Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Μια «διέξοδος» προς τα εμπρός για τα Βαλκάνια;

Το νέο σχέδιο της Ευρώπης είναι πολλά υποσχόμενο αλλά ...όχι αρκετά σκληρό!
Κατά το παρελθόν έτος, μια σειρά από περιστατικά στα δυτικά Βαλκάνια δημιούργησαν ανησυχίες ότι η περιοχή μπορεί να είναι στημένη για μια ανανεωμένη σύγκρουση. 
Τον Ιανουάριο του 2017, σε ένα προκλητικό γεγονός ενορχηστρωμένο από την σερβική κυβέρνηση, ένα τρένο με δρομολόγιο από το Βελιγράδι προς την Βόρεια Μιτρόβιτσα στο Κοσσυφοπέδιο είχε καλυφθεί με αφίσες σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες αμφιλεγόμενα διακηρύσσοντας ότι «το Κοσσυφοπέδιο είναι Σερβία». 
Το ταξίδι της αμαξοστοιχίας σταμάτησε μόνο αφού οι Αρχές του Κοσσυφοπεδίου απείλησαν να το σταματήσουν οι ίδιοι -και με την βία, εάν ήταν απαραίτητο. 
Λίγους μήνες αργότερα, στην πΓΔΜ*, μια ομάδα κακοποιών, που αφέθηκαν να μπουν από μέλη του κυβερνώντος εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE, εισέβαλαν στο Κοινοβούλιο, ξυλοκοπώντας και απειλώντας την ζωή των βουλευτών της αντιπολίτευσης και επιδιώκοντας να αποτρέψουν την δημιουργία μιας νέας κυβέρνησης. 
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες ένας ηγετικός πολιτικός Σέρβος του Κοσσυφοπεδίου, ο Όλιβερ Ιβάνοβιτς, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε στο φως της ημέρας στη Μιτρόβιτσα από άγνωστους οπλοφόρους.
                                                 -----------------------------------------------------------
 Αυτά και μια δωδεκάδα άλλα μικρά περιστατικά έφεραν το μήνυμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι το να αφεθούν τα Βαλκάνια έξω από τις ευρωατλαντικές δομές συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους. 
Ως απάντηση, σημειώθηκε μια πνοή ανανεωμένης δραστηριότητας, αρχίζοντας με την ολοκλήρωση της ένταξης του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ τον Ιούνιο του 2017 και την πρόσφατη επανεμπλοκή της ΕΕ στα Βαλκάνια.
 Η ΕΕ πρότεινε μια επικαιροποιημένη και σημαντικά ισχυρότερη στρατηγική για την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας προσέγγισης για ένταξη στην Ένωση, τις λεπτομέρειες της οποίας δημοσιοποίησε αυτή την Τρίτη. 

Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον η νέα στρατηγική θα κάνει αρκετά για να αλλάξει την δυναμική της περιοχής.
Η νέα στρατηγική της ΕΕ αναγνωρίζει σωστά ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Βαλκάνια έχουν τις ρίζες τους στον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η περιοχή, και στην γενική δημοκρατική παρακμή της: 
Κατάληψη του κράτους [στμ: από ιδιωτικά συμφέροντα, state capture], σοβαρή πολιτική παρέμβαση στα μέσα ενημέρωσης και μια σειρά από διμερείς διαφορές που απορρέουν από την κληρονομιά των πολέμων της δεκαετίας του 1990, για παράδειγμα. 
Η κατάληψη του κράτους έγινε ανοιχτά ορατή στην πΓΔΜ υπό την προηγούμενη κυβέρνηση, όταν από ηχογραφήσεις αποκαλύφθηκε ότι ο πρωθυπουργός Νίκολα Γκρούεφσκι και ο κύκλος του όχι μόνο ασκούσαν πίεση σε δικαστές και εφημερίδες με το να τους απειλούν ή να τους δωροδοκούν, αλλά επίσης στις δημοτικές εκλογές του 2013 μετέφεραν με λεωφορεία πολίτες της πΓΔΜ για να ψηφίσουν πολλές φορές χρησιμοποιώντας πλαστές ταυτότητες. 
Σε άλλες χώρες, όπως η Βοσνία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο, υπάρχουν εκτεταμένες αναφορές για εξαγορά ψήφων, και η πρόσληψη και η απόλυση στο δημόσιο συχνά βασίζεται στην κομματική ένταξη.
 Και παρόλο που η Ευρώπη έχει αναγνωρίσει με μεγάλη σαφήνεια τα προβλήματα της περιοχής, οι προτεινόμενες απαντήσεις ήταν αδύναμες. Ένα νέο πλαίσιο και μεγαλύτερος έλεγχος του κράτους δικαίου, για παράδειγμα, προσφέρουν ελάχιστη κατεύθυνση για το εάν και πώς οι κυβερνήσεις που αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στα πρότυπα της ΕΕ θα κατονομαστούν και θα ντροπιαστούν. 
Εάν υπάρχει κατάληψη του κράτους, πρέπει να προσδιοριστούν οι εμπλεκόμενοι. 
Ως διπλωματικό έγγραφο, η στρατηγική δεν αναφέρει όσους έχουν εμπλακεί σε διεφθαρμένες πρακτικές και δεν είναι σαφές ότι η ΕΕ θα είναι σε θέση και θα θελήσει να αντιμετωπίσει αυτά τα άτομα πιο ανοιχτά και άμεσα. 
Υπόσχεται περισσότερες ad hoc αποστολές που θα εντοπίσουν τις ελλείψεις στο κράτος δικαίου, όπως αυτή που είχε διεξαχθεί με επιτυχία στην πΓΔΜ. 
Το εάν η ΕΕ θα δημοσιοποιήσει αυτές τις εκθέσεις και, συνεπώς, θα επιτρέψει στις κοινωνίες των πολιτών να τις χρησιμοποιήσουν για να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους, παραμένει ασαφές. 
Η ΕΕ, επειδή δεν είναι ένας ενιαίος δρων, πρέπει να εξετάσει τις διαφορετικές και κατά καιρούς αποκλίνουσες θέσεις των μελών της και, ως εκ τούτου, συχνά αναγκάζεται να μετριάζει τον τόνο της, όταν πρόκειται για τα Βαλκάνια. 
Επιπλέον, για να μην χάσει ένα πιθανό μελλοντικό μέλος, η ΕΕ τείνει να προχωρά με προσοχή σε ευαίσθητα θέματα που επηρεάζουν την περιοχή.
Στην πραγματικότητα, η δημοκρατική παρακμή στα Βαλκάνια περιπλέκεται από τις επίσημες δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι κυβερνήσεις για την ένταξη στην ΕΕ και την υπόσχεσή τους να διατηρήσουν την σταθερότητα
Τον Μάρτιο του 2016, για παράδειγμα, κατόπιν αιτήματος της αυστριακής κυβέρνησης, η πΓΔΜ έκλεισε τα σύνορά της για να εμποδίσει τους πρόσφυγες να κατευθυνθούν στην Ευρώπη. 
Σε αντάλλαγμα, το κυβερνών κόμμα της πΓΔΜ, παρά το γεγονός ότι συμμετείχε σε αυτό που χαρακτήρισε η ΕΕ ως κατάληψη του κράτους, εξασφάλισε δημόσια υποστήριξη από τον Σεμπάστιαν Κουρτς, τον Αυστριακό [τότε] υπουργό Εξωτερικών και νυν καγκελάριο. 
Ομοίως, η σερβική κυβέρνηση με επικεφαλής τον πρόεδρο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος έχει επιβλέψει την διάβρωση ανεξάρτητων θεσμών και περιόρισε τις ελευθερίες του Τύπου, έχει τύχει δημόσιας στήριξης από τα βασικά μέλη της ΕΕ. 
Ο Βούτσιτς, για παράδειγμα, συναντήθηκε με την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ λιγότερο από μια εβδομάδα πριν από την εκλογή του ως προέδρου τον Απρίλιο του 2017, αφού υποσχέθηκε να βελτιώσει τις σχέσεις με το Κοσσυφοπέδιο και να στρέψει την πλάτη του στην Ρωσία.
 Ο ανανεωμένος ανταγωνισμός μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επίσης περιπλακεί με τον αυξανόμενο αυταρχισμό στα Βαλκάνια. 
Η Ρωσία έχει διαδραματίσει το ρόλο του «καταστροφέα» (spoiler), ξεκινώντας εκστρατείες παραπληροφόρησης κατά της ΕΕ και υποστηρίζοντας πολιτικούς συμμάχους και κακοποιές εθνικιστικές ομάδες, καθώς και συμμετέχοντας σε περιορισμένες οικονομικές συμπράξεις στην περιοχή. Ωστόσο, η Ρωσία δεν ήταν η αιτία των πρόσφατων κρίσεων. 
Έχει απλώς ευκαιριακά χρησιμοποιήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών προς όφελός της.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ζωτικής σημασίας για την Ουάσινγκτον και τις Βρυξέλλες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την επαναδέσμευση της περιοχής. 
Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν καθοριστικής σημασίας για να διατηρήσουν την πίεση στα Βαλκάνια και ήταν λιγότερο διπλωματικές από την ΕΕ. 
Από τότε που τιμωρήθηκε με κυρώσεις από τις ΗΠΑ (ως επί το πλείστον συμβολικές) τον Ιανουάριο του 2017, ο Μίλοραντ Ντόντικ, πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρπσκα, μιας από τις δύο οντότητες της Βοσνίας, έχει εμφανώς μειώσει τις εκκλήσεις του για ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. 
Πέρυσι, δύο πολιτικές κρίσεις, μια στην Αλβανία και μια στην πΓΔΜ, επιλύθηκαν σε μεγάλο βαθμό χάρη στην διπλωματία των ΗΠΑ. 
Στην πΓΔΜ, ο αναπληρωτής βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, Brian Hoyt Yee, μεσολάβησε για μια μεταβίβαση της εξουσίας στην αντιπολίτευση μετά την επίθεση στο κοινοβούλιο, ενώ στην Αλβανία διαπραγματεύθηκε μια συμφωνία που επιτρέπει στην αντιπολίτευση να συμμετάσχει σε κοινοβουλευτικές εκλογές. 
Εάν η ΕΕ δεν καταφέρει να δώσει ισχύ στην στρατηγική της, θα εναπόκειται στις Ηνωμένες Πολιτείες να αυξήσουν την πίεση -και δεν είναι ακόμη σαφές εάν η διοίκηση του Trump είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να διαδραματίζει αυτόν τον ρόλο.
Το πιο ακανθώδες ζήτημα για την διεύρυνση της ΕΕ είναι αυτό που περιγράφεται ως «διμερείς διαφορές», όπως σχετικά με τα σύνορα, τα δικαιώματα των εθνοτικών μειονοτήτων, την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις για το τι συνέβη κατά τους πολέμους της δεκαετίας του '90 και μυριάδες άλλα ανεπίλυτα ζητήματα. 
Η ΕΕ αγνοούσε αυτά τα προβλήματα εδώ και χρόνια, αλλά η νέα βαλκανική στρατηγική της θέτει ετούτες τις περιφερειακές εντάσεις στο επίκεντρό της. 
Ωστόσο, η λύση -μια δέσμευση της ΕΕ στο να επιτρέψει στις χώρες να ενταχθούν μόλις είναι έτοιμες και όχι να εισαγάγει ταυτόχρονα και τις έξι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων- θα δημιουργήσει προβλήματα. 
Η προσέγγιση φαίνεται λογική, δεδομένου ότι ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό και θα μπορούσε έτσι να ωθήσει τα κράτη να επιτύχουν μεταρρυθμίσεις ταχύτερα, αλλά ο κίνδυνος είναι ότι οι πιο δύσκολες περιπτώσεις, όπως η Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, θα μείνουν πίσω. Μόλις προσχωρήσει η Σερβία στην ΕΕ, τότε θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα βέτο για να πάρει περαιτέρω παραχωρήσεις και από τις δύο χώρες. 
Η Σερβία δεν θα είναι η πρώτη χώρα που χρησιμοποιεί την ασύμμετρη ισχύ της ως μέλος και δεν υπάρχει λόγος να μην αναμένει κανείς από αυτήν ότι θα το κάνει. 
Αυτό θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε νέο γύρο περιφερειακών εντάσεων και διμερών συγκρούσεων. 
Το πώς να αποφευχθεί η περαιτέρω εξέλιξη αυτών των διαφορών παραμένει μη εμφανές στην στρατηγική [της ΕΕ].
Μια πιο άμεση υπόθεση θα είναι η μακρόχρονη διαμάχη μεταξύ της πΓΔΜ και της Ελλάδας. 
Από τότε που η πΓΔΜ κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, η Αθήνα αντιτάχθηκε στο όνομα της νέας χώρας υποστηρίζοντας ότι συνεπάγεται αξιώσεις για την ομώνυμη ελληνική επαρχία και ότι μονοπωλεί την μακεδονική ταυτότητα. 
Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα έχει συνδέσει από μακρού χρόνου την είσοδο της πΓΔΜ με την ΕΕ με μια τροποποίηση του ονόματός της. 
Τώρα, μετά από χρόνια αδιεξόδου, η νέα κυβέρνηση της πΓΔΜ, η οποία ανέλαβε καθήκοντα λίγο μετά την προαναφερθείσα επέμβαση στο Κοινοβούλιο, προσέγγισε την Ελλάδα για να επιλύσει την διαμάχη. 
Παρόλο που οι αμφότερες έχουν σημειώσει πρόοδο τους τελευταίους μήνες, η αντίδραση σε συμβιβασμούς και στις δύο χώρες, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, ήταν ισχυρή. 
Στην Αθήνα, την περασμένη εβδομάδα, χιλιάδες Έλληνες ακολούθησαν μια έκκληση εθνικιστικών και ακροδεξιών ομάδων και κομμάτων, καθώς και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και κατέβηκαν στους δρόμους, ζητώντας να μην γίνουν παραχωρήσεις.(!!!) 
Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν, αυτό θα αποτελέσει σημαντική οπισθοχώρηση για τη νέα μεταρρυθμιστική κυβέρνηση της πΓΔΜ. 
Το πιο σημαντικό είναι ότι θα καθυστερήσει περαιτέρω την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η οποία ήταν υπεσχημένη πριν από μια δεκαετία, και την έναρξη των συνομιλιών για ένταξη στην ΕΕ. 
Μια τέτοια καθυστέρηση θα έκανε τη νέα στρατηγική της ΕΕ να ακούγεται κούφια: 
Θα δείξει πόσο εύκολα μπορούν να νικηθούν οι αφοσιωμένοι μεταρρυθμιστές. 
Μέχρι στιγμής, η ΕΕ δεν έχει συμμετάσχει στις συνομιλίες, καθώς η διαφορά αφορά ένα κράτος-μέλος
Ωστόσο, βασικά μέλη όπως η Γαλλία και η Γερμανία, πρέπει να ρίξουν το βάρος τους πίσω από την λύση που έχουν προχωρήσει και οι δύο κυβερνήσεις. 
Αυτή περιλαμβάνει ένα νέο όνομα που προσφέρει ορισμένους ειδικούς όρους, όπως «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας» ή «Άνω Μακεδονία». 
Ακόμη και αν οι δύο μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν μπορούν να τερματίσουν την διαμάχη, θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια πιο «βήμα προς βήμα» προσέγγιση στην ένταξη στην ΕΕ, επιτρέποντας στην πΓΔΜ να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις ένταξης και στην συνέχεια να προχωρήσει προς την τελική διευθέτηση στην διαδρομή.
Αν και ένας νέος πόλεμος των Βαλκανίων δεν πιθανολογείται -κανείς δεν έχει την όρεξη ούτε τα μέσα για μια τέτοια σύγκρουση, ούτε θα ήταν σαφές για τι θα πολεμούσε η περιοχή- ο πραγματικός κίνδυνος έγκειται στον πολλαπλασιασμό επεισοδίων μικρής κλίμακας, τα οποία θα εξαλείψουν σταδιακά την ειρηνευτική ρύθμιση που τερμάτισε τους πολέμους της δεκαετίας του 1990. 

Αυτά τα περιστατικά δεν είναι απλά μοναδικά, αλλά τα υποπροϊόντα μιας αξιοσημείωτης δημοκρατικής παρακμής στην περιοχή. 
Έτσι, οι εντάσεις στα Βαλκάνια θα μετατρέψουν το 2018 σε ένα καίριο έτος για την ΕΕ: 
Η ανανεωμένη δέσμευση της ΕΕ στα Βαλκάνια θα μπορούσε να σπάσει τον αρνητικό φαύλο κύκλο του αυταρχισμού και των κλιμακούμενων κρίσεων και να αποκαταστήσει την πίστη στο μοντέλο της ΕΕ ή θα μπορούσε να πάει στην αντίθετη κατεύθυνση, δημιουργώντας μια άνοδο του αυταρχισμού που προσδίδει μεγαλύτερο περιθώριο για «καταστροφείς», όπως η Ρωσία, ώστε να αυξήσουν την επιρροή τους. 
Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο είναι τόσο ζωτικής σημασίας για την ΕΕ και τον εταίρο της, τις Ηνωμένες Πολιτείες, να στήσουν σωστά την στρατηγική τους για τα Βαλκάνια και να την κάνουν να λειτουργήσει.
                                                                    Florian Bieber
Ο FLORIAN BIEBER είναι καθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς και συντονίζει την Συμβουλευτική Ομάδα για την Πολιτική των Βαλκανίων στην Ευρώπη (Balkans in Europe Policy Advisory Group).

 *στμ: Σε ολόκληρο το αρχικό κείμενο, η πΓΔΜ αναφέρεται ως «Macedonia» και οι πολίτες της ως «ethnic Macedonians»
Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά://www.foreignaffairs.com/articles/baltics/2018-02-06/way-forward-b...
 Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση //www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition
                                                          € $  ●► « » ▲▼◄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου