης της κοινωνικής πρόνοιας, σε συνδυασμό με τη σταδιακή
υποβάθμιση των υπηρεσιών στην Παιδεία, στην Υγεία και αλλού.
Από τις διαπιστώσεις αυτές συμπεραίνεται ότι, η
λειτουργία των επιχειρήσεων με αποκλειστικό στόχο το κέρδος, η οποία είναι
χωρίς καμία αμφιβολία «θεμιτή» για τον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί
κατάλληλη για εκείνους τους τομείς, οι οποίοι αφορούν το σύνολο μίας κοινωνίας
– για τους κοινωφελείς.
Οι «περιοχές» αυτές οφείλουν να λειτουργούν από το
Δημόσιο μίας χώρας, με στόχο τη φροντίδα των Πολιτών της και όχι το κέρδος.

Δηλαδή, δεν είναι πλέον η
δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση αυτή η οποία δίνει τις κατευθύνσεις,
διαμορφώνει και αναπτύσσει την κοινωνία, αλλά οι ιδιώτες - οι οποίοι ουσιαστικά
διοικούν απολυταρχικά, χωρίς να λογοδοτούν στους Πολίτες, με αποκλειστικό στόχο
το κέρδος.
Σαν έμμεσο επακόλουθο των ιδιωτικοποιήσεων, το
κράτος αδυνατεί πλέον να επιβάλλει μία δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και να
κατευθύνει την Οικονομία επειδή, μεταξύ άλλων, δεν μπορεί να τοποθετήσει τις
εταιρείες του ή τη Ζήτηση των απασχολουμένων του «στη ζυγαριά» – εκτός του ότι
γίνεται ταυτόχρονα «εκβιάσιμο», εκ μέρους του Καρτέλ.
Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι ιδιώτες στον τομέα
της ενέργειας, να διατηρήσουν χαμηλή τεχνητά την προσφορά (όπως συνέβη στην
Καλιφόρνια), έτσι ώστε να αυξήσουν τις τιμές – με δυσμενέστατα αποτελέσματα
τόσο για το δημόσιο, όσο και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή για τα
νοικοκυριά.
Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με την ύδρευση, με τα
λιμάνια και με τις τηλεπικοινωνίες.
Στην περίπτωση αυτή, είναι προφανώς
αδύνατον να μιλάει κανείς για «αυτονομία» του κράτους - πόσο μάλλον για εθνική
κυριαρχία, ειδικά όταν οι ιδιώτες-επιχειρηματίες είναι ξένες πολυεθνικές.
Ένα δεύτερο, γνωστό σε όλους μας παράδειγμα, είναι
οι ιδιωτικές αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης - οι τρεις αδελφές. Εάν
οποιοδήποτε κράτος, συμπεριλαμβανομένων των Η.Π.Α, της Γαλλίας και της Γερμανίας,
αρνηθεί να ακολουθήσει τις εντολές τους, έρχεται αντιμέτωπο με την υποτίμηση
της πιστοληπτικής του ικανότητας - η οποία επιβαρύνει με δισεκατομμύρια επί
πλέον τόκους τον προϋπολογισμό του.
Συμπερασματικά λοιπόν, από την πλευρά του εκάστοτε
Συντάγματος θα έπρεπε να μην επιτρέπεται οτιδήποτε μπορεί να αμφισβητήσει την
αυτοδυναμία, την εθνική κυριαρχία καλύτερα ενός κράτους, από όπου και αν αυτό
προέρχεται.
Επομένως, οφείλει να απαγορεύεται συνταγματικά η
ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με
την εκχώρηση της αυτονομίας του κράτους στους ιδιώτες – με την αποκρατικοποίηση
της εξουσίας και με την κατάλυση της Δημοκρατίας.
Συγγραφέας Ιάκωβος Ιωάννου, για το Analyst.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου